Στέλιος Πελασγός – Τα μυστικά του παραμυθά. Μαθητεία στην τέχνη της προφορικής λογοτεχνίας και αφήγησης

Η πιο σύγχρονη μορφή ραψωδού είναι ο ράπερ, ο τραγουδιστής – αφηγητής της ραπ. Η ραπ είναι αυθόρμητο προϊόν της λαϊκής αφρο-αμερικανικής προφορικής παράδοσης και ο ράπερ είναι ένας σύγχρονος συνεχιστής της παράδοσης του Ομήρου και των «γκριό» των παραδοσιακών επικών αοιδών που υπάρχει μέχρι σήμερα στην Αφρική. Υπάρχει κι ένα άλλο είδος σύγχρονων αφηγητών, που περιδιαβαίνουν χωριά και πόλεις και διηγούνται ιστορίες και παραμύθια σαν μια ιδιαίτερη παράσταση, σε καφενεία και οποιοδήποτε άλλο χώρο μπορεί να φανταστεί κανείς. Ο αφηγητής γνωρίζει καλά πώς να διηγείται, πώς να θέλγει την προσοχή των άλλων στην ιστορία του, δημιουργώντας με λέξεις, κινήσεις και ενίοτε τη συνοδεία ενός μουσικού οργάνου  (κιθάρας ή άρπας κ.λπ.) μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα στο ημίφως

Αυτή την αρχέγονη δραστηριότητα «αναβιώνει» και αναδημιουργεί ο Στέλιος Πελασγός, ως σύγχρονος παραμυθάς ή καλύτερα ιστορητής (εύστοχος όρος που προτάθηκε από τον συγγραφέα και σκηνοθέτη Απόστολο Δοξιάδη) που πατάει το ίδιο χορταριασμένο μονοπάτι με την πανάρχαια τέχνη της προφορικής λογοτεχνίας και αφήγησης, από τον Όμηρο και τον Αίσωπο. Έχοντας μελετήσει το είδος όσο λίγοι κι έχοντας γνωρίσει και τους σύγχρονους παραμυθάδες στην Γαλλία στα τέλη των 80ς ταξιδεύει ανά την Ελλάδα και την Ευρώπη δίνοντας παραστάσεις αφήγησης και διδάσκοντας σε εργαστήρια για την τέχνη του. Αναζητώντας «τις μικρές ανθρώπινες κοινότητες, την σιωπή και το σκοτάδι που κλωσούν τα παραμύθια» εγκατέλειψε την Αθήνα το 1990 και σήμερα ζει σ’ ένα άκαυτο δάσος σε μια ρεματιά του Πηλίου. Κινεί το Διεθνές Φεστιβάλ Αφήγησης και τεχνών του Λόγου στην Κοζάνη, τον πολιτιστικό σύλλογο για την αναβίωση της τέχνης του παραμυθά «Κόκκινη Κλωστή» και εργαστήρια αφήγησης σε … ΚΑΠΗ και σε Παιδικές Βιβλιοθήκες

Ο Πελασγός δεν φοβάται καθόλου μόνος του σε αυτό το θεόρατο δάσος που μπήκε να περιπλανηθεί, στο κέντρο του τετράστρατου: της λογοτεχνίας, του σωματικού θεάτρου, της παιδαγωγικής και της ψυχοθεραπείας.  Στις παραστάσεις του προσπαθεί να ανασυνθέσει την ψυχική επαφή της κοινότητας των αποσπερίδων στα χωριά κι εμπνέεται συνεχώς από το χιούμορ και τη θυμοσοφία των καφενείων. Εδώ μοιράζεται όλα όσα γνωρίζει: για την άγραφη μορφή της λαϊκής λογοτεχνίας, τα συνορέματα με το δημοτικό τραγούδι, πώς τα κείμενα παραμένουν σταθερά μα η λογοτεχνία ρευστή, ρευστότατη, σε τι μοιάζει και σε τι διαφέρει όλο αυτό από μια θεατρική παράσταση, πόση σημασία έχουν η παραγλωσσική και η σωματική έκφραση; Παραμυθιακοί τύποι και παραμυθώδη μοτίβα, ένας άνθρωπος που γίνεται αφήγημα (ο παραμυθάς), το κοινό που συμμετέχει. Πως διεγείρονται και απλώνονται στο περίγυρο η κιναισθητική, η ενδοπροσωπική, η διαπροσωπική, η γλωσσική νοημοσύνη του παραμυθά; Πως θα βουτήξει κανείς σ’ αυτή τη μαθητεία και σ’ εκείνη τη μίμηση; Υπάρχουν ακόμη κείμενα για εφαρμογές παιδαγωγικές, ψυχοθεραπευτικές και για  άτομα με ειδικές ανάγκες και πρακτικές συμβουλές προς επίδοξους παραμυθάδες.

Ο παραδοσιακός λαϊκός πολιτισμός δεν προσφέρεται για ανάγνωση, απαιτεί σχέση βιωματική. Παρά το αχανές παρελθόν μεγαλόφωνων αναγνώσεων, ο γραφοκεντρισμός επικράτησε του φωνοκεντρισμού και η «κατωτερότητα» του προφορικού λόγου θεωρήθηκε δεδομένη. Σαφώς scripta manent αλλά κάποτε υπήρχε και το «ο λόγος μου συμβόλαιο».

Εκδ. Μεταίχμιο, 2008, 308 σελ., με φωτογραφίες και βιβλιογραφία. Καταφύγιο: http://www.storytelling.gr/.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

The Lovetones – Dimensions (Planting Seeds, 2009)

 

O ομορφότερος ποπ ψυχεδελικός δίσκος του 2009 (προσοχή: όχι ο ομορφότερος ποπ, ούτε ο ομορφότερος ψυχεδελικός, αλλά ο ομορφότερος του ξεχωριστού είδους που αναμειγνύει αμφότερα) όπως πάντα προέρχεται από το πουθενά, κι όπως συνήθως από εκείνους που δεν το περιμένεις. Πάντως όχι από τέταρτο κατά σειρά δίσκο μπάντας! Κι όμως, φαίνεται πως η Αυστραλιανή μπάντα του Matthew J. Tow το ζωγράφισε το κατρούτσο κομψοτεχνηματάκι της.

Το σχήμα έχει ήδη αποκτήσει βεβαρημένο παρελθόν στο ψυχεδελικό ροκ, και με τα Be What You Want (2002 στην Bomp!), Meditations (2005) και Axiom (2007) αλλά και λόγω της χρόνιας συνεργασίας με τους Brian Jonestown Massacre. Το γεγονός πως εδώ συμμετέχουν προσκεκλημένοι διάφοροι πρώην και νυν BJM μπορεί και να μη λέει τίποτα, αν αναλογιστούμε πως οι πηγαινοερχόμενοι της κοινότητας φτάνουν σε τριψήφιο αριθμό, μπορεί και να λέει πολλά. Πάντως κοινές τουρ, συνηχογραφήσεις και συνθετικές συμμετοχές (οι Lovetones στο And This Is Our Music, ο Anton Newcombe μοιράστηκε την σύνθεση του A New Low In Getting HighTow και κάνει δικό του ρεμίξ στο Journeyman – επανάληψη προφανώς άχρηστη εδώ, με λόγο ύπαρξης μόνο ως φλιπ σάιντ ή σε καμιά συλλογή με περισσεύματα κ.λπ.) έχουν ήδη χαρμανιάσει και συνχαρμανιάσει τις δυο μπάντες.

Ο Tow αποδεικνύεται περίτεχνος συνθέτης και μελωδός κι έτσι ο δίσκος περιέχει περισσότερα κομψοτεχνήματα ψυχεδελικής ποπ απ’ όσα θα ελπίζαμε. Η ειδικότερη Strawberry Alarm Clock φωνητική και η γενικότερη acid κλιματική δίνουν στο σύνολο ευάερο και πολύχρωμο ήχο, ο συνονόματος του Matthew Sigley στο όργανο ισορροπεί σε «κόντρα» ρόλο, δωδεκάχορδες πνοές φυσάνε ανάμεσα σε paisley pop, Zombies, αρχικούς Move και φυσικά Lennon – McCartney.

Αγνοώ τις εισαγωγές που προφανώς θέλουν να συνεχίσουν μια παράδοση «εισόδου» στον μυστικό ψυχοτροπικό κόσμο που ευαγγελίζονταν οι τότε δίσκοι και κάνω πρώτη στάση στο Journeyman. Χαιρετισμός και χάρη σε Big Star και Byrds, ένα δικαιωματικό σινγκλ. Το Two Of A Kind συνειρμεί Beatles, αλλά από κάτω ρέει ζέουσα Ray Davies φλέβα. Στο Song To Humanity είναι κοινή η διαπίστωση πως αντηχεί πρώιμος Bowie, μια κατεύθυνση που έπαιξε και σε προηγούμενα τραγούδια το σχήμα. Το There Is No Sound ακούγεται σαν Simon and Garfunkel μέσα από την κάνη μπητλικού Revolver. Και δεν φεύγω χωρίς αυτιά γεμάτα: το ένα από το Memory Lane με εκείνα τα 2 λεπτά και 2 δευτερόλεπτα που σου αλλάζουν τον γύρω κόσμο, όλα γίνεται χρωματιστά, οι έγνοιες φαίνονται βλακώδεις, οι πληγές μπουμπουκιάζουν, το άλλο από το Love And Redemption που μου θυμίζει πόσο μου λείπει η νεοψυχεδελική αναβίωση.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.