Περιοδικό (δε)κατα, τεύχη 12-14

 

τεύχος 12 (χειμώνας 2008)

Το δίχρωμο, σχεδόν τετραγωνισμένο περιοδικό – φετίχ συνεχίζει την σειρά τευχών – αφιερωμάτων σε ένα κεντρικό θέμα, ετούτη τη φορά στην ανθίζουσα και στη χώρα μας Αστυνομική Λογοτεχνία. Το είδος έχει γίνει ιδιαίτερα απαιτητικό και σύνθετο: η λύση των μυστηρίων δεν εξαντλείται όπως άλλοτε σε έξυπνους και λογικούς συλλογισμούς αλλά βασίζεται σε ποικίλους νέους παράγοντες, όπως ψυχολογικά κριτήρια, επιστημονικά δεδομένα, κοινωνικοπολιτικά στοιχεία κ.λπ.

 Ποιες είναι λοιπόν οι τάσεις του, ποια ονόματα πρέπει να προσέξουμε; Πώς είναι το αστυνομικό μυθιστόρημα στην Τουρκία και την Κίνα, πώς διαμορφώνεται στην Αμερική; Τι σχέσεις συνάπτει με την εγκληματολογία; Πως αντιμετωπίζει ή θα αντιμετώπιζε σχετικά ζητήματα o Stephen King; O Π. Μάρκαρης, από τους ικανότερους του γηγενούς είδους αναρωτιέται αν υπάρχει αστυνομικό μυθιστόρημα στην Μεσόγειο, ενώ ένας άλλος άξιος εκπρόσωπος, ο Π. Μαρτινίδης προτιμά να μας μπερδέψει μέσω διηγήματος, όπως και οι Ian Rankin, Esmahan Aykol, Φίλιππος Φιλίππου, Χρύσα Σπυροπούλου (που επιμελείται το τεύχος) κ.ά.

Πέντε κριτικοί ή/και αναγνώστες βασανίζονται και μαρτυρούν τα αγαπημένα τους αστυνομικά, ενώ άλλοι τέσσερις συγγραφείς του είδους (Αγαπητός, Κακούρη, Πολιτοπούλου, Carlotto) μας βάζουν από την μπαλκονόπορτα της κουζίνας στο εργαστήρι τους. Ακόμα και οι βιβλιοκριτικές είναι αποκλειστικά νουάρ. Με έξι λέξεις, πλήρες σκονάκι για γνώστες και αδαείς.

τεύχος 13 (άνοιξη 2008)

Το ανοιξιάτικο τεύχος είναι καταΠράσινο, κοινώς αφιερωμένο στο περιβάλλον και περιλαμβάνει μια σειρά άρθρα, δοκίμια, αναφορές και γενικότερα γραπτά εξαιρετικού ενδιαφέροντος και εξωφρενικών στοιχείων. Η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να λείπει, με διηγήματα, ποίηση, τοπογραφήματα (Αμερική, Γροιλανδία, Πράσινοι, Ιάβα, Ωκεανοί, Επιχειρήσεις, Αρκτική, Βομβάη) αλλά και δοκίμια, σε ένα από τα οποία (Η λογοτεχνία του αφανισμού), με έμφαση σε δύο έργα του Β.Σ. Νάιπολ και Β.Τζ. Σέμπαλντ, διατυπώνεται η αισιόδοξη άποψη πως οι μυθιστοριογράφοι αποτελούν την καλύτερη ελπίδα της επιστήμης για να ακουστεί το μήνυμα της κλιματικής αλλαγής. Πολύ ζουμί υπάρχει και στις συνομιλίες, τόσο στην ειδική περί του θέματος συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Τζούμα, όσο και στις απαντήσεις 25 Ελλήνων συγγραφέων και ποιητών στην ερώτηση «τι τους έρχεται στο νου όταν ακούν τη λέξη περιβάλλον».

Απολαυστικό κείμενο: Το εκτεταμένο διήγημα του Μιχάλη Μοδινού Στις βορειοδυτικές επαρχίες. Μέσα από τις σκέψεις ενός μέλους μιας αποστολής διεθνούς οργανισμού που εγκρίνει αναπτυξιακά δάνεια και χρηματοδοτεί έργα σε αναπτυσσόμενες χώρες (που είναι αδιάφορο αν εφαρμοστούν, αρκεί να απορροφηθούν τα κονδύλια) παρουσιάζεται με συγκλονιστικό τρόπο η σημερινή πραγματικότητα. Σε αυτή τη μεικτή πολυεθνική ομάδα «ο καθένας έχει το ρόλο του, άλλος επειδή είναι φθηνός και μελαχρινός, άλλος επειδή έχει τα χοντρά λεφτά, άλλος για να θυμίζει την υπανάπτυξη, και μια γυναίκα για να παράσχει το ευαίσθητο, θερμό μέρος του προγράμματος». Με τα χρόνια έχω γίνει ειδικός της λησμονιάς. Δε μπορώ να μπλέκω το συναισθηματικό στοιχείο με τη δουλειά μου. Οι υποκειμενισμοί δεν έχουν θέση στο παιχνίδι της ανάπτυξης. Ξεχνάω ό,τι ήξερα λίγες μέρες πριν. Ακόμη κι αν ήθελα να θυμάμαι μέρη, πρόσωπα, γεύσεις και μυρουδιές, το μυαλό μου διαμαρτύρεται, συγχύζεται και τα παρατάει…Είμαι ένας ναυτικός της ανάπτυξης…Σε κάθε ταξίδι χιλιάδες ερεθίσματα ενεργοποιούν τον εγκέφαλό μου και στο τέλος τον κάνουν χυλό…

τεύχος 14 (καλοκαίρι 2008)

Μακροβούτι στη λογοτεχνία ο υπότιτλος, όνομα και πράγμα. Οκτώ και μία εκδότες λογοτεχνικών περιοδικών από Αθήνα, Κέρκυρα, Λαμία, Άσπρα Σπίτια και Ηλεία γράφουν με είδος που επιλέγουν, και αμέτρητοι άλλοι λογοτέχνες συγγράφουν, περιγράφουν, καταγράφουν. Εδώ λάμπουν διηγήματα από δεξιοτέχνες (από Ναμπόκοφ και Ρόντι Ντόιλ μέχρι Μισέλ Φάις και Κώστα Καβανόζη – ανυπομονούμε για την «συνέχεια» του Χοιρινού με λάχανο), μια Προφορική Ιστορία περί Μπιτ, η πάντοτε κοφτερή Ελφρίντε Γέλινεκ που απαντάει ερωτώμενη, το Μπούενος Άιρες του Μπόρχες, το Πεκίνο των Μυρίων, και πολλά λοιπά. Κάπου στις χορταστικές πίσω σελίδες, επιτέλους ένα κείμενο του Σάκη Παπαδημητρίου για την μουσική του γνωστού μας Michel Redolfi – «ηλεκτρονικά κολάζ και μουσική των υδάτων».

Απολαυστικό κείμενο: Η «προσωπική μαρτυρία» του Γιώργου Χρονά για την πρώτη έκδοση των ποιημάτων του (Τα Αρχαία Βρέφη, 1980), που ο ίδιος ονομάζει προσωπικό κενοτάφιο τριάντα ενός χρόνων: Όπως πτωχεύσας έμπορος τις καρτέλες πελατών του – ακόμα και των επισφαλών πελατών του – τα βάζω στη σειρά και στη θέση περίπου την οριστική. Όπως βρέφη νόθα, που δηλαδή δυνατά και τυχαία συνελήφθησαν… Σας πληροφορώ από την αρχή, πως οι τύποι μου στο βιβλίο αυτό ανήκουν στη Β΄ Εκλογική Περιφέρεια και σε μια μυθολογία τυχαία μα φανερά γενναία, με μείγμα αίματος στις φλέβες, με τον πανσεξουαλισμο τους, χωρίς ανησυχίες πνεύματος και το θάνατο που τους σκοτώνει πάντοτε, κάθε μέρα. Ποζάρουν σε δρόμους και σινεμά, σε μηχανουργεία και ξενοδοχεία Δ΄ τάξεως, σε διαδρόμους και λεωφορεία βοηθώντας με να περάσω βιαστικά, ποιητικά ανορθόδοξα δηλαδή, πράγματα από αυτή τους την περιπλάνηση και καταστροφή…

ΥΓ. Για τους φίλους που με ρωτούν πώς βρίσκει κανείς κάποιο τεύχος περιοδικού προηγούμενου μήνα, ένας σίγουρος τρόπος είναι τα ίδια τα γραφεία του περιοδικού. Ακόμα κι αν το τεύχος εξαντλήθηκε (όπως π.χ. συνέβη με το «νουάρ» τεύχος), πάντα υπάρχουν κάποιες επιστροφές.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15675

Ανδρέας Μήτσου – Ο κύριος Επισκοπάκης

Κλείνει ο άνθρωπος σαν στρείδι και δεν ακούει όσα είναι για να τον σώσουν, να τον ανασύρουν από τα μαλλιά στη στεριά, μισοπνιγμένο, για να στεγνώσει εκεί μονολογεί ο κύριος Επισκοπάκης, του οποίου το εξωσυζυγικόν πάθος για μία Αντιγόνη συνοψίζεται σε 7 λέξεις: Πέμπτη μεσημέρι, τρεις ώρες, Hotel Marie, Εξάρχεια. Μόνο που εδώ δεν έχουμε ζεύγος αλλά ερωτικό τετράγωνο, εφόσον η κυρία μοιράζεται σε τρεις αρσενικούς, με σειρά αρχαιότητας: τον αξιωματικό σύζυγο (όχι τυχαία η σειρά των δυο λέξεων), τον πρώην ιστορικό νυν έμπορο κύριο Επισκοπάκη και τον αγριμιώδη Βαλκάνιο μετανάστη που τους εκβιάζει.

Ο καημένος ο κύριος Επισκοπάκης! Ερωτεύτηκε αυτή την οδοντογιατρέσσα του μαζοχισμού και του αυτοπροσδιορισμού, που οι ήχοι της την ώρα του έρωτος μοιάζουν με κάτι σπαρακτικά ηπειρώτικα μοιρολόγια ή σα να ρουφούν χιλιάδες μέλισσες τη γύρη των ανθών στον κήπο του πατρικού του. Την ερωτεύτηκε «επειδή αγάπησε τη σιωπή του κι ήξερε ν’ ανιχνεύει τους φόβους του» αλλά, πάνω απ’ όλα, επειδή μιλούσε έτσι όπως μιλούσε, όπως ψευδώς εκτόξευε τις λεξούλες της παιγνιδίζοντας ήχους και ρυθμούς (αποδεικνύοντας για νιοστή φορά πως περί βιτσίων και φετίχ ουδείς λόγος). Κι όμως ο πρωτόγονος βουλγαροτραφής διεκδικητής (που του θυμίζει έναν παλιό ποδοσφαιριστή του Αιγάλεω) θα αποδειχτεί γερός αντίπαλος γιατί δεν θα κωλώσει στις αποφάσεις, ίσως κι επειδή ο κόσμος του υπόκοσμου αποτελεί μια νέα χώρα για εκείνη. Τόσο γερός, που θα διεκδικήσει διπλή μοιχεία και θα την απολαύσει με την ψυχή του.

Ο Επισκοπάκης (ή ο συγγραφέας; τα μπερδεύω…) αγωνίζεται να επισκοπήσει τα πάντα που [του] συνέβησαν, συνομιλώντας σφιχτά και φοβικά μαζί μας αλλά και με την ίδια του την αφήγηση και τη διεστραμμένη υποκειμενικότητά της. Άμα φτάσει πάντως κανείς στον πάτο του ευτελισμού και της ταπείνωσης, βρίσκει εκεί τα κατακάθια, τα ψήγματα του εαυτού του. Κι αυτό είναι μια σπουδαία ανταμοιβή. Μ’ ένα τέτοιο πολύτιμο ψήγμα, όπως το νόμισμα στον περαματάρη του Αχέροντα, μπορεί κανείς να εξαγοράσει πράγματα ανεκτίμητα. (σ. 72)

Ο Μήτσου συμπλήρωσε λογοτεχνική 25ετία έχοντας πλέον καταστεί εκλεκτός του νεωτερικού είδους με δυο μυθιστορήματά του κι έξι συλλογές διηγημάτων (ορισμένα από τα οποία συναρπαστικά, ιδίως στα Σφήκες και Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού). Εδώ για άλλη μια φορά περιλαμβάνει συνηθισμένους τύπους (που τελικά δεν είναι και τόσο συνηθισμένοι, όπως κανείς μας) και τους μελανιάζει με την πλέον υπονομευτική και παρωδιακή γραφή και μουσική, σχεδόν μελωδική γλώσσα.

Με το διπλά απρόσμενο κινηματογραφικό αλλά και εντελώς γκογκολικό τέλος, η πολυπόθητη αφομοίωση με το αντικείμενο του πόθου γίνεται κάπως αργά – αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Έτσι κι αλλιώς οι άντρες ζούνε για χρόνια σε μια πρωτόγονη ασυνειδησία. Βιώνουν τα πράγματα δεκαετίες μετά. Μόνιμα απόντες και εκτός παιχνιδιού. Εν υπνώσει και σε λήθαργο. (σ. 104) Ταιριαστή μουσική εδώ, σαφώς το Each man kills the thing he loves σε όλες του τις εκτελέσεις!

Αποσπάσματα: Την ηδονή που μου ’δινε η κάθε λέξη της δεν μπόρεσα ποτέ μου να ομολογήσω σε κανέναν. Ούτε και να την ερμηνεύσω. Ήταν διαστροφή, μια καθαρά αφροδισιακή διεργασία. Γιατί έλειωνα πραγματικά που την άκουγα να μιλά κι έτοιμος ήμουν σε κάθε λέξη της – ντρέπομαι να το διατυπώσω, τόσο αφύσικο – να εκσπερματώσω… Τέτοια τερτίπια δεν μου είχε κάνει ποτέ ο εαυτός μου ως τότε. Κι ούτε του το επέτρεπα. Σαν να ’χε ξεφύγει τώρα από μακρόχρονη επίβλεψη και επιστασία, με λοιδορούσε και με περιέπαιζε. (σ. 34)

Συγκολλούσαμε τον λιγοστό και πολύτιμο χρόνο των τριών ωρών έτσι που να αποκτά σώμα και ενότητα και να φαίνεται συνολικά μεγαλύτερος. Γιατί τότε αρχίζει να μετράει ο χρόνος, όταν έχεις κατακτήσει και την παραμικρή γωνιά του χώρου γύρω σου. (σ. 15)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Αμφιλοχία, 1950. Έξι συλλογές διηγημάτων (Ένα μήλο, ένα κυδώνι, ένα κλωνί βασιλικό, Ο φόβος της έκρηξης, Γέλια, Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού, Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί, Σφήκες), δύο μυθιστορήματα (Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου, Ο σκύλος της Μαρί). Σπουδές αγγλικής λογοτεχνίας και ελληνικής φιλολογίας, διδακτορικό για την καθημερινότητα και τη λογοτεχνία. Καθηγητής – φιλόλογος στη δημόσια μέση εκπαίδευση.

Συντεταγμένες: Ανδρέας Μήτσου – Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού), εκδόσεις Καστανιώτης, 2007, σελ. 143.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15651