Στο αίθριο του Πανδοχείου, 187. Γιώργος Κ. Θεοχάρης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του πρώτου σας βιβλίου; Τι συμβαίνει εκεί μέσα;

Θα ξεκινήσω με μία διευκρίνηση: Η «Φτηνή Ζωή» (ArsAnima Libri 2026) δεν είναι το πρώτο μυθιστόρημα που έχω γράψει, αλλά το πρώτο που έχει εκδοθεί. Τυπικά είμαι πρωτοεμφανιζόμενος, αλλά πολύ θα ήθελα να ήμουν και ουσιαστικά, έτσι ώστε να κάνω άλλα λάθη, «να αποτύχω καλύτερα».

Ακριβώς στη θύρα βρίσκονται τρία πτώματα. Ειδεχθείς φόνοι, φαινομενικά ακατανόητοι. Παρ’ όλα αυτά, η υπόθεση εξιχνιάζεται γρήγορα και μεθοδικά γιατί, αν και αρχικά φαίνεται περίπλοκη, στην ουσία δεν είναι. Τα δύσκολα –για τον επικεφαλής αστυνόμο– αρχίζουν από την εξιχνίαση και πέρα.

Υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε; Σε ποιους τόπους;

Οι συνθήκες ήταν ιδανικές. Βρήκα έναν μήνα ελεύθερο (τον Ιούνιο του 2024) και είπα να δοκιμάσω μέσα σ’ αυτό το μικρό διάστημα να γράψω ένα μυθιστόρημα από την αρχή ως το τέλος. Πριν από χρόνια είχα διαβάσει μια συνέντευξη του πολυγραφότατου Georges Simenon, όπου έλεγε ότι συνήθως του έπαιρνε 8-10 μέρες (συν 3-7 μέρες διορθώσεις) να γράψει ένα μυθιστόρημα. Πάντα νιώθω ανεπαρκής όταν διαβάζω κάτι τέτοια, μολονότι είμαι γρήγορος – όταν θέλω. (Εννοείται ότι δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με τον Simenon, έτσι; Για τη διαδικασία μιλάω.) Κάθισα λοιπόν κι έγραψα το πρώτο χέρι της «Φτηνής ζωής». Μου πήρε τέσσερις βδομάδες. Καθόλου άσχημα! Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν χρησιμοποίησα μια παλιά ιδέα, ούτε είχα κρατήσει σημειώσεις για την πλοκή (πράγμα που συνήθως δεν μου συμβαίνει)· ξεκίνησα από το μηδέν. Είπα: ας βάλω στην αρχή μια παράξενη σκηνή εγκλήματος κι ας προσπαθήσω να λύσω το μυστήριο όπως φαντάζομαι ότι θα έκανε κι ένας αστυνόμος. Με άλλα λόγια, δεν είχα ιδέα ποιος είχε κάνει τι – και γιατί. Προχωρούσα ψάχνοντας. Το είδα ως πνευματικό παιχνίδι – και λειτούργησε! Ούτε το τέλος είχα σχεδιάσει εκ των προτέρων· εκεί με πήγε η ίδια η ιστορία. Ομολογώ ότι με εξέπληξε η κατάληξη. Δεν προσυπογράφω τις πράξεις του κεντρικού ήρωα (το τέλος είναι αμφιλεγόμενο ακόμα για μένα τον ίδιο), απλώς τις καταγράφω. Εκ των υστέρων, το βλέπω ως «φωτογραφία της στιγμής», πάνω σε ένα θέμα που απασχολεί την κοινωνία διαχρονικά. (Κρατάω επίτηδες τα χαρτιά μου κλειστά: δεν θέλω να χαλάσω την έκπληξη σε ενδεχόμενους μελλοντικούς αναγνώστες).

Τον (έτσι κι αλλιώς νεκρό μήνα) Αύγουστο έκανα το δεύτερο χέρι, που ήταν ζόρικο γιατί και έρευνα είχε και πολλά μπρος-πίσω αναγκάστηκα να κάνω, για να κλείνω τρύπες. Υπό μία έννοια, αυτή η μέθοδος είναι εντελώς «αντιεπιστημονική», γιατί προσθέτεις και χαλκεύεις στοιχεία με τρόπο που να επαληθεύουν το προαποφασισμένο συμπέρασμα. Όμως, έτσι γίνεται σε όλα τα μυθιστορήματα (και όχι μόνο στα αστυνομικά). Τον Δεκέμβριο, έκανα προσθαφαιρέσεις και διορθώσεις. Είχα αποδείξει ότι μπορούσα να γράψω ένα μυθιστόρημα μέσα σε 2-3 μήνες – αυτό ήταν το ζητούμενο. Πέραν τούτου ουδέν. Το έθαψα στο συρτάρι και πήγα γι’ άλλα.

«Πόθους»; Περίεργη επιλογή λέξης. Πόθους όχι, δεν είχα. Δεν είχα καν προσδοκίες. Δεν σκόπευα να το στείλω για κρίση σε εκδοτικούς οίκους. (Η τελευταία φορά που έκανα κάτι τέτοιο ήταν το 1983. Έκτοτε απέχω συνειδητά από αυτή την ψυχοφθόρο –και, εντέλει, διαβλητή– διαδικασία.) Το έστειλα ως δώρο γενεθλίων σε έναν αδελφικό μου φίλο, ο οποίος αποφάσισε να το εκδώσει από τον νεοσύστατο εκδοτικό του οίκο. Έτσι, στα καλά καθούμενα. Συμβαίνουν κι αυτά.

Γράφω αποκλειστικά στο σπίτι μου· οπουδήποτε αλλού κρατάω μόνο σημειώσεις. Συνεπώς, κι αυτό στο σπίτι το έγραψα, απευθείας στον υπολογιστή.

Μετά την έκδοση σάς ακολουθεί κάποιος από τους ήρωές σας; Συνομιλεί μαζί σας, μαθαίνετε τα νέα του;

Όχι. Έχω την τάση να ξεχνάω σχεδόν αμέσως ό,τι γράφω. Το συρτάρι μου είναι νεκροταφείο χειρογράφων. Κάνω καμιά φορά κάνα μνημόσυνο και δεν θυμάμαι πια τι μνημονεύω.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στρώνομαι και γράφω. Δεν θα τον έλεγα «προσφιλέστερο τρόπο» γιατί είναι ο μόνος, δεν υπάρχει άλλος.

Μια ιδέα μπορεί να μου έρθει από οπουδήποτε: κάτι που διαβάζω, που ακούω, που βλέπω. Εντούτοις, βάσει της δικής μου εμπειρίας, υπάρχει παρθενογένεση σε επίπεδο ιδεών: μπορείς, π.χ., να προκαλέσεις μία ιδέα, θέτοντας στον εαυτό σου ερωτήματα του τύπου «Τι θα γινόταν αν έβρισκα τρία πτώματα σε μια μονοκατοικία; Αν επρόκειτο για βίαιες και ακατανόητες δολοφονίες; Πώς θα έβγαζα άκρη ως προς το τι και γιατί έγινε ό,τι έγινε;».

Αν είσαι «προγραμματισμένος» να κατεβάζεις ιδέες, αυτή η διαδικασία είναι επίπονη: δουλεύεις ακόμα και όταν όλοι οι άλλοι νομίζουν ότι χαζολογάς. Αλλά έχει και την πλάκα της.

Επίσης, μου συμβαίνει να βλέπω όνειρα μυθοπλαστικώς αξιοποιήσιμα. Προφανώς με αφορμή και πάλι κάτι που έχω διαβάσει / ακούσει / δει, αν και όχι πάντα· καμιά φορά βλέπω σε όνειρο κάτι εντελώς πρωτότυπο, κάτι που δεν με έχει απασχολήσει ποτέ στο ξύπνιο μου, γεγονός που με ξαφνιάζει, όπως κάθε τι που δεν μπορώ να εξηγήσω. Όπως όλοι, ξεχνάω τα περισσότερα όνειρα μέχρι να φτιάξω καφέ. Καμιά φορά, όμως, το όνειρο επιμένει.Αν προλάβω και κρατήσω μια σημείωση, η ιδέα στερεοποιείται. Δεν αξιοποιώ όλες τις «στέρεες» ιδέες, εννοείται. Οι περισσότερες μένουν σ’ αυτή την πρώτη σημείωση.

Με τα χρόνια, έχω καταλήξει στο δικό μου θεμελιώδες χαρακτηριστικό σε ό,τι αφορά στην παραγωγή μυθοπλασίας: είμαι επιλεκτικά παρατηρητικός.Μου διαφεύγουν ενίοτε τα εμφανή, αλλά συχνά καταγράφω μια σχεδόν αθέατη λεπτομέρεια, η οποία με στοιχειώνει. Από κει αρχίζουν όλα, νομίζω.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, δεν έχω συγκεκριμένο τελετουργικό. Ούτε συγκεκριμένο ωράριο. Όταν μπει το νερό στ’ αυλάκι, δουλεύω ασταμάτητα.

Κάποτε, κατά κανόνα, έγραφα (και διάβαζα) ακούγοντας μουσική. Τώρα πια όχι, θέλω ησυχία. Παλιά πίστευα ότι η μουσική βοηθάει να υλοποιήσεις τον ρυθμό που έχεις προαποφασίσει. Τώρα ξέρω ότι (στην περίπτωσή μου, τουλάχιστον) αυτό δεν ισχύει. Ο ρυθμός στη γραφή είναι εσωτερική υπόθεση.

Όσο για τις μουσικές μου προτιμήσεις, στο βιβλίο «ακούγονται» 33+1 τραγούδια, τα οποία θα σας δώσουν μια γενική εικόνα για το τι μουσική ακούω.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Επισήμως, έχω σπουδάσει τεχνολογία τροφίμων, ευρωπαϊκό πολιτισμό και ιστορία και φιλοσοφία της επιστήμης και της τεχνολογίας. Ανεπισήμως, έχω κατά καιρούς καταπιαστεί με ένα ευρύτερο φάσμα γνωστικών πεδίων. Τα κυρίαρχα, πάντως, είναι η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος και η φιλοσοφία.

Επί τριάντα χρόνια (1989-2019) δίδασκα αγγλικά (σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα). Τώρα κάνω μεταφράσεις και επιμέλειες, αλλά θα ήταν υπερβολή αν έλεγα ότι βιοπορίζομαι απ’ αυτές. Ας πω καλύτερα ότι ουσιαστικά είμαι συνταξιούχος (πιο νορμάλ ακούγεται αυτό, βιοποριστικώς μιλώντας).

Αναπόφευκτα, ό,τι ξέρεις επηρεάζει τον τρόπο που γράφεις, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τη μορφή. Η διαδικασία είναι τόσο πολυπαραγοντική που καταντά απροσδιόριστη. Αν έπρεπε να παραδεχτώ κάποια συνειδητή επιρροή, θα έλεγα ότι η φιλοσοφία (ιδιαίτερα η γλωσσική στροφή τού 20ού αιώνα) έχει επηρεάσει τον τρόπο που σκέφτομαι, άρα και τον τρόπο που γράφω – ακόμα και τον τρόπο που διαβάζω (γεγονός που δυστυχώς αφαιρεί κάμποση από την απόλαυση της ανάγνωσης, γιατί ο ορθολογισμός δεν καταλαβαίνει από guilty pleasures). Ωστόσο, η γραφή είναι η συνισταμένη όλων των εμπειριών μας. Το ασκημένο γλωσσικό αισθητήριο και μια οξυμένη φαντασία βοηθάνε, όσο να ’ναι.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου λογοτεχνικού ήρωα και κάποιου συγγραφέα ποιους θα επιλέγατε;

Δεν είμαι φίλος της δευτερεύουσας βιβλιογραφίας. Προτιμώ να διαβάζω βιβλία και όχι για βιβλία. Πιστεύω ότι το έργο –οποιοδήποτε έργο–δεν χρειάζεται δεκανίκια. Αν μου ζητούσαν να γράψω για κάποιον λογοτεχνικό ήρωα ενός συγγραφέα, πιθανότατα θα επινοούσα τόσο τον ήρωα όσο και τον συγγραφέα. Οι «λογοτεχνικές απάτες» είναι η παιδική χαρά μου.

Περί ανάγνωσης

Σύμφωνα με τους πληροφοριοδότες του Πανδοχείου εδώ και δεκαετίες είστε ένας αδηφάγος αναγνώστης. Ομολογείστε λοιπόν:

Αγαπημένοι σας συγγραφείς.

Με κάθε ευκαιρία, δηλώνω πρωτίστως αναγνώστης. Όμως, εδώ στην ουσία μού ζητάτε μια σύνοψη της αναγνωστικής ζωής μου. Δύσκολο, αλλά θα προσπαθήσω.

Για τησυνοχή του εγχειρήματος, ομαδοποιώ τους αγαπημένους μου συγγραφείς, χωρίς να αναφέρω κριτήρια ταξινόμησης και είδη (γιατί, απ’ όσο ξέρω, σας διαβάζουν συστηματικοί αναγνώστες, συνεπώς δεν χρειάζεται).

Miguel de Cervantes/

Anton Chekhov, Jorge Luis Borges, Raymond Carver, Alice Munro, Etgar Keret /

Richard Brautigan, Donald Westlake (και ως Richard Stark), Charles Bukowski, John Williams, Philip Roth, John Fante, J. D. Salinger /

Graham Greene, John le Carré, David Lodge, Julian Barnes, Ian McEwan, Jonathan Coe/

Raymond Queneau, Hervé Le Tellier, Antoine Bello /

Juan Rulfo, Enrique Vila-Matas, Arturo Pérez-Reverte, Luis Sepúlveda, Claudia Piñeiro/

Friedrich Dürrenmatt, Leon de Winter /

Nikolai Gogol, Fyodor Dostoevsky, Vladimir Nabokov /

Stanisław Lem, Douglas Adams, Kurt Vonnegut, Philip Dick, Norman Spinrad, Ted Chiang, Yōko Ogawa /

Raymond Chandler, Dashiell Hammett, Ross Macdonald, James M. Cain, Jim Thompson, Dorothy B. Hughes, Patricia Highsmith /

Georges Simenon, Jean-Claude Izzo, Maurice Attia, Alexis Ravelo, Leonardo Sciascia, Andrea Camilleri/

Agatha Christie, Ruth Rendell, Minette Walters, Val McDermid,Philip Kerr,Derek Raymond, Ian Rankin/

Maj Sjöwall & Per Wahlöö, Henning Mankell, Gunnar Staalesen, Arnaldur Indriðason /

Άρης Αλεξάνδρου, Γιάννης Μπεράτης, Ανδρέας Φραγκιάς, Στρατής Τσίρκας, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Άλκη Ζέη, Αλέξης Πανσέληνος, Πέτρος Τατσόπουλος /

Γεώργιος Βιζυηνός, Δημοσθένης Βουτυράς, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος,

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Σωτήρης Δημητρίου, Γιάννης Παλαβός /

Γιάννης Μαρής, Πέτρος Μάρκαρης, Χίλντα Παπαδημητρίου

Αγαπημένα σας μυθιστορήματα.

«Δον Κιχώτης» (1605-1615), Miguel de Cervantes

«Τρίστραμ Σάντι» (1759-1767), Laurence Sterne

«Έγκλημα και τιμωρία» (1866), Fyodor Dostoevsky

«Τρεις άντρες σε μια βάρκα (χώρια ο σκύλος)» (1889), Jerome K. Jerome

«Ο καλός στρατιώτης Σβέικ» (1921-1923), Jaroslav Hašek

«Η δίκη» (1925), Franz Kafka

«Ρώτα τον άνεμο» (1939), John Fante

«Ο ξένος» (1942), Albert Camus

«Το πλατύ ποτάμι» (1946), Γιάννης Μπεράτης

«Ο φύλακας στη σίκαλη» (1951), J. D. Salinger

«Ο πότης» (1952), Hans Fallada

«Ο δολοφόνος μέσα μου» (1952), Jim Thompson

«Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ»(1955), Patricia Highsmith

«Λολίτα» (1955), Vladimir Nabokov

«Η βλάβη» (1956), Friedrich Dürrenmatt

«Ο βλακοχορτοφάγος» (1960), John Barth

«Catch-22» (1961), Joseph Heller

«Το τραίνο» (1961), Georges Simenon

«Ακυβέρνητες πολιτείες» (1961, 1962, 1965), Στρατής Τσίρκας

«Ο Στόουνερ» (1965), John Williams

«Η αγωνία του τερματοφύλακα τη στιγμή του πέναλτι» (1970), Peter Handke

«Το κιβώτιο» (1975), Άρης Αλεξάνδρου

«Αλλάζοντας θέσεις» (1975), David Lodge

«Γουρούνια με φτερά» (1976), Ρόκκο & Αντόνια

«Ο τσιμεντόκηπος» (1978), Ian McEwan

«Ο Λούσιας» (1979), Νίκος Χουλιαράς

«Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» (1979), Italo Calvino

«Γυρίστε τον γαλαξία με ωτοστόπ» (1979), Douglas Adams

«Συνασπισμός ηλιθίων» (1980), John Kennedy Toole

«Φανταστική περιπέτεια» (1985), Αλέξανδρος Κοτζιάς

«Ψυχή σαν κροκόδειλου» (1986), Leon de Winter

«Αφήνοντας το Λας Βέγκας» (1990), John O’Brien

«Σάγκα» (1997),Tonino Benacquista

«Χόμερ & Λάνγκλεϊ» (2009), E. L. Doctorow

Διευκρίνιση: H σειρά είναι χρονολογική, όχι αξιολογική (όπως και σε όλες τις λίστες που θα ακολουθήσουν). Επίσης, σε ό,τι αφορά στα ξενόγλωσσα, μένω μόνο σε όσα έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Δεν πρόκειται για «τα καλύτερα μυθιστορήματα όλων των εποχών» (άλλωστε, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα), αλλά για τα μυθιστορήματα που έπαιξαν κάποιον ρόλο στη διαμόρφωσή μου – και, εντέλει, στη ζωή μου. (Υπό αυτή την έννοια, είναι «τα αγαπημένα μου», όπως το έθεσε η ερώτησή σας.) Με βάση αυτό το κριτήριο, όμως, η λίστα είναι ελλιπής, αν δεν την συμπληρώσω ξεφεύγοντας από τον ειδολογικό περιορισμό «αγαπημένα μυθιστορήματα». Με την άδειά σας (ελπίζω).

«Πολιτεία» (π.375 π.Χ.), Πλάτων

«Στοχασμοί» (1641), René Descartes

«Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς» (1853), Herman Melville

«Φωνές» (1943), Antonio Porchia

«Ασκήσεις ύφους» (1947), Raymond Queneau

«Παραδειγματικοί φόνοι» (1957), Max Aub

«Αστερίξ 1-24» (1961-1979), René Goscinny & Albert Uderzo

«Το λιβάδι με τους μαργαρίτες» (1965), Αθανάσιος Φωτιάδης

«Το ψάρεμα της πέστροφας στην Αμερική» (1967), Richard Brautigan

«Περί βεβαιότητος» (1969), Ludwig Wittgenstein

«Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας» (1972), Charles Bukowski

«Βαρβάρα. Βίος και ξυπολιτεία» (1977), Κ. Π. Παναγιωτόπουλος

«Νεράιδα της Αθήνας» (1982), Δημήτρης Νόλλας

«Τρόμος στο κολλέγιο» (1983), Σωτήρης Κακίσης

«ΥΓ.» (1992), Μανόλης Αναγνωστάκης

«Φυσική» (1996), Ευγένιος Αρανίτσης

«Ψευδομαρτυρίες» (1998), Αχιλλέας Κυριακίδης

«Η σιωπή της καμηλοπάρδαλης» (1999), Carlo Frabetti

«Μπάρτλεμπυ & Σία» (2000), Enrique Vila-Matas

«Όλα τα μανιτάρια τρώγονται… (αν και ορισμένα μόνο μία φορά)» (1998), Hervé Le Tellier

«Γράμμα στη Ντ.» (2006), André Gorz

«Οι μέρες αφηγούνται» (2011), Eduardo Galeano

«Γκαγκάριν» (2016), Πέτρος Τατσόπουλος

+ τα «Άπαντα» τωνAnton Chekhov (και τα θεατρικά μέσα), Jorge Luis Borges (και τα δοκίμια μέσα), Raymond Carver (και τα ποιήματα μέσα)

Σταματώ εδώ. Πολλοί οι τίτλοι, αλλά λιγότεροι από τα χρόνια που μετράω στην ανάγνωση. Ως εκ τούτου, την επιείκειά σας για την κατάχρηση της φιλοξενίας.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Εδώ θα πάω στο άλλο άκρο, εν είδει μονοκαλλιέργειας: Σχεδόν όλα του Raymond Carver.

 Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Θα αποφύγω να απαντήσω σ’ αυτή την ερώτηση. Όχι γιατί δεν θέλω να πικράνω τους νέους συγγραφείς μας (άλλωστε, δεν είμαι σε θέση να πικράνω κανέναν), αλλά επειδή δεν έχω επαρκή εποπτεία της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής κατά τον 21ο αιώνα.Σίγουρα υπάρχουν αξιόλογοι νέοι συγγραφείς στην Ελλάδα. Απλώς εγώ δεν έχω κατασταλαγμένη και εμπεριστατωμένη άποψη (με φρενάρισε και το βαρύ ρήμα «γοητεύω» στην ερώτηση, για να πω την αλήθεια). Θα κριθούν κι αυτοί συν τω χρόνω, όπως όλοι μας.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Holden Caulfield.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Παλιά διάβαζα συστηματικά το έντυπο «Διαβάζω» (χωρίς συγκεκριμένο λόγο, πέρα από το ότι ήταν το μόνο που έφερνε ο περιπτεράς μου), αλλά και όποιο περιοδικό έπεφτε στα χέρια μου. Δεν τα κυνηγούσα, ομολογώ. Ξαναλέω: ο καλύτερος τρόπος να μάθεις για ένα βιβλίο είναι να διαβάσεις το ίδιο το βιβλίο – και όχι τι λένε οι άλλοι γι’ αυτό.

 Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Αυτές τις μέρες διαβάζω, κατά το συνήθειό μου, τρία (διαφορετικού είδους) βιβλία παραλλήλως: «Ο χρόνος των μυγών» της Claudia Piñeiro (μετάφραση: Ασπασία Καμπύλη & Χριστίνα Φιλήμονος, Carnivora 2026), «Στην καρδιά του σκότους. Γενεαλογία, εξέλιξη και δημιουργοί του Φιλμ Νουάρ» του Γιώργου Ξανθάκη (Αιγόκερως 2026) και “The Evolution of Desire. Strategies of Human Mating” του David M. Buss (Basic Books 2016).

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Όχι συστηματικά. Πάντως, διαβάζω ό,τι περνάει από μπροστά μου.

Κυρίως ηλεκτρονικές πια.

Προτιμούσα τις έντυπες. Η ευκολία των ηλεκτρονικών μέσων έχει βλαβερές συνέπειες στην ποιότητα των βιβλιοκρισιών (με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις κριτικών, αναμφισβήτητα).

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Τον Ιούλιο του 1993, στο κατάστρωμα πλοίου της γραμμής Ηράκλειο-Πειραιάς, διάβασα μέσα σε μια νύχτα το μυθιστόρημα «Το χαμένο Σαββατοκύριακο» του Charles Jackson, επιστρέφοντας –μόνος– από ένα πολύ περίεργο Σαββατοκύριακο στον Κόκκινο Πύργο. Το θυμάμαι, λόγω της συγκυρίας, ως αποκάλυψη της διαφοράς ανάμεσα στο «χάνω» και στο «χάνομαι».

Περί αδιακρισίας

Σύμφωνα με τους ίδιους πληροφοριοδότες είστε ένας μανιώδης θεατής του κινηματογράφου. Θα μοιραστείτε τις αδυναμίες σας ως προς σκηνοθέτες και ταινίες;

Αυτές οι ερωτήσεις οδηγούν αναπόφευκτα σε καταιονισμό ονομάτων και τίτλων. Θα ανταποκριθώ, παρ’ όλα αυτά, εν γνώσει του κινδύνου να γίνω κουραστικός.

Οι αγαπημένοι μου σκηνοθέτες (και ενδεικτικά μία ταινία τους – όχι απαραιτήτως η εκάστοτε αναμενόμενη).

Στην κορυφή της πυραμίδας:

Alfred Hitchcock (“The 39 Steps”, 1935)

Akira Kurosawa (“High and Low”, 1963)

Ακριβώς από κάτω:

Charlie Chaplin (“The Gold Rush”, 1925)

Buster Keaton (“The General”, 1926)

Fritz Lang (“M”, 1931)

Jean Renoir (“Les Bas-fonds” [«Τα χαμηλά στρώματα»], 1936)

Billy Wilder (“Double Indemnity”, 1944)

Marcel Carné (“Les Enfants du Paradis” [«Τα παιδιά του παραδείσου»], 1945)

David Lean (“Brief Encounter”, 1945)

Roberto Rossellini (“Paisà”, 1946)

Michael Powell & Emeric Pressburger (“The Red Shoes”, 1948)

Yasujirō Ozu (“Late Spring”, 1949)

Vittorio De Sica (“Umberto D.”, 1952)

Federico Fellini (“I Vitelloni” [«Ο ιΒιτελόνοι»], 1953)

Charles Laughton [γύρισε μόνο μία και καλή] (“The Night of the Hunter”, 1955)

Sidney Lumet (“12 Angry Men”, 1957)

Orson Welles (“Touch of Evil”, 1958)

Mario Monicelli (“I solitiignoti” [«Οι γνωστοί άγνωστοι»], 1958)

François Truffaut (“Les quatre cents coups” [«Τα 400 χτυπήματα»], 1959)

Jean-Pierre Melville (“Le Samouraï”, 1967)

Ken Loach (“Kes”, 1969)

Robert Altman (“McCabe & Mrs. Miller”, 1971)

Stanley Kubrick (“A Clockwork Orange”, 1971)

Ingmar Bergman (“Viskningar och rop” [«Κραυγές και ψίθυροι»], 1972)

Francis Ford Coppola (“The Conversation”, 1974)

John Cassavetes (“A Woman Under the Influence”, 1974)

Wim Wenders (“Alice in den Städten” [«Η Αλίκη στις πόλεις»], 1974)

Michelangelo Antonioni (“Professione: reporter” [«Επάγγελμα: ρεπόρτερ»], 1975)

Martin Scorsese (“Raging Bull”, 1980)

Ethan & Joel Coen (“Blood Simple”, 1984)

Lars von Trier (“Forbrydelsens element” [«Το στοιχείο του εγκλήματος»], 1984)

Wong Kar-wai (“Chungking Express”, 1994)

Woody Allen (“Deconstructing Harry”, 1997)

Paul Thomas Anderson (“There Will Be Blood”, 2007)

Martin McDonagh (“In Bruges”, 2008)

Alejandro Iñárritu (“Birdman”, 2014)

Jim Jarmusch (“Paterson”, 2016)

Από Έλληνες, δίνω το στίγμα μου επιλέγοντας μόνο έναν από κάθε μία εκ των δύο ιστορικών περιόδων, συν έναν αταξινόμητο, γιατί δεν δουλεύει στην Ελλάδα:

Γιώργος Τζαβέλλας [ΠΕΚ] («Η γυνή να φοβήται τον άνδρα», 1965)

Θόδωρος Αγγελόπουλος [ΝΕΚ] («Το βλέμμα του Οδυσσέα», 1995)

Γιώργος Λάνθιμος (“Poor Things”, 2023)

Πάμε στις ταινίες. Από πού ν’ αρχίσω; Είναι αμέτρητες! Για να συγκρατηθώ (όσο γίνεται, τέλος πάντων), θα τις χωρίσω σε τρεις κατηγορίες: [α] αριστουργήματα, [β] ταινίες που βλέπω ξανά και ξανά – και ξανά, και [γ] ταινίες (σχετικώς) άγνωστες ή/και αδίκως λησμονημένες.

[α]Τα αυτονόητα

Εν προοιμίω, θεωρείστε δεδομένο ότι εκτιμώ σχεδόν όλα τα παγκοίνως αναγνωρισμένα ως αριστουργήματα, πολλά από τα οποία περιλαμβάνονται στις αγαπημένες μου ταινίες. Δεν χρειάζεται να τα αναφέρω γιατί μπορεί κανείς να τα βρει εύκολα στις πάμπολλες σχετικές λίστες που κυκλοφορούν («1000 ταινίες που πρέπει να δεις πριν σε πεθάνουν οι φόλες» κ.λπ. κ.λπ.). Φυσικά, υπάρχουν περιπτώσεις που διαφωνώ τόσο με τους ειδικούς όσο και με το κοινό. Π.χ., βρίσκω αστεία την ανακήρυξη από κριτικούς τής “Jeanne Dielman, 23 quai du Commerce, 1080 Bruxelles” (Chantal Akerman, 1975) ως καλύτερης ταινίας όλων των εποχών, μια ταινία που εγώ δεν μπορώ να δω παρά ως φάρσα. Ομοίως, δεν τρελαίνομαι για την απλώς συμπαθή “The Shawshank Redemption” (Frank Darabont, 1994), που έχει την υψηλότερη βαθμολογία απ’ όλες στην IMDb. Σε γενικές γραμμές, όμως, συντάσσομαι με τους πολλούς (αλλά όχι με τη «μάζα», αν με τον όρο αυτό εννοείται ένα απρόσωπο κοινό που καταναλώνει «προϊόντα μαζικής παραγωγής»). Άλλωστε, από τους σκηνοθέτες που ανέφερα, μπορείτε να βγάλετε ασφαλή συμπεράσματα για το τι μου αρέσει να βλέπω.

[β] Κάτι δικά μου

Ξεπερνώντας πλαγίως τη σκόπελο των «καλύτερων ταινιών όλων των εποχών», θα προτιμήσω να αναφέρω κάποιες βάσει ενός και μόνο κριτηρίου: το πόσες φορές τις έχω δει. (–Πόσες; –Πολλές!) Συνεπώς, πρόκειται για τις εν τοις πράγμασι αγαπημένες μου. Δεν είναι όλες σπουδαίες ταινίες (για κάποιους, μερικές δεν είναι καν καλές), αλλά οι εμμονές, όπως καλά γνωρίζετε, δεν αναχαιτίζονται από ποιοτικά κριτήρια. Πρόκειται για ταινίες που (για τους δικούς μου λόγους) έχω ανεβάσει στο προσωπικό μου εικονοστάσι – και συνεπώς χαρακτηρίζουν περισσότερο εμένα ως θεατή, παρά τις ίδιες ως έργα τέχνης.

Ετήσια επανάληψη:

“Casablanca” (Michael Curtiz, 1942) [Μνημόσυνο μιας παλαιάς φιλίας.]

«Αλλοίμονο στους νέους» (Αλέκος Σακελλάριος, 1961) [Μεγάλο Σάββατο, πριν την Ανάσταση.]

“The Party” (Blake Edwards, 1968) [Στην αρχή κάθε καλοκαιριού.]

“Amici Miei” [«Οι φίλοι μου»] (Mario Monicelli, 1975) [Κάθε καλοκαίρι, με τους συνήθεις ύποπτους (σε θερινό, ει δυνατόν).]

«Ρεβάνς» (Νίκος Βεργίτσης, 1983) [Για να θυμάμαι τη μοναδική φορά που είδα την ίδια μέρα δύο φορές την ίδια ταινία σε διαφορετικές αίθουσες. (Υπήρχε λόγος.)]

“Die Hard” (John McTiernan, 1988) [Παραμονή Χριστουγέννων.]

“When Sally Met Harry…” (Rob Reiner, 1989) [Παραμονή πρωτοχρονιάς.]

“The Goodbye Girl” (Herbert Ross, 1977) [Μνημόσυνο φίλης αγαπημένης.]

“Life of Brian” (Terry Jones, 1979) [Μεγάλη Παρασκευή.]

“Sammy and Rosie Get Laid” (Stephen Frears, 1987) [Μνημόσυνο όσων (δεν) έγιναν.]

+ Όλες τις ταινίες με τον Βασίλη Λογοθετίδη και αρκετές με τον Θανάση Βέγγο.

Τακτικά και αναλόγως τα κέφια:

“The Thin Man” (W. S. Van Dyke, 1934)

“It Happened One Night” (Frank Capra, 1934)

“A Night at the Opera” (Sam Wood, 1935)

“The Lady Vanishes” (Alfred Hitchcock, 1938)

“His Girl Friday” (Howard Hawks, 1940)

“The Maltese Falcon” (John Huston, 1941)

“Detour” (Edgar G. Ulmer, 1945)

“The Treasure of Sierra Madre” (John Huston, 1948)

“Ladri di biciclette” [«Κλέφτες ποδηλάτων»] (Vittorio De Sica, 1948)

“The Third Man” (Carol Reed, 1949)

“Sunset Boulevard” (Billy Wilder, 1950)

“Night and the City” (Jules Dassin, 1950)

“High Noon” (Fred Zinnemann, 1952)

“Rashomon” (Akira Kurosawa, 1952)

“Ikiru” [«Να ζεις»] (Akira Kurosawa, 1952)

“Tokyo Story” (Yasujirō Ozu, 1953)

“Les Vacances de M. Hulot” [«Οι διακοπές του κυρίου Υλό»] (Jacques Tati, 1953)

“Rear Window” (Alfred Hitchcock, 1954)

“The Trouble with Harry” (Alfred Hitchcock, 1955)

“Les Diaboliques” [«Οι διαβολογυναίκες»] (Henri-Georges Clouzot, 1955)

“The Killing” (Stanley Kubrick, 1956)

“Sweet Smell of Success” (Alexander Mackendrick, 1957)

“Vertigo” (Alfred Hitchcock, 1958)

“Ascenseur pour l’échafaud” [«Ασανσέρ για την αγχόνη»] (Louis Malle, 1958)

“The Apartment” (Billy Wilder, 1960)

“Saturday Night and Sunday Morning” (Karel Reisz, 1960)

“Accattone” (Pier Paolo Pasolini, 1961)

“Yojimbo” (Akira Kurosawa, 1961)

“Salvatore Giuliano” (Francesco Rosi, 1962)

«Της κακομοίρας» (Ντίνος Κατσουρίδης, 1963)

“The Graduate” (Mike Nichols, 1967)

“The Swimmer” (Frank Perry, 1968)

“The Odd Couple” (Gene Saks, 1968)

“Five Easy Pieces” (Bob Rafelson, 1970)

“M*A*S*H” (Robert Altman, 1970)

“Husbands” (John Cassavetes, 1970)

“Badlands”(Terrence Malick, 1973)

“Scarecrow” (Jerry Schatzberg, 1973)

“Chinatown” (Roman Polanski, 1974)

“Bring Me the Head of Alfredo Garcia” (Sam Peckinpah, 1974)

“The Godfather Part II” (Francis Ford Coppola, 1974)

“Blazing Saddles” (Mel Brooks, 1974)

«Ο θίασος» (Θόδωρος Αγγελόπουλος, 1975)

“Taxi Driver” (Martin Scorsese, 1976)

“Annie Hall” (Woody Allen, 1977)

“The Deer Hunter” (Michael Cimino, 1978)

“All that Jazz” (Bob Fosse, 1979)

“The Warriors” (Walter Hill 1979)

“Airplane!” (Jim Abrahams & David Zucker & Jerry Zucker, 1980)

“Body Heat” (Lawrence Kasdan, 1981)

“Rich and Famous” (George Cukor, 1981)

“Author! Author!” (Arthur Hiller, 1982)

“Diner” (Barry Levinson, 1982)

“Blade Runner” (Ridley Scott, 1982)

“Tootsie” (Sydney Pollack, 1982)

“Best Friends” (Norman Jewison, 1982)

“The Big Chill” (Lawrence Kasdan, 1983)

“Under Fire” (Roger Spottiswoode, 1983)

“Trading Places” (John Landis, 1983)

“The Survivors” (Michael Ritchie, 1983)

“Educating Rita” (Lewis Gilbert, 1983)

“Rumble Fish” (Francis Ford Coppola, 1983)

“Stranger Than Paradise” (Jim Jarmusch, 1984)

“Paris, Texas” (Wim Wenders, 1984)

“After Hours” (Martin Scorsese, 1985)

“Brazil” (Terry Gilliam, 1985)

“About Last Night…” (Edward Zwick, 1986)

“House of Games” (David Mamet, 1987)

“Withnail and I” (Bruce Robinson, 1987)

“A Fish Called Wanda” (Charles Crichton, 1988)

“The Fabulous Baker Boys” (Steve Kloves, 1989)

“Sex, Lies, and Videotape” (Steven Soderbergh, 1989)

“Do the Right Thing” (Spike Lee, 1989)

“Good Fellas” (Martin Scorsese, 1990)

“The Fisher King” (Terry Gilliam, 1991)

“Reservoir Dogs” (Quentin Tarantino, 1992)

“The Crying Game” (Neil Jordan, 1992)

“Groundhog Day” (Harold Ramis, 1993)

“Short Cuts” (Robert Altman, 1993)

“The Last Seduction” (John Dahl, 1994)

“Léon” (Luc Besson, 1994)

“Clerks” (Kevin Smith, 1994)

“Four Weddings and a Funeral” (Mike Newell, 1994)

“Dead Man” (Jim Jarmusch, 1995)

“Before Sunrise” (Richard Linklater, 1995)

“Heat” (Michael Mann, 1995)

“One Fine Day” (Michael Hoffman, 1995)

“La Haine” [«Το μίσος»] (Mathieu Kassovitz, 1995)

“Fargo” (Ethan & Joel Coen, 1996)

“Good Will Hunting” (Gus Van Sant, 1997)

“The Big Lebowski” (Ethan & Joel Coen, 1998)

“Noting Hill” (Roger Michell, 1999)

“High Fidelity” (Stephen Frears, 2000)

“Memento” (Christopher Nolan, 2000)

“In the Mood for Love” (Wong Kar-wai, 2000)

“Children of Men” (Alfonso Cuarón, 2006)

“No Country for Old Men” (Ethan & Joel Coen, 2007)

“Friends with Benefits” (Will Gluck, 2011)

“Sound of Metal” (Darius Marder, 2019)

“The Banshees of Inisherin” (Martin McDonagh, 2022)

Αυτά τα (καθόλου) ολίγα. Παρότι το παράκανα, άφησα απέξω τα μύρια όσα. Δεν είναι δίκαιο αυτό το παιχνίδι.

[γ] Κρυμμένοι (κινηματογραφικοί) θησαυροί

Και σαν να μην έφταναν όλ’ αυτά, εδώ θέλω να προσθέσω μια λίστα που ίσως αποδειχτεί χρήσιμη στους φιλέρευνους κινηματογραφόφιλους αναγνώστες σας.

“Sunrise” (F. W. Murnau, 1927)

“The Talk of the Town” (George Stevens, 1942)

“The More the Merrier” (George Stevens, 1943)

“The Ox-Bow Incident” (William A. Wellman, 1943)

“Murder, My Sweet” (Edward Dmytryk, 1944)

“I Know Where I’m Going!” (Michael Powell & Emeric Pressburger, 1945)

“Dead of night” (Alberto Cavalcanti & Charles Crichton & Robert Hamer & Basil Dearden, 1945)

“Pitfall” (André de Toth, 1948)

“Too Late for Tears” (Byron Haskin, 1949)

“The Window” (Ted Tetzlaff, 1949)

“The Set-Up” (Robert Wise, 1949)

“Kind Hearts and Coronets” (Robert Hamer, 1949)

“Germania anno zero” [«Γερμανία έτος μηδέν»] (Roberto Rossellini, 1948)

“Stray Dog” (Akira Kurosawa, 1949)

“The Hitch-Hiker” (Ida Lupino, 1953)

“The Bigamist” (Ida Lupino, 1953)

“Baby Doll” (Elia Kazan, 1956)

“Il medico e lo stregone” [«Ο γιατρός και ο θεραπευτής»] (Mario Monicelli, 1957)

“Cairo Station” (Youssef Chahine, 1958)

“Estate Violenta” [«Βίαιο καλοκαίρι»] (Valerio Zurlini, 1959)

«Ερωτικές ιστορίες» (Σωκράτης Καψάσκης, 1959)

“Tutti a casa” [«Όλοι στα σπίτι τους»] (Luigi Comencini, 1960)

“Le trou” [«Η τρύπα»] (Jacques Becker, 1960)

“Blast of Silence” (Allen Baron, 1961)

“A Taste of Honey” (Tony Richardson, 1961)

“Il posto” [«Η θέση»] (Ermanno Olmi, 1961)

“La ragazza con la valigia” [«Το κορίτσι με τη βαλίτσα»] (Valerio Zurlini, 1961)

«Ενώ σφύριζε το τραίνο» (Ιάσων Χαραλάμπους και Νίκος Χατζηθανάσης, 1961)

“Il sorpasso” [«Η προσπέραση»] (Dino Risi, 1962)

“Harakiri” (Masaki Kobayashi, 1962)

“Hud” (Martin Ritt, 1963)

“The Pawnbroker” (Sidney Lumet, 1964)

“Woman in the Dunes” (Hiroshi Teshigahara, 1964)

“Bunny Lake Is Missing” (Otto Preminger, 1965)

“The Hill” (Sidney Lumet, 1965)

“Io la conoscevo bene” [«Την ήξερα καλά»] (Antonio Pietrangeli, 1965)

“Lásky jedné plavovlásky” [«Οι έρωτες μιας ξανθιάς») (Miloš Forman, 1965)

“Seconds” (John Frankenheimer, 1966)

“La battaglia di Algeri” [«Η μάχη του Αλγερίου»] (Gillo Pontecorvo, 1966)

“The Incident” (Larry Peerce, 1967)

“Point Blank” (John Boorman, 1967)

“A ciascuno il suo” [«Στ Targets” (Peter Bogdanovich ον καθένα αυτό που του αξίζει»] (Elio Petri, 1967)

“Targets” (Peter Bogdanovich, 1968)

“Death by Hanging” (Nagisa Ōshima, 1968)

«Το κανόνι και τ’ αηδόνι» (Ιάκωβος & Γιώργος Καμπανέλλης, 1968)

“Wanda” (Barbara Loden, 1970)

“I Never Sang for My Father” (Gilbert Cates, 1970)

“Kotch” (Jack Lemmon, 1971)

“Wake in Fright” (Ted Kotcheff, 1971)

“The Friends of Eddie Coyle” (Peter Yates, 1973)

“The Outfit” (John Flynn, 1973)

“Charley Varrick” (Don Siegel, 1973)

“The Taking of Pelham One Two Three” (Joseph Sargent, 1974)

“Un homme qui dort” [«Άντρας κοιμώμενος»] (Georges Perec & Bernard Queysanne, 1974)

“Night Moves” (Arthur Penn, 1975)

“Sorcerer” (William Friedkin, 1977)

“Soldaat van oranje” [«Ο πορτοκαλί στρατιώτης»] (Paul Verhoeven, 1977)

“Killer of Sheep” (Charles Burnett, 1978)

“The Silent Partner” (Daryl Duke, 1978)

“The Driver” (Walter Hill, 1978)

“The Long Good Friday” (John Mackenzie, 1980)

“Sjećaš li se Doli Bel?” [«Θυμάσαι την Ντόλι Μπελ;»] (Emir Kusturica, 1981)

“Thief” (Michael Mann, 1981)

«Ρεπό» (Βασίλης Βαφέας, 1982)

“De vierde man” [«O τέταρτος άνθρωπος»] (Paul Verhoeven, 1983)

“Repo Man” (Alex Cox, 1984)

“The Hit” (Stephen Frears, 1984)

“Spoorloos” [«Χωρίς ίχνος»] (George Sluizer, 1988)

“Rosencrantz & Guildenstern Are Dead” (Tom Stoppard, 1990)

“Queen’s Logic” (Steve Rush, 1991)

“One False Move” (Carl Franklin, 1992)

“Ruby in Paradise” (Victor Nunez, 1993)

“Little Odessa” (James Gray, 1994)

“Lawn Dogs” (John Duigan, 1997)

“Love Jones” (Theodore Witcher, 1997)

“Grosse Pointe Blank” (George Armitage, 1997)

“Nil by Mouth” (Gary Oldman, 1997)

“Baččehā-ye āsmān” [«Τα παιδιά του παραδείσου»] (Majid Majidi, 1997)

“A Simple Plan” (Sam Raimi, 1998)

“Claire Dolan” (Lodge Kerrigan, 1998)

“Ratcatcher” (Lynne Ramsay, 1999)

“Sexy Beast” (Jonathan Glazer, 2000)

“Nueve reinas” [«Εννέα βασίλισσες»] (Fabián Bielinsky, 2000)

“Punch-Drunk Love” (Paul Thomas Anderson, 2002)

“Morvern Callar” (Lynne Ramsay, 2002)

“Le couperet” [«Το τσεκούρι»] (Costa-Gavras, 2005)

“Brick” (Rian Johnson, 2005)

“Before the Devil Knows You’re Dead” (Sidney Lumet, 2007)

“Moon” (Duncan Jones, 2009)

“Incendies” [«Πυρκαγιές»] (Denis Villeneuve, 2010)

“Drive” (Nicolas Winding Refn, 2011)

“Starlet” (Sean Baker, 2012)

“Frances Ha” (Greta Gerwig, 2012)

“Nebraska” (Alexander Payne, 2013)

“Nightcrawler” (Dan Gilroy, 2014)

“Aferim!” (Radu Jude, 2015)

“Certain Women” (Kelly Reichardt, 2016)

“Blue Jay” (Alex Lehmann, 2016)

“Edmond” (Alexis Michalik, 2018)

“To Leslie” (Michael Morris, 2022)

“Nu aștepta prea mult de la sfârșitul lumii” [«Μην περιμένετε πάρα πολλά από το τέλος του κόσμου»] (RaduJude, 2023)

Είναι φανερό, νομίζω, ότι βλέπω περίπου τα πάντα και μου αρέσουν δείγματα από σχεδόν κάθε είδος. Εξαιρούνται οι ταινίες τρόμου και φαντασίας (δεν είναι όλα για όλους) και οι υπερηρωικές υπερπαραγωγές (ειδικά τις κατασκευές τού Marvel Cinematic Universe τις θεωρώ μάλλον μη-διαδραστικά βιντεοπαιχνίδια παρά κανονικές ταινίες). Δεν την αντέχω την τακτική τού “franchise” στον κινηματογράφο· σαν να μην μας έφτανε η μυρωδιά του ποπ-κορν στην αίθουσα, πρέπει να εκλύεται και από την οθόνη!

Αντιθέτως, έχω ιδιαίτερη αδυναμία στα νουάρ της κλασικής περιόδου (40s και 50s), αλλά και στα νεο-νουάρ. Και στη New Hollywood Era (τα 70s είναι η αγαπημένη μου δεκαετία, γενικώς). Έχω ακόμα μεγαλύτερη αδυναμία στις ανεξάρτητες ταινίες με χαμηλό προϋπολογισμό, ανεξαρτήτως είδους και εποχής. Για παράδειγμα, προτιμώ χίλιες φορές το “Following” (1998) του Christopher Nolan που γυρίστηκε με φίλους, συνεργείο και ηθοποιούς, που δούλευαν επί έναν χρόνο μόνο τα σαββατοκύριακα, παρά το “The Odyssey” (2026) των εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Ο Nolan στη δεύτερη βάζει μπροστά την αρκισσιστική τεχνική του, ενώ στην πρώτη, αθώος ακόμα, βάζει κυρίως ψυχή.

Μέσα από τη διαδικασία της επιλογής ταινιών για να απαντήσω στην ερώτησή σας, επιβεβαίωσα αυτό που ενδόμυχα ήξερα για μένα: τη μεγαλύτερη κινηματογραφική απόλαυση μου τη χαρίζουν οι κωμωδίες. Αντλώ ιδιαίτερη χαρά ακόμα και από τις (εγκρίτως περιφρονητέες) romcom, παρότι αναγνωρίζω ότι σπανίως πρόκειται για σπουδαίες ταινίες. Σε καμία περίπτωση δεν μετανιώνω για τον χρόνο που έχω χάσει βλέποντας (και ξαναβλέποντας!) «χαζομάρες». Guilty pleasures; Ίσως. Pleasures, πάντως. Καθόλου δεν υποτιμώ τις μικρές χαρές, απ’ όπου κι αν προέρχονται.

Γι’ αυτό, άλλωστε, εξακολουθώ να βλέπω ταινίες του Παλιού Ελληνικού Κινηματογράφου· όχι επειδή έχουν κινηματογραφικό ενδιαφέρον (δεν έχουν: με αυστηρά κινηματογραφικούς όρους, από τις χιλιάδες ταινίες του ΠΕΚ είναι ζήτημα να έχουν αντέξει καμιά 30αριά στη δοκιμασία του χρόνου), αλλά για ιστορικούς, λαογραφικούς και ηθογραφικούς λόγους. Και, ας το ομολογήσω, εξακολουθώ να βλέπω ΠΕΚ επειδή στα 60s, παιδάκι όντας, είχα δει αρκετές απ’ αυτές τις ταινίες στην πρώτη τους προβολή, σε αίθουσες. Διευκρινίζω: δεν νοσταλγώ την εποχή, αλλά εμένα μέσα σε κείνη την εποχή· ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.

Σήμερα έχουμε τα εργαλεία που καθιστούν εφικτή την πρόσβαση (από το σπίτι μας) στο σύνολο σχεδόν της παγκόσμιας παραγωγής, πράγμα αδιανόητο λίγες μόλις δεκαετίες πριν. Αντιθέτως, το ψάξιμο ανάμεσα στις πρόσφατες παραγωγές είναι, περιέργως, πιο δύσκολο, λόγω της διαθεσιμότητάς τους σε ποικίλα μέσα και με διάφορους τρόπους (κάτι που ισχύει και για τη μουσική, αλλά και για τη λογοτεχνία). Βομβαρδισμός «περιεχομένου»! Όρεξη να ’χει κανείς να ψάχνει. Αλλά δεν αγχωνόμαστε: στο τέλος, ο χρόνος θα διαχωρίσει ετσιθελικά την ήρα από το στάρι.

Ο κινηματογράφος στις μέρες βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο. Οι τεχνολογικές ευκολίες (σήμερα γυρίζονται τεχνικά αξιοπρεπέστατες ταινίες με κινητό!) και η Τεχνητή Νοημοσύνη έχουν ανακατέψει την τράπουλα. Θα στρώσουν τα πράγματα όταν κατακάτσει η σκόνη. Ήδη έχουμε εξαιρετικά δείγματα που έρχονται από κάθε γωνιά της Γης. Το Hollywood κάνει πόλεμο οπισθοφυλακής, υπερασπιζόμενο τα κεκτημένα (είναι πολλά τα λεφτά!), αλλά (ας ελπίσουμε ότι) θα ηττηθεί από το Νέο Παγκόσμιο Κύμα. Αρκεί να λυθεί ένα μείζον πρόβλημα: χρειαζόμαστε καλά σενάρια! Γιατί μπορεί να είναι πλέον εύκολο να πεις κάτι, αλλά πρέπει να έχεις και κάτι να πεις.

 Παρακολουθείτε σύγχρονο ή παλαιότερο θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιο σχετικό έργο ή δημιουργός;

Παλιότερα πήγαινα τακτικά στο θέατρο. Το λάτρευα. Δυστυχώς –και για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή μου– τώρα πια πάω σπανίως.

Προχείρως, θα αναφέρωμερικές παραστάσεις που, για να τις θυμάμαι ακόμα, κάτι μου έκαναν.

«Συντροφιά με τον Μπρεχτ», στο Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο Μάνου Κατράκη το 1978, σε σκηνοθεσία Jules Dassin.

«Δάφνες και πικροδάφνες» των Δημήτρη Κεχαΐδη & Ελένη Χαβιαρά, στο Θέατρο Τέχνης το 1979, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν.

«Εσωτερικαί ειδήσεις» του Μάριου Ποντίκα, στο Θέατρο Στοά το 1979, σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου.

«Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» του Edward Albee, στο Θέατρο Τέχνης το 1997, σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή.

«Φαύστα» του Μποστ., στο Θέατρο Σμαρούλα το 1997, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μποσταντζόγλου.

«Ο θάνατος του εμποράκου» του Arthur Miller, στο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου το 2002, σε σκηνοθεσία Ιωάννας Μιχαλακοπούλου.

«Ο επιστάτης» του Harold Pinter, στο Απλό Θέατρο το 2010, σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα.

Ένα καταληκτικό σχόλιο, αν με επιτρέπετε, τώρα που τελείωσα με όλες αυτές τις λίστες που αράδιασα. Διαπιστώνω πως τα περισσότερα ονόματα και οι τίτλοι που ανέφερα για βιβλία, ταινίες, και θεατρικές παραστάσεις (και για μουσική που δεν έκανα άμεσο λόγο, αλλά πιστέψτε με, τα ίδια και χειρότερα κι εκεί –“The Clash is the only band that matters”, ακόμα και τώρα!) είναι προϊόντα του 20ού αιώνα. Είμαι του «παρελθόντος αιώνος», οπότε είναι λογικό οι περισσότερες αναφορές μου για τα πολιτιστικά γεγονότα που με διαμόρφωσαν να προέρχονται από εκεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι απαξιώνω τις πρόσφατες δημιουργίες. Απλώς δεν τις παρακολουθώ με τον παλιό μου ζήλο, συνεπώς δεν έχω τεκμηριωμένη άποψη. Ξαναγυρνάω στα ίδια και τα ίδια, όχι από νοσταλγία (μακριά από μένα αυτή η μάστιγα – αν αξίζει να νοσταλγείς κάτι, αυτό είναι το μέλλον), ούτε επειδή τάχαμου «τότε που ζούσαμε» ήταν όλα καλύτερα, αλλά επειδή ακόμα δεν έχω ξεμπερδέψει με τον 20ό αιώνα. Εκεί είναι το σπίτι μου, εκεί έχω τα εργαλεία μου. Ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς, στην καλύτερη περίοδο της ανθρωπότητας, από πολλές απόψεις. Κάθε εποχή είναι καλύτερη από την προηγούμενη, εξ ορισμού. Είμαστε μπερδεμένοι με όλα αυτά που (μας) συμβαίνουν, ναι, αλλά και πότε δεν ήμασταν; Έτσι έχει προχωρήσει ο Homo Sapiens από καταβολής του κόσμου (του): μπερδεμένος. Προσπαθώ να καταλάβω το «Σήμερα» όπως ξέρω και (λέω πως) μπορώ: πατώντας σε δύο βάρκες, στο «Χθες» και στο «Αύριο», μετεωριζόμενος πάνω από τη δίνη των αντιφάσεων. Θα τα καταφέρω να καταλάβω κάποτε αν υπάρχει νόημα σε όλο αυτό; Όχι βέβαια! Αλλά προτίθεμαι να πέσω προσπαθώντας. (Και ίσως αυτό να είναι τελικά το νόημα.)

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι. Η αιωνιότητα είναι αβάσταχτα πολύς καιρός.

Υπάρχει κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι. Έχω φτάσει σε μια ηλικία που θεωρώ πως δικαιούμαι να λέω: «Όποια κι αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι “Όχι!”».

ΥΓ. Στις εικόνες, πέραν των αυτονόητων: 2. Georges Simenon, 5. J.D. Salinger, 7. Juan Rulfo, 8. Stanislaw Lem, 9. Herman Melville, 10. Ludwig Wittgenstein, 11. Holden Caulfield, 12. Kurt Vonnegut. Σκηνές από τις ταινίες Chungking Express [14], Professione: Reporter [16], Five easy pieces [18], Bring me the head of Alfredo Garcia [19], Il sorpasso [21], Ascenseur pour l’échafaud [25], Punch-Drunk love [26] και ο συγγραφέας [29].

Julia Green – To αγόρι που γύρισε τον κόσμο με τον καράβι του

Οι τολμηροί ταξιδευτές

Όσοι δεν το γνωρίζουμε, θα το δούμε ιδίοις όμμασι: κάθε βιβλίο που διαβάζουμε στο παιδί βρίσκει τον τρόπο να μπει μέσα του και αν είναι κατάλληλο, θα το εμπνεύσει και να το ωθήσει σε παρεμφερείς περιπέτειες, τις οποίες θα δοκιμάσει στην «πράξη», έστω και δια της φαντασίας. Έτσι όταν ο μικρός από … μικρός βουτάει στα αναγνώσματα υπερπόντιων, θαλασσινών και ναυτικών περιπετειών, είναι θέμα χρόνου να βρεθεί μεσοπέλαγα, γιατί τίποτα δεν συγκρίνεται με την βίωση προσωπικών περιπετειών. Δεν θα περιμένει να μεγαλώσει και δεν χρειάζεται κανέναν συνοδό – φεύγει μόνος με την βάρκα του, χωρίς πλάνο, χωρίς προορισμό και, το κυριότερο, χωρίς φόβο.

Τι μπορεί να συμβεί στο ταξίδι προς τις επτά θάλασσες; Να πέσει το σκοτάδι και να χάσει την ρότα του; Έχει μια πυξίδα, ένα φεγγάρι και αμέτρητα αστέρια–δείκτες. Να παρασυρθεί από τα δυνατά ρεύματα; Έχει τους ναυτικούς του χάρτες να του δείξουν τις ασφαλείς οδούς των μεγάλων πλοίων. Να νοιώσει μεγάλη μοναξιά; Έχει τις θαλάσσιες χελώνες και τα δελφίνια. Να μην βλέπει τίποτα γύρω του παρά μόνο ωκεανό; Μα από πάνω του έχει τους σχηματισμούς των αστεριών που μπορεί να μελετήσει, όπως έκαναν οι παλιοί ναυτικοί στις αγαπημένες του ιστορίες. Αν όμως ένα βράδυ ξυπνήσει στη μέση μιας τρομερής καταιγίδας με κύματα σαν βουνά, ανίκανος να κάνει οτιδήποτε; Θα εμπιστευτεί το καράβι του, θα κρατήσει την ψυχραιμία του και θα περιμένει, την γαλήνη μετά την θύελλα.

Γιατί όλα αυτά αποτελούν μέρος της περιπέτειας και τον ανταμείβουν με το πιο βαθύ μπλε της θάλασσας, τα ωραιότερα ηλιοβασιλέματα, την αίσθηση πως κάθε ξημέρωμα ο κόσμος μοιάζει να γεννιέται ολόκληρος απ’ την αρχή, την ικανότητα να αντιλαμβάνεται την παραμικρή αλλαγή στον άνεμο και το κύμα. Και όταν επιθυμήσει να πατήσει γη και να μιλήσει σε ανθρώπους, θα ρίξει άγκυρα σε κάποιο νησί και θα κάνει καινούργιους φίλους και θα ζήσουν πρωτόγνωρες συγκινήσεις, την φωτιά στην παραλία, το κολύμπι όταν πέσει ο ήλιος, τον χορό στην άμμο, τον ύπνο πάνω της. Και όταν δει ένα παιδί με την μαμά του θα ακούσει την μακρινή ηχώ της δικής του, θα αποχαιρετήσει την συντροφιά του και θα επιστρέψει στο λιμάνι που πάντα θα τον περιμένει, στην αγκαλιά της.

Το βιβλίο είναι ύμνος και κάλεσμα μαζί στα παιδιά που θα τολμήσουν να πιστέψουν στα όνειρά τους, να βγουν στον δρόμο να τα ακολουθήσουν, να πιστέψουν στον εαυτό τους ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, όταν τα πάντα μοιάζουν να έχουν χαθεί. Τα καλεί να δουν τον κόσμο με θαυμασμό, να δουν όλα τα θαυμαστά της φύσης γύρω τους, να ταξιδέψουν να ανακαλύψουν τον κόσμο, να κάνουν φίλους από όλα τα μέρη και να μην ξεχνάνε εκείνους που έμειναν πίσω αλλά η αγάπη τους παραμένει η ίδια. Ο εικονογράφος ζωγραφίζει τις φιγούρες του σαν ζωντανά παιχνίδια και τους δίνει όλα τα χρώματα, με κυρίαρχες τις αποχρώσεις –ποιών άλλων; – του γαλάζιου και του μπλε.

Εικονογράφηση: Alex Latimer

Εκδ. Παπαδόπουλος, 2023, 40 σελ., μτφ. Γιώργος Τσακνιάς,

Ηλικίες: 4+

Ιστοσελίδα της συγγραφέως: εδώ

Ιστοσελίδα του εικονογράφου: εδώ.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.