Αν όμως είναι αλήθεια όσα γράφει το βιβλίο, αν η ζωή είναι όπως την περιγράφει, αν ένας τέτοιος κόσμος είναι πιθανός, τότε δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι πηγαίνουν ακόμα στο τζαμί, γιατί τεμπελιάζουν στο καφενείο χαζοκουβεντιάζοντας και γιατί κάθε βράδυ κάθονται μπροστά στην τηλεόραση για να μην πεθάνουν από την πλήξη. Αυτοί οι άνθρωποι ούτε τις κουρτίνες τους δεν κλείνουν καλά καλά μήπως γίνει κάτι στον δρόμο, κάτι που να παρουσιάζει ενδιαφέρον… [σ. 25]
Δεν είναι τόσο αυτές οι εύλογες απορίες που προκαλεί η ανάγνωση αυτού του βιβλίου στον βασικό ήρωα Οσµάν, νεαρό φοιτητή στην Κωνσταντινούπολη, όσο το περιεχόμενό του που τον συγκλονίζει σε σημείο να ανατραπεί η ίδια του η ζωή, καθώς έχει την εντύπωση ότι το βιβλίο μιλάει γι’ αυτόν χάρη και αισθάνεται πως χάρη σε αυτό θα δημιουργήσει τον εαυτό του από την αρχή. Είναι η ίδια η αίσθηση που γνωρίζουμε σε αυτό το γνώριμο μοτίβο της λογοτεχνίας: η ανακάλυψη ενός βιβλίου που ταυτίζεται με την ανακάλυψη «χαμένου θησαυρού, αιώνες θαμμένου», η βεβαιότητα του ήρωα πως επρόκειτο για ένα μυστικό που του είχαν εμπιστευτεί· «σα να ήταν ο κατατοπιστικός ταξιδιωτικός οδηγός μιας χώρας άγριας και ξένης». Η ζωή του δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι η ίδια.
Ο ακαριαίος μονόπλευρος έρωτας προς την Τζανάν αποτελεί ταυτόχρονα αιτία και αποτέλεσμα της εμμονής του, καθώς στα χέρια της είναι που πρωτοείδε το βιβλίο αλλά και χάρη σε αυτό παίρνει αποφάσεις που δεν θα τολμούσε πριν. Εκείνη είναι εμφανώς ερωτευμένη με τον Μεχμέτ, νυχτοφύλακα σε ένα ξενοδοχείο κοντά στην πλατεία Ταξίμ και ο Οσμάν αντιλαμβάνεται πως δεν έχει θέση στην ζωή της. Τότε του δημιουργείται η εντύπωση πως αν ξεκινούσε να κάνει ταξίδια, θα έφτανε στον κόσμο του βιβλίου και πράγματι φεύγει, με την περιέργεια του ανθρώπου που μόλις έχει αρχίσει να ζει. Στα ταξίδια του θα μονολογεί «δεν έπρεπε να βρίσκομαι σε ένα μέρος, μου φαινόταν πως έπρεπε να βρίσκομαι παντού»· θα βιώνει την ακατανίκητη ανάγκη να βρει τους ανθρώπους που είχαν διαβάσει το βιβλίο· θα αποφασίσει να πηγαίνει όπου τον οδηγεί το κείμενο· και η Τζανάν και η καινούργια ζωή εκεί θα έπρεπε να βρίσκονται
Απολύτως συγγενικό, αλλά και απείρως πιο κρυπτικό, το πέμπτο μυθιστόρημα του Παμούκ, τέσσερα χρόνια μετά το Μαύρο βιβλίο αδυνατεί να αποχωριστεί μερικά μοτίβα αλλά και την ατμόσφαιρα που κατέκλυζε εκείνο το βιβλίο. Για άλλη μια φορά ο συγγραφέας θέλει να συμπεριλάβει οιοδήποτε στοιχείο των πόλεων και των κωμοπόλεων στα γραπτά του, όχι όμως ως φόντο αλλά ως καθοριστικούς δείκτες κάθε επόμενης περιπλάνησης· με την γνωστή του έξοχη κινηματογραφική σκόπευση, είναι σαν να βλέπουμε κι εμείς τους φωτισμένους σταθμούς των λεωφορείων όπου οδηγείται για να φύγει από τις καταθλιπτικές πόλεις, τις βρώμικες πολυκατοικίες, τους παράδρομους ή τις εθνικές με τα παλιά φορτηγά, τους οικισμούς φαντάσματα με τα μικρά καφενεία όπου οι άνθρωποι που συζητούν κάτω από το ασπρόμαυρο φως της τηλεόρασης και τα σπίτια με τις χαμένες ζωές, τα «θλιμμένα» πρατήρια βενζίνης, τα άδεια εστιατόρια. Οι νυχτερινές ιδίως διαδρομές με τα λεωφορεία τον εισάγουν βαθύτερα σε έναν άγνωστο κόσμο που είναι κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι δείχνει.
Σε αυτά τα ταξίδια του ιδίως με παλιά λεωφορεία σε μουντές επαρχιακές πόλεις καθετί υπαρκτό γίνεται άξιο της προσοχής του, ενώ στον ύπνο του κάνει έρωτα με τις γυναίκες των διπλανών καθισμάτων. Η συνάντησή του με την Τζανάν είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη και η εξαφάνιση του Μεχμέτ είναι η πιο «χειροπιαστή» αιτία για ταξιδεύουν πλέον μαζί για τη µακρινή Ανατολία, αναζητώντας τον στα βάθη της χώρας, ενώ ο Οσμάν προσπαθεί να καταλάβει «να καταλάβει την λογική του παραλόγου των ερευνών τους». Μια παράξενη βία έχει ήδη εισχωρήσει σε αυτές τις αέναες διαδρομές, με την μορφή τροχαίων ατυχημάτων και δυστυχημάτων –σε ένα τέτοιο άλλωστε την συναντά–, ένα στοιχείο που προφανώς αποτελεί ένα ακόμα σύμβολο σε ένα αναντίλεκτα συμβολικό μυθιστόρημα. Αν «η τύχη είναι η παρηγοριά όσων δεν ξέρουν από στατιστικές και από πιθανότητες», όπως σκέφτεται ο Οσμάν, οι ίδιες οι περιστάσεις μοιάζουν να τον διαψεύδουν, έτσι όπως παραχώνεται στις ατέλειωτες διακλαδώσεις των πιθανοτήτων.
Αλλά είναι και το ίδιο το ζευγάρι που διαπιστώνει, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, την αναγκαιότητα αλλαγής ταυτότητας, και το δοκιμάζουν κατά κυριολεξία, παίρνοντας τα στοιχεία ενός άλλου ζεύγους που σκοτώθηκε σε ένα από τα τροχαία. Η εμπλοκή του Μεχμέτ σε μια πολιτική οργάνωση και η εμφανιζόμενη δολοφονία του προφανώς προσδίδουν άλλο περιεχόμενο στο βιβλίο που συντάραξε τον Οσμάν καθώς και για εκείνον ήταν η αιτία της φυγής του· φαίνεται πως ο Μεχμέτ προσπαθούσε να γνωρίσει το βιβλίο σε άλλους, όπως και ότι πολλοί αναγνώστες άφησαν κι αυτοί την ζωή τους για να βρουν την καινούρια ζωή.
Ο άνθρωπος τις περισσότερες φορές κάνει το εντελώς αντίθετο από αυτό που νομίζει, ή από αυτό που νομίζει ότι κάνει. Ενώ νομίζεις ότι πηγαίνεις σ’ εκείνη τη χώρα, επιστρέφεις στον εαυτό σου, ενώ νομίζεις ότι διαβάζεις το βιβλίο, το γράφεις από την αρχή, και θέλοντας να βοηθήσεις, τραυματίζεις… Οι περισσότεροι άνθρωποι στην πραγματικότητα δεν θέλουν ούτε μια καινούρια ζωή, ούτε έναν καινούριο κόσμο [σ. 93]
Έτσι όπως ο συγγραφέας παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα σχεδόν μαγεμένο ταξίδι σε τόπους υπαρκτούς ή φαντασιωμένους, του δίνει και τα κλειδιά να αξιολογήσει ο ίδιος το μέγιστο συμβολικό βάρος του αναζητούμενου αντικειμένου. Είναι η επιθυμία κάθε ανήσυχου ανθρώπου να υπερβεί τα όρια της συνηθισμένης ζωής, αντιλαμβανόμενος πως η ίδια η ζωή ως έννοια δεν μπορεί, πρέπει να περικλείει πολύ περισσότερα; Είναι η αναζήτηση του βαθύτερου νοήματός της που μόνο χάρη στο ταξίδι μπορεί να κανείς να το πλησιάσει; Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι ο δρόμος μοιάζει ως μόνη δυνατότητα συνειδητοποίησης του εαυτού και γνώσης του κόσμου (που, περισσότερο απλά, εκφράζει αλλού η Τζανάν με την φράση της «τελικά η ζωή είναι ωραία όταν είσαι στο δρόμο και πηγαίνεις κάπου»). Είναι ο ίδιος ο έρωτας ο μόνος που μας εξυψώνει από όλα τα γήινα και τετριμμένα, έτσι όπως και πάλι η Τζανάν του λέει κάποια στιγμή «ο έρωτας απελευθερώνει από τα δεσμά της ζωής και στο τέλος οδηγεί στο ίδιο το μυστήριο της ζωής»); Είναι η ταύτιση του βιβλίου με την ίδια την επιθυμία για αλλαγή, για την οποία προφανώς το τίμημα μπορεί να είναι μεγάλο, καθώς αναπόφευκτα περνάει μέσα από τους πολιτικούς αγώνες; Και τα διάφορα τραγικά ατυχήματα σημαίνουν ακριβώς αυτό το τίμημα ή την αναπόφευκτη θανάτωση κάθε προηγούμενης ζωής ώστε να τολμήσει κανείς την καινούρια; Η πρόκειται τελικά για την πρώτη παιδική ανάμνηση, την φράση που τιτλοφορεί το βιβλίο και που για πρώτη φορά ο συγγραφέας είδε στο περιτύλιγμα από την σχετική μάρκα καραμέλας; Ίσως στο τέλος δεν μένει παρά μια γλυκόπικρη διαπίστωση χωμένη κάπου στο έβδομο κεφάλαιο «Όλοι προσπαθούμε να ζήσουμε μια ζωή με κάποιο νόημα, αλλά κάπου σταματάμε. Ποιος είναι αυτός που μπορεί να είναι ο εαυτός του;»
Εκδ. Πατάκη, 2023, σελ. 368, μτφ. Στέλλα Βρετού [Yeni hayat, 1994]. [Πρώτη παλαιότερη έκδοση: εκδ. Ωκεανίδα, 1999, με την ίδια μεταφράστρια]
Οι φωτογραφίες από εδώ,











