Αρχείο για 18 Ιανουαρίου 2009

18
Ιαν.
09

Περιοδικό Κ (Κριτική), τεύχος 16 (Ιούνιος – Δεκέμβριος 2008)

 

Εμάς οι ευκολίες συχνά μας τρομάζανε / τόσο πού μεγάλη σημασία δώσαμε στη ζωή.

Ακριβές στην ώρα του ένα ακόμα όχημα Κριτικής Λογοτεχνίας και Τεχνών, στην συνήθη χορταστική εξαμηνιαία του διαδρομή, τη δεύτερη για το 2008, πάντα με μοναδική για τα δεδομένα μας αισθητική εμφάνιση (δεν υπάρχει σελίδα που να μην έχει στο κάθετο ¼ της σχετικές μαυρόασπρες φωτογραφίες και παραθέματα). Στην τιμητική θέση, μπροστά μπροστά, η υπέροχη Μέλπω Αξιώτη εκείνο το κράμα νησιώτικης ψυχής, φλογισμένης ακτιβίστριας και εξόριστης ταξιδιώτισσας στις «λαϊκές δημοκρατίες».

 Η γραφή της ήταν αναμφίβολα μοντερνιστική, συνδύαζε τα υλικά του ντοκιμαντέρ με ποικίλους πειραματισμούς τεμάχιζε τους χρόνους, πολλαπλασίαζε τις οπτικές γωνίες, μιλούσε ξεκάθαρα μέσα στο έργο της για την αγωνία του έργου της (κι όλα αυτά στην δεκαετία του 30!), προτού βουτήξει στις δικές της εκδοχές για τον υπερρεαλισμό και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Παρίσι, Δρέσδη, πρώην Ανατολικό Βερολίνο, Βαρσοβία, Βουλγαρία, 1905 – 1973, φαντάζομαι την δωρική της μορφή αρχικά, το σκαμμένο προσωπείο της αργότερα, να αγωνίζεται να μεταπλάσει τις ταλαιπωρίες της σε πνευματική θερμότητα.

Η Μαίρη Μικέ παρουσιάζει ένα ανέκδοτο μυθιστόρημά της και οι Κώστας Μαυρουδής, Αλέξανδρος Αργυρίου, ο συντοπίτης της Παναγιώτης Κουσαθανάς και άλλοι υπογράφουν τις προσκλήσεις για τον κόσμο εκείνης που ζώντας στα όρια της ανέχειας έγραφε σπαρακτικά …βρέθηκα στους δρόμους της αβύσσου, να μείνω πάλι στους δρόμους, χωρίς στέγη…

Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα μελετήματα αποτελούν, ακόμα, «Η μουσική, το τραγούδι και ο χόρος στο λογοτεχνικό έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου», μια από τις λίγες περιπτώσεις τέτοιας θεματικής προσέγγισης, και μια πτήση πάνω από την άξενη ενδοχώρα ολόκληρου του έργου του Ανδρέα Μήτσου. Ευκόλως εννοούμενα και τα υπόλοιπα γνώριμα: λογοτεχνία, θέατρο, κριτικές κλπ.

Όσο για μας, μακάρι να βρούμε κάποτε το χρόνο να χορέψομε και πάλι με την Μαρία, να δούμε με τις δικές της ματιές τον Εικοστό Αιώνα, να συζητήσουμε πίσω από ένα σφαλιστό νησιωτικό παράθυρο με την Κάδμω

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

18
Ιαν.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 2

Ορχάν Παμούκ, Η καινούργια ζωή, εκδ. Ωκεανίδα, 1999, μτφ. Στέλλα Βρετού – Σοφιανίδου, σ. 73-74. (Orhan Pamuk, Yeni Hayat, 1995)

Πέρασα ογδόντα εννιά νύχτες στα καθίσματα λεωφορείων, χωρίς ν’ ακούσω το χτύπημα αυτής της ευτυχισμένης ώρας στην ψυχή μου. Μια φορά, ύστερα από ένα απότομο φρενάρισμα, πέσαμε πάνω σ’ ένα φορτηγό φορτωμένο κοτόπουλα, αλλά δεν άνοιξε μύτη όχι μόνο νυσταγμένου επιβάτη, αλλά ούτε κι ενός ζαλισμένου κοτόπουλου. Μια άλλη νύχτα, όταν το λεωφορείο μας, πάνω στην παγωμένη άσφαλτο, γλιστρούσε γλυκά γλυκά προς τον γκρεμό, κάποια στιγμή από το παγωμένο παράθυρό μου ένιωσα τη λάμψη της άμεσης επικοινωνίας με τον Θεό και ήμουν έτοιμος ν’ ανακαλύψω με πάθος το κοινό μυστικό της ύπαρξης, του έρωτα, της ζωής και του χρόνου, όταν το παιχνιδιάρικο λεωφορείο στάθηκε κρεμασμένο στο σκοτάδι του κενού.
Η τύχη, είχα διαβάσει κάπου, δεν είναι τυφλή, αγράμματη είναι. Η τύχη, σκέφτηκα, είναι η παρηγοριά όσων δεν ξέρουν από στατιστικές κι από πιθανότητες. Κατέβηκα από την πίσω πόρτα στο έδαφος, από την πίσω πόρτα επέστρεψα στη ζωή, από την πίσω πόρτα βρέθηκα στους σταθμούς, στη φασαριόζικη ζωντάνια των σταθμών. Φιστικάδες, κασετοπώληδες, παπατζήδες, θείοι με βαλίτσες στα χέρια, θείες με πλαστικές σακούλες, καλημέρα. Για να μην αφήσω το πράγμα στην τύχη, έψαχνα να βρω τα πιο παλιά λεωφορεία, διάλεγα τους πιο φιδογυριστούς ορεινούς δρόμους, στα καφενεία του προσωπικού έβρισκα τους πιο νυσταγμένους οδηγούς των γραμμών.

Στον Γιώργο Χρονά




Ιανουαρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.014.341 hits

Αρχείο