Αρχείο για Μαΐου 2009

31
Μάι.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 21

Pedro Almodovar, Αυτοσυνέντευξη 1984, από το: Πάττυ Χύμα κι άλλα κείμενα, εκδ. Βαβέλ – Σέλας, 1993, μτφ. Βιβή Φωτοπούλου, σ. 104 (Pedro Almodovar, Patty Diphusa y Otros Textos, 1991)

E: Πολλές φορές απορούμε με την ασταμάτητη δραστηριότητά σου.
Α: Ωθείται από την απελπισία… Εμένα η δουλειά δεν με χαλαρώνει, αντίθετα μάλιστα, μου ανοίγει τις πόρτες για νέες απογοητεύσεις. Αυτό δεν θα πει ότι δεν την απολαμβάνω. Απολαμβάνω πολύ αυτά που κάνω, αλλά δεν είμαι αυτάρεσκος. Όταν τελειώνω μια ταινία, ένα δίσκο ή μια παράσταση, νιώθω πολύ χειρότερα απ’ ό,τι πριν αρχίσω. Νοιώθω επιτακτική ανάγκη να πέσω με τα μούτρα σε κάποιο νέο σχέδιο. Είμαι ένας σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, γεμάτος ακατάστατες ιδέες, πολιτισμικά κενά και αντιφατικά συναισθήματα. Η συστολή, η ανασφάλεια κι η ανάγκη να μην κάθομαι με τα χέρια σταυρωμένα είναι επίσης στοιχεία αυτού του σταθμού.

Στον Σάκη Σερέφα

29
Μάι.
09

Λογοτεχνικά αίθρια: Η 2η Λογοτεχνική Συνάντηση στο DASEIN. Συνομιλία με τον Ηλία Μαγκλίνη

 

Μπορούν τα λογοτεχνικά φεστιβάλ να αποτελέσουν «αίθρια» συνεύρεσης μιας ευρύτερης αναγνωστικής κοινότητας, όπου λογοτέχνες, κριτικοί, ιστολόγοι και αναγνώστες συνομιλούν για την λογοτεχνία, συμμετέχουν στην δημιουργία της και την βιώνουν με πολλούς τρόπους; Η ανάγνωση ενός κειμένου από τον ίδιο τον συγγραφέα προσθέτει παράλληλες ή διαφορετικές αναγνώσεις μέσω της ακρόασης και της προφορικότητας του έργου του; Σε ποια έκταση η παραπάνω διαδικασία αποτελεί μια διαφορετική ή χρήσιμη λειτουργία όσον αφορά την πρόσληψη της λογοτεχνίας; Και σε ποιο βαθμό αποτελούν πεδίο συνομιλίας Ελλήνων και ξένων λογοτεχνών και, γενικότερα, αμφίπλευρης επίδρασης μεταξύ τους; Αυτά είναι μερικά από τα ζητήματα που θέτει η φετινή, 2η Λογοτεχνική Συνάντηση στo DASEIN.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τις εκλεκτικές συγγένειες μυθοπλασίας και επιστήμης που θα αναδείξει ο Σλοβάκος πεζογράφος Γκούσταβ Μούριν (Gustav Murin), διακεκριμένος βιολόγος στο πανεπιστήμιο Comenius της Μπρατισλάβα, ερευνητής αλλά και μπλόγκερ (http://muringustav.blogspot.com/). Από την ποιητική ενσωμάτωση των προπολεμικών κατακτήσεων της βιολογίας στο Ταξίδι στην Αρμενία του Ο.Ε. Μαντελστάμ μέχρι τους κόσμους της επιστημονικής φαντασίας και την σύγχρονη άνθηση του «επιστημονικού» (μαθηματικού, βιολογικού κ.ά.) μυθιστορήματος, η λογοτεχνία και οι φυσικές επιστήμες συχνά συγχρωτίζονται, δημιουργώντας η καθεμιά τους καρποφόρες ζώνες ή και ενδοχώρες ετερότητας στις επικράτειές τους.

Από την άλλη πλευρά, ο Ηλίας Μαγκλίνης, έχοντας στην πρόσφατη νουβέλα του (Η Ανάκριση) προκρίνει την συνύπαρξη της λογοτεχνίας με τις εικαστικές και παραστατικές τέχνες, δημιουργεί με τη σειρά του σειρά ερεθιστικών ερωτημάτων. Είναι γόνιμη η σύνδεση λόγου, εικόνας και μουσικής μέσα στο ίδιο λογοτεχνικό κείμενο; Δημιουργούν τα στοιχεία αυτά μια διαπλάτυνση της γεωγραφίας του, αποτελούν μια παράλληλη ή παραπληρωματική «αναγνωστική» πρόταση; Είναι δυνατή η συγγραφική διαχείριση της σωματικότητας και του σώματος εν γένει;

Η φετινή, 2η Λογοτεχνική Συνάντηση στο DASEIN αποτελεί εύφορο πεδίο παρόμοιων προβληματισμών που θα διερευνηθούν με τη βοήθεια των ίδιων των δημιουργών.

Συνομιλία με τον συγγραφέα Ηλία Μαγκλίνη (Η ανάκριση)

1. Η ηρωίδα σας, επηρεασμένη από την συνονόματη της καλλιτέχνιδα Μαρίνα Αβράμοβιτς, επιδίδεται σε ακραίες περφόρμανς σωματικής τέχνης και κακοποίησης του σώματός της αναπαράγοντας τους βασανισμούς που υπέστη ο πατέρας της. Πρόκειται για προσπάθεια οικειοποίησης ιστορικών ρόλων, επιθυμία συνομιλίας μαζί του, προσωπική έκφραση ενοχικών ή άλλων συναισθημάτων;

Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, για την Μαρίνα είναι η μοναδική οδός προς την απόκτηση ταυτότητας – αν και η οδός αυτή δεν έχει σημείο τερματισμού. Η Μαρίνα νιώθει ότι πρέπει να διανύσει αυτή τη διαδρομή μέσω της πατρικής φιγούρας. Τσαλαβουτώντας στα τραύματα του πατέρα της επινοεί νέες πληγές, νέες ηδονές. Δεν προσπαθεί να μιμηθεί αλλά να αφομοιώσει. Είναι μια ατέρμονη προσπάθεια χωρίς τέλος.

2. Αντιμετωπίσατε το σώμα ως παραμελημένο φορέα της ύπαρξης, μοχλό συναισθηματικής πίεσης (μήπως και ποίησης;), διαχειριστή συλλογικής μνήμης και λήθης;

Με ενδιαφέρει πολύ το πώς το σώμα εγγράφει την Ιστορία πάνω του ή πώς η Ιστορία γίνεται κάθε τόσο σώμα. Το σώμα δεν ηδονίζεται μόνο και πονάει αλλά θυμάται κιόλας. Μάλιστα, θυμάται και πράγματα που δεν έχει ζήσει ή προσπαθεί να τα θυμηθεί. Εδώ, έννοιες όπως «μνήμη» και «επινόηση» διαπλέκονται διαρκώς μέσα σ’ έναν πολτό από δέρμα, αίμα και σπλάχνα.

3. Η μουσική ενυπάρχει στο κείμενο ως παρουσία και πρόταση, ενώ η ηχητική εν γένει αποτελεί βασικό στοιχείο της αποτρόπαιου καλλιτεχνικού κόσμου της Μαρίνας. Πώς αντιμετωπίσατε την παραπάνω σχέση;

Η «Ανάκριση» έχει ένα ιδιότυπο, δικό της soundtrack. Πέρα απ’ αυτό όμως, προσπάθησα πολύ η γλώσσα, η αφήγηση να έχουν μια μουσικότητα δίχως ίχνος λυρισμού όμως. Ας πούμε, είναι ένα τραγούδι χωρίς λόγια.

4. Μήπως το σώμα και οι τέχνες στην Ανάκριση υποδηλώνουν την αδυναμία των λέξεων και καλούνται να μιλήσουν για το ανείπωτο; Μπορείτε να φανταστείτε την παράλληλη – εκτός κειμένου – ή συμπληρωματική έκφραση αυτής της σωματοποιημένης σχέσης μέσω άλλων τεχνών αλλά και το αντίστροφο;

Ακόμα κι αν υποδηλώνεται μια αδυναμία των λέξεων ή μια έκκληση στο να μιλήσουν για το ανείπωτο, οι λέξεις είναι όλα όσα έχω, όσα είχα δουλεύοντας την «Ανάκριση». Όταν επινόησα τις εικαστικές δράσεις της Μαρίνας, προσπάθησα να λειτουργήσω ως εικαστικός, έστω και για λίγο. Από αυτή τη σκοπιά, η Μαρίνα φέρει αυτούσια την ανωριμότητα ή ανικανότητά μου ως εικαστικού καλλιτέχνη. Όμως, από κει και πέρα, η απόδοση, η περιγραφή αυτών των δράσεων στο κείμενο είχαν μόνον ένα συστατικό στοιχείο: τις λέξεις.

5. Τι είδους «ωφέλειες» μπορεί να αποκομίσουν συγγραφείς και αναγνώστες από παρόμοιες εκθέσεις λογοτεχνικών κειμένων ενώπιον κοινού;

Ενίοτε η δημόσια ανάγνωση αναγεννά ένα κείμενο – αλλά μπορεί και να το καταστρέψει, για λίγο έστω. Είναι καλό να βγαίνει ο γραφιάς απ’ το καβούκι του, και είναι πολύ καλό επίσης να μην αποκλείουμε τη λογοτεχνία απ’ τη σαγήνη του προφορικού λόγου – ή και την απομάγευσή του. Όπως λέει και μια διαφήμιση, λερωθείτε, κάνει καλό.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 554, 29.5.2009. Στην επόμενη ανάρτηση, η συνομιλία με τον Γκούσταβ Μούριν.

27
Μάι.
09

Άρης Μαραγκόπουλος – Διαφθορείς, Εραστές, Παραβάτες. Κείμενα για την Ανα-θεώρηση της Νεοελληνικής Πεζογραφίας

Λογοτέχνης, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, κριτικός, ξεναγός μας στα χωράφια του Τζέιμς Τζόις και στο Αγαπημένο Βρωμοδουβλίνο, εκδότης των Τόπος και πάνω απ’ όλα λογοτέχνης (με πιο πρόσφατη εσοδεία δυο πολύ δυνατά βιβλία – Η μανία με την άνοιξη και True Love) ο Α. Μαραγκόπουλος (Αθήνα, 1948) συντάσσει ευφυώς εδώ μια Νεωτερική Γεωγραφία της Νεοελληνικής Πεζογραφίας σε ένα πρελούδιο, 5 τμήματα κι ένα επίμετρο. Ξεκινώντας με έναν ευφυή παραλληλισμό του Μοντέρνου στη λογοτεχνία με το Ροκ και του Μεταμοντέρνου με το Ρεμίξ και παρουσιάζοντας τις ειδοποιούς διαφορές των δύο διαμετρικά αντίθετων αυτών περιοχών (που συχνά συγχέονται), επιχειρεί μια νέα ανάγνωση νεοελληνικών κειμένων που ορίζει ως παραβατικά.

Αν η κατάκτηση της νεωτερικής λογοτεχνίας τον 20ό αιώνα ήταν να την δει ο αναγνώστης ως αυθύπαρκτο σώμα (εφόσον οι μοντερνιστές συγγραφείς – Τζέιμς, Κάφκα, Γουλφ – επέμειναν στην δική τους δυνάμει πραγματικότητα, αργότερα δε – Μπόρχες, Τζόις, Μπέκετ, Μπροχ, Πίντσον – υποκατέστησαν τον Δημιουργό, και το κείμενό τους το Σύμπαν), η νεωτερική κριτική οφείλει να αντιμετωπίσει την Λογοτεχνία ως Πόρνη, ως αυθύπαρκτο ζωντανό σώμα που (φαντάζεται πως) εισέρχεται κάποιος για πρώτη φορά. Εκεί που ο μέσος αναγνώστης την αντιμετωπίζει με τρόμο, σαν το σώμα λιπόθυμης γυναίκας, ο νεωτερικός αναγνώστης πρέπει ν’ ανακαλύπτει ίχνη άλλων εραστών – συγγραφέων και αναγνωστών, ο δε νεωτερικός κριτικός να γνωρίζει πως στο χέρι του είναι να αναστηθεί, να φιλήσει το συφιλιδικό της στόμα, κι όταν εκείνη αφυπνιστεί να μην φοβάται την ασύστολη γλώσσα της, την αδιαντροπιά της, τα ανοίκεια κουνήματα και την διασάλευση των κανόνων. Κάθε φορά είναι μια καινούργια φορά.

Στη χώρα μας η λογοτεχνία από την αρχή της φορτώθηκε με μια σειρά ιδεολογημάτων. Έγινε μηχανισμός εξασφάλισης εθνικής ταυτότητας, παράγοντας πατριδογνωσίας, της κόλλησαν την ετικέτα της ηθογραφίας αρχικά, την αριστερή θέση της «στρατευμενης» ανάγνωσης αργότερα. Έπρεπε να αποδείξει την ελληνικότητά της (έννοια ευρύτερη από εκείνη του «ελληνοκεντρισμού»), να καλύψει την απώλεια της ιστορικής συνέχειας, του χρόνου, της γλώσσας. Σπάνια εκτιμήθηκαν η αισθητική, η καθεαυτό λογοτεχνική αξία, η λογοτεχνικότητα. Γι’ αυτό και μας λείπει ένας χάρτης της νεοελληνικής λογοτεχνικότητας, του ύφους, του στιλ, των τεχνικών.

Σήμερα, μετά την εμπειρία του μοντερνισμού, μπορούμε να διαβάσουμε διαφορετικά και να καταλάβουμε αυτή την πεζογραφία που ως τώρα ήταν χαντακωμένη μέσα στα παραπάνω ιδεολογήματα ή παρέμενε άγνωστη και περιθωριοποιημένη. Η νεωτερική/ παραβατική λογοτεχνία κατά τον Α.Μ. διαβάζει όλη την προηγηθείσα απλώς υπό νέα οπτική και ενδιαφέρεται για κάθε λογοτεχνία που παρεκκλίνει από τον συμβατικό κανόνα και μιλά μιαν άλλη φωνή. Εδώ απόψεις του τύπου «Μοντέρνοι υπήρξαν μόνο ο Σκαρίμπας κι ο Πεντζίκης άντε κι ο Καχτίτσης, μοντερνισμός ουδέποτε υπήρξε στην Ελλάδα, αν υπήρξε περιορίστηκε στην Γενιά του Τριάντα και δεν έχει σχέση με την παράδοση, ένα έργο για να θεωρείται νεωτερικό αρκεί να έχει νεωτερικούς αφηγηματικούς τρόπους» καταβαραθρώνονται.

Φανταστείτε! Ο Μαραγκόπουλος διαπιστώνει ψήγματα μιας παραβατικότητας ήδη από την πρώιμη μεταπελευθερωτική πεζογραφία, που αργότερα γίνονται ολοφάνερα στους πρωτοπόρους Μητσάκη, Βιζυηνό, Ροΐδη, Παπαδιαμάντη. Πρόδρομοι παραβάτες όλοι, που συγκροτούν την προϊστορία ενός αυτόχθονος μοντερνισμού, όπως και οι Ραμπελέ, Στερν, Φίλντινγκ, Ντεφό, Σουίφτ, Ντιντερό, Φλομπέρ, Ισμάν, Τζέιμς, Γουλφ κ.ά. που συγκρότησαν το αντίστοιχο ευρωπαϊκό κεφάλαιο! Μετά έσπειραν οι Ροδοκανάκης, Χατζόπουλος, Θεοτόκης, Καρυωτάκης, οι κατεξοχήν παραβατικοί Αξιώτη, Σκαρίμπας, Χάκκας, Μπεράτης, Καχτίτσης, Πεντζίκης, η Σχολή της Θεσσαλονίκης (Γιαννόπουλος, Σπανδωνίδης), οι του ’30, οι «κατοχυρωμένοι» νεωτερικοί (Χειμωνάς, Γονατάς, Σχινάς, Βαλαωρίτης), κι άλλοι ανένταχτοι, από τον Χάκκα ως τον Αριστοτέλη Νικολαΐδη.

Σε ειδικότερα κεφάλαια ξαναδιαβάζονται οι πρωτομοντερνικές περιπτώσεις των Βιζυηνού και Παπαδιαμάντη, οι Αριστεροί Μοντερνιστές (ο κατάμαυρος Βουτυράς, ο υπογράφων ως ποιητής, διαγνωστικός, πολεμικός Νικόλας Κάλας, τραγικά προχωρημένος για την εποχή του, οι Τσίρκας, Αλεξάνδρου, Ρίτσος) και οι Ευρωκεντρικοί Μοντερνιστές (Καΐμη, Σεφέρης, Εμπειρίκος, Υπερρεαλιστές). Βαθειά νερά, φλογερή γραφή, ευανάγνωστες παραπομπές, σύντομα μικρά κομμάτια που βοηθούν στην κατανόηση και αποστάζουν όλη την ουσία.

Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 379. Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες ο συγγραφέας και ο Νικόλας Κάλας, μπροστά στα αχανή τοπία της έμπνευσης.

26
Μάι.
09

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα – Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα

Θέατρο εργαστήρι Μαύρη Σφαίρα

Το κεφάλι μου και τα χέρια μου είναι γεμάτα μάτια αν θέλω να δω τόσο άσχημα πράγματα.

Το σπίτι της χήρας Μπερνάρντα Άλμπα ζει μέσα στο απόλυτο πένθος. Ο θάνατος του Πατέρα Αφέντη σηματοδοτεί την εγκαθίδρυση της εξουσίας της πάνω στις πέντε κόρες, ορίζοντας απερίφραστα οκτάχρονο θρήνο: ο αέρας του δρόμου να μην μπει στο σπίτι. Οι Αγκούστιας, Μαγκνταλένα, Αμέλια, Μαρτίριο, Αδέλα βιώνουν η καθεμία χωριστά τον εγκλεισμό και την στέρηση της επαφής με το άλλο φύλο. Μόνη τους διέξοδος οι ανακυκλωτικές συζητήσεις, ανάμεσα σε σκληρές κακεντρέχειες και αναζωογονητικά κουτσομπολιά. Με το ζοφερό κλίμα έχουν συμβιβαστεί η οικονόμος Πόνθια και η μητέρα της Μπερνάντα Μαρία Χοσέφα.

Το τελευταίο έργο που έγραψε ο Λόρκα (1936, παράστ. 1945, τρίτο μέρος της τριλογίας της Ισπανικής Υπαίθρου μαζί με τη Γέρμα και τον Ματωμένο Γάμο) μοιάζει να αντικαθρεφτίζει τις δυο όψεις του φρανκικού καθεστώτος: ο τύρρανος, οι υποταγμένοι, οι ανυπότακτοι. Στους τελευταίους ανήκει μόνο η Αδέλα, που αρνείται να προσφέρει τη νεότητά της σφάγιο στις κοινωνικές συμβάσεις και απειλεί να βγει στο δρόμο με το πράσινο φόρεμά της. Πάνω απ’ όλα όμως επιθυμεί και την σωματική της ελευθερία και την παράδοση στον έρωτα του Πέπε Ρομάνο, κρυφού ποθητού υποκειμένου για τις αδελφές και δόλιου μνηστήρα της κληρονόμου (μεγαλύτερης) κόρης. Ο Ρομάνο, όπως και κάθε άλλος ανδρικός χαρακτήρας υπάρχει μόνο δια της σκηνικής του απουσίας.

Εδώ δεν υπάρχει η σπαρακτικά ωραία φύση της ποίησης του Λόρκα – οι περίκλειστες αυτές υπάρξεις κινούνται σ’ έναν μαύρο, ημιφωτισμένο χώρο, ένα α-τοπο που εκφράζεται ιδανικά στον underground χώρο της Μαύρης Σφαίρας που λειτουργούσε ως καταφύγιο πολέμου στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής και διαμορφώθηκε το 2002 σε μικρό 25θέσιο θεατράκι αφήνοντας ανέπαφα τα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά. Έξω από το σπίτι βρίσκεται ο κόσμος, οι ποθητοί άντρες, οι δυνάστες άντρες, ένα χωρίς ποτάμι ανδαλουσιανό χωριό, όπου τα πάντα ρυθμίζονται από την αγωνία της υπόληψης και τον τρόμο της κακογλωσσιάς.

Οι κόρες ετοιμάζονται να αλληλοσπαραχθούν, η σκληρή Μπερνάρντα ρίχνει στα μάτια της την στάχτη της περηφάνιας και επιβάλλει τον απόλυτο κανόνα: Ό,τι έχει ο καθένας μέσα του ας το κρατά για λογαριασμό του, εγώ θέλω την υπόληψη του κόσμου. Οι κόρες ζούνε για να μαθαίνουν τις ζωές των άλλων, η Μαρτίριο σπαράσσεται από την επιθυμία να καταστρέψει τις ευτυχίες των άλλων, η Αδέλα αφήνεται στο δικό της duente. Υπάρχει δυνατή απόδραση από ετούτη τη Νέκυια, αλλά αυτή είναι ο ίδιος ο θάνατος. Η σκηνοθέτηση και οι ερμηνείες είναι μαγεμένες, με αριστοτεχνική απόδοση των τρυφερών και νευρωτικών υπάρξεων, των γυναικών με τα χαμηλωμένα μάτια, τις αλαφιασμένες ψυχές και την γλώσσα μαχαίρι.

Η μη επιχορηγούμενη Μαύρη Σφαίρα ιδρύθηκε από την Τότα Σακελλαρίου του Θεάτρου Τέχνης, αποτελείται από ομάδα συνεργατών θεατρολόγων και ηθοποιών, λειτουργεί από το 1993 σαν εργαστήριο Υποκριτικής και από το 2000 και σαν θεατρικός χώρος, παρουσιάζοντας ερευνητικές ματιές πάνω στην Καφκική Δίκη και στη Ελιοτική Ερημιά, συνδυασμό Σαρτρ, Ρεμπώ και Μπέκετ και τους Λεόντιο και Λένα του Μπύχνερ.

Μτφ. Νίκου Γκάτσου, σκηνοθεσία Τότα Σακελλαρίου, βοηθοί σκηνοθέτη: Βασίλης Αφεντούλης, Εφη Καλογεροπούλου, Γιώργος Μάρδας, σκηνικά – κοστούμια Ισμήνη Καρυωτάκη. Ηθοποιοί: Τότα Σακελλαρίου, Άννα Μέγα, Εύη Σιδέρη, Σοφία Γκάτση, Καρολίνα Μωρέτη, Μαργαρίτα Λιάκου, Ράνια Σκέρτσου, Αθηνά Μαθιουδάκη, Μαρία Κακούρου, Στέλλα Βασίλα, Μαρίτα Λόλη, Κάντια Ηλιοπούλου. Πέμπτες έως και Σάββατα στις 9.30, μέχρι τις 15 Ιουνίου.

Δημοσίευση και εδώ.

24
Μάι.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 20

Αλεξάντρ Γκριν, Ο κυνηγός των αρουραίων, εκδ. Στιγμή, 1995, μτφ. Γιώργος Τσακνιάς, σ. 19-20

Είναι αλήθεια, αλλά αυτός ο τρόπος μου στην ομιλία δεν ήταν αποτέλεσμα της αρρώστιας – προερχόταν από τη θλιβερή εκείνη αίσθηση, που συνήθως ούτε καν την συνειδητοποιούμε, ότι ο εσωτερικός μας κόσμος δεν ενδιαφέρει παρά ελάχιστους. Εμένα, ωστόσο, μ’ ενδιέφερε έντονα κάθε άλλη ψυχή, και γι’ αυτό μιλούσα λίγο και άκουγα πολύ. Όταν συγκεντρώνονταν αρκετοί, κι ο καθένας πάσχιζε με ζωηρότητα να διακόπτει όσο το δυνατόν συχνότερα τον άλλον έτσι ώστε να τραβάει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή στο άτομό του, εγώ συνήθως καθόμουν στην άκρη. Επί τρεις εβδομάδες διανυκτέρευα σε γνωστούς και σε γνωστούς γνωστών, με τη μέθοδο του αλυσιδωτού οίκου. Κοιμόμουν στο πάτωμα και σε ντιβάνια, στις πλάκες της κουζίνας και σε άδεια κιβώτια, σε ενωμένες καρέκλες – μια φορά μάλιστα κοιμήθηκα στη σιδερώστρα.

Στην Σοφία Νικολαΐδου

22
Μάι.
09

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 496, Μάιος 2009

 

Η νέα, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πορεία της σύγχρονης γερμανικής λογοτεχνίας κατά την τελευταία εικοσαετία, μετά την Πτώση του Τείχους δηλαδή, αποτελεί το αντικείμενο του εξαιρετικού μηνιάτικου αφιερώματος. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της σαφώς αφορά τα βιώματα των πρώην Ανατολικογερμανών πριν και μετά την επανένωση. Ποιοι συγγραφείς κατάφεραν να μυθοπλάσουν την νέα κατάσταση, ποιοι επιμένουν στην ατομική ή συλλογική ευθύνη, ποια βιβλία μίλησαν ανοιχτά για τραύματα ή συμβιβασμούς; Τι συνεχίζουν να γράφουν οι προηγούμενες γενιές, οι άλλοτε ριζοσπάστες της γραφής; Πώς χειρίστηκαν το θέμα οι γνωστοί μας Χάινερ Μύλερ, Κρίστα Βολφ, Ίνγκο Σούλτσε και τι προσθέτουν οι νέες τάσεις, όπως η «Ποπ 2» ή οι εκεί μετανάστες συγγραφείς ή οι τρεις «καταραμένοι» πρωτοπόροι Vesper, Brinkmann, Kippenberger; Εκτός από τρία χορταστικά κείμενα, οι νεαρές κυρίες Σιμπίλε Μπεργκ και Τζέννυ Έρπενμπεκ, φρέσκο αίμα της γερμανικής λογοτεχνίας αλλά και ο «παλιός» Μάρτιν Βάλζερ απαντούν σε σχετικές ερωτήσεις.

Ένα δεύτερο άβατο κι αγκαθωτό χωράφι εξερευνάται στον φάκελο «Νεότερη ελληνική ιστορία και ιστοριογραφία». Με ποιους νέους οδηγούς επιτέλους μπορούμε να «διαβάσουμε» το 1821; Για ποιους λόγους παρατηρούμε ερευνητική αποσιώπηση της περιόδου; Ποιες εκδόσεις έχουν ανοιχτεί σε απάτητα χωράφια; Ποια νέα βιβλία είδαν με άλλα βλέμματα τις θανατηφόρες περιόδους του μεσοπολέμου και του εμφυλίου; Στις πίσω σελίδες, ο Barry Kitson, δοσμένος ολοκληρωτικά στα κόμικς της Marvel. Να δούμε κι αυτός τι νέο θα κομίσει στην αυτοκρατορία τους.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

19
Μάι.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 3: Τάσος Γουδέλης

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Πόε, Kάφκα, Τόμας Μαν, Μπόρχες, Νίκος Καρούζος, Φιλίπ Σολλέρς, Ντε Λίλο

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.

Άπαντα των ανωτέρω

Αγαπημένα σας διηγήματα.

To επεισόδιο του εχθρού μου του Μπόρχες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο ήρωας του παραπάνω διηγήματος όπου ο «εχθρός» είναι ο εαυτός μας…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός b20503του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων Αρπακτικά, το 1989, γράφτηκε στο πατρικό σπίτι της πρώην γυναίκας μου. Έκτοτε δεν χρησιμοποίησα άλλο χώρο πέρα από αυτόν του γραφείου μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μισοκοιμισμένος το πρωί συλλαμβάνω πολλές ιδέες, τις οποίες αργότερα επεξεργάζομαι στον κομπιούτερ. Οι περισσότερες, πάντως, ιδέες προκύπτουν μέσα από «δουλειά γραφείου», εντελώς πεζά..

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Αγαπb21392ημένος ναί, ζηλευτός όχι: ο Χανς Κάστορπ ο ήρωας του Μαγικού βουνού, ο οποίος «ασθενεί» εξωτερικά από φυματίωση, νοσηλεύεται εκεί στο Νταβός, στον «Αδη του ύψους», διαλέγεται φιλοσοφικά, ερωτεύεται, παρακολουθεί γύρω του άλλους «πάσχοντες». Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να δούμε την ασθένειά του «ως μεταφορά», όπως θάλεγε και η Σούζαν Σόνταγκ, ίσως και ο Καρούζος: δηλαδή ως μια κατάσταση υπαρξιακής …μόλυνσης.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Τα Αρπακτικά (1990,b73654 εκδ. Το Δέντρο) περιέχουν ποικίλα διηγήματα, τα περισσότερα είναι ρεαλιστικά, που αντανακλούν βιώματα από το πατρικό σπίτι, το Στρατό, την Ασφάλεια επί Χούντας. Πιστεύω ότι δεν είναι απολύτως αναπαραστατικά, δεν αντιγράφουν εξωτερικά σκηνικά αλλά εσωτερικά.
Η συλλογή Πρωϊνή επίσκεψη (1993, εκδ. Ερατώ) είναι πιο κλειστοφοβική, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής και τα πρόσωπα που τον περιβάλλουν, κινούνται σε χώρους και καταστάσεις όπου επικρατεί ημίφως, το ύφος προσπαθεί να υπηρετήσει ένας είδος ποιητικού μινιμαλισμού.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις Σκιές γυναικών (1996, εκδ. Νεφέλη), όπου διάφορες ηρωίδες σκιαγραφούνται μέσα από μια διασπασμένη γλώσσα που καταγράφει ένα κυβιστικό βλέμμα.
Στη συλλογή Ο ύπνος του Άλφρεντ (1999, εκδ. Νεφέλη) κυριαρχεί το διακειμενικό, μεταμοντέρνο διήγημα, που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο. Με βάση τον γνωστό, παλιό, ρομαντικό αμερικανό συγγραφέα Ουάσινγκτον Ίρβιν, επινοούνται φανταστικοί ήρωες και σκηνές της ζωής του τελευταίου καθώς και σελίδες της αμερικανικής ιστορίας της λογοτεχνίας.
Στο Η γυναίκα που μιλά (2002, εκδ. Κέδρος, κρατικό βραβείο και βραβείο διηγήματος του Διαβάζω) συναντάμε διηγήματα που δεν αφηγούνται μονότροπα μια ιστορία. Πολυεστιακά στον πυρήνα τους οδηγούν τον ανγνώστη σε διάφορες κατευθύνσεις ταυτόχρονα…
Στο μοναδικόb113039 μου βραχύ (επειδή δεν πιστεύω στα πολυσέλιδα βιβλία) μυθιστόρημα Οικογενειακές ιστορίες (2006, εκδ. Κέδρος), περιγράφεται σε συνειρμική γλώσσα η πορεία μιας ελληνικής οικογένειας από το 1920 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Το παράδοξο με αυτή την οικογένεια είναι το ότι η Ιστορία τους υπηρετεί και όχι το αντίθετο: τα μέλη της, αυτιστικά σχεδόν, συμμετέχουν στα εξωτερικά γεγονότα όταν αυτά το θελήσουν, όταν επιθυμούν να ξεφύγουν από τα προσωπικά τους προβλήματα.

Αγαπώ αρκετά διηγήματα από διάφορες συλλογές. Εάν θα έπρεπε, οπωσδήποτε να πάρω τη δύσκολη απόφαση να διαλέξω ένα μου βιβλίο, μάλλον θα στρεφόμουν προς τον Ύπνο του Άλφρεντ.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Όπως πάντα πολλά βιβλία παράλb155072ληλα: αφηγηματικά, δοκιμιακά, φιλοσοφικά.
Ξαναδιάβασα Ρίτσο, με την ευκαιρία του προσεχούς αφιερώματος του Δέντρου και εντυπωσιάσθηκα από τα νέα μου θετικά συνασθήματα απέναντι σε μια ποίηση, άνιση μεν, πλην με ενα υπέδαφος θησαυρών που καταπλήσσει.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω, γιατί διασπώμαι. Η μουσική θέλει αφοσίωση, έχει δικο της πλήρη κόσμο.
Προτιμώ ξένη και ελληνική τζαζ και κλασσικά κομμάτια.

Τι γράφετε τώρα;

Μια συλλογή διηγήμάτων, πολλά από τα οποία έχουν προδημοσιευθεί σε περιοδικά.

b188157Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο;

Την κριτική λογοτεχνίας την αντιμετωπίζω σαν σπορ ή σαν ψυχαγωγία. Πάντα σημείωνα, ως αναγνώστης τις εντυπώσεις μου και αυτό με διασκέδαζε, μπορώ να πω.

Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Παραπέμπω στην προηγούμενη απάντηση.

Έχετε γράψει κείμενα για τον κινηματογράφο. Παρακολουθείτε τη σύγχρονη μορφή του;

Όσο μπορώ. Διαβάζω ξένα κείμενα και παρακολουθώ μάλλον συστηματικά τις νέες παραγωγές.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της 7ης τέχνης ποιο θα επιλέγατε;

b77223Ε, δεν θέλει και πολύ σκέψη: τη μεγαλύτερη μορφή του σινεμά μετά τον Όρσον Γουέλς, τον Ζαν Λικ Γκοντάρ φυσικά. Τώρα, υπάρχει μια σύγχρονη ανεξέλεγκτη, άνιση προσωπικότητα, που μπορεί να χαρίσει ένα αριστούργημα και μετά κάτι ευτελές, εννοώ τον Λας φον Τρίερ. Το Στοιχείο του εγκλήματος (1984) διαθέτει μια γλώσσα συνειρμική που μου ταιριάζει πολύ Αλλά εάν με ρωτούσατε ποια ταινία θεωρώ ανεπανάληπτη θα απαντούσα αδίστακτα: το Πέρσι στο Μαρίεμπαντ (1961) του Αλαίν Ρεναί.

Υπο/Σημείωση: Στο αίθριο του Πανδοχείου φιλοξενούμενοι συγγραφείς και έτεροι δημιουργοί των λέξεων μοιράζονται τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις, τις σκέψεις για το έργο τους και τις οδούς της συγγραφής.

Δημοσίευση και εδώ.

17
Μάι.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 19

Χουάν Μαρσέ, Η μαγεία της Σαγκάης, εκδ. Σέλας, 1995, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σ. 131 (Juan Marse, El embrujo del Shanghai, 1993).

Μέσα στο φρενιτιώδες πήγαιν’ έλα και τη μελωδική οχλοβοή στις αποβάθρες, λίγα δευτερόλεπτα πριν μπει στο αυτοκίνητο που έχει έρθει να τον πάρει, ο Κιμ νοιώθει παγιδευμένος σε μια απ’ αυτές τις μαγικές στιγμές όπου η καρδιά προαισθάνεται πράγματα που το μυαλό δεν καταφέρνει να καταλάβει, και ξαφνικά τον πλημμυρίζει μια βεβαιότητα: αυτό που τον περιμένει εδώ και που ήδη το συλλαμβάνει στον αέρα, αυτό που αναδίδεται από το βρωμερό ποτάμι και πλανιέται στην υγρή και αποπνικτική ατμόσφαιρα της Σαγκάης, δεν είναι αυτό που έχει έρθει να βρει, δεν είναι η πραγματοποίησης μιας εκδίκησης ή ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την ιστορία, δεν είναι η εύστοχη σφαίρα που αξίζει κάποιος εγκληματίας ή η συμπόνοια για έναν ανάπηρο φίλο, δεν είναι καν η λαχτάρα ή η ελπίδα να φέρει εδώ τη Σουσάνα κάποια μέρα όχι πολύ μακρινή, αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ και μυστικά απεγνωσμένο: ο ανομολόγητος πόθος, η οδυνηρή αγωνία να σβήσει μ’ αυτή την τελευταία σφαίρα κάθε κατάλοιπο ενός παρελθόντος που τον συνθλίβει, το παραμικρό ίχνος μιας ατέλειωτης ήττας. Να σκοτώσει τον εαυτό του σκοτώνοντας τον Κρούγκερ, γι’ αυτό έχει έρθει: μια σφαίρα για δύο.

Στον Γιώργο Βέη

15
Μάι.
09

Νίκος Ξυδάκης – Ημερολόγιο Δεύτερο

 

Ένας Τσακιτζής και μια Καππαδοκία, οργανικά διασκευασμένα από τον Βασίλη Κεντεντζόγλου, μας περιμένουν  όλως τυχαίως (σε σχέση με την προχθεσινή ανάρτηση για τον Θ. Κοροβίνη) και στο Δεύτερο Ημερολόγιο του Νίκου Ξυδάκη. Αν ο Κοροβίνης έχει μιλήσει καθάρια για τις εκλεκτικές συγγένειες πρώτων βαθμών ανάμεσα στην αραβοπερσική, την οθωμανική, την βυζαντινή, την ελληνορθόδοξη και την κοσμική μουσική των Ρωμιών, ο Ξυδάκης τους έχει ανοίξει θυρώματα να εισέλθουν αβίαστα και φυσικότατα στην μουσική του. Στο Δεύτερο Ημερολόγιό του (δέκα χρόνια μετά το Πρώτο) ανοίγει ένα ακόμα θύρωμα προς μια περισσότερο δυτικότροπη και εκλεκτική πηγή.

Το όλο ηχογράφημα μοιάζει ιχνογράφημα ονείρου, ένα φευγαλέο ταξίδι σε αισθήσεις που δεν θα χαθούν ποτέ, αυτοσχεδιαστικές σημειώσεις ενός ηχητικού ημερολογίου. Στο σημείωμά του άλλωστε ο δημιουργός τονίζει αυτόν τον χαρακτήρα υποκλοπής αισθημάτων και στιγμών από τα διαλείμματα μιας πρόβας. Οργανικά των Κώστα Βόμβολου, Φώτη Μυλωνά, Δημήτρη Χουντή, Αλέξανδρου Καψοκαβάδη, Λεωνίδα Μαριδάκη, Κώστα Μερετάκη, μια χατζηδακική επανεγγραφή (Τριαντάφυλλο στο στήθος, γραμμένο για την παράσταση του ομώνυμου θεατρικού του Τενεσί Ουίλιαμς) και εκτελέσεις από Ματ σε 2 Υφέσεις, Τακίμ, Αναστασία Έδεν εναλλάσσονται με απαγγελίες ποίησης Σολωμού, Εγγονόπουλου, Σαχτούρη και Καψάλη – των δύο τελευταίων από τους ίδιους. Είναι όμως κυρίως οι στιγμές του ίδιου του Ξυδάκη που κάνουν το δίσκο τόσο βαθύ, όταν μελωδοποιεί το Τελευταίο ταξίδι του Καρυωτάκη, όταν τραγωδεί απόσπασμα από τα χορικά του Ορέστη, δια μετάφρασης Γιώργου Χειμωνά, όταν κάνει την Θεοδωρακική Μαργαρίτα να ακούγεται τόσο απόκοσμη ή όταν δίνει τις προαναφερθείσες δυτικότροπες πνοές στην Καληνύχτα του Καψάλη ή την Πεταλούδα του Σαχτούρη.

Το 70σέλιδο βιβλιαράκι που συνοδεύει το δίσκο είναι ένα άλλο παράλληλο ταξίδεμα: εκτός από ορισμένα από τα παραπάνω γραπτά, περιέχει κείμενα των Φ. Κάφκα, Κ. Παουστόφσκι, Πέτρου Αφθονιάτη, Μ. Γκανά, Τ. Θεοδωρόπουλου, απόσπασμα από τις Σκοτεινές αλέες του Ι.Α. Μπούνιν, ποίηση των Μ. Γκανά, Jose Hierro, Φίλιπ Λάρκιν, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ορισμένα από τα οποία σε πρώτη δημοσίευση και σε διάλογο με φωτογραφίες, σχέδια, σκίτσα, πίνακες. Μια σπάνια περίπτωση εναγκαλισμών μουσικής, λογοτεχνίας και τέχνης.

Ο δίσκος από την Mercury, το βιβλιαράκι από τις εκδόσεις Άγρα, 2005. Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

13
Μάι.
09

Θωμάς Κοροβίνης – Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας

Ο Κοροβίνης (Θεσσαλονίκη, 1953) είναι ο οδηγός του καραβανιού μας σε Τουρκίες και Ανατολίες. Μας μύησε στους Ασίκηδες και στην Τούρκικη Λαϊκή Ποίηση, μας κοινώνησε με τους Τσακιτζήδες (μεταφράζοντας και τον Τσακιτζή του Κούρδου Γιασάρ Κεμάλ), μας κατασκανδάλισε με Βωμολοχικές Ελληνικές Παροιμίες, μας σαγήνευσε με τα αφηγήματά του (Κανάλ Ντ’ Αμούρ, Φαχισέ Τσίκα, Το χτικιό της Ανω Τούμπας, Τρία ζεϊμπέκικα και ένα ποίημα για το Γιώργο Κούδα), θα τον είχαμε καθηγητή αν κάποτε φοιτούσαμε στο Ζάππειο ή το Κεντρικό Παρθεναγωγείο της Κωνσταντινούπολης. Ερευνητής, λαογράφος, συνθέτης, τραγουδιστής (Χριστιανόπουλος – Ζήκας – Κοροβίνης στην Όμορφη Νύχτα (1986), Από έβενο και αχάτη (1992), Τακίμια (1998)), ανθολόγος λογοτεχνικής Κωνσταντινούπολης και ενορχηστρωτής ενός μεγάλο αφιερώματος 390 υπογραφών στον Καζαντζίδη…αυτή τη φορά εισχώρησε ακόμα πιο βαθιά στο ανατολίτικο χωροχρόνο, στους περίφημους Ζεϊμπέκους.

Αφετηρία: κεντροδυτική Ανατολία. Ονοματοδοσία: πολυερμηνευόμενη. Παρουσιαστικό: σπαθοφορεμένο, αστακοπλισμένο. Χορός: μεγαλόπρεπος, συμβολικός ηρωισμού και παραδόσεων, συνήθως σύντομος μα πάντα μοναχικός. Καταγωγή: σκοτεινή. Πλείστες απόψεις παρατίθενται, η πειστικότερη υποστηρίζεται από τον συγγραφέα (: απόγονοι φυλετικής επιμειξίας θρακών μεταναστών και κατοίκων της Φρυγίας;). Εξάρτυση: στη ζώνη ταμπακέρα, φλασκί, ενίοτε κάποιο έγχορδο λαϊκό όργανο για επιτόπια έκφραση και … μαξιλάρι για υπαίθρια διανυκτέρευση!

Ιδιότητες: τιμωροί των απατεώνων εμπόρων, αρωγοί φτωχών, προστάτες ταξιδιωτών αλλά, στην εκφυλισμένη τους μορφή, και προκρίτων ή μεσολαβητές προίκας φτωχών κορασίδων, ζωοσφάχτες, επισκευαστές κρηνών και πηγαδιών, επίλεκτοι πολεμιστές, «κοινωνικοί» ληστές. Αξίες: εξέγερση, μεγαλοψυχία, ριψοκίνδυνη ζωή. Συμπεριφορά: αντικρατική, αντιεξουσιαστική, εναντίον της κρατικής καταπίεσης, κακοδιοίκησης και βίας. Διαβίωση: κοινοβιακή, βουνίσια. Ειδολογία: 150 διαφορετικά ονόματα ζεϊμπέκικων ενσωματώνουν την ανάμνηση των χορευτών τους. Κανόνες συμπεριφοράς: ένα πλήρες σύστημα, εξ ου και οι έκρυθμες καταστάσεις σε περιπτώσεις παράβασής του.

Τι είδους πρόσωπα μεταμορφώνονταν σε αυτούς τους κοινωνικούς ληστές με ποιο τροπο; Πώς διαβιούσαν, γιατί έγιναν αγαπητοί και διάσημοι, με ποιους συμμαχούσαν; Πώς οδηγούνταν στην ηρωοποίησή τους; Γιατί ποτέ δεν έχουν μνήματα αλλά θάβονται σε απρόσιτα μέρη; Πώς φτάνει εκείνος ο διονυσιακός πολεμικός χορός στις μέρες μας; Πόσο βαθιά φτάνει σε θρησκείες και παγανισμούς, πόσο λεπτά εισχωρεί σε πνευματικές ζωές, έθιμα και καλλιτεχνίες Τουρκίας και Ελλάδας; Πώς επιχρωματίζει κοινωνικές και οικονομικές ζώνες, πως στοιχειοθετεί καθημερινούς βίους, με ποιες ακρότητες συνδέθηκε;

Η μελέτη υπήρξε δεκαεπταετής, ψυχοχρονοβόρα και επιτόπια: σε βιβλιοπωλεία, παλαιοπωλεία, μουσεία, καφενεία, ζωγραφική, Καραγκιόζη, θέατρο, κινηματογράφο, δίσκους, λεξικά, λογοτεχνία, περιοδικά, λαϊκά αναγνώσματα, και στις δυο γλώσσες. Όλα τα παραπάνω στοιχεία παρουσιάζονται και ανθολογούνται ερεθιστικότατα, με πλήρη βιβλιογραφία και εικονογράφηση.

Εκδόσεις Άγρα, 2005. Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

11
Μάι.
09

Pelle Carlberg – The Lilac Time (Labrador, 2008)

 

Είδα το πρόσωπό σου στο facebook εχθές και έχασα τον ύπνο μου τραγουδάει στο πανέμορφο ποπίδιο 51,3 ο Pelle Carlberg, και είναι τόσο ευφραντικός, ο άτιμος! Χαμογελάω πικρά βέβαια όσο σκέφτομαι την αναγκαστική αφηγηματική προσγείωση της αθώας «κιθαριστικής» ποπ στα σημερινά δεδομένα: στα 80ς η εξομολόγηση ήταν «σε είδα έξω απ’ την αυλόπορτα» ή «στο τοπικό δισκάδικο μπροστά από τα επτάιντσα» ή «σε χάζεψα στην σκακιστική λέσχη του Μπόλτον κι έχασα το φως μου», σήμερα ο έρωτας ξεκινάει από την πιο μικρή απ’ όλες τις οθόνες.

Μήπως αυτή η φωνή είναι κάπως γνώριμη στους κατοίκους της twee θαυματοχώρας; Μήπως σε κάποιους θυμίζει στιγμές που ονειροπολούσαν ακούγοντας Edson αναμένοντας την έλευση του έρωτα; Αν ναι, θα τους παραδεχτώ: ο Carlberg (Uppsala 1969) υπήρξε πράγματι ο υποκινητής του εξαμελούς εκείνου ιντύποτου ποπ σχήματος. Ο Σουηδός μας γλυκαντής βρίσκεται ήδη στο τρίτο προσωπικό του δισκάκι παίζοντας και πάλι τα περισσότερα όργανα, με εξαίρεση στα ντραμς (Henrik Nilsson) και στο πιάνο (Helena Soderman).

Ο μπαγάσας βέβαια πρόλαβε και μας έκλεψε το λογοπαίγνιο Pelle And Sebastian που να, εδώ στην άκρη των δαχτύλων το είχαμε! Γιατί όντως τα τραγούδια του πιστώνονται σε ικανό βαθμό υπέρ των Γλυκών Γκλασκωβέζων. Η τρυφερή, παιχνιδιόζα ποπ του ανεβάζει ρυθμούς και κατεβάζει αρμονίες ακριβώς από την λουλουδιασμένη επικράτειά τους. Ορισμένα κομμάτια του είναι αρκούντως ζαχαρώδη, άλλα κρατούν έξυπνο μέσο ρυθμό μεταξύ γλυκού και ξινού, το σύνολο όμως δηλώνει πως θα αντέξει σε δεκάδες επισκέψεις.

Οι χρονολογικά καταλογογραφημένες προτιμήσεις του στην προσωπική του ιστοσελίδα, δεν μας αιφνιδιάζουν: οι Cat Stevens, Simon and Garfunkel, Lloyd Cole and the Commotions, The Church, The Lilac Time, Teenage Fanclub ήταν αναμενόμενοι και οι Nick Drake, Eggstone, Popsicle, Burt Bacharach, Belle and Sebastian, The Velvet Underground, The Beautiful South, Jens Lekman, Suburban Kids With Biblical Names, [Ingenting], Hidden Cameras δεδομενόμενοι. Εντάξει ρε Πίλε, άσε κάτι και για μας.

Μπορεί ο PC μουσικώς να είναι ευφραντικός, στιχουργικά όμως προτιμά να χαρακώνει. Σε προηγούμενα τραγούδια του έχει σαρκάσει την υποκριτική τηλεοπτική κάλυψη του θανάτου του Warren Zevon, μια άνευ επιχειρημάτων αρνητική κριτική για δίσκο του, ακόμα και τους απελπιστικά διψήφιους φανς του. Αυτή τη φορά σειρά παίρνουν οι αεροπορικές εταιρείες (Fly Me to the Moon), ορισμένοι ζωόφιλοι (το Animal Lovers αναφέρεται σε εκείνους που αγαπώντας τα ζωάκια φτάνουν στο άλλο άκρο όσον αφορά την μισανθρωπία τους) κι όλοι εκείνοι που μας θεωρούν περισσότερο λάπτοπ παρά ανθρώπους (Tired of Being PC – χμ, κι άλλο αρχικοπαίγνιο).

Ετούτος ο σύγχρονος Πελλέ ο Κατακτητής σαφώς έχει θέση στην προσωπική μας επικράτεια. Aπαντά ο ίδιος γιατί, με το πιο εύηχο μελώδημα: Because I’m Worth It.

Πρώτη δημοσίευση: εκεί.

10
Μάι.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 18

Μίλοραντ Πάβιτς, Το λεξικό των Χαζάρων. Μυθιστόρημα – λεξικό σε 100.000 λέξεις. Γυναικείο αντίτυπο, εκδ. Ηρόδοτος, 1991, μτφ. Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης, σ. 171 (Milorad Pavic, Hazarski Recnik Roman Leksikon u 100.000 Reci. Zenski Primerak, 1998)

Σίγουρα έχετε παρατηρήσει ότι ο άνθρωπος λίγο πριν κοιμηθεί, σ’ εκείνη τη διαρχία ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο εναρμονίζει ιδιαίτερα τη σχέση του απέναντι στην έλξη της γης. Οι σκέψεις του απελευθερώνονται τότε από την ελκτικότητας της γης σε πραγματική αναλογία με τη δύναμη με την οποία η έλκη της γης δρα ενισχυμένα πάνω στο σώμα του. Τη στιγμή εκείνη η ανταλλαγή ανάμεσα στις σκέψεις και στον κόσμο γίνεται πορώδεις, οι ανθρώπινες σκέψεις περνούν στην ελευθερία, όπως σ’ εκείνα τα κόσκινα που έχουν τρία διαφορετικά σε πυκνότητα πλέγματα. Σ’ εκείνη τη σύντομη στιγμή, όταν η παγωνιά διεισδύει ευκολότερα στο ανθρώπινο σώμα, οι σκέψεις του ξεχειλίζουν απ’ αυτόν και μπορούν να διαβαστούν χωρίς μεγάλη προσπάθεια. Τα πρόσωπα που συγκεντρώνουν την προσοχή τους σ’ εκείνον που αποκοιμιέται, θα μπορέσουν χωρίς εξάσκηση να συλλάβουν τι σκέφτεται τη στιγμή εκείνη και ποιον αφορούν οι σκέψεις. Και αν με επίμονη εξάσκηση αφομοιώσετε αυτή την τέχνη παρακολούθησης της ανθρώπινης ψυχής τη στιγμή που είναι ανοιχτή, τη στιγμή αυτού του ανοίγματος μπορείτε να την παρακολουθήσετε όλο και σε μεγαλύτερο χρόνο και όλο και βαθύτερα στο όνειρο και σ’ αυτό μπορείτε να ψαρέψετε, όπως στο νερό, με ανοιχτά μάτια. Μ’ αυτό τον τρόπο γίνεται κανείς κυνηγός ονείρων.

Στον Άρη Μαραγκόπουλο

08
Μάι.
09

Tom McCarthy – Άνθρωποι στο διάστημα

 

«Ο ποιητής (…) εξακολουθεί να επιθυμεί διακαώς να είναι ο δίαυλος ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον κόσμο της φαντασίας, να παραδώσει την πρώτη εμπλουτισμένη, ιριδισμένη από το φως ή το σκοτάδι της δεύτερης. (…) Η φαντασία προστατεύει τον ποιητή από το έρεβος της απελπισίας· τον στέργει σε στιγμές που η αίσθηση της απώλειας ή της προδοσίας, σε όλα τα επίπεδα, του γίνεται αφόρητη» έγραφε ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου στα Δεκαπέντε χρόνια από την πτώση του τείχους (Απ’ αφορμή) (στο συλλογικό τόμο Μετά το ’89. Στους δρόμους της ιστορίας και της λογοτεχνίας, επιμ. Κώστας Βούλγαρης, εκδ. Γαβριηλίδης, σ. 106-107). Μπορεί το εν λόγω κείμενο να εστιάζει στην ποιητική λειτουργία, αφορά όμως την λογοτεχνική δημιουργία εν γένει, πόσο μάλλον όταν αναφέρεται σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές, «κλεπταποδόχος» των οποίων καθίσταται ο λογοτέχνης (ό.π.).

Μια τέτοια ακριβώς μεταιχμιακή ιστορική συγκυρία επιχειρεί ο Μακάρθυ (γενν. 1969) να αποδώσει, εμπλουτισμένη με φαντασιακά και άλλα, όπως θα δούμε, στοιχεία. Οι χαρακτήρες του διασκορπίζονται στη ρευστή και συνεχώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα της «μετά την Βελούδινη Επανάσταση του 1989» Πράγας, στην παραμονή της διάσπασης του κράτους της Τσεχοσλοβακίας. Πρόκειται, αφενός, για μετανάστες των γύρω χωρών, κυρίως Βούλγαρους, που, ματαιωμένοι πια καριερίστες, έχουν ενταχθεί στην παράνομη πλευρά του πολυφυλετικού ιστού της πόλης, σε μια βαθμιδωτή επιχείρηση υπαίθριας πώλησης αναψυκτικών και, αφετέρου, για τον περίλαμπρο περίγυρο των νέων καλλιτεχνών, γκαλεριστών και άλλων φορέων μιας «δυτικόστροφης» πλέον τέχνης. Ο κόσμος τους διασταυρώνεται γύρω από μια βυζαντινή εικόνα που διαφοροποιείται από κάθε ανάλογο έργο μνημειακής ζωγραφικής: ο άγιος είναι άγνωστος, το φωτοστέφανό του ελλειπτικό, η επιγραφή κρυπτογραφημένη, η τεχνοτροπία πρωτόφαντη. Η συμμορία αναθέτει σε καλλιτέχνη την αντιγραφή του έργου, ώστε να το εμπορευτεί απερίσπαστα, αλλά εκείνος κατασκευάζει δύο αντίγραφα, προκαλώντας τριπλή πολιτιστική και κοινωνική ρηγμάτωση.

Ο συγγραφέας ακροβατεί πάνω στις φόρμες της «αστυνομικής» και κατασκοπευτικής περιπέτειας και στην παρουσίαση του σύγχρονου καλλιτεχνικού γίγνεσθαι, προσθέτοντας στοιχεία ιδιότυπου αστικού μυθιστορήματος, τόσο με τις λεπτομερείς περιγραφές των αρτηριών της Πράγας και του Άμστερνταμ –όπου άλλωστε έζησε και δη την συγκεκριμένη περίοδο – όσο και τις εικόνες μιας διαρκώς ανασκαπτόμενης πόλης που επιθυμεί να ανασκευάσει την ιστορία της – εύρημα που χρησιμοποίησε ευφυώς και ο Κάρλος Φουέντες στη νουβέλα Άνθρωποι της λογικής (στη συλλογή Κονστάνσια και άλλες ιστορίες για παρθένους).

Καθώς από ένα σημείο κι έπειτα τα πρόσωπα πολλαπλασιάζονται και οι αρμοί της πλοκής χαλαρώνουν, ο Μακάρθυ μοιάζει να διατρέχει ξώφαλτσα τα μυθοπλαστικά του ευρήματα: Είναι όμως έτσι; Ή μήπως με τον τρόπο αυτό επιθυμεί να εκφράσει την πολυδιάσπαση κάθε υπαρκτής συνοχής; Η καθολική πολυπολιτισμικότητα των σύγχρονων πόλεων (αιχμηρός ο διπολισμός των μεταναστών σε «ανατολικούς» κακοποιούς και «δυτικούς» καλλιτέχνες), η συνδρομή αμερικανών διαφημιστών στη δημιουργία της εικόνας του «νέου» κράτους αλλά και του θεάματος εν γένει στις κακόγουστες εορταστικές εκδηλώσεις της «μετάβασης», η γενιά που περιμένοντας σχεδόν «δικαιωματικά» να πάρει τη σειρά της στους νέους πολιτικούς θώκους του κύκλου του Χάβελ βυθίζεται στον κόσμο των ναρκωτικών, ο αφανισμός της πολιτισμικής κληρονομιάς του πρώην ανατολικού και βαλκανικού κόσμου, όλα μοιάζουν ακριβώς συμπτώματα ενός ολικού κατακερματισμού.

Ο συγγραφέας φαίνεται να προτείνει πως μόνο μια εικαστική δημιουργία μπορεί να αποδώσει έναν τέτοιο κόσμο, εξ ου και η αναπαραστατική μορφή αλλά και οι κρυμμένες λεπτομέρειες που προσδίδει στο κείμενό του. Άλλωστε ο ίδιος είναι εικαστικός καλλιτέχνης, ιδρυτής και γραμματέας της International Necronautical Society, μιας «πρωτοποριακής» καλλιτεχνι­κής ομάδας που συνδυάζει πλείστες μορφές λόγου και τέχνης. Σ’ έναν τέτοιο κόσμο εικονιστικής πραγματικότητας, το αντίγραφο δεν έχει καμία διαφορά από το πρωτότυπο, εφόσον μεταφέρει το ίδιο μήνυμα κι έχει πανομοιότυπη λειτουργία. Πιθανώς σύντομα θα η αντίληψη της πραγματικότητας θα είναι η ίδια είτε χρησιμοποιούμε τα μάτια μας είτε διαβάζουμε την βασισμένη σε ακουστικές συσκευές παρακολούθησης έκθεση ενός μυστικού αστυνομικού (που παρεμβαίνει εδώ ως αφηγηματική φωνή).

Εν τέλει ο κάθε άνθρωπος μετεωρίζεται πλέον σε ένα αχανές διάστημα, όπως αργά η γρήγορα οι περισσότεροι χαρακτήρες, όπως οι άνθρωποι και τα κτίσματα στο φόντο της αγιογραφίας. Αιωρείται στους μη τόπους της ατομικότητάς του, στο κενό πεδίο της ύπαρξής του ή ως μεταφορά μιας υπερβατικότητας που φαντάζει ανέφικτη στους σύγχρονους όρους της ζωής μας. Ή όπως ο κοσμοναύτης που εγκαταλείφθηκε στο διάστημα μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, η παρουσία του οποίου στον ουρανό προκαλεί στους ήρωες σκέψεις, ειρωνικά βλέμματα ή ανέκδοτα, γιατί δεν γνωρίζουν πως καθρεφτίζει τη δική τους αιώρηση στο Τίποτα.

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Πάπυρος, 2008, μτφ. Όλγα Γεράκη, σ. 352 (Tom McCarthy, Men in space, 2007).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 550, 30.4.2009, υπό τον τίτλο Θραύσματα του κόσμου «μετά το ’89». (και εδώ)

06
Μάι.
09

Περιοδικό Νέα Συντέλεια, τεύχος 8-9-10 (2008)

 

Οφείλω … να κοιτάζω τον κόσμο μ’ ένα διαφορετικό μάτι, οφείλω να προσπαθώ να διευσδύσω σ’ αυτόν, από ασυνήθιστους δρόμους…Κάνω στ’ αλήθεια μεγάλη προσπάθεια για να βρω αφηγηματικές μορφές που να μην είναι εκείνες του παρελθόντος…ομολογούσε ο Μικελάντζελο Αντονιόνι – και ο (ποιητής και ιστορικός κινηματογράφου) Αντρέας Παγουλάτος αναζητά την επίτευξη του ευσεβούς πόθου σε ένα κείμενο για την Κόκκινη Έρημο του σκηνοθέτη.

Εδώ διαδραματίζεται μια Συντέλεια Αφιερωμάτων: Αρχικά, στο εκατόφυλλο συνοδευτικό βιβλιαράκι, μια μύηση στην σύγχρονη βραζιλιάνικη λογοτεχνία και δη του μοντερνισμού και των πρωτοποριών με 6 διηγήματα των Joao Guimaraes Rosa, Graciliano Ramos και της υπέροχης Clarice Lispector, ενώ από την ανάποδη πλευρά εισερχόμαστε στην χυμώδη ποίηση του Lawrence Ferlinghetti, ακόμα και στην ανέκδοτη. Στο κυρίως τεύχος, πλήρεις σελίδες για τον Νίκο Εγγονόπουλο αλλά και για τον και από τον Νάνο Βαλαωρίτη: κείμενα, εξομολόγηση στην Ιουλία Ραλλίδη για τα έργα και τις ημέρες του στα πανεπιστήμια του ψυχεδελικού Σαν Φραντσίσκο του 1969 αλλά και το θυελλωδέστερο γραπτό εδώ (Για μια Οικολογία της Ποιητικής Γραφής): μια Βαλαωρίτεια Κοσμογονία της Ποίησης (από τον Όμηρο και τους Συμβολιστές, τους Νταντά και τους Φουτουριστές, στους Υπερρεαλιστές, το Νέο Γαλλικό και τους Καταστασιακούς, κι από τον Ζήνωνα, τον Τρισμέγιστο, τον άλλον, τον παλαιότερο (Α.) Βαλαωρίτη στην Joyce Mansour και τον Dylan Thomas), ένα εμβάπτισμα – ποταμός και ταυτόχρονα μια άτακτη εξομολόγηση επιλογών: Διαβάζω το Paradis του Σολέρς και αφήνομαι στο ρεύμα της γλώσσας…Είναι ένα λουτρό ελεύθερης κολύμπησης στα νερά των φράσεων που παφλάζουν γύρω μου.

Οι γνωριμίες με τις άγνωστες λογογωνίες συνεχίζονται σε διπλή κατεύθυνση: αφενός σε ένα δεκαεξάπτυχο για ποιητές και συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής (Vicente Huidobro, Gonzalo Rojas, Virgilio Pinera), σε ποίηση και πρόζες από την Πορτογαλίδα Sophia de Mello Breyner Andresen και τον Ρουμάνο Sebastian Reichman και αφετέρου σε ανέκδοτες γραφές των Ρεμπώ, Εμπειρίκου, Βαρβιτσιώτη, και ξανά των αεικίνητων Βαλαωρίτη και Παγουλάτου. Πίνακες, σχέδια και φωτογραφίες εικονογραφούν ορισμένες από τις 184 μεγαλοσελίδες, ενώ στο τρίτο νεοσυντελειακό cd ο Ν. Βαλαωρίτης απαγγέλλει ποιήματά του, ενώ ποίηση Εμπειρίκου, Beckett, Σαπφούς κ.ά. ενδύεται μουσικά από Σάκη Παπαδημητρίου, Αναστασία Παπαδημητρίου, Θάνο Μικρούτσικο κ.ά. και φωνητικά από Γεωργία Συλλαίου, Λιζέτα Καλημέρη, Δημήτρη Νικολούδη, Βάνα Βερούτη κ.ά.

Ιδανικός επίλογος οι Εμπειρίκιοι στίχοι από το ποίημα βρέθηκε στην αποθήκη του αθηναϊκού του διαμερίσματός το 2006: Είμαστε τα εργοστάσια της ζωής αφού είμαστε τα εργοστάσια των ερώτων / Κ’ είναι πολύ δική μας η φωτιά που μας κινεί αφού υπάρχει εντός μας.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

04
Μάι.
09

Λεονάρδο Παδούρα – Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη

Τα πάντα είναι ένα καθαρό θέατρο, τραγουδούσε η La Lupe στο υπέροχο ομώνυμο τραγούδι (γνωστό από την Αλμοδοβαρική του επανεμφάνιση), εκφράζοντας περιπαθώς την ουσία των μπολερό. Στο ψευδεπίγραφο αλλά σαγηνευτικότατο αυτό μέλος της κουβανέζικης μουσικής φαντασμαγορίας καταδύεται ο Μάρκο Κόντε, ανιχνευτής μυστηρίων ήδη γνώριμός μας από πέντε μυθιστορήματα του Λεονάρντο Παδούρα (Αβάνα, 1955): την τετραλογία Οι τέσσερις εποχές και το Αντιός Χέμινγουεϊ. Ένα παράλληλο Puro Teatro, όμως, φαίνεται να αποτελεί πλέον ολόκληρη η πολυπαθής και πολυύμνητη Κούβα, η σκληρή κοινωνική πραγματικότητας της οποίας συχνότατα εγγράφεται συγκαλυμμένα ή απροκάλυπτα μέσω της παρακαμπτήριας αστυνομικής μυθοπλαστικής οδού.

Στην εξαθλιωμένη λοιπόν Αβάνα της ελεύθερης πτώσης των εκδόσεων και της θλιβερής παρακμής των βιβλιοπωλείων, της εκποίησης των σπιτικών βιβλιοθηκών λόγω πείνας και της κατάληξης των ευγενικών συντρόφων στο ταξίδι της ζωής στο σφαγείο της αγοράς, ο Κόντε, αποστρατευμένος πια απ’ τους ρυπαρούς αστυνομικούς φακέλους, προσπαθεί ως έμπορος βιβλίων να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιβίωσή του και στη διάσωση τίτλων – αριστουργημάτων της κρεολικής βιβλιογραφίας των δυο προηγούμενων αιώνων. Στο ενδιάμεσο φροντίζει να σπαταλά το μερίδιό του σε μυθικά γεύματα παρέα με τους ενδεείς φίλους του στα εξαθλιωμένα τους σπιτικά ή στα κρυμμένα ιδιωτικά παλαζάρ, με υλικά πενιχρά μα εμπνευσμένα από σπάνια, «σχεδόν τρομοκρατικά» βιβλία συνταγών, εξαφανισμένων τελεσίδικα από τον συλλογικό γαστρονομικό χάρτη της χώρας – οι σχετικές σελίδες δεν μπορούν παρά συγκινητικά να μας θυμίζουν την κατά Μυρζέ Ζωή των Μποέμ.

Ίσως είναι, λοιπόν, φυσικό το λιανισμένο σώμα και η συντετριμμένη ψυχή του να αναζητά ένα μονοπάτι θαυμάτων μέσα στις περίκλειστες βιβλιοθήκες ή, απλώς, «το αδιανόητο», όσο αναμενόμενο είναι να το βρει τελικά στο πρόσωπο μιας γυναίκας που εντοπίζει τυχαία σ’ ένα καταχωνιασμένο απόκομμα. Η αναζήτηση της Βιολέτας ντελ Ρίο, αφανούς καλλιτέχνιδος των μπολερό και σχεδόν ψυχορραγούσας ερμηνεύτριας της ερωτικής ποίησης των τροπικών, με έναν και μοναδικό δίσκο μα και ορισμένα αδιόρατα ίχνη στην προσωπική του οικογενειακή ιστορία, γίνεται για τον Κόντε πορεία αναπότρεπτος. Πώς και πού να εντοπίσεις όμως την αχνή φιγούρα μιας εποχής όπου μπορούσες σχεδόν να κόψεις την κατακλυσμιαία μουσική της ατμόσφαιρας με μαχαίρι; Στην διεφθαρμένη αρένα των πορνείων, των καζίνο και των κέντρων διασκέδασης της προεπαναστατικής Κούβας ή στα συνωστισμένα εσωτερικά δωμάτια και τις δυσώδεις εσωτερικές αυλές των εξαθλιωμένων γηγενών και μεταναστών της μετά – Κάστρο εποχής; Και πώς να πλοηγηθεί κανείς στη ζούγκλα της κρεολικής ζωής της τρίτης χιλιετίας, όπου κλέβει μέχρι κι ο Θεός;

Ο συγγραφέας σχεδιάζει τον «αστυνομικό» του μύθο πάνω στον καμβά της σύγχρονης Κούβας, όπου η σκέψη της έλλειψης κάθε νοητού πράγματος αποτελεί μια μόνιμη διανοητική κατάσταση και όπου τα σοκάκια των συνοικιών, οι αίθουσες υποδοχής για σαντέρος και πνευματιστές και τα εξομολογητήρια των εκκλησιών ξεχειλίζουν από υπερβολικά πολύ κόσμο χωρίς τίποτα να κάνει ή να χάσει. Ρομαντικός, ακόμα, αριστερός, ο Κόντε αισθάνεται ως ιερή αποστολή του την συντροφιά μέχρι πλήρους απόφραξης αρτηριών από λίπη, νικοτίνη και αλκοόλ στον παχύ ανάπηρο φίλο του Κοκαλιάρη Κάρλος και υποφέρει σιωπηλά στις σκληρές στιγμές του ξεπουλήματος των βιβλιοθηκών από αξιοπρεπείς λιμοκτονούντες.

Περισσότερο κι από την αργή και βασανιστική ερμήνευση του ανεξήγητου ορμονικού φλογίσματος που του προκαλεί εκείνη η θελκτική μορφή, ο Κόντε αναζητά τις δικές του αλήθειες – άλλωστε στην ερώτηση «τι ψάχνει πια να βρει» στο χαμένο παρελθόν απαντά «εκείνο που δεν έχω μάθει ακόμα». Ίσως φωνές σαν της ντελ Ρίο απαιτούν απόσταση και ταυτόχρονα διεκδικούν το ελάχιστο αίτημα να μη χαθούν αμετάκλητα στη λήθη· ίσως πάλι αισθάνεται πως πρέπει να φύγει μακριά και ν’ αφήσει τους νεκρούς, τους τσακισμένους και τους ηττημένους να μείνουν κρυμμένοι στο παρελθόν το χαμένο στην ομίχλη, εκεί όπου έπρεπε ν’ αναπαυθούν εν ειρήνη.

Όμως ακόμα και στην σάπια κινούμενη λάσπη του κόσμου του, μπροστά στο υπόγειο λαθρεμπόριο των κρεολικών βιβλίων και την αφαίμαξη ακόμα και δημόσιων βιβλιοθηκών που ροκανίζουν σήμερα την πολιτιστική κληρονομιά της Κούβας, ικανοποιώντας τους ανά τον κόσμο συλλέκτες, ο Κόντε ήδη γνωρίζει το τρυφερό του χρέος. Αφήνει στην άκρη τη νομιμότητα και τελικά διαπράττει το αδιανόητο: η κλοπή των βιβλίων γίνεται, πλέον, ιερή και η διαμοίρασή τους στους κατάλληλους ανθρώπους μπορεί να εμπνεύσει ακόμα και τον έρωτα!

Συντεταγμένες: Eκδόσεις Καστανιώτη, μτφ. Κώστας Αθανασίου, σ. 364 (Leonardo Padura Fuentes, La neblina del ayer, 2005).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 550, 30.4.2009, υπό τον τίτλο Θραύσματα του κόσμου «μετά το ’89» (και εδώ).

03
Μάι.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 17

Αλέξανδρος Κοτζιάς, Αντιποίησις αρχής, εκδ. Κέδρος, 1979, σ. 219 (της 7ης έκδοσης, 1984).

Οι νυχτερίδες της πολιτείας έχουν ξετρυπώσει, όπως κάθε νύχτα, στα πεζοδρόμια της Ομόνοιας· κλωθογυρίζουνε ή κοντοστέκουν στα φανάρια στα περίπτερα – μεσόκοποι τύπου που ποτέ δεν έχουνε ξυπνήσει από τη χθεσινή κραιπάλη, επαγγελματίες ασίκηδες με το μάτι άγρυπνο κάτω από το γερμένο βλέφαρο, γέροντες κράχτες ακάθαρτοι και ασθματικοί, στρουμπουλές με κολλητά παντελόνια και λουστρίνια ψηλοτάκουνα, μελαμψά αγόρια με σπυριά στο σαγόνι με δίψα και ετοιμότητα στο βλέμμα, μούμιες με χωρίστρα στα κοντά μαλλιά και αντρίκειο αδιάβροχο, μανιακοί της σκιάς και τη μοναξιάς περίτρομοι σαν όρθια σκουλήκια. Τα παρδαλά συντριβάνια της πλατείας έχουν πια στερέψει – η ώρα έντεκα – σκοτεινά και άψυχα τα παράθυρα στα μέγαρα των συναλλαγών, ακόμα και στα ξενοδοχεία· σε λίγο θα σβήσουν κι οι φανταχτεροί καταρράχτες στις διαφημίσεις, μόνο δυο υπόγεια κέντρα κι ένα καφενείο θα μείνουν φωταγωγημένα ως τα χαράματα. Μπροστά στις αυτόματες σκάλες, που έχουνε σταματήσει πια να κυλάνε πάνω-κάτω, τρία λουσάτα κορίτσια διαπληκτίζονται σε γλώσσα ακατανόητη – το ένα, παρά το φκιασίδι και τα κοκκινάδια, διακρίνεται φρεσκοξυρισμένο κόντρα.

 Στον Αιμίλιο Καλιακάτσο 




Μαΐου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 1.034.457 hits

Αρχείο