Αρχείο για Μαΐου 2009

31
Μάι.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 21

Pedro Almodovar, Αυτοσυνέντευξη 1984, από το: Πάττυ Χύμα κι άλλα κείμενα, εκδ. Βαβέλ – Σέλας, 1993, μτφ. Βιβή Φωτοπούλου, σ. 104 (Pedro Almodovar, Patty Diphusa y Otros Textos, 1991)

E: Πολλές φορές απορούμε με την ασταμάτητη δραστηριότητά σου.
Α: Ωθείται από την απελπισία… Εμένα η δουλειά δεν με χαλαρώνει, αντίθετα μάλιστα, μου ανοίγει τις πόρτες για νέες απογοητεύσεις. Αυτό δεν θα πει ότι δεν την απολαμβάνω. Απολαμβάνω πολύ αυτά που κάνω, αλλά δεν είμαι αυτάρεσκος. Όταν τελειώνω μια ταινία, ένα δίσκο ή μια παράσταση, νιώθω πολύ χειρότερα απ’ ό,τι πριν αρχίσω. Νοιώθω επιτακτική ανάγκη να πέσω με τα μούτρα σε κάποιο νέο σχέδιο. Είμαι ένας σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, γεμάτος ακατάστατες ιδέες, πολιτισμικά κενά και αντιφατικά συναισθήματα. Η συστολή, η ανασφάλεια κι η ανάγκη να μην κάθομαι με τα χέρια σταυρωμένα είναι επίσης στοιχεία αυτού του σταθμού.

Στον Σάκη Σερέφα

Advertisements
29
Μάι.
09

Λογοτεχνικά αίθρια: Η 2η Λογοτεχνική Συνάντηση στο DASEIN. Συνομιλία με τον Ηλία Μαγκλίνη

 

Μπορούν τα λογοτεχνικά φεστιβάλ να αποτελέσουν «αίθρια» συνεύρεσης μιας ευρύτερης αναγνωστικής κοινότητας, όπου λογοτέχνες, κριτικοί, ιστολόγοι και αναγνώστες συνομιλούν για την λογοτεχνία, συμμετέχουν στην δημιουργία της και την βιώνουν με πολλούς τρόπους; Η ανάγνωση ενός κειμένου από τον ίδιο τον συγγραφέα προσθέτει παράλληλες ή διαφορετικές αναγνώσεις μέσω της ακρόασης και της προφορικότητας του έργου του; Σε ποια έκταση η παραπάνω διαδικασία αποτελεί μια διαφορετική ή χρήσιμη λειτουργία όσον αφορά την πρόσληψη της λογοτεχνίας; Και σε ποιο βαθμό αποτελούν πεδίο συνομιλίας Ελλήνων και ξένων λογοτεχνών και, γενικότερα, αμφίπλευρης επίδρασης μεταξύ τους; Αυτά είναι μερικά από τα ζητήματα που θέτει η φετινή, 2η Λογοτεχνική Συνάντηση στo DASEIN.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τις εκλεκτικές συγγένειες μυθοπλασίας και επιστήμης που θα αναδείξει ο Σλοβάκος πεζογράφος Γκούσταβ Μούριν (Gustav Murin), διακεκριμένος βιολόγος στο πανεπιστήμιο Comenius της Μπρατισλάβα, ερευνητής αλλά και μπλόγκερ (http://muringustav.blogspot.com/). Από την ποιητική ενσωμάτωση των προπολεμικών κατακτήσεων της βιολογίας στο Ταξίδι στην Αρμενία του Ο.Ε. Μαντελστάμ μέχρι τους κόσμους της επιστημονικής φαντασίας και την σύγχρονη άνθηση του «επιστημονικού» (μαθηματικού, βιολογικού κ.ά.) μυθιστορήματος, η λογοτεχνία και οι φυσικές επιστήμες συχνά συγχρωτίζονται, δημιουργώντας η καθεμιά τους καρποφόρες ζώνες ή και ενδοχώρες ετερότητας στις επικράτειές τους.

Από την άλλη πλευρά, ο Ηλίας Μαγκλίνης, έχοντας στην πρόσφατη νουβέλα του (Η Ανάκριση) προκρίνει την συνύπαρξη της λογοτεχνίας με τις εικαστικές και παραστατικές τέχνες, δημιουργεί με τη σειρά του σειρά ερεθιστικών ερωτημάτων. Είναι γόνιμη η σύνδεση λόγου, εικόνας και μουσικής μέσα στο ίδιο λογοτεχνικό κείμενο; Δημιουργούν τα στοιχεία αυτά μια διαπλάτυνση της γεωγραφίας του, αποτελούν μια παράλληλη ή παραπληρωματική «αναγνωστική» πρόταση; Είναι δυνατή η συγγραφική διαχείριση της σωματικότητας και του σώματος εν γένει;

Η φετινή, 2η Λογοτεχνική Συνάντηση στο DASEIN αποτελεί εύφορο πεδίο παρόμοιων προβληματισμών που θα διερευνηθούν με τη βοήθεια των ίδιων των δημιουργών.

Συνομιλία με τον συγγραφέα Ηλία Μαγκλίνη (Η ανάκριση)

1. Η ηρωίδα σας, επηρεασμένη από την συνονόματη της καλλιτέχνιδα Μαρίνα Αβράμοβιτς, επιδίδεται σε ακραίες περφόρμανς σωματικής τέχνης και κακοποίησης του σώματός της αναπαράγοντας τους βασανισμούς που υπέστη ο πατέρας της. Πρόκειται για προσπάθεια οικειοποίησης ιστορικών ρόλων, επιθυμία συνομιλίας μαζί του, προσωπική έκφραση ενοχικών ή άλλων συναισθημάτων;

Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, για την Μαρίνα είναι η μοναδική οδός προς την απόκτηση ταυτότητας – αν και η οδός αυτή δεν έχει σημείο τερματισμού. Η Μαρίνα νιώθει ότι πρέπει να διανύσει αυτή τη διαδρομή μέσω της πατρικής φιγούρας. Τσαλαβουτώντας στα τραύματα του πατέρα της επινοεί νέες πληγές, νέες ηδονές. Δεν προσπαθεί να μιμηθεί αλλά να αφομοιώσει. Είναι μια ατέρμονη προσπάθεια χωρίς τέλος.

2. Αντιμετωπίσατε το σώμα ως παραμελημένο φορέα της ύπαρξης, μοχλό συναισθηματικής πίεσης (μήπως και ποίησης;), διαχειριστή συλλογικής μνήμης και λήθης;

Με ενδιαφέρει πολύ το πώς το σώμα εγγράφει την Ιστορία πάνω του ή πώς η Ιστορία γίνεται κάθε τόσο σώμα. Το σώμα δεν ηδονίζεται μόνο και πονάει αλλά θυμάται κιόλας. Μάλιστα, θυμάται και πράγματα που δεν έχει ζήσει ή προσπαθεί να τα θυμηθεί. Εδώ, έννοιες όπως «μνήμη» και «επινόηση» διαπλέκονται διαρκώς μέσα σ’ έναν πολτό από δέρμα, αίμα και σπλάχνα.

3. Η μουσική ενυπάρχει στο κείμενο ως παρουσία και πρόταση, ενώ η ηχητική εν γένει αποτελεί βασικό στοιχείο της αποτρόπαιου καλλιτεχνικού κόσμου της Μαρίνας. Πώς αντιμετωπίσατε την παραπάνω σχέση;

Η «Ανάκριση» έχει ένα ιδιότυπο, δικό της soundtrack. Πέρα απ’ αυτό όμως, προσπάθησα πολύ η γλώσσα, η αφήγηση να έχουν μια μουσικότητα δίχως ίχνος λυρισμού όμως. Ας πούμε, είναι ένα τραγούδι χωρίς λόγια.

4. Μήπως το σώμα και οι τέχνες στην Ανάκριση υποδηλώνουν την αδυναμία των λέξεων και καλούνται να μιλήσουν για το ανείπωτο; Μπορείτε να φανταστείτε την παράλληλη – εκτός κειμένου – ή συμπληρωματική έκφραση αυτής της σωματοποιημένης σχέσης μέσω άλλων τεχνών αλλά και το αντίστροφο;

Ακόμα κι αν υποδηλώνεται μια αδυναμία των λέξεων ή μια έκκληση στο να μιλήσουν για το ανείπωτο, οι λέξεις είναι όλα όσα έχω, όσα είχα δουλεύοντας την «Ανάκριση». Όταν επινόησα τις εικαστικές δράσεις της Μαρίνας, προσπάθησα να λειτουργήσω ως εικαστικός, έστω και για λίγο. Από αυτή τη σκοπιά, η Μαρίνα φέρει αυτούσια την ανωριμότητα ή ανικανότητά μου ως εικαστικού καλλιτέχνη. Όμως, από κει και πέρα, η απόδοση, η περιγραφή αυτών των δράσεων στο κείμενο είχαν μόνον ένα συστατικό στοιχείο: τις λέξεις.

5. Τι είδους «ωφέλειες» μπορεί να αποκομίσουν συγγραφείς και αναγνώστες από παρόμοιες εκθέσεις λογοτεχνικών κειμένων ενώπιον κοινού;

Ενίοτε η δημόσια ανάγνωση αναγεννά ένα κείμενο – αλλά μπορεί και να το καταστρέψει, για λίγο έστω. Είναι καλό να βγαίνει ο γραφιάς απ’ το καβούκι του, και είναι πολύ καλό επίσης να μην αποκλείουμε τη λογοτεχνία απ’ τη σαγήνη του προφορικού λόγου – ή και την απομάγευσή του. Όπως λέει και μια διαφήμιση, λερωθείτε, κάνει καλό.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 554, 29.5.2009. Στην επόμενη ανάρτηση, η συνομιλία με τον Γκούσταβ Μούριν.

27
Μάι.
09

Άρης Μαραγκόπουλος – Διαφθορείς, Εραστές, Παραβάτες. Κείμενα για την Ανα-θεώρηση της Νεοελληνικής Πεζογραφίας

Λογοτέχνης, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, κριτικός, ξεναγός μας στα χωράφια του Τζέιμς Τζόις και στο Αγαπημένο Βρωμοδουβλίνο, εκδότης των Τόπος και πάνω απ’ όλα λογοτέχνης (με πιο πρόσφατη εσοδεία δυο πολύ δυνατά βιβλία – Η μανία με την άνοιξη και True Love) ο Α. Μαραγκόπουλος (Αθήνα, 1948) συντάσσει ευφυώς εδώ μια Νεωτερική Γεωγραφία της Νεοελληνικής Πεζογραφίας σε ένα πρελούδιο, 5 τμήματα κι ένα επίμετρο. Ξεκινώντας με έναν ευφυή παραλληλισμό του Μοντέρνου στη λογοτεχνία με το Ροκ και του Μεταμοντέρνου με το Ρεμίξ και παρουσιάζοντας τις ειδοποιούς διαφορές των δύο διαμετρικά αντίθετων αυτών περιοχών (που συχνά συγχέονται), επιχειρεί μια νέα ανάγνωση νεοελληνικών κειμένων που ορίζει ως παραβατικά.

Αν η κατάκτηση της νεωτερικής λογοτεχνίας τον 20ό αιώνα ήταν να την δει ο αναγνώστης ως αυθύπαρκτο σώμα (εφόσον οι μοντερνιστές συγγραφείς – Τζέιμς, Κάφκα, Γουλφ – επέμειναν στην δική τους δυνάμει πραγματικότητα, αργότερα δε – Μπόρχες, Τζόις, Μπέκετ, Μπροχ, Πίντσον – υποκατέστησαν τον Δημιουργό, και το κείμενό τους το Σύμπαν), η νεωτερική κριτική οφείλει να αντιμετωπίσει την Λογοτεχνία ως Πόρνη, ως αυθύπαρκτο ζωντανό σώμα που (φαντάζεται πως) εισέρχεται κάποιος για πρώτη φορά. Εκεί που ο μέσος αναγνώστης την αντιμετωπίζει με τρόμο, σαν το σώμα λιπόθυμης γυναίκας, ο νεωτερικός αναγνώστης πρέπει ν’ ανακαλύπτει ίχνη άλλων εραστών – συγγραφέων και αναγνωστών, ο δε νεωτερικός κριτικός να γνωρίζει πως στο χέρι του είναι να αναστηθεί, να φιλήσει το συφιλιδικό της στόμα, κι όταν εκείνη αφυπνιστεί να μην φοβάται την ασύστολη γλώσσα της, την αδιαντροπιά της, τα ανοίκεια κουνήματα και την διασάλευση των κανόνων. Κάθε φορά είναι μια καινούργια φορά.

Στη χώρα μας η λογοτεχνία από την αρχή της φορτώθηκε με μια σειρά ιδεολογημάτων. Έγινε μηχανισμός εξασφάλισης εθνικής ταυτότητας, παράγοντας πατριδογνωσίας, της κόλλησαν την ετικέτα της ηθογραφίας αρχικά, την αριστερή θέση της «στρατευμενης» ανάγνωσης αργότερα. Έπρεπε να αποδείξει την ελληνικότητά της (έννοια ευρύτερη από εκείνη του «ελληνοκεντρισμού»), να καλύψει την απώλεια της ιστορικής συνέχειας, του χρόνου, της γλώσσας. Σπάνια εκτιμήθηκαν η αισθητική, η καθεαυτό λογοτεχνική αξία, η λογοτεχνικότητα. Γι’ αυτό και μας λείπει ένας χάρτης της νεοελληνικής λογοτεχνικότητας, του ύφους, του στιλ, των τεχνικών.

Σήμερα, μετά την εμπειρία του μοντερνισμού, μπορούμε να διαβάσουμε διαφορετικά και να καταλάβουμε αυτή την πεζογραφία που ως τώρα ήταν χαντακωμένη μέσα στα παραπάνω ιδεολογήματα ή παρέμενε άγνωστη και περιθωριοποιημένη. Η νεωτερική/ παραβατική λογοτεχνία κατά τον Α.Μ. διαβάζει όλη την προηγηθείσα απλώς υπό νέα οπτική και ενδιαφέρεται για κάθε λογοτεχνία που παρεκκλίνει από τον συμβατικό κανόνα και μιλά μιαν άλλη φωνή. Εδώ απόψεις του τύπου «Μοντέρνοι υπήρξαν μόνο ο Σκαρίμπας κι ο Πεντζίκης άντε κι ο Καχτίτσης, μοντερνισμός ουδέποτε υπήρξε στην Ελλάδα, αν υπήρξε περιορίστηκε στην Γενιά του Τριάντα και δεν έχει σχέση με την παράδοση, ένα έργο για να θεωρείται νεωτερικό αρκεί να έχει νεωτερικούς αφηγηματικούς τρόπους» καταβαραθρώνονται.

Φανταστείτε! Ο Μαραγκόπουλος διαπιστώνει ψήγματα μιας παραβατικότητας ήδη από την πρώιμη μεταπελευθερωτική πεζογραφία, που αργότερα γίνονται ολοφάνερα στους πρωτοπόρους Μητσάκη, Βιζυηνό, Ροΐδη, Παπαδιαμάντη. Πρόδρομοι παραβάτες όλοι, που συγκροτούν την προϊστορία ενός αυτόχθονος μοντερνισμού, όπως και οι Ραμπελέ, Στερν, Φίλντινγκ, Ντεφό, Σουίφτ, Ντιντερό, Φλομπέρ, Ισμάν, Τζέιμς, Γουλφ κ.ά. που συγκρότησαν το αντίστοιχο ευρωπαϊκό κεφάλαιο! Μετά έσπειραν οι Ροδοκανάκης, Χατζόπουλος, Θεοτόκης, Καρυωτάκης, οι κατεξοχήν παραβατικοί Αξιώτη, Σκαρίμπας, Χάκκας, Μπεράτης, Καχτίτσης, Πεντζίκης, η Σχολή της Θεσσαλονίκης (Γιαννόπουλος, Σπανδωνίδης), οι του ’30, οι «κατοχυρωμένοι» νεωτερικοί (Χειμωνάς, Γονατάς, Σχινάς, Βαλαωρίτης), κι άλλοι ανένταχτοι, από τον Χάκκα ως τον Αριστοτέλη Νικολαΐδη.

Σε ειδικότερα κεφάλαια ξαναδιαβάζονται οι πρωτομοντερνικές περιπτώσεις των Βιζυηνού και Παπαδιαμάντη, οι Αριστεροί Μοντερνιστές (ο κατάμαυρος Βουτυράς, ο υπογράφων ως ποιητής, διαγνωστικός, πολεμικός Νικόλας Κάλας, τραγικά προχωρημένος για την εποχή του, οι Τσίρκας, Αλεξάνδρου, Ρίτσος) και οι Ευρωκεντρικοί Μοντερνιστές (Καΐμη, Σεφέρης, Εμπειρίκος, Υπερρεαλιστές). Βαθειά νερά, φλογερή γραφή, ευανάγνωστες παραπομπές, σύντομα μικρά κομμάτια που βοηθούν στην κατανόηση και αποστάζουν όλη την ουσία.

Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 379. Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες ο συγγραφέας και ο Νικόλας Κάλας, μπροστά στα αχανή τοπία της έμπνευσης.

26
Μάι.
09

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα – Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα

Θέατρο εργαστήρι Μαύρη Σφαίρα

Το κεφάλι μου και τα χέρια μου είναι γεμάτα μάτια αν θέλω να δω τόσο άσχημα πράγματα.

Το σπίτι της χήρας Μπερνάρντα Άλμπα ζει μέσα στο απόλυτο πένθος. Ο θάνατος του Πατέρα Αφέντη σηματοδοτεί την εγκαθίδρυση της εξουσίας της πάνω στις πέντε κόρες, ορίζοντας απερίφραστα οκτάχρονο θρήνο: ο αέρας του δρόμου να μην μπει στο σπίτι. Οι Αγκούστιας, Μαγκνταλένα, Αμέλια, Μαρτίριο, Αδέλα βιώνουν η καθεμία χωριστά τον εγκλεισμό και την στέρηση της επαφής με το άλλο φύλο. Μόνη τους διέξοδος οι ανακυκλωτικές συζητήσεις, ανάμεσα σε σκληρές κακεντρέχειες και αναζωογονητικά κουτσομπολιά. Με το ζοφερό κλίμα έχουν συμβιβαστεί η οικονόμος Πόνθια και η μητέρα της Μπερνάντα Μαρία Χοσέφα.

Το τελευταίο έργο που έγραψε ο Λόρκα (1936, παράστ. 1945, τρίτο μέρος της τριλογίας της Ισπανικής Υπαίθρου μαζί με τη Γέρμα και τον Ματωμένο Γάμο) μοιάζει να αντικαθρεφτίζει τις δυο όψεις του φρανκικού καθεστώτος: ο τύρρανος, οι υποταγμένοι, οι ανυπότακτοι. Στους τελευταίους ανήκει μόνο η Αδέλα, που αρνείται να προσφέρει τη νεότητά της σφάγιο στις κοινωνικές συμβάσεις και απειλεί να βγει στο δρόμο με το πράσινο φόρεμά της. Πάνω απ’ όλα όμως επιθυμεί και την σωματική της ελευθερία και την παράδοση στον έρωτα του Πέπε Ρομάνο, κρυφού ποθητού υποκειμένου για τις αδελφές και δόλιου μνηστήρα της κληρονόμου (μεγαλύτερης) κόρης. Ο Ρομάνο, όπως και κάθε άλλος ανδρικός χαρακτήρας υπάρχει μόνο δια της σκηνικής του απουσίας.

Εδώ δεν υπάρχει η σπαρακτικά ωραία φύση της ποίησης του Λόρκα – οι περίκλειστες αυτές υπάρξεις κινούνται σ’ έναν μαύρο, ημιφωτισμένο χώρο, ένα α-τοπο που εκφράζεται ιδανικά στον underground χώρο της Μαύρης Σφαίρας που λειτουργούσε ως καταφύγιο πολέμου στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής και διαμορφώθηκε το 2002 σε μικρό 25θέσιο θεατράκι αφήνοντας ανέπαφα τα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά. Έξω από το σπίτι βρίσκεται ο κόσμος, οι ποθητοί άντρες, οι δυνάστες άντρες, ένα χωρίς ποτάμι ανδαλουσιανό χωριό, όπου τα πάντα ρυθμίζονται από την αγωνία της υπόληψης και τον τρόμο της κακογλωσσιάς.

Οι κόρες ετοιμάζονται να αλληλοσπαραχθούν, η σκληρή Μπερνάρντα ρίχνει στα μάτια της την στάχτη της περηφάνιας και επιβάλλει τον απόλυτο κανόνα: Ό,τι έχει ο καθένας μέσα του ας το κρατά για λογαριασμό του, εγώ θέλω την υπόληψη του κόσμου. Οι κόρες ζούνε για να μαθαίνουν τις ζωές των άλλων, η Μαρτίριο σπαράσσεται από την επιθυμία να καταστρέψει τις ευτυχίες των άλλων, η Αδέλα αφήνεται στο δικό της duente. Υπάρχει δυνατή απόδραση από ετούτη τη Νέκυια, αλλά αυτή είναι ο ίδιος ο θάνατος. Η σκηνοθέτηση και οι ερμηνείες είναι μαγεμένες, με αριστοτεχνική απόδοση των τρυφερών και νευρωτικών υπάρξεων, των γυναικών με τα χαμηλωμένα μάτια, τις αλαφιασμένες ψυχές και την γλώσσα μαχαίρι.

Η μη επιχορηγούμενη Μαύρη Σφαίρα ιδρύθηκε από την Τότα Σακελλαρίου του Θεάτρου Τέχνης, αποτελείται από ομάδα συνεργατών θεατρολόγων και ηθοποιών, λειτουργεί από το 1993 σαν εργαστήριο Υποκριτικής και από το 2000 και σαν θεατρικός χώρος, παρουσιάζοντας ερευνητικές ματιές πάνω στην Καφκική Δίκη και στη Ελιοτική Ερημιά, συνδυασμό Σαρτρ, Ρεμπώ και Μπέκετ και τους Λεόντιο και Λένα του Μπύχνερ.

Μτφ. Νίκου Γκάτσου, σκηνοθεσία Τότα Σακελλαρίου, βοηθοί σκηνοθέτη: Βασίλης Αφεντούλης, Εφη Καλογεροπούλου, Γιώργος Μάρδας, σκηνικά – κοστούμια Ισμήνη Καρυωτάκη. Ηθοποιοί: Τότα Σακελλαρίου, Άννα Μέγα, Εύη Σιδέρη, Σοφία Γκάτση, Καρολίνα Μωρέτη, Μαργαρίτα Λιάκου, Ράνια Σκέρτσου, Αθηνά Μαθιουδάκη, Μαρία Κακούρου, Στέλλα Βασίλα, Μαρίτα Λόλη, Κάντια Ηλιοπούλου. Πέμπτες έως και Σάββατα στις 9.30, μέχρι τις 15 Ιουνίου.

Δημοσίευση και εδώ.

24
Μάι.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 20

Αλεξάντρ Γκριν, Ο κυνηγός των αρουραίων, εκδ. Στιγμή, 1995, μτφ. Γιώργος Τσακνιάς, σ. 19-20

Είναι αλήθεια, αλλά αυτός ο τρόπος μου στην ομιλία δεν ήταν αποτέλεσμα της αρρώστιας – προερχόταν από τη θλιβερή εκείνη αίσθηση, που συνήθως ούτε καν την συνειδητοποιούμε, ότι ο εσωτερικός μας κόσμος δεν ενδιαφέρει παρά ελάχιστους. Εμένα, ωστόσο, μ’ ενδιέφερε έντονα κάθε άλλη ψυχή, και γι’ αυτό μιλούσα λίγο και άκουγα πολύ. Όταν συγκεντρώνονταν αρκετοί, κι ο καθένας πάσχιζε με ζωηρότητα να διακόπτει όσο το δυνατόν συχνότερα τον άλλον έτσι ώστε να τραβάει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή στο άτομό του, εγώ συνήθως καθόμουν στην άκρη. Επί τρεις εβδομάδες διανυκτέρευα σε γνωστούς και σε γνωστούς γνωστών, με τη μέθοδο του αλυσιδωτού οίκου. Κοιμόμουν στο πάτωμα και σε ντιβάνια, στις πλάκες της κουζίνας και σε άδεια κιβώτια, σε ενωμένες καρέκλες – μια φορά μάλιστα κοιμήθηκα στη σιδερώστρα.

Στην Σοφία Νικολαΐδου

22
Μάι.
09

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 496, Μάιος 2009

 

Η νέα, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πορεία της σύγχρονης γερμανικής λογοτεχνίας κατά την τελευταία εικοσαετία, μετά την Πτώση του Τείχους δηλαδή, αποτελεί το αντικείμενο του εξαιρετικού μηνιάτικου αφιερώματος. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της σαφώς αφορά τα βιώματα των πρώην Ανατολικογερμανών πριν και μετά την επανένωση. Ποιοι συγγραφείς κατάφεραν να μυθοπλάσουν την νέα κατάσταση, ποιοι επιμένουν στην ατομική ή συλλογική ευθύνη, ποια βιβλία μίλησαν ανοιχτά για τραύματα ή συμβιβασμούς; Τι συνεχίζουν να γράφουν οι προηγούμενες γενιές, οι άλλοτε ριζοσπάστες της γραφής; Πώς χειρίστηκαν το θέμα οι γνωστοί μας Χάινερ Μύλερ, Κρίστα Βολφ, Ίνγκο Σούλτσε και τι προσθέτουν οι νέες τάσεις, όπως η «Ποπ 2» ή οι εκεί μετανάστες συγγραφείς ή οι τρεις «καταραμένοι» πρωτοπόροι Vesper, Brinkmann, Kippenberger; Εκτός από τρία χορταστικά κείμενα, οι νεαρές κυρίες Σιμπίλε Μπεργκ και Τζέννυ Έρπενμπεκ, φρέσκο αίμα της γερμανικής λογοτεχνίας αλλά και ο «παλιός» Μάρτιν Βάλζερ απαντούν σε σχετικές ερωτήσεις.

Ένα δεύτερο άβατο κι αγκαθωτό χωράφι εξερευνάται στον φάκελο «Νεότερη ελληνική ιστορία και ιστοριογραφία». Με ποιους νέους οδηγούς επιτέλους μπορούμε να «διαβάσουμε» το 1821; Για ποιους λόγους παρατηρούμε ερευνητική αποσιώπηση της περιόδου; Ποιες εκδόσεις έχουν ανοιχτεί σε απάτητα χωράφια; Ποια νέα βιβλία είδαν με άλλα βλέμματα τις θανατηφόρες περιόδους του μεσοπολέμου και του εμφυλίου; Στις πίσω σελίδες, ο Barry Kitson, δοσμένος ολοκληρωτικά στα κόμικς της Marvel. Να δούμε κι αυτός τι νέο θα κομίσει στην αυτοκρατορία τους.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

19
Μάι.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 3: Τάσος Γουδέλης

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Πόε, Kάφκα, Τόμας Μαν, Μπόρχες, Νίκος Καρούζος, Φιλίπ Σολλέρς, Ντε Λίλο

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.

Άπαντα των ανωτέρω

Αγαπημένα σας διηγήματα.

To επεισόδιο του εχθρού μου του Μπόρχες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο ήρωας του παραπάνω διηγήματος όπου ο «εχθρός» είναι ο εαυτός μας…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός b20503του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων Αρπακτικά, το 1989, γράφτηκε στο πατρικό σπίτι της πρώην γυναίκας μου. Έκτοτε δεν χρησιμοποίησα άλλο χώρο πέρα από αυτόν του γραφείου μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μισοκοιμισμένος το πρωί συλλαμβάνω πολλές ιδέες, τις οποίες αργότερα επεξεργάζομαι στον κομπιούτερ. Οι περισσότερες, πάντως, ιδέες προκύπτουν μέσα από «δουλειά γραφείου», εντελώς πεζά..

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Αγαπb21392ημένος ναί, ζηλευτός όχι: ο Χανς Κάστορπ ο ήρωας του Μαγικού βουνού, ο οποίος «ασθενεί» εξωτερικά από φυματίωση, νοσηλεύεται εκεί στο Νταβός, στον «Αδη του ύψους», διαλέγεται φιλοσοφικά, ερωτεύεται, παρακολουθεί γύρω του άλλους «πάσχοντες». Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να δούμε την ασθένειά του «ως μεταφορά», όπως θάλεγε και η Σούζαν Σόνταγκ, ίσως και ο Καρούζος: δηλαδή ως μια κατάσταση υπαρξιακής …μόλυνσης.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Τα Αρπακτικά (1990,b73654 εκδ. Το Δέντρο) περιέχουν ποικίλα διηγήματα, τα περισσότερα είναι ρεαλιστικά, που αντανακλούν βιώματα από το πατρικό σπίτι, το Στρατό, την Ασφάλεια επί Χούντας. Πιστεύω ότι δεν είναι απολύτως αναπαραστατικά, δεν αντιγράφουν εξωτερικά σκηνικά αλλά εσωτερικά.
Η συλλογή Πρωϊνή επίσκεψη (1993, εκδ. Ερατώ) είναι πιο κλειστοφοβική, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής και τα πρόσωπα που τον περιβάλλουν, κινούνται σε χώρους και καταστάσεις όπου επικρατεί ημίφως, το ύφος προσπαθεί να υπηρετήσει ένας είδος ποιητικού μινιμαλισμού.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις Σκιές γυναικών (1996, εκδ. Νεφέλη), όπου διάφορες ηρωίδες σκιαγραφούνται μέσα από μια διασπασμένη γλώσσα που καταγράφει ένα κυβιστικό βλέμμα.
Στη συλλογή Ο ύπνος του Άλφρεντ (1999, εκδ. Νεφέλη) κυριαρχεί το διακειμενικό, μεταμοντέρνο διήγημα, που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο. Με βάση τον γνωστό, παλιό, ρομαντικό αμερικανό συγγραφέα Ουάσινγκτον Ίρβιν, επινοούνται φανταστικοί ήρωες και σκηνές της ζωής του τελευταίου καθώς και σελίδες της αμερικανικής ιστορίας της λογοτεχνίας.
Στο Η γυναίκα που μιλά (2002, εκδ. Κέδρος, κρατικό βραβείο και βραβείο διηγήματος του Διαβάζω) συναντάμε διηγήματα που δεν αφηγούνται μονότροπα μια ιστορία. Πολυεστιακά στον πυρήνα τους οδηγούν τον ανγνώστη σε διάφορες κατευθύνσεις ταυτόχρονα…
Στο μοναδικόb113039 μου βραχύ (επειδή δεν πιστεύω στα πολυσέλιδα βιβλία) μυθιστόρημα Οικογενειακές ιστορίες (2006, εκδ. Κέδρος), περιγράφεται σε συνειρμική γλώσσα η πορεία μιας ελληνικής οικογένειας από το 1920 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Το παράδοξο με αυτή την οικογένεια είναι το ότι η Ιστορία τους υπηρετεί και όχι το αντίθετο: τα μέλη της, αυτιστικά σχεδόν, συμμετέχουν στα εξωτερικά γεγονότα όταν αυτά το θελήσουν, όταν επιθυμούν να ξεφύγουν από τα προσωπικά τους προβλήματα.

Αγαπώ αρκετά διηγήματα από διάφορες συλλογές. Εάν θα έπρεπε, οπωσδήποτε να πάρω τη δύσκολη απόφαση να διαλέξω ένα μου βιβλίο, μάλλον θα στρεφόμουν προς τον Ύπνο του Άλφρεντ.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Όπως πάντα πολλά βιβλία παράλb155072ληλα: αφηγηματικά, δοκιμιακά, φιλοσοφικά.
Ξαναδιάβασα Ρίτσο, με την ευκαιρία του προσεχούς αφιερώματος του Δέντρου και εντυπωσιάσθηκα από τα νέα μου θετικά συνασθήματα απέναντι σε μια ποίηση, άνιση μεν, πλην με ενα υπέδαφος θησαυρών που καταπλήσσει.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω, γιατί διασπώμαι. Η μουσική θέλει αφοσίωση, έχει δικο της πλήρη κόσμο.
Προτιμώ ξένη και ελληνική τζαζ και κλασσικά κομμάτια.

Τι γράφετε τώρα;

Μια συλλογή διηγήμάτων, πολλά από τα οποία έχουν προδημοσιευθεί σε περιοδικά.

b188157Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο;

Την κριτική λογοτεχνίας την αντιμετωπίζω σαν σπορ ή σαν ψυχαγωγία. Πάντα σημείωνα, ως αναγνώστης τις εντυπώσεις μου και αυτό με διασκέδαζε, μπορώ να πω.

Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Παραπέμπω στην προηγούμενη απάντηση.

Έχετε γράψει κείμενα για τον κινηματογράφο. Παρακολουθείτε τη σύγχρονη μορφή του;

Όσο μπορώ. Διαβάζω ξένα κείμενα και παρακολουθώ μάλλον συστηματικά τις νέες παραγωγές.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της 7ης τέχνης ποιο θα επιλέγατε;

b77223Ε, δεν θέλει και πολύ σκέψη: τη μεγαλύτερη μορφή του σινεμά μετά τον Όρσον Γουέλς, τον Ζαν Λικ Γκοντάρ φυσικά. Τώρα, υπάρχει μια σύγχρονη ανεξέλεγκτη, άνιση προσωπικότητα, που μπορεί να χαρίσει ένα αριστούργημα και μετά κάτι ευτελές, εννοώ τον Λας φον Τρίερ. Το Στοιχείο του εγκλήματος (1984) διαθέτει μια γλώσσα συνειρμική που μου ταιριάζει πολύ Αλλά εάν με ρωτούσατε ποια ταινία θεωρώ ανεπανάληπτη θα απαντούσα αδίστακτα: το Πέρσι στο Μαρίεμπαντ (1961) του Αλαίν Ρεναί.

Υπο/Σημείωση: Στο αίθριο του Πανδοχείου φιλοξενούμενοι συγγραφείς και έτεροι δημιουργοί των λέξεων μοιράζονται τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις, τις σκέψεις για το έργο τους και τις οδούς της συγγραφής.

Δημοσίευση και εδώ.




Μαΐου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.   Ιον. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 995.254 hits

Αρχείο

Advertisements