Αρχείο για Απρίλιος 2009

30
Απρ.
09

Μαριάννα Κορομηλά – Η Μαρία των Μογγόλων

Η τοιχογραφία μιας γονατισμένης γυναίκας που υπάρχει εδώ και αιώνες στον εσωνάρθηκα ενός κωνσταντινοπολίτικου καθολικού με την επιγραφή Η κυρά των Μουγουλίων, Μελάνη η μοναχή, προσέλκυσε με 1977 το βλέμμα και τις εμμονές της Κορομηλά, που έκτοτε βούτηξε στον Άξενο Πόντο για την πιο εύξεινη δεκαπενταετία της ζωής της. Η Μαρία Κομνηνή Παλαιολογίνα Διπλοβατάτζινα, κόρη (πιθανώς νόθα) του στρατηγού και μετέπειτα βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου στάλθηκε ως δωδεκάχρονο κοράσιο στον Μεγάλο Χαν της Μογγολικής αυτοκρατορίας για ευνόητους διπλωματικούς σκοπούς. Επέστρεψε ως τριαντάχρονη χήρα στην Κωνσταντινούπολη και μόνασε σε μικρό μοναστήρι που διασώζεται σήμερα.

Αντιλαμβάνομαι τα θέλγητρα που διέγειραν την ούτως ή άλλως αεικίνητη ερευνητική ταξιδευτική καρδιά της Κορομηλά: από τη μια ένα ολοκληρωτικά αφανές πρόσωπο της Ιστορίας με έμμεσο πολιτικό ρόλο, από την άλλη η συλλογική μορφή της βυζαντινής κορασίδος σε όλη την Ιστορία: Μαρίες – Ιφιγένειες, δέσμιες της διπλωματίας, ακούσιες πρέσβειρες σε ολόξενους τόπους. Πρόσωπα τριτεύοντα ή απόμερα από την επίσημη ιστορία, εξόριστα στην σκληρότερη ετερότητα. Η Μαρία έζησε πάνω σε ένα πέρασμα, της βυζαντιακής παρακμής και της μογγολικής υποχώρησης προς την οθωμανική άνοδο και τον νέο ελληνισμό, που αφορά δραστικά και την σημερινή γεωπολιτική κατάσταση της Νοτιανατολικής Ευρώπης. Το έζησε ως απόλυτα ξένη στον ακίνητο χρόνο και στις απελπιστικές καυκάσιες και μογγολικές ερημιές.

Η Κορομηλά τήρησε την ολόδική της ερευνητική στρατηγική: Μακριά από τα γνωστά άλλοθι των παραπομπών, αντιπαθώντας τα ανιαρά και τυποποιημένα συγγράμματα της βυζαντινής ιστορίας «που μοιάζουν με λογιστικά φύλλα ή απογραφή μιας αποθήκης», αρνείται πως τα χωράφια αυτά είναι υπόθεση των ειδικών. Το πεδίο της είναι οι τόποι και οι άνθρωποι: Αποσπά την πληροφορία από τον έντυπο χώρο της, αναζητά τα μικρά και τα απλά που συγκροτούν τον βίο των ανθρώπων, δηλαδή το υλικό της ιστορίας, αναζητά τους ανθρώπους πίσω από τα ονόματα, τα αξιώματα, τα φλάμπουρα, τα τείχη και τα μνημεία, ψάχνει να αφουγκραστεί να αφουγκραστεί την ανάσα των κεκοιμημένων. Η ζύμη του εργαστηρίου της έχει υλικά ιστορικής αφήγησης, ψυχολογικής, ταξιδιογραφίας, αυτοβιογραφικών εξομολογήσεων, ερευνητικών περιπετειών, στοχασμών, σημειώσεων που κρατούσε παντού (στα Καρέλια άφιλτρα ή σε λογαριασμούς της ΔΕΗ), νηπιακών σκίτσων. Τα εξαίσια ταξίδια – η μεγάλη φυγή. Αλλιώς δεν ξέρω πώς θα μεταμορφώνονταν οι μελέτες σε βίωμα και πώς το παρελθόν θα αποκτούσε τη δυναμική του παρόντος. Δεν ξέρω ποιος καλός δαίμονας με έβγαλε από τα βιβλία και με πέταξε στους πέντε δρόμους. (σ. 86 -87)

Maria_of_the_Mongols_MosaicΗ συγγραφέας ενθουσιάζεται από την μικρογεωγραφία και συνδιαλέγεται με το φυσικό περιβάλλον, τα ορεινά μονοπάτια, τα απέραντα βοσκοτόπια και βαλτοτόπια, ακόμα και τα βαρετά τοπία. Διανυκτερεύει σε δασικές καλύβες, πομάκικα κονάκια – χαλάλι λέει, τα μίζερα πανδοχεία και τα φρικώδη χάνια με τους μεθυσμένους φορτηγατζήδες και τα χρησιμοποιημένα σεντόνια. Περιφέρεται στα χαλκουργεία, στα βαφεία, στις πηλόχτιστες γειτονιές των Προσφύγων, σε δημόσια λουτρά και κουρεία, στους αρχαίους δρόμους που αντέχουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι κρατικές οντότητες και οι πολιτικές εξουσίες. Οδοιπορεί στις πολλαπλές Θράκες, στην απαγορευμένη χώρα της σιωπής πέρα από τον Νέστο και στις ακαλλιέργητες ερημιές της ευρωπαϊκής Τουρκίας με τις αγριεμένες αγέλες και τις ασθένειες των ζώων.

Περιδιαβαίνει με άθλια λεωφορεία της γραμμής, φορτηγά του δασαρχείου, καρότσες, μοτοσακό και τρακτέρ, ερειπωμένα καραβάν σεράγια, απομακρυσμένα τελωνεία, συνοριακά φυλάκια, ερειπωμένα «μαρτύρια», ερημητήρια και παλαιά αρμένικα κάστρα, ερευνά σε αλάνες με μπάζα και σε σκουπιδότοπους που είχαν καλύψει τείχη και ερείπια εκκλησιών και φτάνει ν’ αγαπήσει ακόμα και τις άδενδρες πεδιάδες που θυμίζουν έργα πολωνικού κινηματογράφου (έφηβη ονειρευόταν σπουδές μοντάζ στα εκεί εργαστήρια) και τις εκτάσεις «όπου όλα συμβαίνουν ψιθυριστά». Δεν νοιώθει ξένη πουθενά. Εξακολουθώ να αναρωτιέμαι τι καινό βάλαμε στη θέση του κενού. Με τι αντικαταστήσαμε τους αδειασμένους χάρτες. (σ. 179)

Αντιμετωπίζει διαφορετικά τον κτιστό και άκτιστο κόσμο. Ξεκινά από την μυρωδιά και τα συστατικά ενός τόπου, από ποια γωνιά ξεμυτίζει ο ήλιος την κάθε εποχή και καταλήγει στις γεωκτηνοτροφικές και γεωγραφικές συντεταγμένες, εντοπίζοντας ακόμα και τότε τον κυρίαρχο ρόλο της γεωμορφολογίας, ακόμα και της πολιτικής. Δηλώνει ωτακουστής και λεπτομερειομανής, μαθαίνει να ακούει τις ερμηνείες και τις βεβαιότητες των άλλων, μακριά από τον καταναγκασμό της φωτογραφικής μηχανής που σε ωθεί να κυνηγάς τα στιγμιότυπα και να χάνεις το άφεμα του βλέμματος και της μνήμης. Η ανταμοιβή της είναι «η βιωμένη εμπειρία τους, ο προφορικός τους λόγος, η ακατάγραφη μαρτυρία», η κατανόηση των γηγενών. Εξερευνώντας τους τόπους, βρίσκει τους ανθρώπους. Και αντίστροφα, θα προσθέσω.

Απόσπασμα: Τα μεγάλα ταξίδια δεν ήταν για μένα η μεγάλη φυγή, όπως πίστευα παλαιότερα. Ήταν η ευεργετική διαδικασία της επιστροφής. Στα λησμονημένα μέρη της συλλογικής εμπειρίας ξανάβρισκα ένα κομμάτι του εαυτού μου και, αφήνοντας τους άλλους να μιλήσουν, έγραφα από την αρχή τα στοιχεία της ταυτότητάς μου… Τα απολαυστικότερα ταξίδια γίνονται όταν τα προετοιμάζω και όταν τα επαναφέρω στη μνήμη μου. Γι’ αυτό κάθε ταξίδι διαρκεί χρόνια. Καμιά φορά, περνούν εικόνες δίχως γεωγραφικές συντεταγμένες και ιστορικό βάρος. Έτσι απλά, βλέπω πουλιά πάνω από καλαμιώνες κι αρμυρίκια, βλέπω καμήλες να βόσκουνε με τα μωρά τους μέσα σε βασάλτινους ερειπιώνες. (σ. 99)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Αθήνα, 1949. Ξεναγός, παραγωγός ραδιοφώνου, ιστορικός, ταξιδεύτρια, συγγραφέας πολλών εξαιρετικών πολυτονικών βιβλίων Θράκης, Ρωμυλίας, Ιωνίας, Μαύρης Θάλασσας, Μείζονος Ελληνισμού και Διάπλατου Οικουμενισμού.

Συντεταγμένες: Εκδ. Πατάκης, 2008, [Η κουζίνα του ιστορικού, αρ. 7], σελ. 336 συν 12σέλιδο φωτογραφιών.

Υποσημείωση: Θα ήταν ιδανικό στο τέλος κάθε κειμένου να προσθέταμε και συνδέσμους άλλων εκλεκτών ιστολογίων για το ίδιο βιβλίο. Μια τέτοια διαδραστική προσθήκη θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για όλους μας αλλά δυστυχώς απαιτεί χρόνο. Θα κάνω όμως εδώ – και όσο γίνεται συχνότερα στο μέλλον – μια εξαίρεση γιατί τα κείμενα της Anagnostria, της Χριστίνας, του Librofilo και του Δημήτρη Αθηνάκη που δημοσιεύτηκαν για το βιβλίο ήταν εξόχως εμβριθή και κατατοπιστικά. Τα διάβασα, όπως και οτιδήποτε άλλο γράφουν, ώστε να αποφεύγω να γράφω τα ίδια. Αυτή τη φορά οι συνιστολόγοι με δυσκόλεψαν πραγματικά : τα είπαν σχεδόν όλα. Κυρίες και Κύριοι, αφήστε κάτι και για μας!
Πρώτη δημοσίευση σε συντομευμένη μορφή: εδώ.
28
Απρ.
09

The Killers – Day & Age (Island, 2008)

 

Καλώς ήρθατε Κυρίες Και Κύριοι στο Las Vegas, στο τελευταίο review party της προηγούμενης χρονιάς! Είστε έτοιμοι για μια φανταιζί ακουστική πανδαισία; Δεν θα σας αποκαλύψουμε από την αρχή ποιοι κρύβονται πίσω από τα τραγούδια που θα πλημμυρίσουν την φωταγωγημένη μας πόλη! Θα σας πούμε μόνο πως είναι γέννημα θρέμμα της και πως τριτώνουν τους δίσκους τους, πιστοί στο ανά διετία ραντεβού τους!

Ας αρχίσουν τα όργανα! Είστε έτοιμοι για την εισαγωγή; Να μπουν τα Roxy Music σαξόφωνα και οι David Bowie γκρουβιές – των 80ς φυσικά! Βλέπω ο κύριος εκεί σολάρει εικονικά με την κιθάρα του! Έτσι μπράβο, κύριε, νοιώστε νέος!

Τι σας έχω για τη συνέχεια; Το πρώτο σινγκλ και, ναι, σωστά ακούτε, αφεθείτε στο αβανταδόρικο Euro Disco του! Όχι, δεν είναι η επιστροφή των A-Ha!, παραλίγο κι εγώ να το πιστέψω, ούτε η cameo εμφάνιση των Pet Shop Boys!

Δεν είναι βαθυστόχαστα συγκινητικός ο στίχος Are we human or are we dancer? Κάποιοι διαδικτυωμένοι κακεντρεχείς τον ψήφισαν ως τον γελοιωδέστερο στίχο της χρονιάς! Δεν ξέρουν οι αστοιχείωτοι πως εμπνεύστηκε από την ατάκα του θρυλικού συγγραφέως Hunter S. Thompson πως America is raising a generation of dancers Με την ευκαιρία, θα κληρώσουμε 10 αντίτυπα του Μεθυσμένου Ημερολογίου του σε Καλιοφωλική μετάφραση, αν φυσικά αγοράσετε λαχνό.

Τι θα λέγατε τώρα αν οργανώναμε για σας μια μίνι εξωγήινη απαγωγή; Λίγη περιπέτεια να νοιώσετε, βρε αδελφοί, ταιριαστή με τις διαστημοπλοιακές μας προσόψεις εδώ στην έρημο. Ακούστε το Spaceman! Μη μου πείτε πως σας χαλάει η New Order υπόκρουση της απόδρασης!
Η κυρία θέλει να χορέψει σέικ; Πείτε της πως στην ίντι γλώσσα μας, αυτό μεταφράζεται ως λευκοφάνκ. Θα κρατήσουμε τους ψευτο-Όρντερ στην σκηνή και θα βάλουμε σε δεξιά ηχεία Duran Duran και στα αριστερά Prince Prince. Σηκωθείτε στην πίστα, Joy Ride Time!
Βλέπω κουρασμένα παλικάρια που γυροφέρνουν το πιάνο μπαρ μας και αναπολούν τον Bruce Springsold, δεν είναι πια teen, αλλά εξακολουθεί να επηρεάζει πολύ τους Δολοφόνους μας. Ένα Dustland Fairytale θα τους ξανανιώσει.
Θέλετε λίγο θέαμα; Ετοιμαστείτε για αράπικα βουμ βουμ τύπου The Lion Sleeps Tonight, αλλά ετούτο το χορευτικό μας δεν είναι έθνικ, γιατί η indie κιθαρίτσα του σας προσφέρει έναν ακόμα indie ύμνο. Ποιος θα το αντισταθεί, ποιος; Αφού This Is Your Life!
Βλέπω σας άρεσε το ηλιοκαμένο στιλάκι. Οκ λοιπόν, βγείτε έξω στο θερμαινόμενο bitch bar μας, να χορέψετε την indie calypso σας με το I Can’t Stay, πίνοντας στην υγεία της Κυράς Lady­smith Black Mambazo – ή έστω στο κέρινο ομοίωμά της.
Όλους θα ικανοποιήσουν οι φίλοι μας! Σας αρέσουν οι James; Δείτε πόσο πετυχημένα τους κάνουν στο Neon Tiger! Ακούστε στίχο: Come on girls and boys, everybody make some noise! Εκστασιαστείτε, αλλιώς θα σας φέρουμε τους Quiet Riot!
Προτελευταίο τραγούδι και…διακρίνω ένα δάκρυ στα μάτια σας ή να βάλω τις φωνές; Οι αναμνήσεις σας διχάζονται μεταξύ Huey Lewis and the News και Daryll Hall και John Oates; Μην ντρέπεστε για το παρελθόν σας.
Για το τέλος κάτι αργό για μπλουζ. Οι ανέραστοι σηκώστε ψηλά τους αναπτήρες σας, τα blue tooth, το πορτατίφ του τραπεζιού. Αν αγοράσετε το σιντί από τις προθήκες δεξιά της εισόδου, σας περιμένουν και 2 Japanese bonus itunes tracks, τα A cripping blow και Forget about what I said.
Τώρα θα καλέσω στη σκηνή τον παραγωγό Stuart Price. Πείτε μας Stuart, επειδή έχετε δουλέψει με την Madonna, πώς είναι σαν άνθρωπος;
Μεταξύ των θαμώνων μας ένας μεγάλος Ρώσος «επιχειρηματίας» ετοιμάζεται να τους κλείσει για τα μεγαλύτερα στάδια του κόσμου, βέβαιος πως θα γίνει ποδοπατητός χαμός. Θα πουλήσουμε ακριβά τους Queen της διαστημικής εποχής!
Εδώ κυρίες και κύριοι είναι συγκεντρωμένο ολόκληρο το τοπ-40 του billboard! Εδώ και η αφρόκρεμα του εναλλασσόμενου ρεύματος, οι Rapture οι Bloc Party και οι Muse! Εδώ ζωντανεύουμε το New Wave, εδώ επιλέγουμε τον συνδυασμό που Σκοτώνει (αμερικάνικα 70ς, εγγλέζικα 80ς). Κυρίες και κύριοι, είναι οι Killers! Και το νέο είδος τους: Las Vegas Pop And Roll! Τα πάντα σας προσφέρονται εύκολα εδώ, σε αυτό το υπερφιαλ – όδοξο, γκλαμουράτο υπερμέγεθες νέον πακέτο. Τα πάντα είναι τέλεια, σαν ένα υπερλουξ ξενοδοχείο που τα έχει όλα στον υπερθετικό! Δε πιστεύω να βαρεθείτε ποτέ το τέλειο;!
Ο Ziggy Stardust του Las Vegas μας φοράει γιλεκάκι, έχει λεπτό μουστακάκι, εμμονή με τα βιβλία του Steinbeck και φωνάζει Run and tell your friends I’m losing touch στο Losing Touch. Μην τρέξει κανείς, αφήστε τον να βρει την άκρη μόνος του. Ας ηχογραφούμε ζωντανά την κατρακύλα του, εδώ στο Κλαμπ των Μαζικών Συγκινήσεων.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

26
Απρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 16

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Η ιστορία της Σονέτσκα, εκδ. Νεφέλη, 1995, μτφ. Ράνια Τουτουντζή, σ. 131-132.

Κυριακή του Πάσχα. Αργά το βράδυ. Εκμηδενισμένη από την αδιαφορία των ανθρώπων και των φίλων, από το κενό του σπιτιού μου και το κενό της καρδιάς μου (η Σονέτσκα είχε εξαφανιστεί, ο Βολόντια δεν ερχόταν), είπα στην Άλια: -Άλια, αφού οι άνθρωποι έχουν όλοι εγκαταλειφθεί από τους ομοίους τους όπως κι εμείς οι δύο, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να πάμε να προσκυνήσουμε το Θεό όπως οι επαίτες. Τέτοιοι άνθρωποι – υπάρχουν αρκετοί και χωρίς εμάς! Δε θα πάμε πουθενά, σε καμία εκκλησία, και δε θα υπάρξει «Χριστός Ανέστη» – θα πάμε οι δυο μας να ξαπλώσουμε – σαν τα σκυλιά! […]
Συνεσταλμένοι ή όχι, σαν τα σκυλιά ή όχι – γρήγορα ξαπλώσαμε στο ίδιο κρεβάτι – το παλιό κρεβάτι της τροφού, γιατί τότε ζούσαμε μέσα στην κουζίνα…

Στον Γιώργο Τσακνιά

24
Απρ.
09

Περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 1817 (Δεκέμβριος 2008)

 

Αφιέρωμα στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη (1908 – 1993).

Ποιός αρχιτεκτόνησε ικανότερα το κοσμικό χάος και το θρησκευτικό συναίσθημα, ποιος κατάργησε την ίδια την τέχνη του μυθιστορήματος τοποθετώντας ταυτόχρονα το πρόσωπο του συγγραφέα στο επίκεντρο της δράσης; Ποιος μνημοτεχνίτης των συνειρμών και πολυυμνητής του πνεύματος και των αισθήσεων εξάλειψε την πλοκή και απομυθοποίησε την χρονικότητα; Ποιος άλλος από τον εσωτερικώς μονολογούντα αφηγητή των συνειρμών και των συνεχών αποπροσανατολισμών κυρ Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τον συγγραφέα που αποενοχοποίησε οριστικά τον αφηγητή από την τυραννία του θέματος, που έγραψε για την δεδηλωμένη αδυναμία του να γράψει και να οργανώσει μια απλή ιστορία, που διέκοπτε την μυθοπλασία για να σχολιάσει τον ήρωά του!

Θα μπορούσα να συνεχίσω έτσι, αλιεύοντας φράσεις και θραύσματα ετούτου του ανθηρού αφιερώματος, πόσο μάλλον όταν όχι μόνο τα κείμενα του Πεντζίκη αλλά και τα κείμενα για τον Πεντζίκη, έχουν δεδομένο ενδιαφέρον, καθώς επιχειρούν εδώ και χρόνια να πλεύσουν στον παιγνιώδη κόσμο του απερίγραπτου «νεοτεριστή/μοντερνιστή» παι-ζωγράφου. Δεκατρείς μελέτες (κι από πολλούς νέους μελετητές!) κι ένα θησαύρισμα κάνουν εκείνο που έκανε ο ίδιος στον εαυτό του: τον μετατρέπουν σε μέρος ενός ατέρμονου λογοτεχνικού παιχνιδιού

Βλέπω πως ο Πεντζίκης δεν σταμάτησε ποτέ να επιστρέφει με τις μορφές που μας μίλησε και μας συνάρπασε. Οι επίλεκτες εκδόσεις Ίνδικτος και Άγρα επανεκδίδουν σε αρμόζοντα βιβλία το έργο του, που όσο κι αν πρωτοαγαπήσαμε από τις αλησμόνητες Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις της οδού Λαγκαδά [Θεσσαλονίκης], δεν παύουν να χρειάζονται αναστήλωση και επανέκδοση. Ξεφυλλίζω και ξαναξεφυλλίζω το τεύχος σε ευφορία, ακούγοντας στον δίσκο Λιταία Πύλη που εντόπισα κάποτε στα μεταχειρισμένα (με μουσική του Χρυστόστομου Σταμούλη και ποίηση μεταξύ άλλων και του Πεντζίκη) την παιδική Χορωδία Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος να αντηχεί το Όσα χρώματα, τόσα αρώματα. Στο τέλος τα παιδιά αναφωνούν το όνομα του Πεντζίκη και της Μητέρας Θεσσαλονίκης ξεκαρδιζόμενα. Είμαι βέβαιος: ο κυρ Νίκος Γαβριήλ ακούει και αγάλλεται.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

22
Απρ.
09

Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 83 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2008)

 

Αφιέρωμα στην Κική Δημουλά.

Κύριε/μη μας πάρεις κι άλλο/τις απώλειές μας./Δεν έχουμε πού αλλού να μείνουμε.

Ένα χρονολόγιο πλήρες γεγονότων και συναισθημάτων από τον Εντευκτηριαστή Γιώργο Κορδομενίδη, προερχόμενο, ως είθισται, αποκλειστικά από τους Φακέλους του Εντευκτηρίου και το ανεξάντλητο αρχείο του «Υπογείου» του, αποτελεί την αφετηρία ενός πλήρους αφιερώματος στην ποιήτρια, συμπληρώνοντας τις Προς Τιμήν της σελίδες του 57ου τεύχους.

Πλείστα κείμενα από τους Μάρκο Μέσκο, Γιαν Ένρικ Σβαν, Σταύρο Ζαφειρίου, Ντέιβιντ Κόνολι και άλλους αγγίζουν το σώμα της ποίησής της, ο Γιάννης Ψυχοπαίδης συνδιαλέγεται μαζί της εικαστικώς, άλλης μορφής συνομιλίες με τους Εουτζένιο Μοντάλε και Ν. Γ. Πεντζίκη προτείνονται επαρκώς και το αναθηματικό φόρουμ ολοκληρώνεται με τις δισκογραφικές της αποτυπώσεις, μια αχανή επιλογή κριτικογραφίας από το 1952 κι έπειτα, συνεντεύξεις, αφορισμούς – Μάλλον επειδή δε θέλω να φταίω για το ότι θυμάμαι ή για το ότι ξεχνάω, βρήκα δύο αντιπάλους, τη μνήμη και τη λήθη και αφήνω να «χτυπιούνται» αυτές. Δεν ξέρω τι σώζεται. – και cd με απαγγελίες ποιημάτων από την ίδια, κατά την βραδιά της στο Underground Εντευκτήριο.

Το απουσιολόγιο εδώ δυστυχώς δεν σηκώνει ζαβολιές όπως στο σχολείο – μακάρι να τις ακυρώναμε, όπως κι εκεί, με μια απλή μονογραφή. Έτσι, «άσβηστες» μένουν οι απουσίες: του Τάσου Χατζητάτση, του «κατεξοχήν πολιτικού πεζογράφου της Θεσσαλονίκης» κι ενός από τους πλέον αγαπημένους μου λογομάστορες, του Γιώργη Παυλόπουλου της αινιγματικής απλότητας, της Νένης Ευθυμιάδη των προκλητικών συμπτώσεων και της παγίδευσης του αναγνώστη. Τέλος, της Γιώτας Κραβαρίτου: της χαμογελαστής καθηγήτριας που συνέγραψε για την εξ αίματος συγγένεια ποίησης και δικαίου και την ανάγκη «επαναμάγευσης» του νομικού λόγου, για να μην αποκοπούν οι νομικές σπουδές από τον πολιτισμό, για να γίνουν οι νόμοι πιο δίκαιοι. Είχα την τύχη να την έχω καθηγήτρια στη Νομική και ήταν (μαζί με τον Γιώργο Αναστασιάδη που θα προσκαλέσω σύντομα στο χάνι μας) οι μοναδικοί καθηγητές μέσα σε εκείνο το αποστειρωμένο νομικίστικο κλίμα που αντιμετώπιζε με ειρωνία κάθε σύνδεση με την Ιστορία και τη Λογοτεχνία.

Εδώ κι αν ταιριάζει η Δημουλά: Όταν στρώνεις το τραπέζι/πριν καθίσεις/να ελέγχεις σχολαστικά/την αντικρινή σου καρέκλα/αν είναι γερή μήπως τρίζει/μήπως χαλάρωσαν οι εγκοπές/μήπως φαγώθηκαν οι αρμοί/αν υποσκάπτει το σκελετό/σκουλήκι/γιατί εκείνος που δεν κάθεται/γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο βαρύς. Αλλά ειδικά για την Νένη θα ταίριαζε και το Κάθε φιλί/αποτελείται εξολοκλήρου από τον κίνδυνο/να ’ναι το τελευταίο.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
20
Απρ.
09

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 495 (Απρίλιος 2009)

 

Αφιέρωμα στην ζήλια.

Δυο ευφυείς διηγηματογράφοι και καίριοι μυθιστοριογράφοι του λογοτεχνικού μας ρόστερ, οι Γιώργος Σκαμπαρδώνης και Βασίλης Γκουρογιάννης περνούν από το συνεντευκτήριο με αφορμή τα φρέσκα τους βιβλία. Ο πρώτος συζητά για την επιλογή των μικρών κεφαλαίων κατά τη βιογράφηση του Μάρκου Βαμβακάρη στο Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας, μας πείθει (σιγά μην δε μας έπειθε) πως δεν πρόκειται για σπονδυλωτή ή μικρόφορμη ή σεναριακή ή κινηματογραφική γραφή όπως έγραψαν, παραδέχεται πως διέφθειρε κατά βούληση τα πραγματικά περιστατικά (η ζωή του Μάρκου κι ο οδυνηρός έως μαζοχισμού έρωτας με την Ζιγκοάλα) και καταλήγει στον χαρακτηρισμό της λοξής, αυθαίρετης τομογραφίας προτού δηλώσει: τώρα που έγραψα και για τους δύο μεγάλους ροκ σταρς, καθάρισα. Τέρμα. Δεν πρόκειται να ξανασχοληθώ με αυτόν τον χώρο (σημ.: ο έτερος είναι ο Τσιτσάνης προηγούμενου μυθιστορήματος).

Ο δεύτερος με το Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή αναμετρήθηκε με το ζεματιστό θέμα της Κύπρου, με εύρημα τη συνάντηση βετεράνων πολεμιστών και την προσπάθειά τους για εγγραφή της πραγματικής ιστορίας στα σχολικά βιβλία, τήρησε όλους τους κανόνες της ντοκουμενταρισμένης γραφής και μοίρασε ακριβοδίκαια τις ευθύνες. Για να μάθουμε ιστορία πρέπει πρώτα να την ξεμάθουμε, πρέπει πρώτα να σβήσουμε και να μείνει το πεδίο κενό.

Από το ζηλιάρικο αφιέρωμα στέκομαι στο κείμενο του Λευτέρη Καλοσπύρου για την σπασμένη γεωμετρία της ερωτικής ζήλιας στη λογοτεχνία: από την πρώιμη εμφάνιση των swingers στον Τζον Ίρβινγκ και την σιωπηρή ζήλια ακόμα και για έναν νεκρό στον Γκράχαμ Σουίφτ μέχρι την μονομανή έκφρασή της στην Ζήλια του Αλαίν Ρομπ – Γκριγιέ και από το βάσανο του αυτοκινητιστή στους Καλβινικούς Δύσκολους Έρωτες μέχρι τις λαγνοφόρες ζήλιες του Ροθ του Φώκνερ και του Ναμπόκοφ. Δύο άλλα κείμενα συμπληρώνουν το αφιέρωμα προηγούμενων τευχών στα Ημερολόγια των Συγγραφέων και στην ημερολογιακή γραφή γενικώς, διαπιστώνοντας μια ανεπίστροφη μεταβολή: το ημερολόγιο (μέσω weblogs κλπ) γίνεται πλέον δημόσιο, τα συστατικά του πολύτροπα (εικόνες, μουσική) και η αλληλοδραστικότητά του, με την ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη, δεδομένη.

Στις πίσω σελίδες ο κομικίστας Marv Wolfman (δημιουργός των Blade the Vampire Hunter, Bullseye και Cyborg) εξηγεί για ποιο λόγο έχει δημιουργήσει μερικούς καλούς «κακούς»: Μάλλον κι εγώ είμαι «κακός» εκ φύσεως.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

19
Απρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 15

Νόρμαν Μέιλερ, Το Κατά Υιόν Ευαγγέλιον, εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, 1997, μτφ. Μαρία Αγγελίδου, σ. 334-335 (Norman Mailer, The Gospel According to the Son, 1997).

Αυτοί που ήρθαν ύστερα από μένα διάβασαν τα ευλαβικά κείμενα που έγραψαν όσοι με γνώρισαν. Ευαγγέλια γράφτηκαν από ανθρώπους που δε με είχαν γνωρίσει. (Κι ήταν ακόμα πιο ευλαβικά!) Αυτοί οι μεταγενέστεροι γραφείς – που λέγονταν πια χριστιανοί – είχαν ακούσει για τις περιπλανήσεις μου στην Ιουδαία και για τα κηρύγματά μου. Πρόσθεσαν πολλά. Μίλησαν για αγγέλους που κατέβηκαν από τα ουράνια την ώρα του θανάτου μου. Άλλοι περιέγραψαν το αστροπελέκι που έσκισε στα δύο το μεγάλο καταπέτασμα του Ναού την ημέρα εκείνη…
Γιατί πολλοί απ’ αυτούς που είχα κοντά μου αρέσκονταν στις υπερβολές. (…) Γι’ αυτό κι εγώ θα έπρεπε εδώ να σφραγίσω το ευαγγέλιό μου σαν τον Δανιήλ, με την ελπίδα ότι η αλήθεια είναι πράγματι αιώνια. Αλλά δεν μπορώ. Γιατί πρέπει να μιλήσω και για όσα ειπώθηκαν αφότου είχα φύγει…

Στον Γιώργο Ρωμανό

17
Απρ.
09

Piano Magic – The Troubled Sleep Of (Green UFOs/Dora Dorovitch, 2004)

 

I wrote a novel in my twenties / though it never left my head.

O Glen Johnson δεν έχει κανένα λόγο να ανησυχεί. Πάντα θα βρίσκει «εξωτερικούς συνεργάτες» που θα συνοδοιπορούν μαζί του στις προσωπικότατες καλλιτεχνίες του. Η δε περιπλάνησή τους στον κόσμο του ήχου σχεδόν συμβαδίζει με εκείνη στις διάφορες εταιρείες. Τώρα στην ελάσσονα σπανιόλα Green UFOs, νωρίτερα; Ξεκίνησε με δυο βρετανικές: με το Popular Mechanics (1997) στην i/Che και το Low Birth Weight (1999) στην Rocket Girl. Ταξίδεψε ως την άλλη πλευρά του κόσμου με το Trick Of The Sea στην Darla, ξαναγύρισε στην Rocket για το Artists’ Rifles και την ρετροσπεκτίβα του Seasonally Affective 1996-2000. Ακολουθώντας εκείνο με τον καλύτερο τίτλο αλλά με τις λιγότερο καλές συνθέσεις τους (Writers Without Homes στην 4AD), κάνει μια πρώτη διαφοροποίηση: μείωση του συνεχούς πήγαινε-έλα καλλιτεχνών. Μην ξεχνάμε πως τα διερχόμενα μέλη από Cocteau, Tarwater, Hefner, Czars, τους κατέστησαν ως τους This Mortal Coil των καιρών μας.

Τώρα με 6μελή μπάντα, την ίδια ποικιλία οργάνων και τον εαυτό του μαζί με την Angele David-Guillou των Klima και Ginger Ale στη φωνή, η ατμοσφαιρικότητα είναι το πρώτο ζητούμενο και έχει εξαφανίσει οποιαδήποτε shoegaze ή post-rock ή electronica τάση που είχαν παλαιότερα. Οι τόνοι διατηρούνται χαμηλοί αλλά η αναζήτηση της μελωδικότητας φτάνει ψηλά. Σχεδόν συνομιλούν με μουσικές όπως των Joy Division ή των Cure εποχής Faith («The End Of The Year, Tired Year») και με των Durutti Column (ίδιως στο «Saint Marie») – μ΄αυτούς γίνεται επανειλημμένως. Δε μου βγαίνει απ΄το μυαλό πως ο εύθραστος δημιουργός μας έχει λιώσει και τις κυκλοφορίες της Les Disques Du Crepuscule.

O Glen ήδη από την πρώτη γραμμή δείχνει τις διαθέσεις του: Out of season, out of heart. Επιδιώκει να παίρνει ο ίδιος τη θέση των χαρακτήρων που επινοεί στα κομμάτια του – στο «I Am The Teacher’s Son» μονολογεί τους στίχους που βλέπετε στην αρχή του κειμένου – και έχει δηλώσει πως εξακολουθεί να ακούει τις παλιές ανεξάρτητες, τα πάντα από 4AD, τους Section 25. Το βαθύ αναπάντεχο τέλος του «Luxembourg Gardens» μιλάει από μόνο του. Αγνοώντας τον βρετανικό Τύπο που επιμένει να τους περνάει στα ψιλά ως εκτός τόπου και χρόνου, προτείνει στους υποψήφιους νέους φανς να ξεκινήσουν από εδώ και να πηγαίνουν προς τα πίσω. Εκεί μάλλον σκέφτεται ότι τους περιμένει η χοάνη του Artists’ Rifles που ρούφηξε κι έμενα. Help me warm this frozen heart, εφόσον το ζητάει και σε κομμάτι.

Ο δίσκος βγήκε μεταξύ 2003 και 2004. Μετά από αυτό θα ακολουθήσει το Saint Marie EP την ίδια χρονιά (με την ξεχασμένη ’60s φολκ ηρωίδα Vashti Bunyan, τον Alan Sparhawk των Low και τον Ben Ayres των Cornershop) και το πολυεπίπεδο και όχι σημαντικά διαφορετικό Disaffected, με την ίδια βοκαλίστρια.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

 

14
Απρ.
09

Steve Wilson – Insurgentes (Headphone Dust, 2009)

 

Ερώτηση πρώτη: πληροφορούμαστε διακαώς πως το Insurgentes φτιάχτηκε σε δύο χρόνια ηχογραφήσεων ανά τον κόσμο, από την πόλη του Μεξικού μέχρι την Ιαπωνία και το Ισραήλ. Αφού αγαπητέ μου θα βγάλεις που θα βγάλεις τον δίσκο που σκοπεύεις να βγάλεις, τι παραπάνω σου πρόσφερε η παγκόσμια γύρα; Έμπνευση; Νέες ιδέες με βάση τους νέους τόπους; Ακούγεται αστείο το ότι γύρισες όλο τον κόσμο για να βγάλεις τον ίδιο δίσκο που θα έβγαζες στο στούντιο της γειτονιάς σου. Και αν δεν έπαιξε τον παραμικρό ρόλο, τι το εντάσσεις στις πληροφορίες του δίσκου; (Οι Φλόυντ ή οι U2 ήταν που καυχιόνταν για ηχογράφηση ενός δίσκου σε καμιά εικοσαριά πόλεις; Δεν θυμάμαι, ήταν πάντως κάποιοι από τους δισεκατομμυριούχους της υπόθεσης). Ή μήπως τελικά είναι κοινό χαρακτηριστικό της εκκεντρικότητας των δεινοσαύρων;

Ερώτηση δεύτερη: Ο Wilson εξηγεί πως πρώτα ξεκίνησε να γράφει τα τραγούδια και κατόπιν συνειδητοποίησε πως ταιριάζουν περισσότερο σε δίσκο με το όνομά του, παρά σε δίσκο με τα υπόλοιπα σχήματά του: Porcupine Tree, Blackfield και τα υπόλοιπα συσχετιζόμενα (No-Man, Bass Communion, Opeth., I.E.M. κ.λπ.). Για τα υπόλοιπα το συζητάμε, μα δεν υπάρχει η παραμικρή διαφορά στη μουσική, τουλάχιστο όσον αφορά τους Tree! Οποιοσδήποτε το ακούσει με κλειστά μάτια θα στοιχηματίσει πως πρόκειται για κυκλοφορία τους, ακόμα και από την εποχή των κασετών τους. Το μόνο λογικά δεκτό εδώ είναι η επιθυμία του να παίξει ελεύθερα με νέους μουσικούς, ίσως και να προσθέσει μια ακόμα σειρά στην ονοματολογία του.

Ερώτηση τρίτη: Οι περισσότερες κριτικές επικεντρώνουν στην άψογη παραγωγή και το τέλειο ήχο, που «κάνει ακόμα και τα παραμορφωμένα μέρη να ακούγονται κρυστάλλινα καθαρά». Δηλαδή υπάρχει ακόμα κόσμος που ενδιαφέρεται να νιώσει πως δεν πήγαν άδικα τα λεφτά που έδωσε για το στερεοφωνικό του ή τέλος πάντων που ακόμα πείθει τον εαυτό του πως αν δεν του αρέσει η μουσική, δεν πειράζει, υπάρχει πάντα και η ποιότητα του ήχου για να μην νοιώσει κορόιδο; Ή τελικά η παραμόρφωση πρέπει να μην ακούγεται ως παραμόρφωση, αλλά να απλώς να ξέρουμε μεν πως είναι τέτοια, να προστατεύσουμε όμως και τα αυτιά μας;

Διάλειμμα καλοσύνης: Σαφώς και υπάρχουν ανθοί εδώ, εφόσον ξεπεράσουμε την σαστιμάρα από τα παραπάνω κι απλά δεχτούμε πως ο φίλος μας έβγαλε έναν δίσκο όπου κάνει πανομοιότυπα αυτό που ξέρει να κάνει τόσα χρόνια με τους P.T και τους Blackfield. Στους πρώτους «ανήκει» το Harmony Korine, στους δεύτερους το Veneno Para Las Hadas, σ’ αμφότερους το ομώνυμο. Ως καλύτερο κομμάτι θα πρότεινα το Significant Other, που μας προσφέρει όμως ένα άλλο deja attendu: το υπόβαθρο των Cocteau Twins (κυρίως των 12ιντσων τους), ανεξάρτητα από τα αιθερικά φωνίσματα της Clodagh Simmonds: λικνιστικό μπιτ, πρώτη κιθάρα κεντρομόλος, δεύτερη κιθάρα φυγόκεντρος κι έναν τυπικό 4AD ήχο.

Τουλάχιστον δύο κομμάτια κόβονται στα δύο, διαμοιραζόμενα σε αργούς και άγριους τόνους ή αντίστροφα (Salvaging, Get All You Deserve) και στα δύο (μουσικά) άκρα του δίσκου βρίσκονται το ινστρουμένταλ με τζαζ κινηματογραφικό πιάνο (Twilight Coda) και το τερατωδώς ηλεκτροκιθαρισμένο No Twilight Within the Courts of the Sun – αυτονόητα οτιδήποτε progressive έχει το προβάδισμα.

Η αλήθεια είναι πως η τεράστια απήχησή των Porcupine Tree οφείλει πολύ λιγότερα στα μίντια και περισσότερα σε έναν διαρκώς διευρυμένο κύκλο πιστών, είτε αυτοί λέγονται συλλέκτες (το πάθος των οποίων έχει ουκ ολίγες φορές ικανοποιήσει με ειδικές κυκλοφορίες, περιορισμένα αντίτυπα εξτρά κυκλοφοριών, κασέτες κ.ο.κ.), είτε λέγονται 17χρονοι που γεμίζουν τις συναυλίες τους και ψάχνουν τους δικούς τους ενδιαφέροντες ροκ εντ ρολλερς. Και μια και λέμε για bonus disc, το Puncture Wound κοπιάρει το Forest των Cure συνειδητά ή κατά λάθος;

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

12
Απρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 14

Βασίλης Γκουρογιάννης, Το ασημόχορτο ανθίζει, εκδόσεις Καστανιώτη, 1996, σελ. 58-59.

Ο χειμώνας πέρασε χωρίς ελπίδα και η άνοιξη ζύγωνε στην πασχαλιά της (…) Την άνοιξη κιόλας οι άνθρωποι δε φοβούνται θάνατο, γι’ αυτό και δε φυλάγονται. Χώνουν το κεφάλι τους μες το κεφάλι του και παιχνιδίζουν με το χορταριασμένο τίγρη (…) Λοιπόν θα κατέβαινε στο σπίτι του φίλου του να γιορτάσουν. Θα κατεβαίναν Μεγάλο Σάββατο από το δρόμο του γκρεμού, όπως το ζήτησε. Μα όταν πήγε στο καρτέρι, εκεί μύριζε μονάχα μπαγιάτικος καπνός από καπνισμένα τσιγάρα. Παρ’ όλα αυτά, περίμενε πολύ με το τουφέκι κολλημένο στον ώμο, έτοιμος να πάρει σημάδι σε πουλί (…) Απελπισμένος πήρε το δρόμο του γυρισμού. Σχεδόν υπνωτισμένος διάβαινε δίπλα από σπίτια και μέσα από χωράφια (…) Στα σίγουρα κινδύνευε… Όμως κάτι ακαθόριστο τον αγκίστρωνε και τον έσερνε προς τα εκεί. Μπούκωναν τα ρουθούνια του με φρέσκια οσμή. Οι αυλόπορτες ήταν υγραμένες από κοκκινωπή λάσπη, σαν αυτή που βρέχει κάποτε ο καλοκαιρινός νοτιάς. Άκουγε άγριες φωνές, βελάσματα παιδιών (…) Ήταν πια στ’ αλήθεια μεθυσμένος απ’ τις πολλές αναθυμιάσεις της πασχαλιάτικης γης (…) Το δειλινό της Λαμπρής παραφύλαξε απ’ την άλλη μεριά του γκρεμού (…)

Στον Ευγένιο Αρανίτση.

08
Απρ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 2. Περιοδικό Πόρφυρας

 Ο Δημήτρης Κονιδάρης μοιράζεται τις σκέψεις του για τον Πόρφυρα, το εύκρατο και πολύκαρπο λογοτεχνικό περιοδικό που συν-εκδίδει και συν-διευθύνει μαζί με τον Περικλή Παγκράτη.

Η «φυσιογνωμία» του περιοδικού
(από το εκδοτικό σημείωμα του 1ου τεύχους, 1980)

«Συνέχεια» θα μπορούσε να ήταν ένα άλλο όνομα αυτού του περιοδικού. Γιατί την πνευματική συνέχεια σ’ αυτή την πολιτεία έχει την πρόθεση να εκφράσει. Θέλει να ’ναι μια έκφραση της σημερινής πνευματικής συγκομιδής, όπως αυτή εμφανίζεται και ζει και κινείται κι εξελίσσεται στο χώρο τούτο, χωρίς ωστόσο να ξεκόβεται από τους άλλους χώρους. Ούτε από την εποχή και τον καιρό μας. Το σολωμικό δίδαγμα, που δεν έπαψε να ’ναι εδώ απτή ζωντανή παρουσία, μας δίνει το σύμβολό του, τον «πόρφυρα». Μιαν ομορφιά της έξω από χρόνο και χώρο αμάχης, μιαν αντιπαράταξη στο άγριο τέρας.

Σημείωση: Πόρφυρας, ένα είδος καρχαρία στην παλαιότερη κερκυραϊκή διάλεκτο, τίτλος ποιήματος του Σολωμού.

Στόχοι
Ο «Πόρφυρας» (έκδοση μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα) συμπλήρωσε τον αριθμό των 130 τευχών. Στα πρώτα 42 τεύχη του είχε κυκλοφορήσει ως δίμηνη έκδοση, ενώ από το τεύχος 43 (αισθητικά βελτιωμένος και πολυσέλιδος) είναι τριμηνιαίος. Το γεγονός, σε συνδυασμό με τη σημαντική απήχηση του «Πόρφυρα» σε συγγραφείς και αναγνώστες είναι ίσως άξιο επισήμανσης, καθώς μάλιστα το περιοδικό άγει χωρίς διακοπή το 29ο έτος. Παράλληλα, ωστόσο, η εκδοτική ομάδα του «Πόρφυρα» πιστεύει ότι με την επισήμανση αυτή εξαντλείται και ο όποιος «πανηγυρισμός».

Εξίσου μη αναγκαίος θεωρείται από την εκδοτική ομάδα του περιοδικού και ο απολογισμός της μέχρι σήμερα πορείας του περιοδικού, για τον οποίο πιστεύει ότι θα ήταν και ουσιαστικά αναρμόδια να τον πραγματοποιήσει. Το μόνο που μπορεί κανείς να ευχηθεί, είναι να βρεθεί στο μέλλον ο κατάλληλος ερευνητής, ο οποίος με αντικειμενικότητα (για να μη χαριστεί στα λάθη), αλλά και με ευαισθησία (για να μην αδικήσει τη σκέψη των εκδοτών) θα συνυπολογίσει ή και θα συμψηφίσει «κέρδη» και «ζημίες» από την έκδοση. Τότε, ενδεχομένως, θα κληθεί να απαντήσει σε ερωτήματα σαν κι αυτά, π.χ.:
α) εάν το περιοδικό κατόρθωσε να διαμορφώσει προσωπικότητα,
β) εάν και σε ποιο βαθμό συνέβαλε στη συλλογικότητα,
γ) εάν και σε ποιο βαθμό μπόρεσε να παρακολουθήσει τις πνευματικές διεργασίες στον τοπικό, τον ευρύτερο ελληνικό και τον διεθνή χώρο,
δ) εάν και σε ποιο βαθμό ανέσυρε απ’ τη λήθη αξιόλογες μορφές ή μορφώματα του παρελθόντος και εντόπισε τις εξελίξιμες περιπτώσεις του παρόντος,
ε) εάν με τις αναγκαίες ανανεώσεις δημιούργησε προοπτικές συνέχειας, κ.λ.π.

Όχι λοιπόν «πανηγυρικά», αλλ’ εντελώς «περιστασιακά» σημειώνεται το γεγονός πως ο «Πόρφυρας» έφθασε στο 130ο τεύχος του. Δηλώνεται έτσι το γνωστό, ότι δηλαδή μετά από μια μακρά διαδρομή υπάρχει πάντα συνέχεια και διάρκεια. Και υπάρχει επίσης μεταξύ των μελών της εκδοτικής ομάδας αλληλοεκτίμηση και αγάπη – στοιχεία που αποτελούν την κινητήρια δύναμη του περιοδικού.

Διαδρομή
Όπως όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί, όπως όλα τα περιοδικά που κάπως άντεξαν στο χρόνο, πέρασε κι ο «Πόρφυρας» από κάποια στάδια, που πάντως όχι μόνο δεν αλλοίωσαν τη φυσιογνωμία του, αλλά, αντίθετα, τον έφεραν πολύ κοντά στις αρχικές προοπτικές του.
Κατ’ αρχήν: η έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Πόρφυρας» ήλθε να καλύψει ένα κενό. Μετά τον πόλεμο, τρία εκδοτικά εγχειρήματα στην Κέρκυρα φιλοδόξησαν να εκφράσουν το παρόν του τόπου μέσα απ’ τις χαίνουσες πληγές του πολέμου και της κατοχής: Τα «Φιλολογικά Νέα» (1945) του Κώστα Δαφνή, ο «Πρόσπερος» (1049-1954) των Μιχαήλ Δεσύλλα και Μαρίας Ασπιώτη, και «Το πρώτο σκαλί» (1954-1956), όργανο μιας ομάδας νέων πνευματικών ανθρώπων (Λέων Λοΐσιος, αδελφοί Κατσίμη, Λέων Αυδής, Γιώργος Ρωμαίος κ.ά.). Δύο επίσης επετηρίδες, τα «Κερκυραϊκά Χρονικά» (1951-1987), επίσης του Κώστα Δαφνή, και το «Δελτίο της Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας» (από το 1969), επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους στην ιστορία του τόπου, κυρίως.
Ο «Πόρφυρας» σχεδιάστηκε από τους Δημήτρη Κονιδάρη, τον Περικλή Παγκράτη και τον Σωτήρη Τριβιζά, καθώς και από το ζωγράφο Σπύρο Αλαμάνο (για τα εικαστικά, μέχρι το τεύχος 42), και το πρώτο τεύχος του κυκλοφόρησε τον Ιούλιο 1980. Καθ’ οδόν η εκδοτική του ομάδα (συντακτική επιτροπή) διευρύνθηκε, με τους ποιητές Θεοτόκη Ζερβό (από το 15ο τεύχος) και Νάσο Μαρτίνο (από το 39ο τεύχος), ενώ για ένα διάστημα είχε συμμετοχή στη συντακτική επιτροπή κι ο ποιητής Δημήτρης Ι. Σουρβίνος (Νο 15 έως Νο 36). Στην πραγματικότητα, η ομάδα του «Πόρφυρα» άτυπα υπήρξε πάντα πολύ ευρύτερη, αφού ένας κύκλος φίλων και στενών συνεργατών στάθηκε η κινητήρια δύναμη του περιοδικού, τόσο στα πρώτα βήματα του περιοδικού όσο και στη διαδρομή του.

Ο «Πόρφυρας» έλαβε το όνομά του από το ομώνυμο σολωμικό ποίημα, προκειμένου να υποδηλωθεί η συνέχεια στη μακρά πνευματική παράδοση του τόπου.

Τέσσερις είναι οι σταθμοί στην πορεία του περιοδικού:
Το πρώτο στάδιο του περιοδικού, συμβατικά μέχρι το 14ο τεύχος (1980-1983) –κι αφού είχε μεσολαβήσει μια ανθολογία με τις πιο αξιόλογες κερκυραϊκές μεταπολεμικές ποιητικές φωνές– αποτελούσε ένα «προσκλητήριο» κατά κύριο λόγο στους εργάτες των κερκυραϊκών γραμμάτων.

Στάδιο δεύτερο, από το 15ο τεύχος μέχρι το 30ο (1983): δημιουργία της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού, που πάντα υπήρχε ως κύκλος πνευματικών ανθρώπων, αλλά δεν είχε λειτουργήσει τυπικά. Η εκδοτική ομάδα, πέρα από τη συνεισφορά της στα πρακτικά και οικονομικά προβλήματα του περιοδικού, διευρύνει προς το καλλίτερο τα κριτήρια και διευκολύνει την αποφυγή εσφαλμένων εκτιμήσεων, ενώ διατηρείται πάντα ο κύκλος των φίλων του περιοδικού.

Με το τρίτο στάδιο (από το 31ο τεύχος, 1985), ο «Πόρφυρας» μπαίνει στη φωτοσύνθεση και εν συνεχεία στον Η/Υ, οπότε στερείται ίσως την ομορφιά της κλασικής τυπογραφίας (στο χέρι) αλλά μπορεί να έχει περισσότερες σελίδες και ύλη. Με τη φωτοσύνθεση, το περιοδικό μπορούσε πλέον να δημοσιεύει εκτεταμένα θεωρητικά και πεζά κείμενα (κυρίως προβληματισμού) και να πραγματοποιεί σφαιρικές παρουσιάσεις ποιητικών κειμένων.
Αυτή περίπου την περίοδο σημειώνεται και η απαρχή μιας στέρεης συνεργασίας –σε επίπεδο δημοσιεύσεων– με το Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Η σύνδεση του «Πόρφυρα» με το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, εκτός από την πολυμέρεια των συνεργασιών συνετέλεσε στο να προστεθεί στην εκδοτική ομάδα του περιοδικού ένα ακόμη όνομα, ο σύμβουλος έκδοσης Θεοδόσης Πυλαρινός, από το 101ο τεύχος. Η προσπάθεια επίτευξης ουσιαστικής αυτοδυναμίας υποστηρίζεται λοιπόν και από το γεγονός ότι από το 1985 ξεκινά η λειτουργία του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Τα αφιερωματικά τεύχη του περιοδικού για τον πεζογράφο Σπύρο Πλασκοβίτη, τον ποιητή Ιωάννη Σαρακηνό και τον χαράκτη Νίκο Βεντούρα επισφραγίζονται με δύο ογκώδη αφιερώματα στον πεζογράφο Κωνσταντίνο Θεοτόκη, κι ακολούθως στον Διονύσιο Σολωμό, τον Ιάκωβο Πολυλά και τον Ανδρέα Κάλβο, με την ουσιαστική βοήθεια της κερκυραϊκής ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και με αφιερώματα ή σελίδες σε δημιουργούς όπως ο χαράκτης Νίκος Βεντούρας, ο Σπύρος Πλασκοβίτης, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Τάσος Κόρφης, ο Λορέντζος Μαβίλης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Μπόρχες, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Έκτωρ Κακναβάτος, ο Δημήτρης Καλοκύρης, ο Μανόλης Πρατικάκης, ο Γιάννης Δάλλας, ο Διομήδης Βλάχος (μεταθανάτιο αφιέρωμα), ο Δημήτρης Ι. Σουρβίνος (μεταθανάτιο αφιέρωμα), ο λατινιστής καθηγητής Κωνσταντίνος Γρόλλιος (μεταθανάτιο αφιέρωμα), ο Ευγένιος Αρανίτσης, ο καθηγητής Εμμανουήλ Κριαράς και, το πρόσφατο αφιέρωμα, ο Νάσος Βαγενάς.
Η πνευματική σύνδεση του περιοδικού με το Ιόνιο Πανεπιστήμιο αποτελεί το τέταρτο στάδιο της πορείας του.

Με την ευκαιρία, ωστόσο, ας προστεθεί ότι στόχος του «Πόρφυρα» δεν ήταν και δεν είναι να καλύψει όλους τους τομείς της πνευματικής ζωής του τόπου, πολύ περισσότερο που υπάρχουν, ευτυχώς, άλλοι αρμοδιότεροι, λ.χ. για την ιστοριοδιφική έρευνα, τη λαογραφία κ.λ.π., αλλά να προσθέσει το λιθαράκι του σε συγκεκριμένο τομέα και μάλιστα, ας το πούμε αυτό, χωρίς επ’ ουδενί να περιχαρακωθεί. Αν παραδόξως όλη η πνευματική ζωή έχει συγκεντρωθεί στην πρωτεύουσα, αυτό δεν σημαίνει ότι τα περιφερειακά περιοδικά οφείλουν να περιχαρακώνονται. Σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι προς το συμφέρον, ούτε της περιφέρειας ούτε των ίδιων των περιοδικών. Κατά την εκτίμηση των εκδοτών του «Πόρφυρα» η περιχαράκωση σήμερα αποδυναμώνει, τουλάχιστον, την πνευματική ζωή ενός τόπου.

Το περιοδικό «Πόρφυρας», λοιπόν, αποτελεί ένα από τα μακροβιότερα μεταπολεμικά λογοτεχνικά περιοδικά και ένα από τα ελάχιστα λογοτεχνικά περιοδικά της περιφέρειας που, διατηρώντας ένα σταθερό πυρήνα συνεργατών από τον τόπο έκδοσής του, στους οποίους παρέχει μόνιμο βήμα έκφρασης, αλλά και επιχειρώντας ανοίγματα σε συνεργασίες και εξελίσσοντας σταδιακά τις επιλογές του, κατόρθωσε να χαίρει πανελλήνιας εμβέλειας και αποδοχής.

Και τώρα, τι; Μετά από 130 τεύχη και είκοσι εννέα χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας (κι αφού ο «Πόρφυρας» πέτυχε να βρίσκεται στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της πρωτεύουσας, της συμπρωτεύουσας και των μεγάλων περιφερειακών πόλεων, στις βιβλιοθήκες των ελληνικών πανεπιστημίων και των εδρών Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στις πέντε ηπείρους), πού πρόκειται να βαδίσει; Ποια ανανέωση θα επιτύχει; Τι άλλο πρόκειται να επιδιώξει; Αυτό είναι και το ζητούμενο τούτης της εποχής.

Υπο/σημείωση: Ο Δημήτρης Κονιδάρης (Κέρκυρα, 1945) έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Οι συζητητές (εκδ. σειρά του Πόρφυρα, 1981), Οικείος (εκδ. Οδυσσέας, 1984), Ο ήλιος χαμηλώνει (εκδ. Υάκινθος, 1987), Οι συζητητές (συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων, εκδ. Έψιλον, 1995), καθώς και τις Τρεις βραχείες μονογραφίες/Γιώργος Αγιοβλασίτης – Ιωάννης Σαρακηνός – Νίκος Μώρος (εκδ. Έψιλον 1998).

06
Απρ.
09

Περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 130 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2009)

 

Αφιέρωμα στο Νάσο Βαγενά.

Πάντα ένα ποίημα θα μας γνέφει πιο πολύ από τ’ άλλα να το κάνουμε δικό μας, γράφει ο διχασμένος μεταξύ συγγραφής και αρχαιολογίας Χρήστος Μπουλώτης – και γι’ αυτόν είναι το Θάνατος στα Εξάρχεια του Νάσου Βαγενά, που εδώ τιμάται με περίλαμπρο Πορφυρικό και καταπόρφυρο αφιέρωμα. Το ποίημα συνοδεύεται από την διήγηση του τιμώμενου για ένα μαρμάρινο τραπέζι του κλασικού καφενείου Στουρνάρη και Τσαμαδού γωνία, την κάτω πλευρά του οποίου κάποτε ασυναίσθητα άγγιξε και ψηλάφησε το όνομα νεκρού – βλέπετε το μάρμαρο ήταν μεταποιημένη ταφόπλακα. Εκεί κι έκτοτε ψάχνει τις αναλογίες σε κάποια μεταγενέστερη ισπανική ταινία, σε μια παλαιότερη διήγηση του Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, σε μια κουβέντα τους στους Χάρτες της Βαλτετσίου, σε ένα ταχυδρομικό δελτάριο που αντάλλαξαν ως … εγγύτατοι γείτονες.

Όπως αντιλαμβάνεστε, ολόκληρο το τεύχος ρέει με διηγήσεις, ενθυμήσεις και κειμενογραφήσεις για τον εκλεκτό ποιητή, θεωρητικό, κριτικό, ιστορικό της λογοτεχνίας, που κάποτε υπήρξε αδιανόητος πεζογράφος κάποιων ψευδο-δοκιμίων που ακτινοβόλησαν την α λα Μπόρχες μετα-λογοτεχνία, διέτρεξε τον παράλληλο από την Δράμα ως το Ρέθυμνο με εφόδια την Εσθήτα της Θεάς και την Ειρωνική Γλώσσα και τώρα χρονολογείται, εργογραφείται και φωτο-γραφείται – ακόμα και ως ποδοσφαιριστής του Εθνικού Πειραιώς! Δεν είναι η πρώτη φορά που το κερκυραϊκό περιοδικό αφιερώνει ολόκληρο τεύχος του σε σύγχρονο λογοτέχνη, συνεπώς μιλάμε για τον ορισμό της γλυκύτερης υποτροπής. Επιμελής επιμελητής τεύχους ο Θεοδόσης Πυλαρινός. Ταχυδρομικός αποδέκτης: Τ.Θ. 206, 49 100 Κέρκυρα.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

 

05
Απρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 13

Ζοζέ Σαραμάγκου – Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον, εκδ. Καστανιώτη, 1997, σελ. 210 – 211 (Jose Saramago, O Evangelho Segundo Jesus Cristo, 1991)

Το αγόρι αυτό βρίσκεται στο δρόμο για την Ιερουσαλήμ, τη στιγμή που η πλειοψηφία των παιδιών της ηλικίας του ακόμα δεν διακινδυνεύουν να βγάλουν ούτε το ένα πόδι τους από την πόρτα, ίσως να μην είναι ακριβώς αετός στη διορατικότητα ούτε και τέρας ευφυΐας, δικαιούται όμως το σεβασμό μας, έχει, όπως το δήλωσε κι ο ίδιος, μια πληγή στην ψυχή, κι επειδή η φύση του δεν τον αφήνει να περιμένει να τον γιατρέψει η συνήθεια του να ζει μαζί της, μέχρι να φτάσει να κλείσει μαζί μ’ εκείνη την καλόθυμη ουλή που λέγεται λησμονιά, βγήκε στον κόσμο, ίσως για να πολλαπλασιάσει τις πληγές και να φτιάξει, με όλες τους μαζί, ένα μοναδικό και απόλυτο πόνο.

 Ίσως να μοιάζουν αταίριαστες αυτές οι υποθέσεις, όχι μόνο για τον άνθρωπο αλλά και για το χρόνο και τον τόπο, να τολμούμε να φανταστούμε σύγχρονα και πολύπλοκα αισθήματα στο κεφάλι ενός αρχαίου Παλαιστίνιου γεννημένου χρόνια πριν οι Φρόυντ, Γιουνγκ, Γκρόντεκ και Λακάν έρθουν στον κόσμο, το σφάλμα μας όμως, επιτρέψτε την έπαρση, δεν είναι ούτε βαρύ ούτε σκανδαλώδες, αν λάβουμε υπόψη την πληθώρα των γραπτών που έχουν για πνευματική τους τροφή αυτοί οι Ιουδαίοι, τόσα και τόσα παραδείγματα που μας επιτρέπουν να σκεφτούμε ότι ένας άνθρωπος σε οποιαδήποτε εποχή κι αν ζει ή έζησε, είναι πνευματικά σύγχρονος κάποιου άλλου σε κάποια άλλη εποχή.

Στον Αναστάση Βιστωνίτη

02
Απρ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 1: Θεόδωρος Γρηγοριάδης

1. Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Διαχρονικά αγαπημένους θεωρώ τον Χέλμαν Μέλβιλ, τον Βαλντίμιρ Ναμπόκοφ, τον Τζόζεφ Κόνραντ για πάντα, την Βιρτζίνα Γουλφ, την Μιούριελ Σπαρκ την λατρεμένη, Πατρίτσια Χάισμιθ, τον Γιώργο Χειμωνά, τον Χουάν Γκοιτισόλο, τον Ντανίλο Κις.

Πρόσφατους: τον Ντον Ντε Λίλο, την Γιόκο Ογκάουα, τον Ίαν ΜανΓιούαν, τον Κάζουο Ισιγκούρο που τον βάζω πολύ ψηλότερα απ’ όλους, τον Ορχάν Παμούκ, τον Κολμ Τοϊμπίν, τον Άλαν Χόλινγκερστ, τον Πέρσιβαλ Έβερετ, τον Ντέιβ Έγγερς, τον Μισέλ Ουελμπέκ. Θεωρώ ευχάριστη αποκάλυψη τον σαραντάχρονο Βρετανό Τομ ΜακΚάρθυ.

2. Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.

Διαχρονικά αγαπημένα: Η καρδιά του σκότους (Κόνραντ), Ο φάρος (Γουλφ), Η Μεταμόρφωση (Κάφκα), Ακυβέρνητες Πολιτείες (Τσίρκας), Ο αιχμάλωτος του έρωτα (Ζενέ), Τα ονόματα (ΝτεΛίλο), Αδριανού απομνημονεύματα (Γιουρσενάρ), Ο πεθαμένος και η Ανάσταση (Πεντζίκης).
Πρόσφατα διαβασμένα με καλές εντυπώσεις: Το Μάταιο χθες (Ρόσα), Πουτάνες Φόνισσες (Μπολάνιο), DAY (Κένεντι), Οι πληγωμένοι (Έβερετ), Βίλα Αμαλία (Κινιάρ).

3. Αγαπημένα σας διηγήματα.

Οι νεκροί του Τζόις, διηγήματα του Πόε, Ο επιτάφιος θρήνος του Ιωάννου, άπαντα Τσέχοφ, της Λόρι Μουρ, του Κορτάσαρ, του Πωλ Μπόουλς μα πάνω απ’ όλα τακτικά ξαναδιαβάζω τον Μπόρχες.

4. Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Αναρωτιέμαι συχνά τι να απέγιναν αλλά σπανίως σκέφτομαι να τους ξαναβρώ μη και μ’ απογοητεύσουν.

5. Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Γράφω στο γραφείο μου, αρκεί να είναι απομονωμένο, όπου και αν μεταφερθεί. Μου είναι αδιανόητο να γράψω σε δημόσιους χώρους-έχω την αίσθηση ότι εκτίθεμαι. Άσε που γράφοντας βρίσκομαι πάντα σε ένα είδος transference που καλά θα είναι να παραμένει εντός των τειχών μου.

6. Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Κρατάω ασταμάτητα σημειώσεις και σχεδιάσματα σε δεμένα σημειωματάρια που θυμίζουν βιβλία. Είναι η προσωπική μου ιδιωτική βιβλιοθήκη αλλά και η πηγή όπου ανατρέχω. Ύστερα είναι η διαρκής σκέψη κάθε ιστορίας που με κατατρέχει καθημερινά. Παιδιά, σκυλιά δεν έχω, αλλά έχω μια ντουζίνα πρόσωπα και ιστορίες που κάθε μέρα πρέπει να φροντίσω με την σκέψη μου. Ποτέ δεν ξεκινάω να γράψω με μια «ωραία φράση». Αρχίζω με μια σκηνή, μια εικόνα, έναν χαρακτήρα. Άλλωστε γράφω ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, δηλαδή αφηγηματική λογοτεχνία και όχι «ποιητική πρόζα» ένα ξεπερασμένο είδος που ανθίζει ακόμη στη χώρα μας.

7. Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Κάθριν και ο Χήθλκιφ της Μπροντέ, ο Ρίπλεϋ της Χάϊσμιθ, ο Μάρλοου του Κόνραντ, ο Χάκμπλερι Φιν, τον λατρεύω αυτόν τον τύπο. Οι χαρακτήρες του Αλεξανδρινού Κουαρτέτου του Ντάρελ, κι αυτοί είναι τόσο χαρακτηριστικοί.

8. Θα δοκιμάσετε μια συνοπτική «εισαγωγή» στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (ή για όσα κρίνετε), είτε ως επιγραμματική παρουσίαση, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποίες συνθήκες και ποιούς πόθους συγγράφηκε; Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Το πρώτο μου μυθιστόρημα «Οι κρυμμένοι άνθρωποι» γράφτηκε στην Ξάνθη το 1990, το αγαπάω γιατί είναι εντελώς ανυποψίαστο για την τύχη του και βιωματικό: ήμουν τότε καθηγητής στα πομάκικα χωριά. Ο «Ναύτης» (1993) σχετίζεται με τα μέρη μου, στο Παγγαίο και την πεδιάδα των Φιλίππων. Διαβάστηκε, αγαπήθηκε, με στοιχειώνει ακόμη-θέλω να τον πνίξω κάποτε. Ο «Χορευτής στον ελαιώνα» (1996), μεταφυσικό και ερωτικό, διαδραματίζεται στις Σέρρες, διαβάστηκε πολύ και είναι το πιο ευπώλητό μου. Το 1998 έγραψα τα «Νερά της χερσονήσου» και έγινε στροφή στη θεματολογία και το ύφος της γραφής μου. Οι μισοί αναγνώστες μου λάκισαν. Τα «νερά» είναι ένα ιστορικό βιβλίο αλλά καμία σχέση δεν έχει σχέση με τον νέο-οριενταλισμό του μιναρέ και των χαμένων πατρίδων που, μαζί με τα ροζ βιβλία έχουν αποβλακώσει τον κόσμο. Ο χρόνος το δικαίωσε. Είναι το μόνο βιβλίο που μελετάται ακόμη και σε ξένα πανεπιστήμια. Μετά ήρθε το «Παρτάλι» βγήκε και στα γαλλικά και μελετήθηκε στα πλαίσια των gender studies. Το 2005 η «Αλούζα, χίλιοι κι ένας εραστές», το μεσανατολικό μυθιστόρημα της Αθήνας, και οι «Χάρτες» το 2007. Μπορεί να παρέλειψα καναδυό.

9. Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τις «Ευμενίδες». Πρόκειται για μια τρομακτική αναγνωστική εμπειρία. Αν μου αρέσει-δεν ξέρω ούτε έχει σημασία. Και για το λογοτεχνικό σεμινάριο Απριλίου στη Δημόσια Βιβλιοθήκη των Σερρών τον «Μάγο» του Φόουλς. 900 + 700 σελίδες = αυχενικό. Παίρνει σειρά το «Βάλτεμπεργκ» και το καινούργιο μυθιστόρημα του Ασουλίν.

10. Τι γράφετε τον ίδιο καιρό;

Διορθώνω το καινούργιο μου μυθιστόρημα και μια νουβέλα.

Υπο/Σημείωση: Στο αίθριο του Πανδοχείου φιλοξενούμενοι συγγραφείς και έτεροι δημιουργοί των λέξεων μοιράζονται τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις, εκφράζουν σκέψεις για το έργο τους και μας ξεναγούν στις οδούς της συγγραφής.




Απρίλιος 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Blog Stats

  • 1.043.091 hits

Αρχείο