Αρχείο για Απρίλιος 2009

30
Απρ.
09

Μαριάννα Κορομηλά – Η Μαρία των Μογγόλων

Η τοιχογραφία μιας γονατισμένης γυναίκας που υπάρχει εδώ και αιώνες στον εσωνάρθηκα ενός κωνσταντινοπολίτικου καθολικού με την επιγραφή Η κυρά των Μουγουλίων, Μελάνη η μοναχή, προσέλκυσε με 1977 το βλέμμα και τις εμμονές της Κορομηλά, που έκτοτε βούτηξε στον Άξενο Πόντο για την πιο εύξεινη δεκαπενταετία της ζωής της. Η Μαρία Κομνηνή Παλαιολογίνα Διπλοβατάτζινα, κόρη (πιθανώς νόθα) του στρατηγού και μετέπειτα βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου στάλθηκε ως δωδεκάχρονο κοράσιο στον Μεγάλο Χαν της Μογγολικής αυτοκρατορίας για ευνόητους διπλωματικούς σκοπούς. Επέστρεψε ως τριαντάχρονη χήρα στην Κωνσταντινούπολη και μόνασε σε μικρό μοναστήρι που διασώζεται σήμερα.

Αντιλαμβάνομαι τα θέλγητρα που διέγειραν την ούτως ή άλλως αεικίνητη ερευνητική ταξιδευτική καρδιά της Κορομηλά: από τη μια ένα ολοκληρωτικά αφανές πρόσωπο της Ιστορίας με έμμεσο πολιτικό ρόλο, από την άλλη η συλλογική μορφή της βυζαντινής κορασίδος σε όλη την Ιστορία: Μαρίες – Ιφιγένειες, δέσμιες της διπλωματίας, ακούσιες πρέσβειρες σε ολόξενους τόπους. Πρόσωπα τριτεύοντα ή απόμερα από την επίσημη ιστορία, εξόριστα στην σκληρότερη ετερότητα. Η Μαρία έζησε πάνω σε ένα πέρασμα, της βυζαντιακής παρακμής και της μογγολικής υποχώρησης προς την οθωμανική άνοδο και τον νέο ελληνισμό, που αφορά δραστικά και την σημερινή γεωπολιτική κατάσταση της Νοτιανατολικής Ευρώπης. Το έζησε ως απόλυτα ξένη στον ακίνητο χρόνο και στις απελπιστικές καυκάσιες και μογγολικές ερημιές.

Η Κορομηλά τήρησε την ολόδική της ερευνητική στρατηγική: Μακριά από τα γνωστά άλλοθι των παραπομπών, αντιπαθώντας τα ανιαρά και τυποποιημένα συγγράμματα της βυζαντινής ιστορίας «που μοιάζουν με λογιστικά φύλλα ή απογραφή μιας αποθήκης», αρνείται πως τα χωράφια αυτά είναι υπόθεση των ειδικών. Το πεδίο της είναι οι τόποι και οι άνθρωποι: Αποσπά την πληροφορία από τον έντυπο χώρο της, αναζητά τα μικρά και τα απλά που συγκροτούν τον βίο των ανθρώπων, δηλαδή το υλικό της ιστορίας, αναζητά τους ανθρώπους πίσω από τα ονόματα, τα αξιώματα, τα φλάμπουρα, τα τείχη και τα μνημεία, ψάχνει να αφουγκραστεί να αφουγκραστεί την ανάσα των κεκοιμημένων. Η ζύμη του εργαστηρίου της έχει υλικά ιστορικής αφήγησης, ψυχολογικής, ταξιδιογραφίας, αυτοβιογραφικών εξομολογήσεων, ερευνητικών περιπετειών, στοχασμών, σημειώσεων που κρατούσε παντού (στα Καρέλια άφιλτρα ή σε λογαριασμούς της ΔΕΗ), νηπιακών σκίτσων. Τα εξαίσια ταξίδια – η μεγάλη φυγή. Αλλιώς δεν ξέρω πώς θα μεταμορφώνονταν οι μελέτες σε βίωμα και πώς το παρελθόν θα αποκτούσε τη δυναμική του παρόντος. Δεν ξέρω ποιος καλός δαίμονας με έβγαλε από τα βιβλία και με πέταξε στους πέντε δρόμους. (σ. 86 -87)

Maria_of_the_Mongols_MosaicΗ συγγραφέας ενθουσιάζεται από την μικρογεωγραφία και συνδιαλέγεται με το φυσικό περιβάλλον, τα ορεινά μονοπάτια, τα απέραντα βοσκοτόπια και βαλτοτόπια, ακόμα και τα βαρετά τοπία. Διανυκτερεύει σε δασικές καλύβες, πομάκικα κονάκια – χαλάλι λέει, τα μίζερα πανδοχεία και τα φρικώδη χάνια με τους μεθυσμένους φορτηγατζήδες και τα χρησιμοποιημένα σεντόνια. Περιφέρεται στα χαλκουργεία, στα βαφεία, στις πηλόχτιστες γειτονιές των Προσφύγων, σε δημόσια λουτρά και κουρεία, στους αρχαίους δρόμους που αντέχουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι κρατικές οντότητες και οι πολιτικές εξουσίες. Οδοιπορεί στις πολλαπλές Θράκες, στην απαγορευμένη χώρα της σιωπής πέρα από τον Νέστο και στις ακαλλιέργητες ερημιές της ευρωπαϊκής Τουρκίας με τις αγριεμένες αγέλες και τις ασθένειες των ζώων.

Περιδιαβαίνει με άθλια λεωφορεία της γραμμής, φορτηγά του δασαρχείου, καρότσες, μοτοσακό και τρακτέρ, ερειπωμένα καραβάν σεράγια, απομακρυσμένα τελωνεία, συνοριακά φυλάκια, ερειπωμένα «μαρτύρια», ερημητήρια και παλαιά αρμένικα κάστρα, ερευνά σε αλάνες με μπάζα και σε σκουπιδότοπους που είχαν καλύψει τείχη και ερείπια εκκλησιών και φτάνει ν’ αγαπήσει ακόμα και τις άδενδρες πεδιάδες που θυμίζουν έργα πολωνικού κινηματογράφου (έφηβη ονειρευόταν σπουδές μοντάζ στα εκεί εργαστήρια) και τις εκτάσεις «όπου όλα συμβαίνουν ψιθυριστά». Δεν νοιώθει ξένη πουθενά. Εξακολουθώ να αναρωτιέμαι τι καινό βάλαμε στη θέση του κενού. Με τι αντικαταστήσαμε τους αδειασμένους χάρτες. (σ. 179)

Αντιμετωπίζει διαφορετικά τον κτιστό και άκτιστο κόσμο. Ξεκινά από την μυρωδιά και τα συστατικά ενός τόπου, από ποια γωνιά ξεμυτίζει ο ήλιος την κάθε εποχή και καταλήγει στις γεωκτηνοτροφικές και γεωγραφικές συντεταγμένες, εντοπίζοντας ακόμα και τότε τον κυρίαρχο ρόλο της γεωμορφολογίας, ακόμα και της πολιτικής. Δηλώνει ωτακουστής και λεπτομερειομανής, μαθαίνει να ακούει τις ερμηνείες και τις βεβαιότητες των άλλων, μακριά από τον καταναγκασμό της φωτογραφικής μηχανής που σε ωθεί να κυνηγάς τα στιγμιότυπα και να χάνεις το άφεμα του βλέμματος και της μνήμης. Η ανταμοιβή της είναι «η βιωμένη εμπειρία τους, ο προφορικός τους λόγος, η ακατάγραφη μαρτυρία», η κατανόηση των γηγενών. Εξερευνώντας τους τόπους, βρίσκει τους ανθρώπους. Και αντίστροφα, θα προσθέσω.

Απόσπασμα: Τα μεγάλα ταξίδια δεν ήταν για μένα η μεγάλη φυγή, όπως πίστευα παλαιότερα. Ήταν η ευεργετική διαδικασία της επιστροφής. Στα λησμονημένα μέρη της συλλογικής εμπειρίας ξανάβρισκα ένα κομμάτι του εαυτού μου και, αφήνοντας τους άλλους να μιλήσουν, έγραφα από την αρχή τα στοιχεία της ταυτότητάς μου… Τα απολαυστικότερα ταξίδια γίνονται όταν τα προετοιμάζω και όταν τα επαναφέρω στη μνήμη μου. Γι’ αυτό κάθε ταξίδι διαρκεί χρόνια. Καμιά φορά, περνούν εικόνες δίχως γεωγραφικές συντεταγμένες και ιστορικό βάρος. Έτσι απλά, βλέπω πουλιά πάνω από καλαμιώνες κι αρμυρίκια, βλέπω καμήλες να βόσκουνε με τα μωρά τους μέσα σε βασάλτινους ερειπιώνες. (σ. 99)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Αθήνα, 1949. Ξεναγός, παραγωγός ραδιοφώνου, ιστορικός, ταξιδεύτρια, συγγραφέας πολλών εξαιρετικών πολυτονικών βιβλίων Θράκης, Ρωμυλίας, Ιωνίας, Μαύρης Θάλασσας, Μείζονος Ελληνισμού και Διάπλατου Οικουμενισμού.

Συντεταγμένες: Εκδ. Πατάκης, 2008, [Η κουζίνα του ιστορικού, αρ. 7], σελ. 336 συν 12σέλιδο φωτογραφιών.

Υποσημείωση: Θα ήταν ιδανικό στο τέλος κάθε κειμένου να προσθέταμε και συνδέσμους άλλων εκλεκτών ιστολογίων για το ίδιο βιβλίο. Μια τέτοια διαδραστική προσθήκη θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για όλους μας αλλά δυστυχώς απαιτεί χρόνο. Θα κάνω όμως εδώ – και όσο γίνεται συχνότερα στο μέλλον – μια εξαίρεση γιατί τα κείμενα της Anagnostria, της Χριστίνας, του Librofilo και του Δημήτρη Αθηνάκη που δημοσιεύτηκαν για το βιβλίο ήταν εξόχως εμβριθή και κατατοπιστικά. Τα διάβασα, όπως και οτιδήποτε άλλο γράφουν, ώστε να αποφεύγω να γράφω τα ίδια. Αυτή τη φορά οι συνιστολόγοι με δυσκόλεψαν πραγματικά : τα είπαν σχεδόν όλα. Κυρίες και Κύριοι, αφήστε κάτι και για μας!
Πρώτη δημοσίευση σε συντομευμένη μορφή: εδώ.
Advertisements
28
Απρ.
09

The Killers – Day & Age (Island, 2008)

 

Καλώς ήρθατε Κυρίες Και Κύριοι στο Las Vegas, στο τελευταίο review party της προηγούμενης χρονιάς! Είστε έτοιμοι για μια φανταιζί ακουστική πανδαισία; Δεν θα σας αποκαλύψουμε από την αρχή ποιοι κρύβονται πίσω από τα τραγούδια που θα πλημμυρίσουν την φωταγωγημένη μας πόλη! Θα σας πούμε μόνο πως είναι γέννημα θρέμμα της και πως τριτώνουν τους δίσκους τους, πιστοί στο ανά διετία ραντεβού τους!

Ας αρχίσουν τα όργανα! Είστε έτοιμοι για την εισαγωγή; Να μπουν τα Roxy Music σαξόφωνα και οι David Bowie γκρουβιές – των 80ς φυσικά! Βλέπω ο κύριος εκεί σολάρει εικονικά με την κιθάρα του! Έτσι μπράβο, κύριε, νοιώστε νέος!

Τι σας έχω για τη συνέχεια; Το πρώτο σινγκλ και, ναι, σωστά ακούτε, αφεθείτε στο αβανταδόρικο Euro Disco του! Όχι, δεν είναι η επιστροφή των A-Ha!, παραλίγο κι εγώ να το πιστέψω, ούτε η cameo εμφάνιση των Pet Shop Boys!

Δεν είναι βαθυστόχαστα συγκινητικός ο στίχος Are we human or are we dancer? Κάποιοι διαδικτυωμένοι κακεντρεχείς τον ψήφισαν ως τον γελοιωδέστερο στίχο της χρονιάς! Δεν ξέρουν οι αστοιχείωτοι πως εμπνεύστηκε από την ατάκα του θρυλικού συγγραφέως Hunter S. Thompson πως America is raising a generation of dancers Με την ευκαιρία, θα κληρώσουμε 10 αντίτυπα του Μεθυσμένου Ημερολογίου του σε Καλιοφωλική μετάφραση, αν φυσικά αγοράσετε λαχνό.

Τι θα λέγατε τώρα αν οργανώναμε για σας μια μίνι εξωγήινη απαγωγή; Λίγη περιπέτεια να νοιώσετε, βρε αδελφοί, ταιριαστή με τις διαστημοπλοιακές μας προσόψεις εδώ στην έρημο. Ακούστε το Spaceman! Μη μου πείτε πως σας χαλάει η New Order υπόκρουση της απόδρασης!
Η κυρία θέλει να χορέψει σέικ; Πείτε της πως στην ίντι γλώσσα μας, αυτό μεταφράζεται ως λευκοφάνκ. Θα κρατήσουμε τους ψευτο-Όρντερ στην σκηνή και θα βάλουμε σε δεξιά ηχεία Duran Duran και στα αριστερά Prince Prince. Σηκωθείτε στην πίστα, Joy Ride Time!
Βλέπω κουρασμένα παλικάρια που γυροφέρνουν το πιάνο μπαρ μας και αναπολούν τον Bruce Springsold, δεν είναι πια teen, αλλά εξακολουθεί να επηρεάζει πολύ τους Δολοφόνους μας. Ένα Dustland Fairytale θα τους ξανανιώσει.
Θέλετε λίγο θέαμα; Ετοιμαστείτε για αράπικα βουμ βουμ τύπου The Lion Sleeps Tonight, αλλά ετούτο το χορευτικό μας δεν είναι έθνικ, γιατί η indie κιθαρίτσα του σας προσφέρει έναν ακόμα indie ύμνο. Ποιος θα το αντισταθεί, ποιος; Αφού This Is Your Life!
Βλέπω σας άρεσε το ηλιοκαμένο στιλάκι. Οκ λοιπόν, βγείτε έξω στο θερμαινόμενο bitch bar μας, να χορέψετε την indie calypso σας με το I Can’t Stay, πίνοντας στην υγεία της Κυράς Lady­smith Black Mambazo – ή έστω στο κέρινο ομοίωμά της.
Όλους θα ικανοποιήσουν οι φίλοι μας! Σας αρέσουν οι James; Δείτε πόσο πετυχημένα τους κάνουν στο Neon Tiger! Ακούστε στίχο: Come on girls and boys, everybody make some noise! Εκστασιαστείτε, αλλιώς θα σας φέρουμε τους Quiet Riot!
Προτελευταίο τραγούδι και…διακρίνω ένα δάκρυ στα μάτια σας ή να βάλω τις φωνές; Οι αναμνήσεις σας διχάζονται μεταξύ Huey Lewis and the News και Daryll Hall και John Oates; Μην ντρέπεστε για το παρελθόν σας.
Για το τέλος κάτι αργό για μπλουζ. Οι ανέραστοι σηκώστε ψηλά τους αναπτήρες σας, τα blue tooth, το πορτατίφ του τραπεζιού. Αν αγοράσετε το σιντί από τις προθήκες δεξιά της εισόδου, σας περιμένουν και 2 Japanese bonus itunes tracks, τα A cripping blow και Forget about what I said.
Τώρα θα καλέσω στη σκηνή τον παραγωγό Stuart Price. Πείτε μας Stuart, επειδή έχετε δουλέψει με την Madonna, πώς είναι σαν άνθρωπος;
Μεταξύ των θαμώνων μας ένας μεγάλος Ρώσος «επιχειρηματίας» ετοιμάζεται να τους κλείσει για τα μεγαλύτερα στάδια του κόσμου, βέβαιος πως θα γίνει ποδοπατητός χαμός. Θα πουλήσουμε ακριβά τους Queen της διαστημικής εποχής!
Εδώ κυρίες και κύριοι είναι συγκεντρωμένο ολόκληρο το τοπ-40 του billboard! Εδώ και η αφρόκρεμα του εναλλασσόμενου ρεύματος, οι Rapture οι Bloc Party και οι Muse! Εδώ ζωντανεύουμε το New Wave, εδώ επιλέγουμε τον συνδυασμό που Σκοτώνει (αμερικάνικα 70ς, εγγλέζικα 80ς). Κυρίες και κύριοι, είναι οι Killers! Και το νέο είδος τους: Las Vegas Pop And Roll! Τα πάντα σας προσφέρονται εύκολα εδώ, σε αυτό το υπερφιαλ – όδοξο, γκλαμουράτο υπερμέγεθες νέον πακέτο. Τα πάντα είναι τέλεια, σαν ένα υπερλουξ ξενοδοχείο που τα έχει όλα στον υπερθετικό! Δε πιστεύω να βαρεθείτε ποτέ το τέλειο;!
Ο Ziggy Stardust του Las Vegas μας φοράει γιλεκάκι, έχει λεπτό μουστακάκι, εμμονή με τα βιβλία του Steinbeck και φωνάζει Run and tell your friends I’m losing touch στο Losing Touch. Μην τρέξει κανείς, αφήστε τον να βρει την άκρη μόνος του. Ας ηχογραφούμε ζωντανά την κατρακύλα του, εδώ στο Κλαμπ των Μαζικών Συγκινήσεων.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

26
Απρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 16

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Η ιστορία της Σονέτσκα, εκδ. Νεφέλη, 1995, μτφ. Ράνια Τουτουντζή, σ. 131-132.

Κυριακή του Πάσχα. Αργά το βράδυ. Εκμηδενισμένη από την αδιαφορία των ανθρώπων και των φίλων, από το κενό του σπιτιού μου και το κενό της καρδιάς μου (η Σονέτσκα είχε εξαφανιστεί, ο Βολόντια δεν ερχόταν), είπα στην Άλια: -Άλια, αφού οι άνθρωποι έχουν όλοι εγκαταλειφθεί από τους ομοίους τους όπως κι εμείς οι δύο, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να πάμε να προσκυνήσουμε το Θεό όπως οι επαίτες. Τέτοιοι άνθρωποι – υπάρχουν αρκετοί και χωρίς εμάς! Δε θα πάμε πουθενά, σε καμία εκκλησία, και δε θα υπάρξει «Χριστός Ανέστη» – θα πάμε οι δυο μας να ξαπλώσουμε – σαν τα σκυλιά! […]
Συνεσταλμένοι ή όχι, σαν τα σκυλιά ή όχι – γρήγορα ξαπλώσαμε στο ίδιο κρεβάτι – το παλιό κρεβάτι της τροφού, γιατί τότε ζούσαμε μέσα στην κουζίνα…

Στον Γιώργο Τσακνιά

24
Απρ.
09

Περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 1817 (Δεκέμβριος 2008)

 

Αφιέρωμα στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη (1908 – 1993).

Ποιός αρχιτεκτόνησε ικανότερα το κοσμικό χάος και το θρησκευτικό συναίσθημα, ποιος κατάργησε την ίδια την τέχνη του μυθιστορήματος τοποθετώντας ταυτόχρονα το πρόσωπο του συγγραφέα στο επίκεντρο της δράσης; Ποιος μνημοτεχνίτης των συνειρμών και πολυυμνητής του πνεύματος και των αισθήσεων εξάλειψε την πλοκή και απομυθοποίησε την χρονικότητα; Ποιος άλλος από τον εσωτερικώς μονολογούντα αφηγητή των συνειρμών και των συνεχών αποπροσανατολισμών κυρ Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τον συγγραφέα που αποενοχοποίησε οριστικά τον αφηγητή από την τυραννία του θέματος, που έγραψε για την δεδηλωμένη αδυναμία του να γράψει και να οργανώσει μια απλή ιστορία, που διέκοπτε την μυθοπλασία για να σχολιάσει τον ήρωά του!

Θα μπορούσα να συνεχίσω έτσι, αλιεύοντας φράσεις και θραύσματα ετούτου του ανθηρού αφιερώματος, πόσο μάλλον όταν όχι μόνο τα κείμενα του Πεντζίκη αλλά και τα κείμενα για τον Πεντζίκη, έχουν δεδομένο ενδιαφέρον, καθώς επιχειρούν εδώ και χρόνια να πλεύσουν στον παιγνιώδη κόσμο του απερίγραπτου «νεοτεριστή/μοντερνιστή» παι-ζωγράφου. Δεκατρείς μελέτες (κι από πολλούς νέους μελετητές!) κι ένα θησαύρισμα κάνουν εκείνο που έκανε ο ίδιος στον εαυτό του: τον μετατρέπουν σε μέρος ενός ατέρμονου λογοτεχνικού παιχνιδιού

Βλέπω πως ο Πεντζίκης δεν σταμάτησε ποτέ να επιστρέφει με τις μορφές που μας μίλησε και μας συνάρπασε. Οι επίλεκτες εκδόσεις Ίνδικτος και Άγρα επανεκδίδουν σε αρμόζοντα βιβλία το έργο του, που όσο κι αν πρωτοαγαπήσαμε από τις αλησμόνητες Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις της οδού Λαγκαδά [Θεσσαλονίκης], δεν παύουν να χρειάζονται αναστήλωση και επανέκδοση. Ξεφυλλίζω και ξαναξεφυλλίζω το τεύχος σε ευφορία, ακούγοντας στον δίσκο Λιταία Πύλη που εντόπισα κάποτε στα μεταχειρισμένα (με μουσική του Χρυστόστομου Σταμούλη και ποίηση μεταξύ άλλων και του Πεντζίκη) την παιδική Χορωδία Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος να αντηχεί το Όσα χρώματα, τόσα αρώματα. Στο τέλος τα παιδιά αναφωνούν το όνομα του Πεντζίκη και της Μητέρας Θεσσαλονίκης ξεκαρδιζόμενα. Είμαι βέβαιος: ο κυρ Νίκος Γαβριήλ ακούει και αγάλλεται.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

22
Απρ.
09

Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 83 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2008)

 

Αφιέρωμα στην Κική Δημουλά.

Κύριε/μη μας πάρεις κι άλλο/τις απώλειές μας./Δεν έχουμε πού αλλού να μείνουμε.

Ένα χρονολόγιο πλήρες γεγονότων και συναισθημάτων από τον Εντευκτηριαστή Γιώργο Κορδομενίδη, προερχόμενο, ως είθισται, αποκλειστικά από τους Φακέλους του Εντευκτηρίου και το ανεξάντλητο αρχείο του «Υπογείου» του, αποτελεί την αφετηρία ενός πλήρους αφιερώματος στην ποιήτρια, συμπληρώνοντας τις Προς Τιμήν της σελίδες του 57ου τεύχους.

Πλείστα κείμενα από τους Μάρκο Μέσκο, Γιαν Ένρικ Σβαν, Σταύρο Ζαφειρίου, Ντέιβιντ Κόνολι και άλλους αγγίζουν το σώμα της ποίησής της, ο Γιάννης Ψυχοπαίδης συνδιαλέγεται μαζί της εικαστικώς, άλλης μορφής συνομιλίες με τους Εουτζένιο Μοντάλε και Ν. Γ. Πεντζίκη προτείνονται επαρκώς και το αναθηματικό φόρουμ ολοκληρώνεται με τις δισκογραφικές της αποτυπώσεις, μια αχανή επιλογή κριτικογραφίας από το 1952 κι έπειτα, συνεντεύξεις, αφορισμούς – Μάλλον επειδή δε θέλω να φταίω για το ότι θυμάμαι ή για το ότι ξεχνάω, βρήκα δύο αντιπάλους, τη μνήμη και τη λήθη και αφήνω να «χτυπιούνται» αυτές. Δεν ξέρω τι σώζεται. – και cd με απαγγελίες ποιημάτων από την ίδια, κατά την βραδιά της στο Underground Εντευκτήριο.

Το απουσιολόγιο εδώ δυστυχώς δεν σηκώνει ζαβολιές όπως στο σχολείο – μακάρι να τις ακυρώναμε, όπως κι εκεί, με μια απλή μονογραφή. Έτσι, «άσβηστες» μένουν οι απουσίες: του Τάσου Χατζητάτση, του «κατεξοχήν πολιτικού πεζογράφου της Θεσσαλονίκης» κι ενός από τους πλέον αγαπημένους μου λογομάστορες, του Γιώργη Παυλόπουλου της αινιγματικής απλότητας, της Νένης Ευθυμιάδη των προκλητικών συμπτώσεων και της παγίδευσης του αναγνώστη. Τέλος, της Γιώτας Κραβαρίτου: της χαμογελαστής καθηγήτριας που συνέγραψε για την εξ αίματος συγγένεια ποίησης και δικαίου και την ανάγκη «επαναμάγευσης» του νομικού λόγου, για να μην αποκοπούν οι νομικές σπουδές από τον πολιτισμό, για να γίνουν οι νόμοι πιο δίκαιοι. Είχα την τύχη να την έχω καθηγήτρια στη Νομική και ήταν (μαζί με τον Γιώργο Αναστασιάδη που θα προσκαλέσω σύντομα στο χάνι μας) οι μοναδικοί καθηγητές μέσα σε εκείνο το αποστειρωμένο νομικίστικο κλίμα που αντιμετώπιζε με ειρωνία κάθε σύνδεση με την Ιστορία και τη Λογοτεχνία.

Εδώ κι αν ταιριάζει η Δημουλά: Όταν στρώνεις το τραπέζι/πριν καθίσεις/να ελέγχεις σχολαστικά/την αντικρινή σου καρέκλα/αν είναι γερή μήπως τρίζει/μήπως χαλάρωσαν οι εγκοπές/μήπως φαγώθηκαν οι αρμοί/αν υποσκάπτει το σκελετό/σκουλήκι/γιατί εκείνος που δεν κάθεται/γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο βαρύς. Αλλά ειδικά για την Νένη θα ταίριαζε και το Κάθε φιλί/αποτελείται εξολοκλήρου από τον κίνδυνο/να ’ναι το τελευταίο.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
20
Απρ.
09

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 495 (Απρίλιος 2009)

 

Αφιέρωμα στην ζήλια.

Δυο ευφυείς διηγηματογράφοι και καίριοι μυθιστοριογράφοι του λογοτεχνικού μας ρόστερ, οι Γιώργος Σκαμπαρδώνης και Βασίλης Γκουρογιάννης περνούν από το συνεντευκτήριο με αφορμή τα φρέσκα τους βιβλία. Ο πρώτος συζητά για την επιλογή των μικρών κεφαλαίων κατά τη βιογράφηση του Μάρκου Βαμβακάρη στο Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας, μας πείθει (σιγά μην δε μας έπειθε) πως δεν πρόκειται για σπονδυλωτή ή μικρόφορμη ή σεναριακή ή κινηματογραφική γραφή όπως έγραψαν, παραδέχεται πως διέφθειρε κατά βούληση τα πραγματικά περιστατικά (η ζωή του Μάρκου κι ο οδυνηρός έως μαζοχισμού έρωτας με την Ζιγκοάλα) και καταλήγει στον χαρακτηρισμό της λοξής, αυθαίρετης τομογραφίας προτού δηλώσει: τώρα που έγραψα και για τους δύο μεγάλους ροκ σταρς, καθάρισα. Τέρμα. Δεν πρόκειται να ξανασχοληθώ με αυτόν τον χώρο (σημ.: ο έτερος είναι ο Τσιτσάνης προηγούμενου μυθιστορήματος).

Ο δεύτερος με το Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή αναμετρήθηκε με το ζεματιστό θέμα της Κύπρου, με εύρημα τη συνάντηση βετεράνων πολεμιστών και την προσπάθειά τους για εγγραφή της πραγματικής ιστορίας στα σχολικά βιβλία, τήρησε όλους τους κανόνες της ντοκουμενταρισμένης γραφής και μοίρασε ακριβοδίκαια τις ευθύνες. Για να μάθουμε ιστορία πρέπει πρώτα να την ξεμάθουμε, πρέπει πρώτα να σβήσουμε και να μείνει το πεδίο κενό.

Από το ζηλιάρικο αφιέρωμα στέκομαι στο κείμενο του Λευτέρη Καλοσπύρου για την σπασμένη γεωμετρία της ερωτικής ζήλιας στη λογοτεχνία: από την πρώιμη εμφάνιση των swingers στον Τζον Ίρβινγκ και την σιωπηρή ζήλια ακόμα και για έναν νεκρό στον Γκράχαμ Σουίφτ μέχρι την μονομανή έκφρασή της στην Ζήλια του Αλαίν Ρομπ – Γκριγιέ και από το βάσανο του αυτοκινητιστή στους Καλβινικούς Δύσκολους Έρωτες μέχρι τις λαγνοφόρες ζήλιες του Ροθ του Φώκνερ και του Ναμπόκοφ. Δύο άλλα κείμενα συμπληρώνουν το αφιέρωμα προηγούμενων τευχών στα Ημερολόγια των Συγγραφέων και στην ημερολογιακή γραφή γενικώς, διαπιστώνοντας μια ανεπίστροφη μεταβολή: το ημερολόγιο (μέσω weblogs κλπ) γίνεται πλέον δημόσιο, τα συστατικά του πολύτροπα (εικόνες, μουσική) και η αλληλοδραστικότητά του, με την ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη, δεδομένη.

Στις πίσω σελίδες ο κομικίστας Marv Wolfman (δημιουργός των Blade the Vampire Hunter, Bullseye και Cyborg) εξηγεί για ποιο λόγο έχει δημιουργήσει μερικούς καλούς «κακούς»: Μάλλον κι εγώ είμαι «κακός» εκ φύσεως.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

19
Απρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 15

Νόρμαν Μέιλερ, Το Κατά Υιόν Ευαγγέλιον, εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, 1997, μτφ. Μαρία Αγγελίδου, σ. 334-335 (Norman Mailer, The Gospel According to the Son, 1997).

Αυτοί που ήρθαν ύστερα από μένα διάβασαν τα ευλαβικά κείμενα που έγραψαν όσοι με γνώρισαν. Ευαγγέλια γράφτηκαν από ανθρώπους που δε με είχαν γνωρίσει. (Κι ήταν ακόμα πιο ευλαβικά!) Αυτοί οι μεταγενέστεροι γραφείς – που λέγονταν πια χριστιανοί – είχαν ακούσει για τις περιπλανήσεις μου στην Ιουδαία και για τα κηρύγματά μου. Πρόσθεσαν πολλά. Μίλησαν για αγγέλους που κατέβηκαν από τα ουράνια την ώρα του θανάτου μου. Άλλοι περιέγραψαν το αστροπελέκι που έσκισε στα δύο το μεγάλο καταπέτασμα του Ναού την ημέρα εκείνη…
Γιατί πολλοί απ’ αυτούς που είχα κοντά μου αρέσκονταν στις υπερβολές. (…) Γι’ αυτό κι εγώ θα έπρεπε εδώ να σφραγίσω το ευαγγέλιό μου σαν τον Δανιήλ, με την ελπίδα ότι η αλήθεια είναι πράγματι αιώνια. Αλλά δεν μπορώ. Γιατί πρέπει να μιλήσω και για όσα ειπώθηκαν αφότου είχα φύγει…

Στον Γιώργο Ρωμανό




Απρίλιος 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.   Μάι. »
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Blog Stats

  • 991.617 hits

Αρχείο

Advertisements