Truman Peyote – Light lightning (Whitehaus Family Records, 2009)

 

Η ανάμειξη πρωτόγονων και μοντέρνων ηλεκτρονικών κυκλωμάτων, προφανώς αλιευμένων από τον απεριόριστο διαμαντο-σκουπιδότοπο του διαδικτύου υπήρξε πάντα ευγενές χόμπι του νεαρότατων Caleb Johannes και Eric Farber. Πολύ δε περισσότερο η διαβίωση στην πλέον καλλιτεχνίζουσα γειτονιά της Βοστώνης Jamaica Plains όπου μουσικοί ανταλλάζουν ιδέες, κλέβουν ιδέες, δοκιμάζουν αλλαξοκωλιές και μοιράζονται τα συνεργατικά. Όπως άλλωστε παραδέχονται: όταν αχνίζει τέτοιος οργασμός δημιουργίας γύρω σου, νοιώθεις χαζός να μείνεις ακίνητος.

Η πρώιμη – απ’ τα μέσα του 2007 οπότε και ντουεταρίστηκαν – εμμονή για σύνθεση πασών περίεργων (ακόμα και του μαριναρίσματος του κοτόπουλου) ήχων σε ηλεκτρονικά τετράλεπτα σταδιακά μετατράπηκε αναγκαστικά ή τυχαία σε πιο ορθόδοξα ηλεκτρονικύματα και να ’μαστε στην πρώτη τους κυκλοφορία, τώρα και με τον Jeff Joyal κι άλλους πηγαινοερχόμενους, συν ένα μισό-μισό δωδεκάρι με Many Mansions (απ’ το απέναντι γραφείο στην Whitehaus Family) κι ένα εξίσου επτάιντσο – μεσοτοιχία με Turtle Ambulance. Οι οικογενειακές βιοτεχνίες καλά κρατούν: ο Johannes είναι συν-ιδρυτής της Breakfast of Champs Records μαζί με τον Jimmy Hughes (Turtle Ambulance) και τον Jake Yuhas (DROPA).

Εξ ου και η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποικιλία της δεκάδας τους: δεν είναι μόνο η τέχνη του sampling και η μαστορική του looping, αλλά και όλη η αίσθηση ενός ευάκουστου ηλεκτρονικού πειραματισμού που δοκιμάζει σχεδόν τα πάντα. Οι TP λένε πως χρησιμοποιούν τα υλικά και την επιρροή του dance ήχου, ακριβώς για να μην κάνουν χορευτική μουσική αλλά κάτι απ’ την απέναντι πλευρά – αυτό είναι εμφανές στις τρεις τελευταίες και καλύτερες συνθέσεις. Τα ελάχιστα φωνητικά κομμάτια έχουν τραγανή κρούστα, αλλού μια καλώς εννοούμενη ερασιτεχνική διάθεση μας θυμίζει τον Jad Fair και την εκατονταμελή παρέα του, ακόμα και μερικά άστατα θορυβήματα εδώ ταιριάζουν μια χαρά ακριβώς γιατί κρατάνε όσο πρέπει (λίγο) και βρίσκονται εκεί που πρέπει (γέμιση σάντουιτς σε «προσιτότερες» στιγμές). Οι ελάχιστοι που ασχολήθηκαν με την κυκλοφορία τόνισαν την Animal Collective- ική επίδραση του New Wife, New Life και άλλων αλλά αναρωτιέμαι αν δεν υπήρχαν οι AC ποιοι θα αναφέρονταν. Κι αν δεν υπήρχαν αυτοί οι ποιοι, με ποιους νωρίτερα απ’ αυτούς κ.ο.κ. κ.ο.κ. κ.ο.κ. κ.ο.κ.…

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Ολιβιέ Ρολέν – Μερόη

Πολιορκούμαστε από τόσο μεγάλες ιστορίες, πιστεύουμε, για μια στιγμή, ότι βλέπουμε τις εποχές και τους κόσμους να πηγαινοέρχονται μπροστά στα μάτια μας, κι έπειτα εμψυχωνόμαστε, ενθουσιαζόμαστε, καταστρεφόμαστε από υποθέσεις τόσο μικροσκοπικές… (σ. 35)

Ένας άντρας αυτοεξορίζεται στις άκρες του κόσμου, στο Ξενοδοχείο των Μοναχικών στο Χαρτούμ και στην μυθική Μερόη, σ’ αυτό τον δαίδαλο ωμόπλινθων και λαμαρίνας, για να ξεχάσει την Αλφά, μια γυναίκα που τον σημάδεψε καθοριστικά. Τουλάχιστο εκεί «δεν είναι κανείς απλώς ξένος αλλά απολύτως αποκλεισμένος από την παραμικρή, ακόμα και φαντασιακή, ανωτερότητα». Τριγυρισμένος από ξεχαρβαλωμένα κελύφη ποταμόπλοιων που σαπίζουν στη βόρεια όχθη του Κυανού Νείλου και ξύλινες πλατφόρμες που σκίζονται από τροπικές λόχμες, συνομιλεί με τον πελεκάνο Χάραλντ, συνουσιάζεται με την Χουρρίγια σε μια παλιά καμπίνα, ακούει από τον Νιμούρ ατέλειωτες αραβικές ιστορίες από τις οποίες δεν καταλαβαίνει ούτε λέξη, αλλά πού, ίσως εξαιτίας αυτού, του φαίνονται ωραίες – άλλωστε ποτέ δεν τον ενδιέφεραν οι άσκοπες συζητήσεις, αυτή η «κατασπατάληση λέξεων που δεν οδηγούν πουθενά». Ευκαιριακός συμπαίκτης στην αξιομνημόνευτη συναλλαγή του λόγου κι αυτό, χωρίς να τις γιατρεύει, απαλύνει αρκετές από τις αγωνίες. Προτιμότερο να διαβάζει ξεχασμένες παλιές εφημερίδες (που του προσφέρουν μια εικόνα του κόσμου κατακερματισμένη, ετεροχρονισμένη, αλλά όχι λιγότερο ακριβή, ίσα ίσα…)

Αυτός ο μετα – αποικιακός φιλόσοφος – εκούσιο φάντασμα, έκθετος στα καύματα του ήλιου, λαθραίος πότης σε μια χώρα όπου το αλκοόλ απαγορεύεται κι όπου ξυπνά «με την αξιοθρήνητη ευκολία ενός καταναλωτή σόδας» που περνάει την ώρα του διαβάζοντας την Εγκυκλοπαίδεια Λαρούς του 20ού αιώνα, έκδοση του 1933, επικοινωνώντας με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τον Σταντάλ και «τους αιώνες που αστράφτουν μέσα σε μια στιγμή», έλκεται από την ιδέα της ήττας και το συναίσθημα της αποτυχίας. Γι’ αυτό και διαβάζει τα ημερολόγια του στρατηγού Γκόρντον, άλλου μελαγχολικού εραστή της ήττας, που μισούσε τον πόλεμο, που περισσότερο θα προτιμούσε να διασχίζει τις ερήμους του Σουδάν στη ράχη μιας καμήλας, με μια Βίβλο στο χέρι, το τσιγάρο στο στόμα και μερικά μπουκάλια κονιάκ μαζί του. Γι’ αυτό και γνωρίζεται με τον Δόκτορ Βόλλεντερ, Ανατολικογερμανό αρχαιολόγο συντετριμμένο απ’ την Ένωση, με ύποπτο παρελθόν και έξη για τις τεφρώδεις ερήμους, μελετητή των χριστιανικών βασιλείων του Σουδάν, με εμμονή στην αποκλίνουσα χριστιανοσύνη, την αποκομμένης από την πηγή της, την έγκλειστης μέσα στην έρημο.

meroeΌταν τελείωσε η ιστορία του με την Αλφά (η οποία τον είχε κάνει να καταλάβει τι θα ήταν στο εξής για εκείνον η ομορφιά) δεν μετάνιωσε για την βίαιη ευτυχία που έζησε – όταν έχει υπάρξει κανείς βασιλιάς δεν πρέπει να παραπονιέται. Όμως τώρα θέλει να ανασυστήσει όσα έζησε απλά για να ξεφορτωθεί την σήψη των αναμνήσεων, «το παρελθόν, αυτή την τεράστια, αντηχητική σπηλιά». Πηγαίνει στο Παρίσι και προσλαμβάνει την Θιν, που η γοητεία της είναι ακριβώς η απουσία γοητείας, που ορκίστηκε να μην την ερωτευτεί («κάτι τέτοιο θα ήταν πάρα πολύ εύκολο, πολύ συμβατικό») ώστε να ξαναπεράσουν τα πεζοδρόμια που πέρασαν και τα μπιστρό όπου δείπνησαν, για να ανασυστήσει ένα ομοίωμα ζωής που η πίστη προσδίδει στα νεκρά πράγματα. Αντιλαμβάνεται την βλακώδη παραδοξότητα του εγχειρήματός του αλλά επιμένει: Ό,τι καλύτερο έχουμε είναι ίσως καταποντισμένα μεγάλα πράγματα.

Επιστρέφοντας νέο ράκος στην αποχαυνωτική ρουτίνα και τα ηλιακά καύματα της Μερόης, πρώτος επισκέπτης εδώ και δεκαετίες της βιβλιοθήκης του Μουσείου, ερευνητής της λαθραίας ιστορίας, κι ας είχε ψιλή άμμος κατακλύσει τους ανακατεμένους τόμους. Εκεί ξαναψάχνει τον εαυτό του: στους κόλπους της ερειπωμένης γνώσης, φυλακισμένης στο τεράστιο μπορντέλο του κόσμου. Ή έστω στην ακίνητη ομορφιά.

Meroe2Πρόκειται για το πέμπτο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα, ενός εκπληκτικού στιλίστα της πένας, ενός εξαιρετικού επιλογέα λέξεων, που εδώ περισσότερο από ποτέ γίνεται μέσω των ηρώων του – όλοι τους άξιοι επίγονοι των χαρακτήρων του Κάτω από το Ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόουρι και Τσάι στη Σαχάρα του Πολ Μπόουλς – απύθμενα ειρωνικός (είτε «για τον μεταφορικό και γραφικό Θεό των Χριστιανών, είτε «για μια από τις πολλαπλές ποιητικές συνέπειες που επισύρει η κατάρρευση μιας χώρας [που] είναι η ευημερία του αγριόχορτου»), τραγικά σαρκαστικός και απροκάλυπτα ευαίσθητος. Ένα από τα γοητευτικότερα μυθιστορήματα που διάβασα ποτέ.

Εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, 260 σελ. (Olivier Rolin, Méroé, 1998).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.