Σήλα Στήβενσον – Δρόμος μακρύς

Θέατρο Ορφέας. Σκηνή Ανδρέας Βουτσινάς

Σ’ ένα διήγημα του Κάρλος Φουέντες απ’ το Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μια μητέρα αλληλογραφεί με τον δολοφόνο της κόρης της, με την επιθυμία να του γνωρίσει ποια πραγματικά ήταν. Τόσο εκείνη όσο και ο φυλακισμένος συναντήθηκαν στον κοινό δρόμο προς μια νέα ζωή. Εδώ είναι ο γιος της οικογένειας εκείνος που δολοφονήθηκε από μια νεαρή γυναίκα και ήδη από την έναρξη – που κατακλύζεται από μια επαναληπτική, βιομηχανική μουσική – τα τρία εναπομείναντα μέλη (μητέρα – πατέρας – δεύτερος γιος) και η αυτουργός μονολογούν για την δραματική μεταλλαγή της ζωής τους.

Πώς χειρίζεται κανείς κάτι τέτοιο; Η μητέρα είναι σαστισμένη και οργισμένη, θέλει να εξαφανίσει από προσώπου γης την γυναίκα. Διατηρεί την στάχτη του νεκρού, βλέπει ανταύγειες μέσα της, βέβαιη πως εκείνος λάμπει ακόμα κι έτσι. Κρατάει τα ρούχα του γιατί δεν αποκλείει την επιστροφή του. Ο πατέρας εκπλήσσεται με την χολή που βγαίνει απ’ το στόμα του, αισθάνεται παγιδευμένος στον εαυτό του, δεν τον αναγνωρίζει. Ήλπιζε πως υπάρχει κάποιο κατάλληλο χάπι για την περίσταση αλλά τίποτα…η μόνη λύση είναι να τρέχει συνεχώς. Πρώτα σαν άσκηση, μετά σαν λαχανιαστή πανικόβλητη φυγή απ’ τις σκέψεις, μέχρι να στραφεί εξαντλημένος στο ποτό. Δεκάδες ερωτήματα τρυπούν την σκέψη τους. Τι γίνεται όταν σε μαχαιρώνουν; εκκρίνεται αδρεναλίνη όπως λένε, σαρώνουν οι ορμόνες; Αν είναι τώρα με τον Θεό, όπως του λένε, γιατί ο Θεός δεν τον προστάτεψε προηγουμένως; Γιατί ο κόσμος αλλάζει πεζοδρόμιο και κανείς δεν ξέρει τι να σου πει, μόνο ρίχνει κλεφτές ματιές οίκτου; Και οι ειδικοί που καλούνται να βοηθήσουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Μαλάκες που πίνουν το τσάι τους και σε ρωτάνε πώς νοιώθεις. Ζουν από τη θλίψη σου.

Μόνο ο γιος προσπαθεί να κρατηθεί την επιφάνεια, αντιλαμβανόμενος πως δεν μπορεί για πολύ να συνεχιστεί η ζωή σ’ αυτό το καταθλιπτικό μαυσωλείο. Προσπαθεί να τους ξυπνήσει, φωνάζει πως η ζωή πρέπει να συνεχιστεί, να μην κάνει ένας νεκρός κουμάντο στη ζωή μας! Πως η αυτουργός λες κι έχει πάρει τη θέση του, έγινε κομμάτι απ’ την ζωή τους, μόνο που δεν έχει μετακομίσει σπίτι τους. Όταν η μητέρα συνειδητοποιήσει πως είναι πλέον αναπόσπαστα δεμένη με εκείνη, τολμάει το ατόλμητο. Αν εκείνος είναι περισσότερο παρών από ποτέ – και εντελώς απών, τότε ίσως εκείνη πρέπει να μετατραπεί σε κάτι άλλο. Ο δρόμος προς την συνάντησή τους θα είναι μακρύς και δύσβατος.

Η Βρετανίδα συγγραφέας (που ξεκίνησε με θεατρικά έργα για το ραδιόφωνο του BBC και συνέχισε προς το σανίδι το 1996 με το επιτυχές The memory of water/Η μνήμη του νερού κ.ά.) βεβαιώθηκε πως οι περισσότεροι από τους κρατούμενους είχαν υποστεί σημαντική ζημιά πολύ προτού καταλήξουν τελικά στη φυλακή (προερχόμενοι συνήθως από ένα χαοτικό και δηλητηριώδες κοκτέιλ δραματικών συγκυριών) και συμμετείχε στον αγώνα ορισμένων να κατανοήσουν και να αντιληφθούν τα εγκλήματά τους. Ο Μακρύς Δρόμος γράφτηκε μετά από πολύχρονη έρευνα στις φυλακές του Λονδίνου και σε συνεργασία με το Πρόγραμμα της Συγχώρεσης του αγγλικού Υπουργείου Δικαιοσύνης (άσχετο με θρησκείες και εκκλησίες) που λειτουργεί σε φυλακές, σχολεία, κοινότητες επανένταξης, ενδιαφερόμενες ομάδες κ.λπ. και επικεντρώνεται στην πρακτική, όχι θεωρητική, συγχώρηση, συμφιλίωση και επίλυση διαφορών. Στο σχετικό σάιτ περιλαμβάνονται οι ιστορίες που ακούγονται στις εκδηλώσεις τους ή εξομολογούνται οι ίδιοι οι κρατούμενοι.

Σ’ ένα τέτοιο έργο, που γράφτηκε για να παιχτεί και στις φυλακές, εξ ου και η συχνή κι επιτατική στροφή προς το κοινό, όπου καίει συνεχώς το ερώτημα πώς μπορεί τελικά να λειτουργήσει η συγχώρεση για τους κρατούμενους και πώς να ξεκινήσει μια νέα ζωή για «θύτες» και «θύματα», το σκηνικό ενός απλού τραπεζιού ήταν αρκετό, καθώς το έργο εναλλασσόταν ανάμεσα στο σπίτι τους και στη φυλακή της (οι όροι μπορούν και να αντιστραφούν), οι ηθοποιοί υπήρξαν ως την άκρη πειστικοί και το κείμενο μοίραζε γερές μαχαιριές στο μυαλό.

Σκηνοθ. Χρήστος Καρχαδάκης, μτφ.: Δημήτρης Μοθωναίος – Βάσια Παναγοπούλου, σκην. – κοστ.: Μυρτώ Αναστασοπούλου, φωτ.: Κατερίνα Μαραγκουδάκη, βοηθ. σκηνοθ. Αρσένης Γρίμμας. / Παίζουν (αλφαβ.): Κατερίνα Διδασκάλου, Χρήστος Καρτέρης, Μέλπω Κωστή, Αγγελική Λάμπρη, Χριστόδουλος Στυλιανού. / Θέατρο Ορφέας, Σκηνή Ανδρέας Βουτσινάς / Δευτ – Τρ. 21:15 / 90΄ / (Sheilagh Stephenson, The Long Road, 2008).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 26. Ανταίος Χρυστοστομίδης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Ο Κόνραντ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Σβέβο, ο Ζέμπαλντ, ο Λιόσα, ο Τσίρκας. Και εκατοντάδες άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Το κόκκινο και το μαύρο. Ο Ξένος του Καμύ. Οι Αόρατες πόλεις του Καλβίνο. Τα 100 χρόνια μοναξιάς του Μάρκες. Το όπλο του σπιτιού της Γκόρντιμερ. Η τριλογία του Τσίρκα. Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Τα περισσότερα διηγήματα του Μπάσεβις Σίνγκερ. Και βέβαια τα διηγήματα του Ταμπούκι.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Ο Ζιβάγκο, ως μονάδα μέσα σε ένα επαναστατημένο πλήθος. Βεβαίως ο Ρασκόλνικοφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Λόγω δουλειάς, προτιμώ να αποφύγω την απάντηση.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους «μεταφρασμένους» σας χαρακτήρες; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ανυπομονώ να γνωρίσω καινούργιους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική;
Όταν μεταφράζω; Κλασική μουσική, κυρίως μουσική δωματίου. Από Μότσαρτ μέχρι Σοστακόβιτς.
Κατά τα άλλα καμιά ιδιαίτερη διαδικασία. Απλώς φροντίζω πριν αρχίσω μια μετάφραση να ξέρω τα πάντα για τον συγγραφέα και την εποχή του.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Πολλά πράγματα μαζί. Ποίηση (Σιμπόρσκα), πολιτική (ένα βιβλίο για τον Ζαχαριάδη), λογοτεχνία. Πάντα όμως μπήγω και σφήνες με ένα καλό αστυνομικό.

Τι μεταφράζετε τώρα;
Ουμπέρτο Έκο «Η ομορφιά της λίστας» μαζί με τη Δήμητρα Δότση. Πριν λίγες μέρες παρέδωσα ένα από τα λίγα αμετάφραστα ακόμα βιβλία του Καλβίνο, το «Τελευταίο έρχεται το κοράκι».

Ασχολείστε επισταμένα με την μετάφραση, την κριτική λογοτεχνίας και την επιμέλεια της σειράς ξένης πεζογραφίας στις εκδόσεις Καστανιώτη. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Πώς διαμοιράζετε αναίμακτα τις τρεις τούτες ηδονές;
Διαγράψτε το «κριτική λογοτεχνίας» και βάλτε στη θέση της τις «Κεραίες της εποχής μας» για την ΕΤ1. Όχι δεν έχω συγκεκριμένο πλάνο δουλειάς. Κι επειδή ευτυχώς και οι τρεις δραστηριότητες κινούνται στον ίδιο χώρο, δεν κινδυνεύω να τις μπερδέψω και να κάνω τραγικά λάθη.

Μπορείτε να θυμηθείτε κάποια μετάφραση που σας εξουθένωσε; Κάποια που απολαύσατε περισσότερο από άλλες; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον μεταφραζόμενο συγγραφέα;
Η πιο δύσκολη μετάφραση που έχω κάνει είναι αναμφισβήτητα το «Πάλομαρ» του Καλβίνο. Πρέπει να πω όμως ότι και το «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» δεν πήγε πίσω.
Για τη σχέση μεταφραστή-συγγραφέα; Όλα πάνε καλά αρκεί ο μεταφραστής να μην αισθάνεται υποτιμητικά απέναντι στον συγγραφέα, και ο συγγραφέας να μη ζηλεύει τον μεταφραστή.

Υπήρξατε ο βασικός μας μυητής στον Ίταλο Καλβίνο. Τι θα προτείνατε σε κάποιον που ετοιμάζεται να εισχωρήσει στο σύμπαν του; Από πού να αρχίσει, τι να έχει μαζί του;
Να ξεκινήσει από το πιο βατό του έργο: τους «Δύσκολους έρωτες».

Υπήρξατε ο βασικός μας μυητής και στον Αντόνιο Ταμπούκι. Τι σας έθελξε περισσότερο σε αυτόν τον συγγραφέα;
Οι βουβές πλοκές των έργων του. Η εκπληκτική του γλώσσα που μοιάζει ένα τίποτα κι είναι τα πάντα. Η ηθική του στάση απέναντι στα σύγχρονα προβλήματα. Και η άποψή του ότι το καθετί σέρνει πίσω του και το αντίστροφό του.

Με τον Ταμπούκι σας συνέδεσε βαθύτατη και ισότιμη σχέση. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με την σπανίζουσα αυτή διαρκή συνομιλία;
Να διηγηθώ απλώς ότι είμαι ευτυχής που εννιά χρόνια τώρα, την ίδια εβδομάδα και την ίδια εποχή του χρόνου, βρισκόμαστε στα Χανιά, στο ξενοδοχείο «Το δώμα», και περνάμε δέκα μέρες μαζί.

Για τις μεταφράσεις του Ανταίου Χρυστοστομίδη βλ. τις βάσεις των ΕΚΕΜΕΛ και Βιβλιονέτ.
Δημοσίευση και εδώ.