David Byrne – Fatboy Slim – Here lies love (Todomundo, 2010)

 

Βλέποντας το τμήμα press στο σάιτ που φτιάχτηκε για ετούτο τον δίσκο βλέπω δεκάδες συνδέσμους προς τα περισσότερα μέινστριμ έντυπα, κυρίως εφημερίδες. Όλοι με σύντομα σχόλια διεκπεραιώνουν την υποχρέωσή τους, εστιάζοντας στην επιλογή του concept: η ζωή και οι σκέψεις της Imelda Marcos, συζύγου του δικτάτορα των Φιλιππίνων. Ο ορισμός του μεταμοντέρνου! Το έργο καθεαυτό (εδώ η μουσική) προκαλεί λιγότερες συζητήσεις από τα περί αυτό: πόσο καιρό του πήρε (5 χρόνια), γιατί την διάλεξε (πρέπει να διαβάσεις το εκατοντασέλιδο βιβλιαράκι, που περιλαμβάνει και κατά στίχο ερμηνεία – ούτε η Βίβλος να ήτανε), τι απάντησε στο τηλέφωνο της ίδιας της Μάρκος που δήλωσε επιθυμία να συμμετάσχει. Για την μουσική όλοι κάνουν το παγώνι, ξεμπερδεύοντας με τον χαρακτηρισμό funk opera, λες και οποιοδήποτε σύνολο με πολλούς συμμετέχοντες και μια ψευδομιουζικαλίστικη χροιά, βαφτίζεται όπερα. Αν φωνάξω είκοσι μπουζουκτσήδες να ρεμπετίσουμε όλοι μαζί, θα πάρω τον τίτλο μπουζουκόπερα;

Εμείς ας ξεκινήσουμε απ’ τη μουσική: η έναρξη σε παραπλανά γιατί θυμίζει την αβανταδόρικη αρχή του τελευταίου Mint Royale (το Don’t Falter με την Laurene Laverne δεν είχε ανάλογους ακόλουθους), συνεπώς περιμένεις μια συνέχεια ανάλογη, άντε προς Pink Martini ή De Phazz. Ευτυχώς όχι, αλλά ακολουθεί κάτι χειρότερο: ένας λαππάς από νερόβραστα, πανομοιότυπα λευκά σόουλ ραδιοφώνου της συμφοράς και λάουντζ της γειτονιάς. Ο Slim είναι στο στοιχείο του: στο θεοβάρετο μέτριας ταχύτητας επαναλαμβανόμενο ανέμπνευστο φανκοντίσκο. Ο δε Byrne το ξέρουμε πως έχει από αμνημονεύτων χρόνων διαζευχθεί απ’ τη μελωδία έχοντας πάρει εργολαβία τον φάνκι ρυθμό, αλλά εδώ έχει στραγγίξει κάθε αναμενόμενο ethnic ή φιλιππινέζικο ιδίωμα. Προς τι η τόση ντισκούρα; Μα γιατί η κυρά λάτρευε την ντίσκο των τελών 70s αρχών 80s, έχτιζε ολόκληρες ντισκοτέκ στα σπίτια της, συνεπώς, διαβάζοντας ο Byrne και το The Emperor του Ρίτσαρντ Καπισίνσκι συνέλαβε την ιδέα της μεταφοράς της ζωής της σε μια ιδεατή θεατρική σκηνή, με την αγαπημένη της υπόκρουση. Τόσο απλό.

Μόνο που το σύνολο με τις 19 τραγουδιάρες μοιάζει περισσότερο με καλλιστεία για singer – songwriters. Βάλε και μια άσχημη ρε Δαβίδ, για το ξεκάρφωμα. Υπάρχουν δυο εξαιρέσεις εκτός συναγωνισμού λόγω μεσοκοπίας, οι ερχόμενες από τα αζήτητα Kate Pierson (ναι, των B52, η φωνή και το στιλ της οποίας, παραδόξως, δεν άλλαξαν στο παραμικρό) και… Cyndi Lauper (ναι, στριγγλίζει ακόμα). Μόνο η Martha Wainwright και η θεατρινίστική της εμμονή ταιριάζει στο κάδρο του Μπροντουγεϊκού The Rose of Tacloban – ούτε καν η μόνη Φιλιππινέζα εδώ Charmaine Clamor (τζαζίστρια βέβαια). Φυσικά ο Byrne είναι πολύ μεγαλομανής να μείνει απόξω από τις φωνές, οπότε κάνει μια μικρή εξαίρεση και τραγουδάει σε δυο κομμάτια, καλώντας για άλλοθι και τον αριστερό Steve Earle να τραγουδήσει ως … Marcos. Για γέλια ή για κλάματα;

Η ζωή της Μάρκος είχε όλα τα στοιχεία που συγκινούν τους λαϊκούς νόες: φτωχή νεότητα στην επαρχία, το αγουροκόριτσο γίνεται όμορφη γυναίκα, τάζει στην δούλα της Εστρέλλα πως όταν κάποτε πετύχει δεν θα την ξεχάσει ποτέ και σωστά μαντεύετε, όταν πέτυχε έκανε όχι μόνο έκανε πως δεν την ήξερε, αλλά και της διέλυσε τη ζωή. Σαπουνόπερα δηλαδή. Πώς ξέφυγε από την Ιζαμπέλ Αλιέντε; Κάτι μυρίζει εδώ, και μάλλον είναι η αγιοποίηση – θυματοποίηση μιας δεύτερης Evita Peron. Έσωσε τόσο κόσμο, την λάτρεψαν άλλοι τόσοι, δεν πειράζει που ο σύζυγος ήταν χασάπης ανθρώπων, όταν ήταν μικρούλα είχε άλλα όνειρα, η ζωή την έκανε έτσι, συγχωρείστε την παρακαλώ κλπ κλπ. Γι’ αυτό και οι διάφορες φωνές εδώ παίρνουν διαδοχικά τους ρόλους της Imelda και της Estrella, πάντα τραγουδώντας ντίσκο και φανκιές. Ένα τόσο κενό κιτς – εκτός αν η κενότητα της μουσικής απευθύνεται στους κενότατους που την λάτρεψαν. Ίσως για αυτό, τώρα που το σκέφτομαι, λιγότερα έχει να γράψει κανείς για τα κομμάτια. Δακρυβρεχτότερο όλων το Men Will Do Anything, για το κέρατο που έτρωγε απ’ τον ηγέτη.

Προφανώς ο Byrne έχει το προνόμιο της εκκεντρικότητας που κάνει ό,τι γουστάρει, γι’ αυτό και αποσιωπεί το θέμα για το οποίο η Marcos είναι περισσότερο γνωστή ανά τον κόσμο: την τρισχίλιαδη συλλογή από παπούτσια, σε μια χώρα όπου και το ένα ζευγάρι αποτελούσε χλιδή. Εδώ καμία σχετική αναφορά. You, foul, Mr Byrne. Αντίθετα προτιμά ιστορίες για το πώς χόρευε με τον Warhol στο στούντιο 54, πώς έριξε πόρτα στους Μπιτλς, πώς μίλησε στα Ηνωμένα Έθνη για τον Πάκμαν. Λες και οποιοδήποτε γραφικό ανεκδοτολογικό στοιχείο δεν αναιρεί το γεγονός πως της καλάρεσε να στέκεται δίπλα στον κοπλεξικό κοντό Φερνινάρδο μαζί με τον οποίο έκατσε στο σβέρκο του εξαθλιωμένου Φιλιππινέζικου λαού για καμιά εικοσαριά χρόνια, 1965 – 1986. Κάποιος έγραψε πως είναι σαν να κάνεις αφιέρωμα στον Πινόκιο και να μην αναφέρει την μύτη, ένας άλλος είπε Try putting yourself in her shoes…

Πάλι καλά που δεν έχουμε Μπέρνι στην Ελλάδα, ικανός ήταν να γράψει κάνα έργο για τη Δέσποινα Παπαδοπούλου, γιατί κι αυτή ως θύμα μπορείς να την δεις από την μια άποψη. Αλλά αυτή παραήταν κυράτσα για τέτοιες πορτρετογραφίες και χόρευε τσάμικο (αν και για τον Μπέρνι αυτό είναι ελληνικό έθνικ…). Η Μάρκενα επέστεψε στη χώρα της μετά από σύντομη πενταετή εξορία και σήμερα στα 80 της κυνηγάει μια θέση στη Βουλή. Άντε, και πρωθυπουργός. Στοιχηματίζω πως θα καυχιέται για το άλμπουμ στις φίλες της. Και πως οι κυρές των εναπομείναντων δικτατόρων του κόσμου ίσως ελπίζουν να σκαρώσει και γι’ αυτές ο Μπέρνι ένα – τελικώς – τιμητικό αλμπουμάκι.

Συμμετοχές: Florence Welch, Candie Payne & St. Vincent, Tori Amos, Martha Wainwright, Nellie McKay, Steve Earle, Cyndi Lauper, Allison Moorer, Charmaine Clamor, Roisin Murphy, Camille, Theresa Andersson, Sharon Jones, Alice Russell, Kate Pierson, Sia, Santigold, David Byrne, Nicole Atkins, Natalie Merchant, Shara Worden.

Πρώτη δημοσίευση με παραλλαγές: mic.gr. Στις φωτ.: ο ένας κάνει πως δεν ακούει κι ο άλλος πως δεν βλέπει.

Rafael Chirbes – Σκηνές κυνηγιού

Η τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου

Ο αφηγητής χαρακτηρίζεται από έντονο πάθος για την τέχνη του κυνηγιού· το βλέπει ως εξαγνιστική άσκηση, εστία καύσης αγωνιών και πλυντήριο συναισθημάτων, ακόμα και ως «μια γέφυρα που ενώνει τη ζωή με το θάνατο», καθώς το άγγιγμα του θηράματος τον φέρνει σε επικοινωνία με τον άλλο κόσμο, συνεπώς και με την γυναίκα και την κόρη του. Όμως αυτή η κυνηγητική έφεση δεν εμφανίζεται παρά στο τέλος της διήγησής του, όπως άλλωστε και της ζωής του: η θηρευτική του μανία έχει νωρίτερα αποκλειστικά σκοπεύσει στην κοινωνική ανέλιξη και στην ταχύτατη απόκτηση περιουσίας, με την απαραίτητη γαμήλια ένταξη στην κατάλληλη οικογένεια προτού παραμερίσει τα μέλη της πάντα προς ίδιον όφελος. Ιδού το ερώτημα που πάντα προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον: τι σκέφτεται ένας τέτοιος άνθρωπος όταν πλησιάζει το φυσικό τέλος και η ώρα του απολογισμού; Ποιες από τις επιλογές του υποστηρίζει σθεναρά, ποιες ομολογεί ως εσφαλμένες; Τι ποσοστό ενοχής και μεταμέλειας διαμοιράζεται στον ανυπόκριτο πλέον καθρέφτη του;

Ο Κάρλος συντομογραφεί μια ζωή αυστηρά μελετημένων στοχοθετήσεων. Αυτόκλητος πολεοδόμος – οικοδόμος της νέας φρανκικής Μαδρίτης και τυπικός εκπρόσωπος του ανδρείκελου – τεχνοκράτη με μόνη ιδεολογία εκείνη της ανάπτυξης που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζει τις δικτατορίες, έχει ως οδηγό το διηνεκές επιχείρημα της «αναγέννησης» της χώρας με κάθε τίμημα. Οι αναθυμήσεις του μοιάζουν αναθυμιάσεις ενός βρώμικου παρελθόντος αλλά εκείνος δεν φαίνεται να το αντιλαμβάνεται πλήρως. Αντίθετα οι ενοχές του περισσότερο κατευθύνονται στον περίγυρο των οικείων του: πώς έφτασε στο σημείο να μην αντιληφθεί την χρόνια απιστία της γυναίκας του, να μην γνωρίσει ποτέ ουσιαστικά την κόρη του, να έχει χρόνια ασυμβατότητα με τον γιο του, να εγκαταλειφθεί ακόμα και από τις ερωμένες του.

Αυτή η επιτομή αυτοβιογραφίας συχνά αποκτά χαρακτήρα ψευδοαντιπαράθεσης κυρίως με τον γιό του Μανουέλ, με τον οποίο «συνομιλεί» ως αναγνώστης του τετραδίου του (ενώ ο εγγονός του επιλέγεται ως ένας δεύτερος και σαφώς «ευκολότερος» αποδέκτης), σε μια διαμάχη επιχειρημάτων που πιθανώς έχουν μια (αποπροσανατολιστική;) κρούστα χάσματος γενεών, στο βάθος όμως εκθέτουν το μοναδικό επιχείρημα του Κάρλος: «όλοι οι υπόλοιποι που δεν ψήθηκαν στη ζωή σπαταλούν αυτό που εμείς μαζέψαμε με κόπο». Το κοσμοθεωρητικό του κατασκεύασμα γίνεται περισσότερο εμφανές στην αντιγνωμία με τον – εξίσου χρησιμοποιούμενο για τους σκοπούς του – κουνιάδο του, Μανόλο, έναν θερμό εραστή της ποίησης καθηλωμένο σε αναπηρικό καροτσάκι: η άποψη του τελευταίου πως η ποίηση είναι «απαραίτητη γιατί σε κάνει να ζεις ψηλά, στον καθαρό χώρο όπου αναπτύσσονται τα όνειρα και οι ιδέες», ακυρώνεται από τον Κάρλος με την ίδια προσωδία.

Σε απόλυτη πλέον οργανική και συναισθηματική ερήμωση, μακριά από την «εκκωφαντική Ισπανία του Φράνκο, όπου όλα λύνονταν ουρλιάζοντας ζητωκραυγές ή καταδίκες κάτω από τον αστραφτερό ήλιο», με την βεβαιότητα πια πως όλα τα πρόσωπα της ζωής του είχαν τοποθετηθεί τριγύρω του «σα να παίζουν μια θεατρική παράσταση» με προδιαγεγραμμένους ρόλους και τεχνητά σκηνικά, ο Κάρλος δεν γνωρίζει πού να ψάξει την αλήθεια, πέρα από τα χειροπιαστά τεκμήρια του παρελθόντος: «Όταν κοιτάζω όλες αυτές τις φωτογραφίες, μού έρχεται στο μυαλό η σκέψη ότι (…) περιμένουν πότε θα σταματήσει κάθε κίνησή μας, για να μείνουν αυτές η μοναδική αλήθεια». (σ. 63)

Η πυκνή γραφή του Τσίρμπες (Βαλένθια Ισπανίας, 1949), με εμβριθείς περιγραφές συναισθημάτων, εικόνων και καταστάσεων αποδίδει την εξομολογητική, σχεδόν ελεγειακή διάθεση ενός ανθρώπου που πάντα θεωρούσε πως «η ζωή είναι ένα θολό μείγμα βίας και οίκτου», και διαπίστωνε πως οι πάντες έχουν μανία να μασκαρεύουν την πραγματικότητα – εκτός φυσικά από τον ίδιο. Ο Κάρλος δεν μπόρεσε ποτέ να αντιληφθεί πως ακριβώς η άποψή του πως «δεν υπάρχει άλλο κέντρο του κόσμου εκτός από τον ίδιο σου τον εαυτό» τον εκτροχίασε εξ αρχής σε διαστρεβλωμένες απόψεις περί ευτυχίας και συνύπαρξης. Γι’ αυτό ακριβώς μένει με την ματαιωτική αίσθηση πως ελάχιστα γνώρισε τους αγαπημένους του, χωρίς προφανώς ποτέ να αντιληφθεί πως ο κυριότερος παραγκωνισμένος άγνωστος ήταν ο ίδιος.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ.: Κρίτων Ηλιόπουλος, 125 σελ. (Los disparos del cazador, 1994)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 600, 23.4.2010 (και εδώ)