Αρχείο για Νοέμβριος 2010



18
Νοέ.
10

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 512 (Νοέμβριος 2010)

 

Αφιέρωμα Ίαν ΜακΓιούαν

Ο μοντερνισμός οδήγησε σ’ ένα αδιέξοδο. Απουσία χαρακτήρων, πλοκής. Τίποτε δεν συμβαίνει. Πιστεύω ότι αυτό είναι ανιαρό. Μπορείς να έχεις όλη την ανασφάλεια του κόσμου, μυθιστορήματα που αναδιπλώνονται, αλλά παράλληλα μπορείς να έχεις και ιστορίες, χαρακτήρες. Αυτός που εκφράζει, είμαι σίγουρος, τις σκέψεις πάρα πολλών από εμάς είναι ο Ίαν ΜακΓιούαν, αλλοτινό μέλος της χρυσής γενιάς (golden generation) των 70ς/80ς (Έιμις, Ισιγκούρο, Μπαρνς, Κάρεϊ), ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή βρετανός συγγραφέας και μάλλον σπάνιος συνδυασμός λογοτεχνικών αξιώσεων και δημοφιλίας. Για τον ΜακΓιούαν το μυθιστόρημα οφείλει να κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το πρόβλημα του μυθιστορήματος, λέει, είναι ότι συχνά γίνεται βαρετό, σε βαθμό που σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι για το πώς επιβιώνει ως φόρμα. Πες τα χρυσο(γενια)στομε!

Γι’ αυτό και όχι μόνο εφοδίασε τους χαρακτήρες του με θέματα σκοτεινά, σεξουαλικότητα νοσηρή και ξεσπάσματα βίαια (διόλου τυχαίο το παρατσούκλι ΜακΆμπρ) αλλά και φρόντιζε να κλιμακώνει την ένταση έντεχνα και βασανιστικά. Η πρώτη του περίοδος υπήρξε περισσότερο θριλερική, με ιστορίες σαν «καλοστημένα νοητικά πειράματα ενός κυνικού και ψύχραιμου ανατόμου», ενώ στην δεύτερη τα γνώριμα θέματά του (η διαμάχη θρησκείας – επιστήμης / πίστης – ορθολογισμού και κυρίως η σαρωτική επίδραση ενός τυχαίου, συνήθως ακραίου συμβάντος στη ζωή των ηρώων) γίνονται πειστικότερα και αληθοφανή. Κι είναι ένας ακόμα συγγραφέας που βγήκε από τα μαθήματα δημιουργικής γραφής των Μάλκολμ Μπράντμπερι και Άνγους Ουίλσον (ήταν μάλιστα ο μόνος που το παρακολουθούσε – πώς αλλάζουν οι καιροί…)! Το αφιέρωμα επιμελήθηκε ο Λευτέρης Καλοσπύρος, εμπλουτίστηκε από την Μαρία Ξυλούρη (αμφότεροι έχουν απογειώσει τα αφιερώματα του περιοδικού) και συμπληρώθηκε με μια συζήτηση από την εκπομπή της Μικέλας Χαρτουλάρη και του Ανταίου Χρυσοστομίδη (απ’ όπου και το παράθεμα).

Ας σημειωθεί ακόμα η πλήρης δημοσίευση δυο εκτεταμένων ομιλιών από λογοτεχνικές εκδηλώσεις, του Αλέξη Ζήρα για την Ρέα Γαλανάκη και του Βίκτωρα Ιβάνοβιτς για τον Νάνο Βαλαωρίτη. Είναι κρίμα γενικώς ομιλίες (που αν μη τι άλλο έχουν υποστεί την ευγενή βάσανο της επεξεργασίας εκ μέρους των ομιλητών) να μην δημοσιεύονται αργότερα σε συναφή έντυπα και να χάνονται στην ασθενή μνήμη των ακροατών τους και μόνο. Η Ευγενία Φακίνου μάς συστήνει το πρωταγωνιστικό ασύμβατο δίδυμο του φρέσκου της πονήματος, το «κομικό» Peanuts έγινε 60 χρονών αλλά κι εμείς τώρα τελευταία δεν αισθανόμαστε πολύ καλά…Αλλά οι χαρακτήρες του νέου ΜακΓιούαν (Solar) θα περάσουν μάλλον χειρότερα…

 

17
Νοέ.
10

The Walkmen – Lisbon (2010)

Αν ρωτήσεις 100 ανθρώπους να σου πουν ποιο κομμάτι θα κρατήσουν απ’ τους Walkmen στην βαλίτσα με τα οριστικά τραγούδια, οι 95 θα πουν το The Rat. Φαίνεται πως και εδώ η ορμή υπερισχύει της εσωτερικότερης έντασης, γι’ αυτό μάλλον λίγους θα συνεπάρει το συναρπαχτικό Stranded. Ίσως πρέπει να είναι κανείς πολύ απογοητευμένος από το ροκ εντ ρολ για συγκλονίζεται από έναν σχεδόν λατινογενή θρήνο, τραγουδισμένο από έναν (ξανά) ζαλισμένο ντυλανικό φωνάρχη, που σέρνει τα βήματά του δίπλα σε εμβατηριακά πνευστά σαν σε νεκρώσιμη πομπή. Ενώ τέσσερις νότες των χάλκινων έτσι όπως είναι ριγμένες, μοιάζουν με ένα σημείο του …. ιταλικού εθνικού ύμνου. Και μόνο για το Stranded δηλαδή παραμένουμε Λισαβώνα.

Λίγοι θα έπαιρναν στο βαλιτσάκι το Another One Goes By από το Α Hundred Miles Off που στο προσωπικό μου πηχολόγιο αποτελεί τον δίσκο που καλούνται κάθε φορά να ξεπεράσουν. Αλλά ήδη νοιώθω να τους αδικώ: πώς γίνεται να περιμένεις εξέλιξη σε ένα σχήμα που εξαρχής χάραξε τα όρια του ράντσου του; Στο δικό τους ακίνητο τα δεδομένα είναι ακίνητα: ένα ροκ εντ ρολ με συγκεκριμένη πηγή και φυσιογνωμία, ο αμερικανικός ήχος και ο απανταχού νότος, η μεμψιμοιρία και η ήρεμη αποδοχή μιας ζωής που δεν είναι αυτό που υποσχέθηκε. Γι’ αυτό και εξ ορισμού οι Walkmen δεν θα αλλάξουν. Θα παραμένουν το ίδιο γοητευτικά παράφωνο σχήμα, με κομμάτια που σχεδόν ποτέ δεν σκάνε ή δεν σε ανεβάζουν αλλά συνεχίζουν ακόμα κι εκτροχιασμένα απ’ το δρόμο, μέχρι να σβήσει η βενζίνη. Θα προτείνουν από ένα έως κανένα χάιλαιτ αλλά δίσκους που ακούγονται ολόκληροι, ρέοντες, συνεκτικοί, χωρίς τίποτε περιττό, που ορισμένες φορές θες να τους πετάξεις από την επανάληψη της καμπανιστής τους γκρίνιας κι άλλες ξέρεις πως θα σε συντροφεύσουν στην απόγνωσή σου, παιγμένοι στο τέρμα, όταν ψάχνεις τις χαμένες απλότητες του ροκ.

Τι με νοιάζει αν ο τύπος τους συνεχίζει με τον ίδιο και απαράλλακτο τρόπο να αντηχεί σαν ένας Ντύλαν ενός Ολοκαίνουργιου Κόσμου (Brave New World, ή όπως το μετέφραζαν παλιά οι αδαείς Γενναίος Νέος Κόσμος, αλλά σ’ έναν τέτοιο πρέπει να σταθεί και να πουλήσει!) ενίοτε τόσο απροκάλυπτα και συχνότερα τόσο ύπουλα; Τι με κόφτει που το ανώτεμπο ριφ του Woe Is Me θα το αβαντάραμε περισσότερο αν προερχόταν από τους Go Betweens ή τόσους άλλους απόντες; Τι με πειράζει που το Torch song είναι διαιώνισμα τόσων και τόσων δεκαετιών αν μπορώ μ’ αυτό έστω να ονειρευτώ πως θα χορέψω αγκαλιστί με την κυρά του δικού μου σαλουνιού;

Η μπάντα επισκέφθηκε δις την πόλη της ονοματοδοσίας του δίσκου, σε εποχή πλήρη βροχοπτώσεων, πράγμα που δεν τους εμπόδισε να συνεπαρθούν και να (της τον) αφιερώσουν. Φυσικά ουδεμία ιβηρική επιρροή δεν προστέθηκε στον ήχο τους: οι Walkmen ανέκαθεν υπήρξαν σχήμα λατινογενούς ροκ έμπνευσης. Φέτος έκλεισαν δεκαετία, και πώς μετράται άραγε η ενηλικίωση ενός σχήματος; Αντίστοιχα μ’ ενός σκύλου; Πάντως το αίμα τους παραμένει πάντα μπλε, (μάρτυράς μου το έκτο κομμάτι), μπλε της μοναξιάς και του αχανούς ουρανού.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Για τους προ-προηγούμενους Walkmen εδώ. Στις φωτογραφίες: οι 5 νέοι προτού περάσει το απορριματοφόρο και η εμπνέουσα πόλη.

16
Νοέ.
10

Περιοδικό Κλήδονας, τεύχος 4 (Μάιος 2010)

 

Αφιέρωμα στη Συνάντηση

Μπορείτε να πείτε ποια υπήρξε η κεφαλαιώδης συνάντηση της ζωής σας; — Μέχρι ποιο σημείο αυτή η συνάντηση σας έδωσε, σας δίνει την εντύπωση του τυχαίου; Του αναγκαίου; Αυτό ήταν το θέμα μιας έρευνας που δημοσιεύτηκε το 1933 στο υπερρεαλιστικό περιοδικό Minotaure. Στη συνάντηση λοιπόν, «ένα από τα προνομιακά πεδία άσκησης και καταγραφής της υπερρεαλιστικής εμπειρίας», που ο υπερρεαλισμός έβλεπε ως συνάντηση της εξωτερικής αναγκαιότητας και της εσω­τερικής επιθυμίας είναι αφιερωμένο το τρέχον κληδονισμένο περιοδικό. Σ’ αυτή τη στιγμή που δεν είναι κατ’ ανάγκην ερωτική και που πλέον περιλαμβάνει και ένα λαβύρινθο δυνητικών συναντήσεων, π.χ. διαδικτυακών, που ταυτόχρονα είναι τυχαία και αναγκαία και μπορεί αιφνίδια να αλλάξει τις ζωές.

Ανθολογούνται (και συναντιούνται) κείμενα πλούσια πλείστων πλουμιστών υπερρεαλιστών (André Breton, Benjamin Péret, Paul Éluard, Jean Schuster, Mary Low, Ody Saban, Rafet Arslan, Vicente Gutierrez Escudero και Eugenio Castro), μέλη και φίλοι της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών κατά – γράφουν, -θέτουν και -φέρνουν να εκφράσουν προσωπικές συναντήσεις και κατα-λυτικές εμπειρίες αλλά και μοιράζονται τα σατανικά τους παιχνίδια. Παλιά βιβλία Βίπερ Νόρα βγαίνουν από το Μπαούλο με τα Βίπερ και ξαναδιαβάζονται «αλλιώς»

Η παρέμβαση του ανθρώπου μέσα στη ζωή των λέξεων υλοποιείται ως μία πράξη απόλυτου έρωτα που πραγματοποιείται διά του βιασμού και διαπράττεται διά του σοδομισμού έγραφε ο Γάλλος υπερρεαλιστής Guy Cabanel, που κυκλοφορούσε τις συλλογές του εκτός εμπορίου με σίγουρο όμως αναγνώστη και εκθειαστή τον Μπρετόν, διατηρούσε συχνές επαφές με μέλη της παρισινής υπερρεαλιστικής ομάδας χωρίς όμως ποτέ να ενταχθεί σε αυτήν, χρησιμοποίησε μια προσωπική μορφή «φωνητικής και γλωσσικής Καμπάλα» και άσκησε μια ποίηση αυτοματική, συνειρμική, συνεπαρμένη και παραισθησιακή. Αυτή η ποίηση μεταφράζεται εδώ από τον Σωτήρη Λιόντο, όπως κι ένα αφήγημα της Annie le Brun, ενώ με αφορμή τον πρόσφατο θάνατό του κορυφαίου Αμερικάνου υπερρεαλιστή της Ομάδας του Σικάγο Franklin Rosemont ο Νίκος Σταμπάκης μας εισάγει στην προσωπικότητά του και μας μεταφράζει 2 κείμενά του.

Κλείνω ξανά με τον Cabanel: Αφήνω τις λέξεις να ερωτεύονται. Τις ερωτεύομαι. Έρχονται με βροντώδη πληθώρα. Πολλές είναι νεκρές. Ακούω αυτές που επέζησαν…Όταν γράφω, ελπίζω σε μιαν αποκάλυψη που εκείνη τη στιγμή δεν θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο, ενώ με κάθε μία από τις λέξεις που οριστικά τοποθετώ στο χαρτί, μου ανοίγεται ένας καινούργιος ορίζοντας. [σελ. 112]

15
Νοέ.
10

Ντον Ντελίλλο – Άνθρωπος σε πτώση

Ο λευκός θόρυβος της 11/9

«Σε τι παλιούς νεκρούς πολέμους μαχόμαστε. Νομίζω ότι τούτες τις μέρες χάσαμε χιλιάδες χρόνια» (σ. 60).

Η προοικονομημένη ματιά του σπουδαίου αμερικανού μυθοπλάστη στην καταστροφή της 11/9 εξετάζει όπως πάντα την εμπλοκή και διείσδυση του δημόσιου στο ιδιωτικό αλλά εστιάζει περισσότερο στο δεύτερο: στην μετατραυματική ψυχογράφηση μιας σειράς προσώπων που καλούνται να επιβιώσουν κυρίως ψυχοσυναισθηματικά μετά το εκκωφαντικό ξέσπασμα του πολιτικού τρόμου. Με ποιο τρόπο μπορεί κανείς να συνεχίσει να ζει και να δικαιολογήσει την ύπαρξή του αρχικά σ’ ένα κόσμο βουής, σκόνης και αιθάλης κι έπειτα κατάρρευσης, δέους και διάχυτου φόβου;

Οι χαρακτήρες (η παραμορφωτική οπτική των οποίων διασπείρεται με άτακτη σειρά σε προ-σχηματικά κεφάλαια) αναζητούν ο καθένας τον δικό του τρόπο σωτηρίας ή «διαφυγής». Ο Κηθ επιστρέφει στην συζυγική εστία, αδυνατώντας να ζήσει στα στενά όρια της ζωής που είχε επιλέξει και επικεντρώνεται στο πόκερ, στην μόνη βεβαιότητα των περιστάσεων που βίωσε δραματικά: την τύχη. Πολύ περισσότερο αναζητά την ανάσα μέσα στις «διασταυρούμενες αναμνήσεις» με μια επιζώσα γυναίκα. Η «ζαλιστική πραγματικότητα» που μοιράστηκαν στο κλιμακοστάσιο του πύργου δημιουργεί έναν αόρατο δεσμό που καθορίζει κάθε συναισθηματική τους επιλογή. Η σύζυγός του Λιάν επαληθεύει την φράση του Κίρκεγκωρ «Ολόκληρη η ύπαρξη με φοβίζει» και αναζητά την θεραπεία στον λόγο, μελετώντας την δική του διαχείριση της επίθεσης και καθοδηγώντας ανθρώπους με αλτσχάιμερ (τους μελλοντικούς αμνήμονες της Ιστορίας;) σε συνεδρίες αφήγησης ιστοριών, «στο σημείο συνάντησης ενόρασης και μνήμης που επιτρέπει η πράξη της συγγραφής», αλλά και η αποσιώπηση.

Ο Ντέιβιντ Τζάνιακ υποδύεται τον Άνθρωπο σε Πτώση (τον ανώνυμο υπάλληλο που, όπως δεκάδες άλλοι, βούτηξε στο χάος από το παράθυρο του γραφείου του), σε μια αμφιλεγόμενη καλλιτεχνική παράσταση αιώρησης στο κενό, υποδεικνύοντας την μοναδική δυνατότητα ξορκισμού ή κατανόησης του ακατανόητου: μέσω της τέχνης. Τα παιδιά αφομοιώνουν τον τρόμο με μυστικοπάθεια και αγωνιώδη επιφυλακή για το κακό. Η εκδοχή της άλλης πλευράς, πέρα από την υπενθύμιση της ματαιότητας της εθελοτυφλίας ως προς τα αίτια της τρομοκρατίας, εκφράζεται από τον Μάρτιν, πρώην «δυτικό» τρομοκράτη, τους Αμίρ και Χαμάντ, μουσουλμάνους που φέρουν την εσαεί πληγωμένη αξιοπρέπεια της θρησκευτικής τους κοινότητας και τους εκκολαπτόμενους τρομοκράτες που «απηχούν την κραυγή της ιστορίας, την εξιστόρηση της ήττας και χιλιάδες χρόνια δρώμενων, που αιωρούνται πάντα στην ατμόσφαιρα». Όλοι αναζητούν μια υπαρξιακή επιβεβαίωση, όπως η παράδοσή του χαρτοφύλακα των ερειπίων από τον Κηθ στην κάτοχο, που ψελλίζει: «Αναρωτιέσαι ποια ιστορία πηγαίνει μαζί με τον χαρτοφύλακα. Εγώ είμαι η ιστορία».

Αν δεν συνέβαινε όμως εκείνο θα ζούσαν όλοι κανονικά κι ευτυχισμένα; Ή το γεγονός απλώς ανατίναξε τους ψυχισμούς προς ένα συλλογικότερο (έστω και ψευδαισθητικά) τοπίο; Άραγε ο Πίπτων Άνθρωπος εφάρμοσε την τελευταία εναπομείνασα πράξη ελευθερίας, την επιλογή του τρόπου ενός δεδομένου θανάτου; Η φαντασίωση της καταστροφής αντικαθρεφτίζει εκείνη του πλούτου και της δύναμης; Μήπως η στάσιμη καταβαράθρωση του καλλιτέχνη υποδεικνύει την προσωπική τους πτώση από κάθε αξία και νόημα ζωής, γι’ αυτό και είναι τόσο ανεπιθύμητη; Ιδού ο μοντέρνος Υπέργειος και Υπέργηρος Κόσμος κατά ΝτεΛίλλο: η πόλη σε οιονεί πολιορκία, τα κτίσματα ως νεκρή φύση, ο Θεός σε αποθέωση ή απόρριψη, άδεια πουκάμισα και κόλλες χαρτί σε αιώρηση στον ουρανό, και άνθρωποι που αδυνατούν να αφομοιώσουν την Ιστορία τους, που έχει όμως πλέον εισχωρήσει στον οργανισμό τους. Ακριβώς όπως τα «οργανικά θραύσματα», τα μικρά καρούμπαλα που αναπτύσσονται ύστερα από καιρό στους επιζώντες εξαιτίας μικροσκοπικών κομματιών σάρκας και οστών που εκτοξεύονται με τέτοια δύναμη και ταχύτητα, που παγιδεύονται στο πλησιέστερο σώμα.

Εκδ. Εστία, 2010, μτφ. Έφη Φρυδά, σελ. 313 (Don DeLillo, Falling Man, 2007)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 629, 13.11.2020 (και εδώ).

14
Νοέ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 76

Τζακ Κέρουακ – Ο γυρισμός του ταξιδευτή, εκδ. Απόπειρα, 2007, εισαγ. – μτφ. Γιάννης Λειβαδάς, σ. 165 (Jack Kerouac, Passing through, από το βιβλίο Desolation Angels, 1965).

Ένα πλήθος Αμερικανοί αρρωστημένοι ξαφνικά σε ξένες χώρες πρέπει να νοιώθουν την ίδια κάψα για την παιδική τους ηλικία, όπως ο Γουλφ θυμάται εξαιρετικά βασανισμένος σε κάποιο δωμάτιο της Οξφόρδης το μοναχικό ήχο του μπουκαλιού του γαλατά το ξημέρωμα στη Βόρεια Καρολίνα, η ο Χέμινγουεϋ βλέπει ξαφνικά τα φθινοπωρινά φύλλα του Ανν Άρμπορ σ’ ένα μπουρδέλο στο Βερολίνο. Ο Σκοτ Φιτζ με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του στην Ισπανία σαν σκέφτεται τα παλιά παπούτσια του πατέρα του στην πόρτα του αγροτικού σπιτιού. Ο Τζώννυ Σμιθ ο Τουρίστας ξυπνάει μεθυσμένος σ’ ένα δωμάτιο με ρωγμές στην Κωνσταντινούπολη κλαίγοντας για παγωτό με σόδα την Κυριακή το Απόγευμα στο Ρίτσμοντ Χιλλ Σέντερ.

Στην Δήμητρα Κολλιάκου

13
Νοέ.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 12

                                                    Malcolm Bradbury, Eating people is wrong (1959)

Άραγε το σκίτσο στο εξώφυλλο (που θυμίζει τις γελοιογραφίες παλαιών ελληνικών περιοδικών) προσπαθεί να συναγωνιστεί την ελαφρότητα ή τον παραλογισμό του τίτλου; Ή η κωμική προκάλυψη είναι ό,τι ιδανικότερο για μια διόλου κωμική συνέχεια;

12
Νοέ.
10

Αλμπέρτο Μοράβια – Περιπλάνηση στην Αφρική

Εδώ έχουμε μια εκλογή ημερολογιακών γραπτών και ανταποκρίσεων (για την εφημερίδα Corrierre della Sera, μεταξύ των ετών 1983 και 1986) από τα αφρικανικά ταξίδια του Μοράβια, που συνολικά κράτησαν δεκαοχτώ χρόνια. Πρόκειται για κείμενα όπου ο χρόνος κατανέμεται σε μέρη και ώρες ημέρας και νύχτας, και όχι με ενδείξεις μήνα ή χρόνου. Διαβάζοντας τα βιβλία του Καπισίνσκι και του Μοράβια για την Αφρική έχει κανείς την αίσθηση ότι έχουν δει δυο διαφορετικές ηπείρους. Σε σχετική παρατήρηση, ο Καπισίνσκι απαντά (μάλλον διπλωματικά) πως ο Μοράβια ταξίδεψε ως συγγραφέας, ενώ εκείνος ως αιχμάλωτος της δουλειάς του. Τα ταξίδια στις όμορφες φύσεις της υποχώρησαν μπροστά στην αναγκαιότητα να βρίσκεται στα κέντρα των βραστών εξελίξεων. Ιδού λοιπόν μια θεμελιώδης διαφορά: ο Μοράβια εστίασε σχεδόν αποκλειστικά τη μαγεία της μαύρης ηπείρου.

Ήδη από την πρώτη σελίδα παραδέχεται πως δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα πολιτικο-κοινωνικο-ιδεολογικά ζητήματα της Αφρικής λόγω της μεγάλης του αγάπης. Την παραλληλίζει με μια όμορφη γυναίκα που λατρεύει και που προτιμά να μιλήσει για την ομορφιά της παρά για τις πολιτικές της απόψεις ή την οικονομική της κατάσταση. Γι’ αυτό και στέκεται περισσότερο ως παρατηρητής παρά ως εμπλεκόμενος, χωρίς να αρνείται τα αυτονόητα, όπως π.χ. όταν βλέπει πως ο επίγειος παράδεισος των εθνικών πάρκων αποτελεί εμπόρευμα που καταναλώνεται, πως τα «οικολογικά άδυτα» συντηρούνται με τεράστια έξοδα (Ο Αδάμ και η Εύα επιστρέφουν στον επίγειο Παράδεισο αλλά επί πληρωμή) ή διακρίνει την αποικιοκρατική ή εξωτική χροιά της λέξης «ανακαλύπτω» λες και οι δυτικές «ανακαλύψεις» δεν υπήρχαν από πάντα, λες κι ένας τόπος πρέπει να αποκτήσει όνομα για να υπάρξει. Οι Αφρικανοί δεν έχουν καμιά ανάγκη να ονομάσουν τις λίμνες τους.

Ο Μοράβια γράφει με την έκπληξη του παρθενικού δυτικού επισκέπτη και ενδιαφέρεται περισσότερο για το θρησκευτικό δέος παρά για τα νέα πρόσωπα που πασχίζει να αποκτήσει η ήπειρος, και πιο πολύ για την φύση παρά για τους ανθρώπους. Αισθάνεται πως βρίσκεται μέσα σε αφρικανικό παραμύθι του Νιγηριανού Άμος Τουτουόλα, σαν το My life in the bush of ghosts (ένας τίτλος που έφτασε στα δικά μας αυτιά μέσω Brian Eno και David Byrne), πως μ’ αυτούς τους έναστρους ουρανούς βρίσκεται σε πίνακα του Βαν Γκογκ. Αντιμετωπίζει με στωικότητα την απρόθυμη έως εχθρική υποδοχή στα καταλύματα των ιεραποστολών, με σκυλιά που γαβγίζουν και φρουρούς με ναπολεόντεια τουφέκια να αρνούνται την φιλοξενία, τα ξενοδοχεία που μπορεί να ονομάζονται Εξέλσιορ αλλά είναι ισόγειες παράγκες με σιδεριές αντί για τζάμια στις πόρτες και τα παράθυρα εφόσον το γυαλί παραείναι ακριβό, το συνηθισμένο «μποτιλιάρισμα» ακίνητων, βυθισμένων στη λάσπη φορτηγών και αυτοκινήτων. Δεν τον ενοχλεί η γνώριμη βασανιστική επαναληπτικότητα του τοπίου, η δυσκολία του ύπνου από το γνωστό νυχτερινό ζωολογικό πανδαιμόνιο της Αφρικής ή η παραπλάνηση από την αφρικανική αγορά, που σε μεθάει επειδή «προσποιείται την πιο ξέφρενη αφθονία μέσα σε μια ήπειρο όπου η σπάνις αποτελεί τον κανόνα».

Ο συγγραφέας επιλέγει να διαβάζει για …πλήρη αντίθεση Λουκρήτιο και Λεοπάρντι (που επίσης μίλησαν για την φοβερή αλλά διαφορετική φύση), τους Πράσινους Λόφους της Αφρικής του Χεμινγουέι (τον οποίο χαρακτηρίζει «εστέτ της εξόντωσης»), την αφρικανική εμπειρία του Σελίν στο Καμερούν (Όσο μακρύτερα, τόσο καλύτερα!) αλλά οι πιο ενδιαφέρουσες γραμμές βγαίνουν από το βιβλίο του Ρενέ Ντυμόν (Η μαύρη Αφρική έκανε κακή αρχή) ο οποίος είχε μιλήσει περί νοτιοαμερικανοποίησης της Αφρικής καθώς οι χώρες της συχνά αποτελούν πόλεις – βιτρίνες, πίσω από τις οποίες όμως το μαγαζί είναι άδειο, αλλά και πόλεις – βαμπίρ, που ρουφούν ανθρώπους και πρώτες ύλες από τη χώρα και στέλνουν τους πρώτους στις παραγκουπόλεις και τις δεύτερες στο εξωτερικό.

Τανζανία, Ζαΐρ, Γκαμπόν, Ζιμπάμπουε: το ταξίδι συνεχίζεται σε «πεδιάδες ατέλειωτης και αδιατάρακτης ελευθερίας», στην πρωτεύουσα του Μπουρούντι με τα φώτα των πολυάριθμων δρόμων που έχουν χαραχτεί κι οι οποίοι παραμένουν άδειοι από αυτοκίνητα, μέσα στα ζώα και στη φύση με το απειλητικό βάρος ιδιότροπης και απρόβλεπτης θεότητας, εκεί «όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν». Ο Μοράβια ταξίδευε με φίλους, συχνά δε με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι (φωτ.) ο οποίος, πάντα με τις αισθήσεις σε επιφυλακή και ουδέποτε κουρασμένος, μετά το δείπνο εξαφανιζόταν για τα βραδινά του κυνήγια, από τα οποία γυρνούσε μες στη μαύρη νύχτα, με τα μάτια του διεσταλμένα και την ανάσα του κομμένη. (…) Ποτέ δεν διαμαρτυρόταν που τον ξυπνούσαμε τόσο άγριες ώρες. Παρέμενε μονάχα μια στιγμή ακίνητος, κάρφωνε το βλέμμα στο ηλιόλουστο πρωινό σαν ένας τυφλός χωρίς ελπίδα κι έπειτα ξανάπαιρνε ένα από τα πιο φιλικά και γλυκά του χαμόγελα. «Ώρα να συνεχίσουμε το ταξίδι, το ξέρω, ναι, πάμε, θα είμαι έτοιμος σε μια στιγμή».

Εκδ. Κέδρος, 2010 [Σειρά Τerra incognita], μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, 268 σ., με βασική βιβλιογραφία και πλήρες χρονολόγιο του συγγραφέα (Alberto Moravia, Passegiate africane, 1987).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.




Νοέμβριος 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.   Δεκ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Blog Stats

  • 1.014.701 hits

Αρχείο