Ο Ιάκωβος και ο αφέντης του

Μπρελ, από τις Βρυξέλλες στις Μαρκησίες
Μέγαρο Μουσικής Αθηνων
5/2/2011

Δεν ήταν λίγες οι φορές που κατά τη διάρκεια του μουσικοθεατρικού αφιερώματος στον Ζακ Μπρελ μου ερχόταν στο νου ο Ιάκωβος του μνημειώδους εκείνου θεατρικού του Κούντερα (που τιμούσε τον μοιρολάτρη συνονόματο του Ντιντερό) και οι εσωτερικοί κι εξωτερικοί αφέντες που προσπαθούσαν να τον ορίζουν. Ο δικός μας Ιάκωβος πολεμούσε και είχε μόνο έναν αφέντη: τον εαυτό του.

Είναι η δεύτερη (μετά το αφιέρωμα στην Έντι Πιαφ – Piaf, une vie en rose et noir) μουσική βιογραφία που προτείνει η τριμελής ομάδα των Nathalie Lhermitte, Jacques Pessis, Aurélien Noël. Εκεί που μια αντρική φωνή αναπόφευκτα θα προσπαθούσε να τον μιμηθεί, εκείνη απλά με την έμψυχη ερμηνεία της επιχειρεί να προσεγγίσει την ιστορία του. Ο Πεσίς αναλαμβάνει τον ρόλο του παραμυθά – κονφερασιέ, ο Νοέλ παίρνει θέση με το ακορντεόν δίπλα σ’ ένα πικάπ με δυο εξώφυλλα βινυλίων του Μπρελ. Πίσω τους μικροί μονόχρωμοι φωτισμοί.

1. Bruxelles
Η γυναίκα φτάνει στο σταθμό κρατώντας μια βαλίτσα. Ένας άντρας την υποδέχεται για να εργαστεί στο γραφείο του. Εκείνη άκουσε για τον Μπρελ, τον ρωτάει, εκείνος την βεβαιώνει πως ήταν στο θάλαμο ηχογράφησης του τελευταίου του δίσκου το 1977 κι αρχίζει την διήγηση, εναλλάξ με τα τραγούδια εκείνου που έλεγε Οι όμορφες ιστορίες αρχίζουν με μια αποτυχία.

2. La Quete
Ο αμίλητος πατέρας του έλεγε «δε μ’ αρέσει να μιλάω γιατί δε θέλω να λέω αδιάφορα πράγματα». Ο Μπρελ θα βρει τον δικό του τρόπο να μιλάει, ακόμα και μέσα στην θανάσιμη ανία του ως έμπορος χαρτονιού στην οικογενειακή επιχείρηση. Διαβάζει φανατικά τον Τζακ Λόντον, γράφει τραγούδια, στίχους, ιστορίες, αναζητά χώρους να τα παρουσιάσει. Βρίσκει σ’ ένα πατάρι 30 θέσεων, στο Μαύρο Ρόδο, δίπλα στις Τηγανιτές Πατάτες του Ευγένιου.

3. Rosa
Πρέπει να κυνηγάς την έμπνευση μ’ ένα ρόπαλο. Ο αυτοαποκαλούμενος τραγουδιστής – διασκεδαστής βγάζει τον πρώτο του δίσκο 78 στροφών. Πουλάει 200 αντίτυπα. Ποιοι είναι αυτοί οι διακόσιοι που τον αγόρασαν;

4. Le Plat Pays
Και ποια είναι η επίπεδη χώρα; H γη που ενώνει τις Βρυξέλλες με το Παρίσι; Το τρένο για την φωτόπολη σήμερα διαρκεί μια ώρα, τότε έξι. Ο Μπρελ βρίσκει ένα διαμέρισμα στο Κλισύ αλλά δεν περνά Ήσυχες Μέρες στο Κλισύ. Κάθε φορά που δεν καταφέρνει να αποτυπώσει τις σκέψεις του σε χαρτί ή νότες, νοιώθει έναν φυσικό πόνο. Ένα καμπαρέ του δίνει χρόνο για 4 τραγούδια. Στο διπλανό καμαρίνι ένας άλλος τραγουδοποιός των καταγωγίων τον ενθαρρύνει. Το όνομά του, George Brassens. Τον αποκαλεί Αββά Μπρέλ, έτσι όπως φοράει το μαύρο του ζιβάγκο. Κάποιοι άλλοι αλλού άλλοτε επιμένουν να τον λένε «εξερευνητή του πνεύματος».

5. Quand on n’ a que l’ amour
Η επιτυχία έρχεται το 1957 κι εκείνος γυρίζει δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα να παίξει μουσική παντού, οδηγώντας ο ίδιος τον Βάτραχo Σιτροέν του. Στο πορτ μπαγκάζ του πάντα μια βαλίτσα και δυο φώτα για τη σκηνή (ποτέ δεν τον ικανοποιούσε ο φωτισμός των άλλων). Καπνίζει πενήντα τσιγάρα τη μέρα, εκείνα με το κίτρινο τσιγαρόχαρτο, τα πιο βαριά. Πριν από κάθε εμφάνιση σκέφτεται: αυτό θα είναι το τελευταίο μου γκαλά. Κι έτσι διαχύνει όλο του το πάθος στη σκηνή.

6. La valse a mille temps
Κάθε φορά 45 λεπτά «ζωντανός», 13 τραγούδια, 800 γραμμάρια απώλεια… Ο κονφερασιέ ζητά τη βοήθειά μας να υπολογίσει πόσο βάρος έχασε όλα αυτά τα χρόνια: τόνους ολόκληρους! Κι όμως ποτέ δεν είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, ούτε το θράσος του λατρευτού καλλιτέχνη. Είμαι ένας απλός κομιστής μηνυμάτων, επαναλάμβανε, είμαι ένας ταχυδρόμος. 13 τραγούδια θα έχει και η αποψινή βραδιά, με μια μικρή ζαβολιά.

7. Les bonbons
Χωρίς τις γυναίκες θα ήταν χαμένος, χωρίς τις γυναίκες του (μια σύζυγος, τρεις κόρες) θα ήταν – είπε κάποτε – αλήτης. Πάντα αμήχανος μπροστά σε κάθε γυναίκα, προτιμούσε να μένει στη μνήμη τους με τα ωραία, χωρίς τριβή. Η τραγουδίστρια ψάχνει έναν άντρα απ’ το κοινό να μοιραστούν τις καραμέλες της. Προτείνει σε μερικούς από τις πρώτες σειρές αλλά εκείνοι έντρομοι μαζεύονται στο κάθισμά τους. Όμως η γενιά που τώρα ξεπετάγεται είναι πιο θαρραλέα: ένα μικρό αγόρι τολμά κι ανεβαίνει στη σκηνή, άνετο μέσα στην αμηχανία του. Κάπως έτσι αρπάζει το χειροκρότημα όλων – και το σακουλάκι με τις καραμέλες.

8. Les flamandes
Ο Μπρελ μοίραζε πλάκες και πειράγματα σε όλους. Δεν πιστεύω στο Θεό αλλά κάνω την προσευχή μου όποτε μπω στο αμάξι του Τζόνι Χαλιντέι. Τουλάχιστο ο Σαρλ Αζναβούρ είναι ο μόνος που μπορεί να μπει όρθιος σε μια Ρολς Ρόις. Αλλά όταν αναφέρεται στον Σαρλ Τρενέ σοβαρεύει: ήταν η έμπνευσή του. Χωρίς αυτόν θα ήμασταν όλοι λογιστές.

9. Les vieux
Κάποτε στέλνει το On a oublie rien στην Έντιθ Πιαφ, που το απορρίπτει χωρίς καμία αιτιολογία. Κι έτσι οι δυο τους δεν συναντήθηκαν ποτέ. Τι θα γινόταν αν συνέβαινε, αν συνεργάζονταν; Μια Πιαφ ανεβαίνει στη σκηνή, συνομιλούν. Τι μπορούμε να κάνουμε μετά από εσάς; της λέει εκείνος. Διάβαζα κι εγώ τον Τζακ Λόντον του λέει εκείνη. Και θέλετε κι εσείς, όπως κι εγώ, πάντα να φτάνετε στα άκρα.

10. La chanson de vieux amants
Δεν μπορεί να κοιμηθεί πριν τις 7 και τριγυρνάει την πόλη. Μαζί του πάντα κομματάκια χαρτί για να γράφει, οι εμπνεύσεις βρίσκονται παντού: στα κυλικεία των σταθμών, στα ανοιχτά νυχτερινά μαγαζιά, στα καμπαρέ. Είχε ορκιστεί πως θα σταματήσει μόλις το αποφασίσει. Το 1966 συγκέντρωσε τους φίλους του στο ξενοδοχείο και τους το ανακοίνωσε. Φοβάμαι μην γίνω παραγωγός συγκινήσεων. Τελευταία εμφάνιση στο Ολυμπιά. Επτά συν ένα ανκόρ, 15 χρόνια παρουσίας, τέλος. Αλλά «οφείλει» και μερικά κεκρυμμένα εμφανισιακά υπόλοιπα: επιστρέφει στους ιδιοκτήτες των μαγαζιών που πρώτοι του έδωσαν μπίρα να πιεί και πάλκο να τραγουδήσει. Προτού φύγει έχει τηρήσει κάθε συμβόλαιό του.

11. Vesoul
Η τραγουδίστρια ετοιμάζεται να παρατήσει τη δουλειά που μόλις ανέλαβε. «Με ξεσηκώσατε, δεν έπρεπε να μου μιλήσετε για τον Μπρελ. Η ζωή στο γραφείο σας δεν κάνει για μένα». Θέλει να τραβήξει και τον εξιστορητή έξω στη ζωή, στην περιπέτεια. Όπως ο Μπρελ, που έφυγε απ’ τη σκηνή για να ζήσει, να μην σπαταλήσει και την παραμικρή ευκαιρία για περιπέτεια. Ο Δον Κιχώτης της μουσικής θα υποδυθεί τον Δον Κιχώτη στο μιούζικαλ L’ Homme de la Mancha (Ο Άνθρωπος της Μάντσα), σε 100 εξουθενωτικές βραδιές. Στα φιλμ ψάχνει τη νέα του ζωή: έπαιξε, σκηνοθέτησε, το 1973 αφήνει και το σινεμά – κι ένα κομμάτι από τον καπνισμένο του πνεύμονα.

1975, ένα σχέδιο για ιστιοπλοϊκό γύρο του κόσμου, μια στάση στο αρχιπέλαγος των Μαρκησίων, στη Γαλλική Πολυνησία. Εκεί βρήκε τον Παράδεισό του, εκεί αντιστοιχούσε σε κάθε πιρόγα κι από μια ανάμνησή του. Μοιράζεται το δικινητήριο αεροπλάνο του με τους κατοίκους του νησιού, σαν ταξί για αγορές προϊόντων και φαρμάκων από μέρη που βρίσκονται σε απόσταση ωρών.

Επιστροφή στη Γαλλία, ένας τελευταίος δίσκος το 1977 αλλά αυτή τη φορά όλοι του φαίνονται ανυπόφοροι. Μην αντέχοντας το κυνηγητό των δημοσιογράφων κρύβεται στις τουαλέτες του αεροδρομίου όπου παθαίνει πνευμονική εμβολή. Νωρίτερα ένας αναξιογράφος του είχε πει χαιρέκακα: πότε θα σας δούμε στο σανίδι; Κι εκείνος του απάντησε Σύντομα, γιατί μου ετοιμάζουν ένα άλλου είδους σανίδι.

12. Ne me quitte pas
……
……
……

13. Amsterdam
Κάποιος τραγουδάει για πρώτη φορά για την προβλήτα του λιμανιού όπου αργοπεθαίνουν πόρνες και ναυτικοί. Το τραγούδι δεν θα ηχογραφηθεί ποτέ σε στούντιο – θα μείνει μόνο από τη ζωντανή εκτέλεση του 1964. Τελειώσαμε: ο Μπρελ δεν ήθελε ανκόρ. Ζητάνε ποτέ από έναν θεατρικό συγγραφέα να παρατείνει το έργο του; Αλλά είπαμε, ο ίδιος θα γελούσε με το σπάσιμο των κανόνων, όπως γελούσε πάντα με όλα. Madeleine λοιπόν, 14ο και τελευταίο.

Κι εμείς σήμερα αναζητούμε τον Ιάκωβο κι όποτε θελήσουμε τον βρίσκουμε πάντα – στο άστρο που έχει το όνομά του, στην μουσική του που δεν ακούγεται πια από τους πολλούς γιατί είναι πολύ γαλλική για να είναι ροκ και πολύ ταραγμένη για να συνοδεύει τα στερεότυπά μας περί γαλλικού τραγουδιού, στα στιχουργημένα του ποιήματα που σατίριζαν, κριτίκαραν, δραματοποιούσαν και αποκάλυπταν αυτόν κι εμάς. Υπάρχει ακόμα στις ζωές μας, γιατί μας τον περιέχει ο Scott Walker, μας τον εισέφερε ο Leonard Cohen, μας τον θυμίζει ο David Bowie, μας τον υπονοεί ο Serge Gainsbourg και κάθε φορά που το μυαλό μας πάει στο Παρίσι (με λίγη βοήθεια από Μπορίς Βιαν, Χένρι Μίλλερ, Μπλεζ Σαντράρ, Ζ.Π. Σαρτρ, Ζακ Πρεβέρ, Αλαίν Ρομπ Γκριγιέ, Ζορζ Περέκ) η πόλη του θα παίρνει την έκφραση του καπνισμένου χαμόγελου. Κι εκείνος θα μας περιμένει στις Τηγανιτές Πατάτες του Ευγένιου.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Anna Funder – Stasiland. Ιστορίες πίσω από το τείχος του Βερολίνου

Το τείχος μέσα στο κεφάλι

Μέρος Α΄

Το ότι μιλάς για την ιστορία σου σημαίνει ότι απελευθερώνεσαι απ’ αυτή; Ή μήπως ότι οδεύεις προς τα μέλλον σου αλυσοδεμένος; (σ. 110)

Αν ζούσαμε σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς κι έπρεπε να επιλέξουμε ανάμεσα στο να δώσουμε πληροφορίες για τους φίλους μας ή να αποχωριστούμε δια παντός σύζυγο και παιδιά τι θα επιλέγαμε; Πόσοι από εμάς θα έμεναν ηθικά ακέραιοι; Μετά την πτώση τέτοιων καθεστώτων οι φάκελοι των πολιτών θα πρέπει παραδίδονται στους ίδιους, να καίγονται ή να ανοίγονται έπειτα από πολλά χρόνια ή μετά τον θάνατό τους; Τα κτίρια των μαρτυρίων να γίνονται μνημεία του παρελθόντος, να κατεδαφίζονται απαλλάσσοντας τον τόπο από το βάρος τους ή να υφίστανται «ιδεολογική ανακαίνιση» με σοβάντισμα και μετονομασία; Πιο επικίνδυνη είναι η γνώση ή το να αγνοείς το παρελθόν και να ξαναρχίζεις από την αρχή, με διαφορετικές σημαίες, διαφορετικά φουλάρια και κράνη;

Ιδού μερικά από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να απασχολούν όσους έζησαν υπό το καθεστώς της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ακόμα και σήμερα, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Η Φάντερ (γεν. 1966) δίνει τον λόγο και στις δυο πλευρές του καθεστώτος: τόσο στους ανθρώπους της Στάζι όσο και στα θύματά τους. Δεν περιορίζεται στις αυτονόητες επισκέψεις σε αρχεία, σημεία του τείχους ή στα πνιγμένα στο λινόλαιο και τις αποχρώσεις του καφέ δημόσια κτίρια που έχουν ακόμα «την οσμή των γέρων» κυβερνητών ή του καθαρού φόβου. Αναζητά η ίδια τους συνομιλητές της μέσω αγγελίας και συζητά ακόμα και με τους περίφημους ανεπίσημους συνεργάτες (ΙΜ – Inoffizielle Mitarbeiter), δηλαδή μυστικούς καταδότες συγγενών και φίλων. Οργανώνει το υλικό της υπό μορφή ταξιδιωτικού χρονικού με στοιχεία ρεπορτάζ, ενσωματώνοντας σύντομα ιστορικά της κατασκευής και πτώσης του τείχους και μικρές προσωπογραφίες των Χόνεκερ και Μίλκε (αρχηγού της Στάζι), και θίγει αποσιωπημένα ζητήματα, όπως η αποκλειστική σύνδεση του Ναζισμού με την Δυτική Γερμανία, που χαρακτηρίζεται ως ένας από τους ευφυέστερους αθωωτικούς ελιγμούς του εικοστού αιώνα.

Το «ανατολικογερμανικό σύστημα» δεν είχε απλώς τα γνωστά χαρακτηριστικά των δικτατοριών (γραφειοκρατία, τεράστιος όγκος εγγράφων, παθολογική εμμονή στις λεπτομέρειες). Ήταν πιθανώς το πιο τελειοποιημένο κράτος παρακολούθησης όλων των εποχών: ένας πράκτορας της Στάζι αντιστοιχούσε σε είκοσι τρεις ανθρώπους. Στην υπηρεσία τους επικουρούνταν από μικρόφωνα κρυμμένα σε διακοσμητικά λουλούδια, ποτιστήρια ή στις πόρτες των Τράμπαντ, από «δείγματα οσμής» του κάθε ανθρώπου (που σήμερα κανείς δεν γνωρίζει σε ποια χέρια βρίσκονται) και σπρέι με χειροκίνητες αντλίες που ψέκαζαν τα άτομα στο πλήθος ή στις ανακρίσεις – μήπως έτσι πέθαναν από ένα σπάνιο είδος καρκίνου οι αντιφρονούντες συγγραφείς Γύργκεν Φουκς και Ρούντολφ Μπάρο;

Σε μια κοινωνία όπου οι πάντες υποπτεύονταν τους πάντες και η δυσπιστία που απέρρεε απ’ αυτό αποτελούσε θεμέλιο της κοινωνικής ύπαρξης, οι πολίτες αισθάνονταν ότι το μέλλον τους εξαρτάται από τη συμφωνία τους με όσα λέει και κάνει το κράτος. Έπρεπε, συνεπώς, να μάθουν να ζουν σε μια σχέση «εσωτερικής εχθρότητας αλλά εξωτερικής συμμόρφωσης προς το κράτος». Εξασκήθηκαν στην αυτο–λογοκρισία και βίωσαν μια εσωτερική ψυχολογική εξορία. Αντιλαμβανόταν την κατάσταση αλλά προσπαθούσαν να μη δίνουν σημασία σ’ αυτή την πραγματικότητα για να μην τρελαθούν. Αν ήθελες να διατηρήσεις την πνευματική σου υγεία, έπρεπε να αποδέχεσαι και ταυτόχρονα να αγνοείς «τη λογική της ΛΔΓ». Αν παίρναμε τα πράγματα τόσο σοβαρά όσο νόμιζε ο κόσμος στη Δύση, θα αυτοκτονούσαμε όλοι!

Η γελοιότητα αποτελεί κοινό στοιχείο των ολοκληρωτικών συστημάτων. Συχνά εκπονούνταν διατριβές με θέμα «Περί των πιθανών αιτίων της ψυχολογικής παθολογίας της επιθυμίας παραβίασης των συνόρων», ενώ επινοήθηκε ο χορός Λίπσι, άχαρος, αλύγιστος και χωρίς αγγίγματα, προερχόμενος τάχα από τη νεολαία, ως ένα αντίδοτο στο ξενόφερτο ροκ. Όταν πράκτορες εντόπισαν σε βιβλιοθήκη αντίτυπο της απαγορευμένης Φάρμας των Ζώων, χαμογέλασαν χαρούμενοι καθώς είδαν στο εξώφυλλο γουρούνια που κρατούσαν μια κόκκινη σημαία!

Βασικό κορμό του Stasiland αποτελούν οι συνομιλίες της Φάντερ (δημοσιογράφου αλλά και δικηγόρου διεθνών υποθέσεων) με απλούς, «καθημερινούς» ανθρώπους των οποίων η ζωή καθορίστηκε ολοκληρωτικά από το γεγονός ότι θεωρήθηκαν εχθροί του κράτους, ακόμα και εξαιτίας ενός τυχαίου συμβάντος. Η Μίριαμ θεωρήθηκε εχθρός του κράτους από τα 16 της ενώ μέχρι σήμερα συναντά εμπόδια αναζητώντας την αλήθεια για την υποτιθέμενη αυτοκτονία του συζύγου της στη φυλακή. Θέλουν να πάψουν να σκέφτονται το παρελθόν. Θέλουν να προσποιηθούν πως αυτά δεν υπήρξαν. Η Γιούλα καλούνταν συχνά στα γραφεία της Στάζι για να ερμηνεύσει λέξεις που έγραφε στα γράμματά που αντάλλαζε με τον Ιταλό εραστή της, ενώ στο τέλος των παρακολουθούμενων υπεραστικών κλήσεων μεταξύ τους έλεγε «καληνύχτα σε όλους». Η φράου Πάουλ αρνήθηκε να προδώσει το πρόσωπο που της υπέδειξαν, χάνοντας το αντάλλαγμα να βρεθεί κοντά στο άρρωστο παιδί της στην άλλη πλευρά του τείχους. Άλλοι δεν άφησαν τον εαυτό τους να διαλυθεί, αντιμετωπίζοντας με χιούμορ τα παθήματά τους, όπως ο Κλάους Ρενφτ, αρχηγός του δημοφιλέστερου ροκ συγκροτήματος της χώρας, που αφανίστηκε ολοκληρωτικά από το προσκήνιο λόγω ανυπακοής. Ο Ρενφτ θεωρεί ως μικρή του νίκη την κρυφή μαγνητοφώνηση της υπαλλήλου που τους ανακοινώνει από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε και δηλώνει: Για τις λεπτομέρειες της ζωής μου μπορώ σήμερα να ανατρέξω στους φακέλους κι αυτό είναι ευτύχημα.

Στην απέναντι πλευρά, αρκετοί δέχονταν να γίνουν πληροφοριοδότες, «άλλοτε γιατί πίστευαν στην υπόθεση, άλλοτε γιατί ένοιωθαν πως θα γίνουν κάποιοι, πως κάποιος θα τους ακούει με προσοχή». Ο Χάγκεν Κοχ επιμένει πως διδάχτηκε από πολύ μικρός ότι η χώρα τους είναι θρησκεία, με το δικό της κλειστό σύστημα πίστης, δική της κόλαση, παράδεισο και άφεση αμαρτιών. Πολλοί παραμένουν αμετανόητοι, όπως ο Καρλ Έντουαρντ φον Σνίτσλερ που σε ειδική τηλεοπτική εκπομπή ασκούσε κριτική σε αποσπάσματα από την δυτική τηλεόραση ή απλώς διακατέχονται από την νοσταλγία της Ανατολής (Ostalgie). Είναι αξιοσημείωτο πως οι πρώην πράκτορες σταδιοδρομούν ως ασφαλιστές, τηλεπωλητές ή μεσίτες, ακριβώς δηλαδή σε επαγγέλματα που απαιτούν την τέχνη του να πείθεις κάποιον να κάνει κάτι παρά την επιθυμία του ή τα ενδιαφέροντά του. Πολλοί συναντιούνται μεταξύ τους ακόμα και με ημερήσια διάταξη ή συμμετέχουν στον μυστικό σύλλογο πρώην ανδρών της Στάζι (Insiderkomitee), όπου ασκούν πιέσεις για παραχωρήσεις δικαιωμάτων, γράφουν την δική τους άποψη για την Ιστορία και αλληλοϋποστηρίζονται σε δίκες, ενώ λέγεται πως παρενοχλούν όσους εργάζονται για να μαθευτούν τα πάντα για τις ενέργειές της.

Μπορεί πλέον να μην υπάρχουν παρά ελάχιστα απομεινάρια του τείχους, ένα άλλο τείχος όμως παραμένει σε πιο δύσβατη περιοχή. Η έκφραση Mauer im Kopf (τείχος στο κεφάλι) δεν υποδηλώνει μόνο την συνεχιζόμενη διάκριση των Γερμανών σε Ανατολικούς και Δυτικούς, αλλά και την διαιώνιση της ύπαρξης του στον μυαλό των μεν νοσταλγών ως ελπίδα, των δε θυμάτων ως εφιαλτικό ενδεχόμενο.

Σήμερα στο πρώην αρχηγείο της Στάζι πηγαίνουν άνθρωποι για να διαβάσουν τις βιογραφίες τους, ενώ σε άλλο τμήμα οι «συναρμολογήτριες» συγκολλούν μεταξύ τους όσα κατεστραμμένα αρχεία δεν πρόφτασαν να κάψουν ή να πολτοποιήσουν. Θα χρειαστούν 375 χρόνια με 40 εργαζόμενους για να αποκατασταθούν, αλλά η συμβολική σημασία είναι δεδομένη. Πώς είναι άραγε να περιμένεις να συναρμολογηθεί ένα κομμάτι της ζωής σου;

Μέρος Β΄

Τι απέγινε το δημοφιλέστερο ροκ συγκρότημα της Ανατολικής Γερμανίας (δηλ. της περίφημης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας) Klaus Renft Combo όταν το 1975 υπερέβη τα όρια; Ήταν πολύ διάσημοι για να συλληφθούν, συνεπώς κλήθηκαν από μια αξιωματούχο που απλά τους ανακοίνωσε: από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε. Στην ερώτηση του αρχηγού Κλάους αν είναι πλέον απαγορευμένοι, διευκρίνισε: Δεν είπαμε ότι είστε απαγορευμένοι. Είπαμε ότι δεν υπάρχετε. Οι δίσκοι τους εξαφανίστηκαν σε μια νύχτα, ο Τύπος σταμάτησε να τους αναφέρει, το ραδιόφωνο να τους παίζει. Η δισκογραφική AMIGA ανατύπωσε ολόκληρο τον κατάλογό της χωρίς αυτούς. Κατασκεύασαν και τους αντικαταστάτες τους Carousel, καθαρούς αντιγραφείς των KRC χωρίς τα κακά λογάκια φυσικά. Όμως ο Κλάους είναι μια αληθινή ροκ εντ ρολλ ψυχή: έχοντας προβλέψει τις εξελίξεις, κόλλησε ένα κασετοφωνάκι στο λουρί της κιθάρας και κατέγραψε τα λόγια της «συντρόφισσας» κατσίκας έτσι για ηχητικό εφφέ – μπορείτε σήμερα να ακούσουμε στον δίσκο 40 Years Klaus Renft Combo (1997).

Λίγα χρόνια πριν, μια νεαρή κοπέλα καλείται κάθε τόσο στα γραφεία της Στάζι για να τους εξηγήσει ορισμένα σημεία των ερωτικών επιστολών που ανταλλάζει με τον Ιταλό φίλο της- φανταστείτε την τραγελαφική σκηνή, όπου ο αξιωματικός την ρωτάει για λέξεις που δεν μπορεί να βρει στο μικροσκοπικό του λεξικάκι – μήπως δεν είναι τρυφερότητες αλλά συνθηματικές κατά του κράτους; Όταν δεν τής φράζονται όλοι οι επαγγελματικοί δρόμοι, επειδή αρνήθηκε να γίνει πληροφοριοδότρια, κι εκείνη δηλώνει στο Γραφείο Εργασίας πως είναι άνεργη, η ένστολη υπεύθυνη ουρλιάζει «δεν είστε άνεργη, απλώς ψάχνετε δουλειά!», αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται μεταξύ μύθου και πραγματικότητας της ΛΔΓ, στο απόλυτο κενό.

Όταν ζητήθηκε από τους διαδηλωτές που κατέλαβαν το κτίριο της Στάζι (4.12.89) να δείξουν στους φρουρούς τις ταυτότητές τους, σαν μια παράδοξη παρωδία ελέγχου που έχαναν εκείνη τη στιγμή, εκείνοι αιφνιδιασμένοι το έκαναν υπάκουα, προτού καταλάβουν το κτίριο!

Το συναρπαστικό αυτό βιβλίο- καταγραφή μαρτυριών είναι γεμάτο από παρόμοιες ανατριχιαστικές και πολύ σκληρές ιστορίες. Ανθρώπων που έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στην προδοσία φίλων και την ζωή της οικογένειάς τους, που συνειδητοποίησαν πως το κράτος δεν ήταν ο καλός πατέρας που είχαν στο μυαλό τους. Κι έτσι όπως ο ορισμός του «εχθρού» διευρυνόταν όλο και περισσότερο, καριέρες καταστρέφονταν προτού καν αρχίσουν, σχέσεις διαλύονταν, συνειδήσεις κατατρώγονταν.

Παρά την παθολογική της εμμονή στην λεπτομέρεια (ή μήπως εξαιτίας της;), η Στάζι απέτυχε τελείως να προβλέψει το τέλος του κομμουνισμού και της χώρας. Μεταξύ 1989 και 1990, από σταλινική κατασκοπευτική μονάδα τη μία μέρα, μουσείο την επόμενη. Αναλογίζομαι τον περιβόητο διοικητή της Στάζι Μίλκε, την στιγμή που αντιλαμβάνεται πως ο μηχανισμός που έχει δημιουργήσει είναι τόσο τέλειος, ώστε κάπου, κάποιος παρακολουθούσε στενά και τον ίδιο.

Όμως οι άνθρωποι – ερείπια που άφησε προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους, ενώ οι πρώην καθεστωτικοί παραμένουν αμετανόητοι και πρέπει να νοιώθουν πολύ τυχεροί που οι Γερμανοί αντέδρασαν με σύνεση και ψυχραιμία. Σε άλλη χώρα, θα τους είχαν κατακρεουργήσει.
Εκδ. Οκτώ, 2008, μτφ.: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, σελ. 334, με σημειώσεις για τις πηγές. (Anna Funder – Stasiland: Stories from Behind the Berlin Wall, 2003).
Πρώτη δημοσίευση: Α’ μέρος: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 24, χειμώνας 2011. Β ‘ μέρος: εδώ.