Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 525 (Ιανουάριος 2012)

Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2011 έφυγε πλήρης ημερών ο George Whitman, ο θρυλικός ιδρυτής του Shakespeare & Co, ενός βιβλιοπωλείου στην Αριστερή Όχθη του Παρισιού, πνευματικό ορόσημο της πόλης από το 1948. Ένα μεγάλο ταξίδι του άλλαξε τη φιλοσοφία ζωής, όπως και για τόσους άλλους: στη δική του περίπτωση ήταν οι όλες χώρες της Λατινικής Αμερικής που γύρισε με κάθε τρόπο και με ελάχιστα χρήματα. Η γενναιοδωρία και η φιλοξενία που του έδειξαν οι λατινοαμερικανοί τον σημάδεψαν οριστικά: η επιθυμία του να την ανταποδώσει στους ταξιδιώτες – ανθρώπους των γραμμάτων από όλο τον κόσμο ήταν καθοριστική. Και πώς να ξεχνούσε και το στίχο του Yeats: Μην είστε αφιλόξενοι στους ξένους, γιατί μπορεί να είναι μεταμφιεσμένοι άγγελοι…

Στο βιβλιοπωλείο το έχουν μείνει, κοιμηθεί, φάει, γράψει και δουλέψει πάνω από 40.000 άνθρωποι. Ανάμεσά τους και συγγραφείς: Henry Miller, Anais Nin, Samuel Beckett, James Baldwin, Lawrence Durrell, William Burroughs. Ο φίλος του Lawrence Ferlinghetti άνοιξε ένα αντίστοιχης φιλοσοφίας βιβλιοπωλείο στο San Francisco. Έτσι το παλιό μανάβικο στην Rue de la Bucherie με τα χαρακτηριστικά δέντρα με τα μικρά ροζ λουλούδια έγινε ένας μοναδικός τόπος συγκέντρωσης, με αναρίθμητες ιστορίες και μια σπάνια κοινοβιακή φιλοσοφία ζωής και πνεύματος – και το προς μνήμη του Whitman δισέλιδο του τεύχους μάς θυμίζει πως μας περιμένει πάντα – έστω τους πιο τυχερούς.

Ο Αλαίν ντε Μποτόν συζητάει για το βιβλίο του Μια βδομάδα στο αεροδρόμιο και στην εμπειρία της εβδομαδιαίας του διαμονής στο Χίθροου – αυτός κι αν είναι τυχερός!: «Παρά την εξάντληση του ταξιδιώτη, οι αισθήσεις του βρίσκονται σε εγρήγορση, καταγράφοντας τα πάντα – το φως, τη σηματοδότησης, το χρώμα των δερμάτων, τους μεταλλικούς ήχους, τις διαφημίσεις – τόσο έντονα λες και είναι νεογέννητο… Εδώ βλέπεις την παγκοσμιοποίηση, τον άκρατο καταναλωτισμό, τις διαλυμένες οικογένειες, το σύγχρονο μεγαλείο σε δράση…Τα αεροδρόμια είναι εξαιρετικά μέρη για να παρακολουθείς τον κόσμο χωρίς να κινδυνεύεις να αντιληφθούν ότι τους κατασκοπεύεις….Είναι μέρη όπου η υψηλή τεχνολογία συναντά την καταναλωτική κοινωνία – όπου νοιώθουμε την παρουσία του τεράστιου συλλογικού νου του σύγχρονου κόσμου».

Και πώς δικαιολογεί την συνεργασία λογοτεχνίας και επιχείρησης, καθώς το συγκεκριμένο βιβλίο του ανατέθηκε από την εταιρεία που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο το συγκεκριμένο βιβλίο; «Οι συγγραφείς είναι πολύτιμοι μάρτυρες των εξελίξεων στον σύγχρονο κόσμο. Τους χρειαζόμαστε στα αεροδρόμια, αλλά και στα νοσοκομεία, στις τράπεζες, στα σουπερμάρκετ, στα σχολεία. Θα πρέπει να προσέχουμε ώστε η αναφορά στη συναισθηματική ζωή να μην είναι η μοναδική επιλογή που τους αφήνουμε».

Για τον συγγραφέα το πιο συναρπαστικό σχετικό αφήγημα θα το έγραφε ο Ντάντλεϋ Μάστερς, που πέρασε τριάντα χρόνια στο αεροδρόμιο γυαλίζοντας παπούτσια: «Υπάρχει πάρα πολύ υλικό στην καθημερινή ζωή. Αυτό που κάνει έναν συγγραφέα δεν είναι η ποιότητα του υλικού αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύει. Γι’ αυτό μερικές φορές πχ κάποιος που έχει δει τα πάντα, όπως ένας πρωθυπουργός για παράδειγμα, να μην μπορεί να γράψει καθόλου καλά…» Και πέρα από τη βαθιά διχασμένη κοινωνία που μας αποκαλύπτουν ολοκάθαρα οι χώροι των αεροδρομίων, «την ίδια στιγμή μας προσκαλούν να ονειρευτούμε έναν τέλειο κόσμο κάπου αλλού. Μας βοηθούν να έρθουμε σε επαφή με την ιδέα των εναλλακτικών πραγματικοτήτων και την έννοια της σχετικότητας. Μας ταρακουνούν ώστε να θυμηθούμε ότι ο κόσμος είναι πιο παράξενος, συναρπαστικός και ποικιλόμορφος απ’ ότι τον φανταζόμαστε όταν βρισκόμαστε σε οικείο περιβάλλον…»

Στον φάκελο του τεύχους, που τιτλοφορείται «Τι Διαβάσαμε το 2011. Τάσεις και προεκτάσεις», η ελληνική πεζογραφική και ποιητική παραγωγή του έτους συντομογραφείται από τους Γιώργο Ξενάριο και Γιάννη Δούκα αντίστοιχα. Η Έρη Σταυροπούλου μιλάει για την περιπέτεια της ανασύστασης του μέχρι τώρα αγνώστου χειρογράφου της Διδώς Σωτηρίου (Τα Παιδιά του Σπάρτακου), παρουσιάζονται πρόσφατες εκδόσεις των Τζέφρυ Ευγενίδη, Τζον Λε Καρέ, Ρομπέρτο Μπολάνιο κ.ά.

Και μια ιστορία από τον Βασίλη Βασιλικό, αφηγημένη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο: «Κάποτε στη Χούντα κάποιοι καταγγείλανε μια οικογένεια ως αντιστασιακούς. Οι αστυνομικοί πάνε για εξακρίβωση. Κτυπάνε την πόρτα: Ασφάλεια, ανοίξτε! Το ζευγάρι κοιτάει μήπως έχει κάτι ενοχοποιητικό και ανακαλύπτει στη βιβλιοθήκη το Ζ. Δεν προλαβαίνουν να το κρύψουν και το ρίχνουν μέσα στη σούπα, μια κακαβιά που έβραζε στο μάτι της κουζίνας. Οι ασφαλίτες κάνουν έλεγχο, δεν βρίσκουν τίποτα και ενώ ετοιμάζονται να φύγουν τους μυρίζει η σούπα. «Δοκιμάστε», τους προτρέπουν οι ιδιοκτήτες. Οι ασφαλίτες νιώθουν άσχημα που τους ταλαιπώρησαν και δοκιμάζουν από ευγένεια. «Ωραία είναι, μάλλον έχει πολλά μελανούρια» αποφαίνονται…»

Γιατί εκτός από την αιώνια ανθρώπινη αντίσταση υπάρχει και η απολαυστική ταπείνωση των απανταχού ανθρωπακίων.

David Lodge – Ανήκουστος βλάβη

Το άλγος της απόσυρσης

Ζω προσπαθώντας διαρκώς να οχυρωθώ ενάντια στα δεινά της κλονισμένης υγείας και στις άλλες συμφορές της ζωής δια της ιλαρότητας, όντας απολύτως πεπεισμένος ότι κάθε φορά που ένας άνθρωπος χαμογελά – ακόμα δε περισσότερο γελά – προσθέτει κάτι σ’ αυτό το θραύσμα της ζωής που ζούμε: η αφιέρωση του Λόρενς Στερν στο Τρίστραμ Σάντι εκφράζει ιδανικά την περίπτωση του 64χρονου Ντέσμοντ Μπέιτς, καθηγητή Γλωσσολογίας σε μια βόρεια αγγλική πόλη και κεντρικού, πρωτοπρόσωπου ήρωα και αφηγητή. Η προϊούσα βαρηκοΐα του (οι κουβέντες του περίγυρου ακούγονται «σαν στίχοι ντανταϊστικού ποιήματος ή φράσεις του Τσόμσκι») τον οδηγεί σε πρόωρη συνταξιοδότηση από το Πανεπιστήμιο καθώς αρνείται να εφαρμόσει άλλη διδασκαλία από την διαλεκτική. Αναζητώντας παραδείγματα βαρήκοων δημιουργών διαβάζει Φίλιπ Λάρκιν, την σπαρακτική «Διαθήκη» του Μπετόβεν ή για τον Γκόγια, στον οποίο «η κώφωση είχε σηκώσει ένα πέπλο: όταν παρατηρούσε την ανθρώπινη συμπεριφορά απερίσπαστος από τη φλυαρία του λόγου, την έβλεπε όπως ακριβώς ήταν  – μοχθηρή, κυνική και παρανοϊκή, σαν παντομίμα σε ψυχιατρικό άσυλο». Εκείνος όμως στερημένος από κάθε καλλιτεχνική δημιουργία νοσταλγεί τον ρυθμό της ακαδημαϊκής χρονιάς όπως ένας χωρικός θα νοσταλγούσε τις αλλαγές των εποχών, ενώ οι χαρές του γραπτού λόγου ακυρώνονται από την απώλεια επαγγελματικών κινήτρων. Μένει μόνο η διακωμώδηση και ο αυτοσαρκασμός: η κωφότητα είναι πάντα κωμική.

Παντρεμένος σε δεύτερο γάμο με τη Φρεντ (η πρώτη γυναίκα του έχει πεθάνει) έχει δυο μεγάλα παιδιά που δεν ζουν μαζί τους, ο Μπέιτς παλεύει με την πλήξη μακριά από τα παιδιά και των δυο έχουν κάνει τις δικές τους οικογένειες αλλά και απ’ τους φοιτητές του, που πάντα λειτουργούσαν αναζωογονητικά για τον ίδιο. Η συνέχιση μιας όσο το δυνατό φυσιολογικής ζωής (που μετατρέπεται σε αγώνα αποφυγής ντροπιαστικών συναισθημάτων) και η εξισορρόπηση του άλγους της απόσυρσης με νέες δραστηριότητες τον καθιστούν ευάλωτο στην πρόταση μιας μεταπτυχιακής φοιτήτριας να συνδράμει στην διατριβή της περί υφολογικής ανάλυσης των αυτοκτονικών σημειωμάτων. Η μελέτη «των ύστατων δηλώσεων προς τον κόσμο», πέρα από την υπονόμευση ενός αντιπαθή καθηγητή, τού προσφέρει την ευκαιρία μιας νέας «διδασκαλικής» προσφοράς και μια αναζωογονητική επικοινωνία μαζί της· εκείνη, στερούμενη ηθικών φραγμών, επιχειρεί να τον παγιδεύσει με τα όπλα της ξεδιάντροπης πρόκλησης και της πλήρους υποταγής.

Η ιστορία όμως είναι πολυεπίπεδη και περιέχει περισσότερα «δεινά». Η σύζυγός του, την ερωτική σχέση με τον οποία προσπαθεί να αναζωογονήσει, τον κατηγορεί για εσκεμμένη χρησιμοποίηση της κατάστασής του για ιδία οφέλη. Ο γηραιός πατέρας του, που προτιμά να μένει μόνος και ευχαριστημένος με τα ελάχιστα στο σπίτι που αγάπησε παρά να μεταφερθεί σε οίκο ευγηρίας, τού υποδεικνύει μια δική του μελλοντική καρικατούρα και τον προβληματίζει για τα όρια του δικαιώματος επιλογής, την φθορά, τα γηρατειά. Όλα αυτά αναζητούν φιλοσοφημένους τρόπους αντιμετώπισης αλλά και προκαλούν σπαρταριστές καταστάσεις. Αποκορύφωμά τους η καταστροφική οικογενειακή εορταστική σύναξη με τέκνα και πρώην συζύγους, με καυστικότατες απόψεις περί Χριστουγέννων, για τον παραλογισμό της ιεροτελεστίας της ανταλλαγής δώρων, την εξάντληση από την στενή οικογενειακή συναναστροφή, την μάταιη αναζήτηση λίγης ησυχίας (σε σημείο να επιθυμεί την ήρεμη βάρδια ενός υπαλλήλου ασφαλείας) και την απολαυστική παρουσία του γέροντα, ανεξάντλητης πηγής θυμηδίας, εκνευρισμού ή αμηχανίας, με τις διαρκείς ανακοινώσεις για την κατάσταση της κύστης και των εντέρων του. Ένα τραγελαφικό τουριστικό διήμερο με φιλικό ζευγάρι επισφραγίζει την νέα συγκυρία . Είπαμε: Βαρηκοΐα και κωμωδία πάνε πάντα χέρι χέρι.

Η ημερολογιακή γραφή του Ντέσμοντ (ενίοτε «αντί – αυτοκτονικού σημειώματος») συμβαδίζει με την γνώριμη, ερεθιστική κωμωδιογραφία του Λοτζ, που δεν φοβάται να αγγίξει ευαίσθητα ζητήματα προσεγγίζοντας το σοβαρό στοιχείο με γενναία δόση κωμικότητας και αντίστροφα. Μονάχα έτσι ξορκίζονται οι μικρές και μεγάλες τραγωδίες της ζωής. Ο μύθος διανθίζεται από ενδιαφέρουσες σκέψεις για θέματα γλωσσικής εκφοράς, την ύποπτη φύση της θρησκείας, τους οίκους ευγηρίας, το ενίοτε πολύτιμο δώρο της σιωπής, την κώφωση και τις σχετικές «θεραπείες», το δίπολο Βορρά – Νότου, την κινεζική βιομηχανική παντοκρατορία, και τις πάντα ενδιαφέρουσες σκέψεις των Λοτζικών ηρώων σχετικά με τα πολιτικά γεγονότα ή, όπως εδώ, με τις εναλλακτικές λύσεις για την κατάργηση των ανθρακωρυχείων. Και ξανά την αδυναμία του λόγου να περιγράψει οριακές εμπειρίες, όπως μια επίσκεψη στο Μπίρκεναου,

Δεν λείπουν εξαίρετες συγκινησιακές σελίδες την ευθανασία της πρώτης συζύγου και κυρίως για την αντιστροφή των ρόλων, καθώς τώρα ένας πατέρας βρίσκεται υπό την φροντίδα του γιου, το πατρικό σπίτι με τη ραγισμένη φορμάικα, τη φθαρμένη μοκέτα και τις βουλιαγμένες πολυθρόνες «όπως τα θεατρικά σκηνικά του πρώιμου Πίντερ», την διαμονή ύστερα από δεκαετίες στην παιδική κρεβατοκάμαρα, κάτω από το λάβαρο της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας. Το τίμημα της μοιραίας δεσποσύνης πληρώνεται στο ακέραιο, αν και κάποια στιγμή ομολογεί σ’ έναν ομοιοπαθή συνάδελφο: Δε θα μου έκανε εντύπωση αν μια μέρα μας έβλεπα και τους δυο σε κάποιο εκτυλισσόμενο στο χώρο του πανεπιστημίου μυθιστόρημα. Αλλά εκείνο που διαπερνά αξέχαστα τις σελίδες είναι η διάψευση της βεβαιότητας πως έχει εισπράξει το μερίδιο κακοτυχίας που του αναλογεί κι ότι δεν χρωστά πουθενά. Και ο ταχύς, ανελέητος χρόνος: Αν υπήρξαν, κατά καιρούς, ασήμαντες παρεξηγήσεις στην κοινή μας ζωή, τώρα μπορώ να δω καθαρά πόσο εύκολα μπορεί κανείς να υποτιμήσει το χρόνο που περνάει και φεύγει.

Ο συγγραφέας έγκαιρα επισημαίνει το σχεδόν ομόηχο των death sentence και deaf sentence (: ο πρωτότυπος τίτλος). Η κουφότητα προκαλεί μια μορφή θανάτου αλλά και διαφορετικές θεωρήσεις των πραγμάτων (: δεύτερη σημασία του sentence)· αυτές είναι τελικά που οδηγούν προς μια υπέρτατη κατάφαση ζωής. Καλύτερα να στέκεσαι στη ζωή και να εκτιμάς το χρόνο που περνάει και φεύγει, ή, με τα λόγια του μνημονευόμενου Μπρους Κάμινγκς: Προσωπικά μου αρκεί η τιμή ότι ανήκω στο σύμπαν – ένα τέτοιο σπουδαίο σύμπαν, και μια τόσο σπουδαία τάξη πραγμάτων. Ούτε ο ίδιος ο Θάνατος δεν μπορεί να μου στερήσει αυτή την τιμή. Γιατί τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει το γεγονός ότι έζησα, ότι εγώ υπήρξα εγώ, έστω και για ένα τόσο μικρό διάστημα. … Ο θάνατος δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω απ’ το να σε σκοτώσει.

Ένα τόσο συγκινητικό, αξιανάγνωστο, απολαυστικό μυθιστόρημα – και, επιτέλους, σε ιδανική έκταση!

Εκδ. Bell, 2009, μτφ. Έφη Τσιρώνη, σελ. 346 (David Lodge, Deaf Sentence, 2008).