Αρχείο για Ιουλίου 2013



10
Ιολ.
13

Μαριλένα Αστραπέλλου – Πρόσωπα

PROSOPA_EX_Layout 1Διαλογικό πανόραμα σύγχρονης σκέψης και δημιουργίας

… όλες οι σύγχρονες δραστηριότητες, όλες οι μετακινηματογραφικές δραστηριότητες είναι βέβαια πολύ ενδιαφέρουσες. Επιδίδομαι σε αυτές. Είμαι καλλιτέχνης VJ, κάνω ταινίες που προβάλλονται σε κινητά τηλέφωνα και ασχολούμαι με τη διαδραστικότητα των μέσων. Όλα αυτά όμως είναι προσωρινά φαινόμενα, συναρπαστικά μεν, αλλά βαθύτατα συνδεδεμένα με σύγχρονες ενεργειακές δυνάμεις. Πια παράδειγμα, τίποτε απ’ ότι προανέφερα δεν μπορεί να συμβεί χωρίς τον ηλεκτρισμό. Τι θα συμβεί αν κάποιος τραβήξει την πρίζα; Η ζωγραφική στον πυρήνα της είναι πολύ απλή τεχνολογία και όλοι στον κόσμο μπορούν να την κάνουν. Και όταν ο πολιτισμός βουλιάξει στον υπόνομο – και είμαι σίγουρος ότι αυτό θα συμβεί – οι τελευταίες δραστηριότητες του ανθρώπου και πάλι θα αφορούν τη ζωγραφική. Οι παραθέσεις κειμένων δημιουργούν προβλήματα στη μετάφραση, υπάρχουν οι περιορισμοί της γλώσσας. Η δύναμη της ζωγραφισμένης εικόνας όμως είναι προφανής σε όλους. Είμαι σίγουρος λοιπόν ότι θα είναι παντοτινή…

marilena 3… απαντά ο Πίτερ Γκρίναγουεϊ σε ερώτηση που αφορά την ζωγραφική και κατά πόσο θεωρείται παρωχημένο μέσο έκφρασης σε ένα κόσμο που χαρακτηρίζεται από άλλες εικαστικές δυνατότητες χάρη στην τεχνολογία, την οποία άλλωστε εξυμνεί και ο ίδιος με τη δουλειά του. Η ερώτηση δεν είναι τυχαία· ο εξαιρετικός σκηνοθέτης τα τελευταία χρόνια μελετάει ζωγραφικά αριστουργήματα, τα οποία εντάσσει σε πολυμεσικές δημιουργίες, με λόγο, μουσική και εικόνα. Ο δαιμόνιος δημιουργός είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων ομιλητής που ομολογεί πως το πρωταρχικό του ενδιαφέρον είναι «η έκφραση ιδεών από εικονογραφικά μέσα, πρωτίστως μέσω της ζωγραφικής, η οποία είναι πολύ ανώτερη από τον κινηματογράφο».

Ο δικός του κινηματογράφος πάντως υπήρξε συγκλονιστικός και όποτε χρειαστεί τον υπερασπίζεται, ιδίως απέναντι στην κατηγορία της συναισθηματικής απόστασης των ταινιών του, θυμίζει τις αιχμές της σεξουαλικής εμπειρίας στον αξέχαστο Ο Μάγειρας, ο Κλέφτης, η Γυναίκα του και ο Εραστή της ή την βαθιά επιθυμία για σεξουαλικη συντροφικότητα στο αξιόβλεπτο Κρυφό ημεPETER_GREENAWAY_2009_CPH_v2ρολόγιο. Όσον αφορά τη θρησκεία ο Γκρίναγουεϊ πιστεύει πως οι περισσότερες θρησκείες είναι μισογυνικές και πάντα δυσκολεύονταν να χειριστούν την θηλυκότητα, ίσως επειδή οι περισσότερες δημιουργούνται από γέρους και φοβισμένους άνδρες που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την έννοια της γυναικείας σεξουαλικότητας, της γυναικείας δύναμης, την ικανότητα γέννας και δημιουργίας. Ίσως γι’ αυτό και ο ίδιος στις ταινίες του υποβάλλει γυναίκες σε ταπεινωτικές καταστάσεις, που «περνάνε στην πραγματική ζωή έτσι κι αλλιώς».

Δεν υπάρχουν όρια. Το πιο γενναίο πράγμα είναι να ζεις ανάμεσα στα δυο φύλα. Σε αυτή την γκρίζα ζώνη. Όχι ότι θέλω αλλαγή φύλου. Ένα τμήμα του εαυτού μου είναι θηλυκού γένους και ένα άλλο αρσενικού. Η Σούζαν Σόνταγκ μου είπε κάποτε: «Ποτέ δεν ξέρεις τι φύλο είσαι κάθε μέρα που έρχεται. ¨Όπως ποτέ δεν ξέρεις τι ηλικία έχεις κάθε μέρα που περνάει». Κάποιες φορές είμαι ένα αγορόσι, άλλες ένας άνδρας, άλλοτε ένα κορίτσι και άλλοτε μια γυναίκα, κάποιες άλλες φορές είμαι drag queen. Εξαρτάται πώς αισθάνεσαι για τον εαυτό σου τη συγκεκριμένη μέρα. Δεν έχει να κάνει με το τι βλέπει ο κόσμος.

Goldin_Portraitεξομολογείται η Ναν Γκόλντιν, μια άλλη ιέρεια της εικόνας, από τον φωτογραφικό αυτή τη φορά κόσμο, έναν κόσμο που την βοήθησε να μιλάει, στην ουσία άρχισε να φωτογραφίζει  για να αποκτήσει τη δική της γλώσσα και να διακόψει δυο βουβά χρόνια. Αν θεωρεί πως κάτι έχει καταφέρει, αυτό είναι ότι «έδωσε στον κόσμο την άδεια να «νομιμοποιήσει» τη ζωή του μέσα από την καλλιτεχνική φωτογραφία, ενώ εκπλήσσεται με τις βλακώδεις αντιδράσεις σχετικά με την φωτογραφία της με τα δυο κοριτσάκια από το Βερολίνο, βαφτιστήρια της, που χορεύουν γυμνά, καθώς κατηγορήθηκε για παιδεραστία! Η δική της επιθυμία ήταν ο συμβολισμός της μεγάλης αδελφής, η επιθυμία της μικρότερης να της μοιάσει, μια αληθινή ψύχωση της Γκόλντιν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της. Η περίπτωση, νομίζω, είναι ενδεικτική της ισοπέδωσης προθέσεων και εννοιών, καθώς και νέων μορφών εξουσίας. Και μιλώντας για εξουσίες:

Από την εποχή του Πλάτωνα η εξουσία πιστεύει ότι το γράψιμο εμπεριέχει κίνδυνο. και όντως έτσι είναι, επειδή ο λόγος που χρησιμοποιεί είναι τελείως διαφορετικός από όλους τους άλλους λόγους. Τον οικογενειακό, τον οικονομικό, τον θρησκευτικό. Ο Κάφκα έκανε λόγο στα βιβλία του μόνο για τη σχέση με τον πατέρα του και παρ’ όλα αυτά τον είχε απαγορεύσει το κομμουνιστικό καθεστώς για σαράντα χρόνια.

52324-924-550Ο λόγος έχει ήδη περάσει στον Ενρίκε Βίλα – Μάτας που επιμένει πως ο κόσμος πάντα φαντάζεται ότι ζει σε ένα τέλος εποχής, ήδη και από την εποχή της Βίβλου, πως η ιστορία της λογοτεχνίας είναι μια σειρά από αναστάσεις μέσα από πράγματα που φαίνονταν πως είχαν πεθάνει και πώς σήμερα είναι δυσκολότερο από ποτέ να βρεις αναγνώστες αν θες να γράφεις σοβαρά. Ο Καταλανός λογοτέχνης «πιστεύει στη δύναμη των λέξεων», κατά τη φράση του Ελίας Κανέτι και υποστηρίζει πως οι συγγραφείς του άλλαξαν τη ζωή: Όλες οι ιστορίες που ζει ο ίδιος ή ο κόσμος γύρω του τού θυμίζουν ιστορίες που έχει διαβάσει.

J_COE_20--469x239Ένας άλλος αξιανάγνωστος συγγραφέας, ο Τζόναθαν Κόου δεν βλέπει το νόημα να είναι κανείς συγγραφέας αν πιστεύει πως όλα βαίνουν καλώς στο κόσμο. Το γράψιμο αποτελεί για τον ίδιο μια θεμελιώδη έκφραση της δυσαρέσκειας για την πραγματικότητα γύρω του, είτε συναισθηματικά είτε από κοινωνική πολιτική άποψη. Ο συγγραφέας συζητά πάντα με ενδιαφέροντα τρόπο για την σύγχρονη πραγματικότητα, όπως άλλωστε την αποτύπωσε στον Ιδιωτικό βίο του Μάξουελ Σιμ: οι Βρετανοί είναι πολύ καλοί στο να καταπνίγουν τα συναισθήματά τους· κουκουλώνουν αυτό που αισθάνονται μέχρις ότου τα πράγματα φτάσουν στο απροχώρητο. Αυτή τη στιγμή, λέει ο Κόου, ο κόσμος δεν συνειδητοποιεί το μέγεθος της κρίσης και τι του έχει ζητηθεί να στερηθεί· θα το καταλάβει σε μερικά χρόνια.

fran-liebowitzΚαι πώς παρατηρεί την κρίση η συγγραφέας και ευθυμογράφος Φραν Λίμποβιτς, μια απολαυστική public speaker στην καρδιά του κόσμου, ή έστω της Νέας Υόρκης;  Όλους να συμπεριφέρονται σαν να πρόκειται για μια φυσική καταστροφή, σαν τη έκρηξη ενός ηφαιστείου ή σαν να πρόκειται για ένα μεταφυσικό μυστήριο και να λένε «Τι μπορούμε να κάνουμε; Αυτό μας συνέβη». Κανείς δεν αντιλαμβάνεται πως στις πραγματικότητα οι αιτίες που προκάλεσαν την κρίση ήταν πολύ ανθρώπινες. Σε μια δημοκρατία, όταν τα πράγματα καταρρέουν, φταίνε οι άνθρωποι, υποστηρίζει η Λίμποβιτς και συνεχίζει:

Η δημοκρατία είναι το πιο περίπλοκο πολίτευμα, διότι πρόκειται για μια αφύσικη μορφή διακυβέρνησης. Για παράδειγμα, οι φυσικές, αυθόρμητες μορφές οργάνωσης που σχηματίζουν τα παιδιά σε μια σχολική αυλή είναι είτε ένα σύστημα βασιλείας όπου ένας άτομο συμπεριφέρεται σαν βασιλιάς είτε ο φασισμός όπου ένα άτομο τρομοκρατεί τα υπόλοιπα. Είναι φυσικό για τους ανθρώπους να είναι ατομιστές. Η δημοκρατία είναι κάτι που πρέπει να διδαχθείς, χρόνο με τον χρόνο, για να το μάθεις.

Autosave-File vom d-lab2/3 der AgfaPhoto GmbHΟ Ντάνιελ Μέντελσον, εκτός από συγγραφέας των Χαμένων, μεταφραστής του Καβάφη και δημοσιογράφος σημαντικών εντύπων πάντα με μια αρχαιοελληνική αναφορά στα κείμενά του, παίρνει θέση υπέρ της αναγκαιότητας απέναντι στην τυχαιότητα: μπορεί να μην προέρχεται από ελληνικό περιβάλλον, «αλλά ο καθένας μας βρίσκει τον πολιτισμό που του χρειάζεται». Έχοντας ως ομοφυλόφιλος δημιουργήσει οικογένεια με μια φίλη του, άρα τοποθετημένος «έξω από την φυσιολογική, αναμενόμενη ιστορία ζωής», o συγγραφέας διαπιστώνει σε αυτό το νέο οικογενειακό μοντέλο την καλύτερη εφαρμογή της «κατανεμητικής δικαιοσύνης της φιλίας». Και τι έμαθε από την ανασύνθεση της Οδύσσειας που αφάνισε την οικογένεια του αδελφού του πατέρα του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, μια τραυματική αφήγηση που έγραψε στους Χαμένους ακριβώς για την ξορκίσει;

Αυτό που είναι σοκαριστικό όταν εντρυφείς στο Ολοκαύτωμα είναι ότι συνειδητοποιείς πόσο λεπτό είναι το επίχρισμα του πολιτισμού. Βλέπεις πόσο γρήγορα μπορεί να διαλυθεί Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτό που μου είπε ένας από τους επιζήσαντες: «Μετά από μια βδομάδα τρόμου και πείνας ο άνθρωπος θα κάνει τα πάντα». Ο πολιτισμός δεν μπορεί να δώσει τη λύση σε κάθε περίσταση. Οι άνθρωποι, ή μάλλον κάποιοι άνθρωποι, αποκτηνώνονται πολύ γρήγορα. Αφότου τελείωσα το βιβλίο, για κάποιο διάστημα ένιωθα φριχτή καχυποψία. Όπως περίμενα το μετρό στην αποβάθρα κοίταζα τριγύρω μου τους ανθρώπους και σκεφτόμουν «μπορούν οι άνθρωποι να γίνου δολοφόνοι;». Τρελαίνεσαι όταν έρχεσαι σε πολύ κοντινή επαφή με αυτό το γεγονός. Και όμως όχι, οι άνθρωποι δε μαθαίνουν ποτέ. Γι’ αυτό διαβάζουμε τον Καβάφη.

doris_lessing1Οι ερωτήσεις της Αστραπέλλου είναι ευθύβολες, δεν χαρίζονται στον συνομιλητή, επιμένουν σε διευκρινίσεις όταν εκείνος εκφράσει συζητήσιμο αφορισμό και δεν αφήνουν ανεκμετάλλευτες τυχόν ενδιαφέρουσες κρίσεις. Γενικώς δημιουργείται ένα κλίμα συζήτησης επί ίσοις όροις, δίνοντας φυσικά μέγιστο χωροχρόνο στον συνεντευξιαζόμενο. Η ευρύτατη πολιτισμική προέλευση των δημιουργών προσδίδει στο corpus των διαλόγων ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πανόραμα σύγχρονης δημιουργικής σκέψης και πράξης – απόλυτα σύγχρονης και ταυτόχρονα διαχρονικής.

vargas-llosaΤζορτζ Λόης, Ντόρις Λέσινγκ, Σωτήρης Δημητρίου, Ραλφ Στέντμαν, Γκίλμπερτ, Τζορτζ, Ορχάν Παμούκ, Αντρέ Ασιμάν, Ίαν Ράνκιν, Μωρίς Αττιά, Ρομέο Καστελούτσι, Ντέϊμιαν Χέρστ, Πάουλ Βεράχεν, Θωμάς Μοσχόπουλος, Φίλιπ Ροθ, Αλέξανδρος Νεχαμάς, Τζέφρυ Ευγενίδης, Ελί Βιζέλ, Μάριο Βάργκας Λιόσα, Τζον Λε Καρέ και Διονύσης Φωτόπουλος συμπληρώνουν το σώμα των εξαιρετικών συνομιλητών επαληθεύοντας, τουλάχιστο στην περίπτωση μου, τα λόγια του Ντον ΝτεΛίλλο στην ερώτηση για τους επιθυμητούς αναγνώστες των βιβλίων του: …μου αρέσει να φαντάζομαι ότι τα διαβάζει κάποιος που αγαπάει την ανάγνωση λογοτεχνίας, που του αρέσει να χάνεται στον κόσμο ενός βιβλίου. Και που ενδεχομένως μπορεί να βρει κάποιο ίχνος παρηγοριάς μέσα σε αυτό. Μοναχικοί άνθρωποι επί το πλείστον.Πράγματι, είναι πολλοί οι άνθρωποι και τα λεγόμενά τους που παρηγορούν.

Εκδ. Πόλις, 2013, σελ. 403.

Στις εικόνες: Peter Greenaway, Nan Goldin, Enrique Vila Matas, Jonathan Coe, Fran Leibovich, Daniel Mendelsohn, Doris Lessing, Mario Vargas – Llosa.

07
Ιολ.
13

Αλέξανδρος Κυπριώτης – Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι

Akypriotis_INDIKTOSΑπό τα βάθη της σκέψης ως την ακραία πράξη

Κάθε φορά που αργεί να τα βρει και που τελικά τα βρίσκει τους αλλάζει και τσέπη, για να θυμάται καλύτερα την επόμενη φορά που θα τα ψάξει. Κάθε φορά όμως ξεχνάει πού τα έχει βάλει και πάντα αρχίζει από τη λάθος τσέπη και πάντα τα βρίσκει στην τελευταία. Αλλά μέχρι να τα βρει κάθε φορά είναι σίγουρος ότι τα έχει χάσει. Και τότε αρχίζει να βλέπει μες το κεφάλι του τι θα γίνει. [σελ. 9]

Η αφετηρία μιας ιστορίας μπορεί να μας είναι γνώριμη· να την έχουμε ζήσει, σκεφτεί, συνηθίσει· να αναφωνήσουμε «το γνωρίζω καλά αυτό, και σ’ εμένα συμβαίνει!». Οι καταιγιστικές σκέψεις κατά τη διάρκειά της μπορεί να μην έχουν καταγραφεί σε κείμενο, κι έτσι τώρα μπορούμε να τις δούμε σε σειρά, πώς ξεκινούν, πώς ξετυλίγονται στη λογική, πώς …χάνονται στους δαιδάλους της, πως από την στέρεη δομή τους καταλήγουν στην πλήρη κατεδάφιση. Ο χαρακτήρας που χάνει «Τα κλειδιά του» για άλλη μια φορά, χάνεται στις ίδιες σκέψεις για άλλη μια φορά. Η ιστορία έχει επαναληφθεί πολλές φορές με τον ίδιο τρόπο. Σήμερα μία απ’ τα ίδια. Γνωρίζει τι θα συμβεί, όπως και γνωρίζει τι μισεί απ’ όλα αυτά που θα συμβούν. Περιμένει την συνήθη σειρά των γεγονότων, αλλά και έχει αποφασίσει να μην την αφήσει αυτή τη φορά ανενόχλητη. Θα φτάσει στο απροχώρητο, θα βρεθεί στο ανεπίστροφο και θα πράξει το αναπόδραστο. Πρώτα μια φορά. Μετά άλλη μία. Κι άλλη μία. Και μετά όλοι θα λένε ότι έφταιγε αυτός κι ότι δεν έπαιρνε τα φάρμακά του. Ποιος θα τον πιστέψει ότι είχε χάσει τα κλειδιά του;

oskar kokotschka_self-portrait-with-crossed-arms-1923Τα δέκα κείμενα του βιβλίου – διηγήματα και μικρές φόρμες έκτασης από μισή έως δεκαέξι σελίδες – θαρρείς και ακολουθούν τους λογισμούς του εκάστοτε χαρακτήρα έτσι όπως αστραπιαία ξετυλίγονται πάνω σε μια καθημερινή του στιγμή· μια στιγμή που έχει συμβεί και ξανασυμβεί και που τον έχει ήδη γεμίσει με θυμικό αρνητικό και με ψυχή ανήσυχη. Κι όπως συμβαίνει στην ταχύτατη εσωτερική ροή, οι σκέψεις επαναλαμβάνονται και οι λέξεις λέγονται και ξαναλέγονται· αυτή η διαρκής επανάληψη, δίνει ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στις λέξεις, σκαλώνει το αναγνωστικό βλέμμα στα σημαινόμενα, ενίοτε το γκρεμίζει στα βάθη των σημασιών τους. Τότε είναι που παραμονεύει η διάρρηξη του συλλογισμού, η αλλοίωση της φράσης, η μετάβαση από το λόγο στην πράξη και από την επιβεβλημένη ισορροπία στην τρομακτική ανισορροπία. Κι αυτό που βασάνιζε τον ήρωα, τώρα δεν θα τον απασχολεί άλλο.

much man-and-woman-i-1905Κάπως έτσι στο «Και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» η λαϊκή έκφραση και η αυτιστική επιμονή της μητέρας να παντρέψει την κόρη της, ώστε να μη σταθεί «άτυχη», συνδέεται με αδιόρατα νήματα – μα τόσο γερά, σχεδόν ατσάλινα – με το δικό της παρελθόν και τους «άτυχους» θανάτους των υποψηφίων γαμπρών. «Κάθε φορά» προβληματίζεται κι ένας άλλος χαρακτήρας: δεν είναι σίγουρος τι να διαλέξει «ανάμεσα στις κρίσεις πανικού που τον πιάνουν και στις σκέψεις που κάνει αυτός μετά τις κρίσεις πανικού που τον πιάνουν». Στο «Κόκκινο» η αγάπη για το ξεραμένο αίμα οδηγεί την ηρωίδα στο … φρέσκο αίμα, ακριβώς για να αποφευχθεί κάθε συναισθηματικός δεσμός. Όταν η «Ευτυχία» ενός ζεύγους χάνεται στις χαώδεις διαφορές τους, η τελική ασυμφωνία θα επισφραγιστεί με θανατερό εναγκαλισμό. Κι όταν «Η αγάπη κερδίζεται» με μια υπερδοτική τελετουργία που τηρείται και επανατηρείται, τι συμβαίνει όταν κάποια στιγμή ζητηθεί η αντιστροφή των όρων; Πόσα σύμπαντα γκρεμίζονται και πόσα μυαλά διαταράσσονται;

loversΚάθε πρόταση του Σλάχτερ είναι ακριβώς όση πρέπει. Λες κι είναι κομμένη με μπαλτά. Και ξεκοκαλισμένη. Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Κάθε πρόταση έχει μόνο ό,τι είναι απαραίτητο. Μόνο ψαχνό… σκέφτεται ένας μεταφραστής λογοτεχνίας για τον νέο γερμανόφωνο συγγραφέα πάνω στον οποίο εργάζεται αφοσιωμένα. Ο μεταφραστής αισθάνεται σα να κολλάει η γλώσσα του πάνω στο αίμα που στάζουν οι προτάσεις του συγγραφέα Σλάχτερ, που σημαίνει σφαγέας, και προσπαθεί κι αυτός στις προτάσεις που γράφει στη γλώσσα του να μην υπάρχει τίποτα περιττό. Μόνο που το συνεχές ξεφλούδισμα του κειμένου οδηγεί στο ξεγύμνωμα των βαθύτερων επιθυμιών του, μέχρι να φτάσει στο κουκούτσι τους. Κι εκεί, όταν «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι» αφαιρεθεί κάθε σάρκα τους, τότε η όποια επιθυμία εναντίον του ασυνεννόητου εκδότη πρέπει και να ικανοποιηθεί. Ποιος πυρήνας άραγε βρίσκεται στο έσχατο βάθος των δικών μας σκέψεων;

Δυο από τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Νησίδες, ένα στο περιοδικό (δε)κατα και ένα στο ιστολόγιο Logotexnia21.

Εκδ. Ίνδικτος, 2013, σελ. 73.

Ο συγγραφέας και μεταφραστής Αλέξανδρος Κυπριώτης στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

04
Ιολ.
13

Βαρλάμ Σαλάμοφ – Ιστορίες από την Κολιμά

ΣημειώSALAMOV Kolymaσεις από το αληθινό σπίτι των πεθαμένων

Μάθαμε την υποταγή, ξεμάθαμε να εκπλησσόμαστε. Δεν είχαμε περηφάνια, φιλαυτία, εγωισμό, ενώ η ζήλεια και το πάθος μας φαίνονταν εξωγήινες έννοιες, κι επιπλέον ανόητες. Ήταν πολύ πιο σημαντικό να εκπαιδευτείς να κουμπώνεις το παντελόνι σου το χειμώνα, στην παγωνιά – ενήλικες άντρες έκλαιγαν που καμιά φορά δεν το κατάφερναν. Καταλαβαίναμε ότι ο θάνατος δεν ήταν διόλου χειρότερος από τη ζωή, και δεν φοβόμαστε ούτε τον έναν ούτε την άλλη. Μας καταλάμβανε μεγάλη αδιαφορία. Ξέραμε ότι εναπόκειτο στη θέληση μας το να σταματήσουμε αυτή τη ζωή, αύριο κιόλας, κι ενίοτε αποφασίζαμε να το κάνουμε, και κάθε φορά μας εμπόδιζαν διάφορα μικροπράγματα από τα οποία συνίσταται η ζωή. Πότε σήμερα θα μας επέτρεπαν να «ψωνίσουμε» από το μαγαζάκι – ένα κιλό ψωμιού ως επιβράβευση – κι ήταν χαζό να αυτοκτονήσεις μια τέτοια μέρα. Πότε ο επιστάτης του διπλανού παραπήγματος θα σου υποσχόταν ότι το βράδυ θα σου δώσει να καπνίσεις, θα σου ανταποδώσει ένα παλιό χρέος. [σ. 78]

tumblr_lxxan4YqDO1qeu6ilo1_500Αν υπάρχει Ιστορία της Υπο-Ανθρωπότητας, αυτή βρίσκεται παγώνει και ξεπαγώνει στις εκατόν σαράντα πέντε ιστορίες του Σαλάμοφ, στην σχεδόν εικοσαετή ζωή στα στρατόπεδα του ηθικού ψύχους, στα σαράντα χρόνια που πέρασαν μέχρι να φτάσει στα χέρια μας η έκδοση, στις χίλιες εννιακόσιες εξήντα οκτώ σελίδες της. Το μέγιστο αυτό corpus της μέγιστης ηθικοψυχικής περιπέτειας μέσα από την ανθρώπινη κτηνωδία – αν και ο όρος θα έπρεπε να είναι κάπως σαν ανθρωπωδία, καθώς ο λυσσασμένος δόλος των ανθρώπων εκείνου του καθεστώτος ξεπερνάει και το αγριότερο θηρίο  – περιλαμβάνει πέντε ενότητες με ιστορίες όλων των μεγεθών και μία ενότητα με δοκίμια.

Gulag Workuta / Foto -  -Πώς βρέθηκε ο Σαλάμοφ από τον ανθό της ρωσικής πρωτοπορίας και τις οργιαστικές αίθουσες με τους Λουνατσάρσκι, Μαγιακόφσκι, Ασέγιεφ, Παστερνάκ, Αχμάτοβα, Μαντελστάμ, Μπρικ και άλλους στο άλλο άκρο της απανθρωπίας; Πρώτη θητεία: 1929 – 1932. Λόγος σύλληψης: διακίνηση στο πανεπιστήμιο της Διαθήκης του Λένιν, της προθανάτιας επιστολής  με τις γνωστές αρνητικές παρατηρήσεις για τον Στάλιν. Ποινή: τριετής εξορία στο στρατόπεδο εργασίας της Βισερά. Κείμενα από το Βισερά – Αντιμυθιστόρημα συμπεριλαμβάνονται εδώ. Δεύτερη θητεία: 1937 – 1953. Αδίκημα: «αντεπαναστατική τροτσκιστική δράση» και αργότερα δήλωση ότι ο Ρώσος εμιγκρές συγγραφέας Ιβάν Μπούνιν είναι ένας «κλασικός Ρώσος συγγραφέας». Τόπος εξορίας: Κολιμά.

Abladen grosser Steinbrocken am Weissmeer-Ostsee-Kanal, 1932Η Κολιμά στις εσχατιές της Βόρειας Άπω Ανατολής υπήρξε το απόλυτο σταλινικό γκουλάγκ, μια ολόκληρη χώρα καταδικασμένων και εκμηδενισμένων. Τα πολύτιμα μεταλλεύματα και ιδίως ο χρυσός της περιοχής έπρεπε να εξορυχθεί με κάθε τρόπο, σκέψη αδιανόητη μέχρι τότε. Μια ολόκληρη επικράτεια με τις δικές της δομές, ένα πολικό σωφρονιστικό κράτος φιλοξένησε εκατοντάδες χιλιάδες κρατουμένους, πολιτικούς και ποινικούς. Όπως είναι αναμενόμενο σε ανάλογα πολιτικά τιμωρήματα, οι ποινικοί κατάδικοι θεωρούνται ανώτεροι από τους πολιτικούς, τους εχθρούς του λαού. Και μια φορά εχθρός του λαού, πάντα εχθρός του λαού. Γι’ αυτό και αποτελούσε συνήθη πρακτική, προτού απελευθερωθούν να ακολουθεί και μια δεύτερη, ακόμα πιο παρανοϊκή κατηγορία, ώστε να συνεχίζουν να είναι «πολίτες» του απόλυτου μηδέν.

79Το δηλητήριο του υποκόσμου είναι απίστευτα τρομαχτικό. Αν δηλητηριαστείς με το φαρμάκι αυτό, θα λιώσει μέσα σου κάθε τι ανθρώπινο. αυτή τη ζέουσα ανάσα την έχουν όλοι όσοι αγγίζουν τον κόσμο αυτό. Τι αντιασφυξιογόνα χρειάζονται εδώ; [σ. 1173 – 1174]

Η γραφή του Σαλάμοφ είναι απλή και αστόλιστη, γυμνή και ρεαλιστική. Χωρίς υπερβολές, μελοδραματισμούς, διδάγματα. Κάποτε ειρωνεύεται και καυτηριάζει, για να επιστρέψει σύντομα στις ξερές του περιγραφές. Αντί για την φόρμα ενός μέγιστου επικού μυθιστορήματος επέλεξε την απαιτητική μορφή της σύντομης αφήγησης – ιδιαίτερο δείγμα νεοφορμαλιστικης τάσης κατά τους ιστορικούς της λογοτεχνίας. Η οικονομία των συναισθημάτων συμβαδίζει με την οικονομία του λόγου, όπως γράφει στην εισαγωγή της η μεταφράστρια. Πράγματι, όταν οι ιστορίες είναι αυτές οι ιστορίες, κάθε παραπάνω λέξη ή συναίσθημα είναι περιττά. Η πρόταση πρέπει να είναι σύντομη, σα χαστούκι…Από την ιστορία πρέπει να αφαιρεθεί κάθε καλολογικό στοιχείο έγραφε στην επιμελήτρια του έργου του Ιρίνια Πάβλοβνα Σιροτίνσκαγια.

Ακόμα και ορισμένοι3 τίτλοι του μοιάζουν να προορίζονται για παιδικές ιστορίες, αποκυήματα επιστημονικής φαντασίας, εργοστασιακά φυλλάδια, υπηρεσιακές αναφορές: Ατομική νόρμα, Εκτοξευτήρας, Πευκο-νάνος, Η συνωμοσία των νομικών, Καραντίνα τύφου, Οι λεπροί, Ο πράσινος εισαγγελέας, Η επίσκεψη του Μίστερ Ποπ, Η Ανάσταση της Λαρίκας, Τριγωνισμός Τάξης ΙΙΙ. Μια ενότητα τιτλοφορείται Ο βιρτουόζος του φτυαριού, η ευφημισμένη ιδιότητα πλέον του Σαλάμοφ, o τίτλοw που επάξια απέκτησε στα έπακρα εκείνης της αντιζωής. Δυο ιστορίες του, Τσέρυ – Μπράντι και Σεντέντσια,  αφιερώνονται στην Ναντιέζντα Μαντελστάμ, που με τη σειρά της χαρακτήρισε το έργο ως την καλύτερη πρόζα του εικοστού αιώνα.

Taiga_Gulag_Pritsche_Turuchansk_08020035Θεωρούσαμε τους εαυτούς μας σχεδόν αγίους, σκεφτόμενοι ότι τόσα χρόνια στα στρατόπεδα εξαγοράσαμε όλες τις αμαρτίες μας. Μάθαμε να καταλαβαίνουμε τους ανθρώπους να προβλέπουμε τις ενέργειές τους, να τις μαντεύουμε. Καταλάβαμε – κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό – ότι η γνώση που έχουμε για τους ανθρώπους δεν μας προσφέρει κανένα όφελος στη ζωή. Ποιο το όφελος αν καταλαβαίνω, νιώθω, μαντεύω, προβλέπω τις πράξεις ενός άλλου ανθρώπου; Τη συμπεριφορά μου απέναντί του δεν θέλω να την αλλάξω, δεν πρόκειται να καταδώσω έναν κρατούμενο ό,τι κι αν έχει κάνει. Δεν θα διεκδικήσω τη θέση του ομαδάρχη, που σου προσφέρει τη δυνατότητα να παραμείνεις ζωντανός, γιατί στο στρατόπεδο το χειρότερο είναι η επιβολή της δικής σου (ή κάποιου άλλου) βούλησης πάνω σε άλλον άνθρωπο, ες έγκλειστο, σαν εμένα. Δεν θα επιδιώξω ωφέλιμες γνωριμίες, δεν θα λαδώσω. Και ποιο το όφελος που ξέρω ότι ο Ιβανόφ είναι κάθαρμα κι ο Πετρόφ σπιούνος, κι ο Ζασλάφσκι ψευδομάρτυρας;  [σ. 79]

Ο δωδεκάμηνgulag χάρτηςος χειμώνας σήμαινε το οριστικό τέλος κάθε συναισθήματος. Μπροστά στην εξοντωτική δουλειά, τον ελάχιστο ύπνο και την διαρκή πείνα (που στα ιατρικά κατάστιχα βαφτιζόταν «δυσθρεψία») οι αυτοτραυματισμοί αποτελούσαν τη μόνη ευκαιρία νοσηλείας και ξεκούρασης. Αλλά και η ελάχιστη ελεύθερη καθημερινότητα ήταν ποτισμένη από φόβο και βία. Οι ακατάπαυστες κλοπές έκαναν τον Σαλάμοφ φρόντιζε να μην έχει τίποτα πάνω του. Αυτός που γνώρισε τον κόσμο των ημι-ανθρώπων, όπως συχνά τους αποκαλεί στις ιστορίες, στα δοκίμιά του αφορίζει την ψευτορομαντική αντιμετώπιση του κόσμου του εγκλήματος από την λογοτεχνία. Οι καλλιτέχνες, γράφει, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν το αληθινό, αποκρουστικό πρόσωπο του υπόκοσμου· τον είδαν με συμπάθεια, γοητεία, ενίοτε και φιλοφρονητικά. Ο Ντοστογιέφσκι δεν είδε τους αληθινούς κακοποιούς. Οι κατάδικοι των Σημειώσεων από το σπίτι των πεθαμένων ήταν εγκληματίες κατά τύχη.

99Η συνέχεια μετά την απελευθέρωσή του δεδομένη: αδυναμία επανένταξης, κυκλοφορία των έργων του μόνο με σαμιζντάτ και χέρι με χέρι, κομματιαστά και με αυθαίρετους τίτλους, πίεση για αποκήρυξη των ιστοριών του, σύνταξη αναπηρίας,  -άλλη μια σοβιετική ειρωνεία -, σανατόριο αναπήρων, χωρίς ακοή και όραση, ψυχιατρείο, παραλήρημα, θάνατος. Ο τελευταίος φόβος του με σώας τας φρένας ήταν να μην ξεχάσει, να μην προδοθεί από τη μνήμη του. Κι όμως επιβίωσε ως τα 75 του ενώ όλοι οι εμπνευστές και εκτελεστές του απόλυτου μηδενός βρωμούν και ζέχνουν στα σκουπίδια της Ιστορίας.

Θα χρειαστεί άραγε σε κανέναν αυτή η θλιβερή αφήγηση; Μια αφήγηση που δεν είναι για το νικηφόρο πνεύμα αλλά για το πνεύμα που ποδοπατήθηκε; Που δεν είναι ο θρίαμβος της ζωής και της πίστης μέσα στη δυστυχία, όπως οι Σημειώσεις από το σπίτι των πεθαμένων, αλλά η έλλειψη ελπίδας και η κατάπτωση; Ποιον θα παραδειγματίσει, ποιον θα διαπαιδαγωγήσει, ποιον θα αποτρέψει από το κακό και σε ποιον θα διδάξει το καλό; Όχι, όχι, παρ’ όλα αυτά, θα είναι επιβεβαίωση του καλού, του καλού – αφού στη ηθική αξία βλέπω εγώ το μοναδικό αυθεντικό κριτήριο της τέχνης. [σ. 20]

Εκδ. Ίνδικτος, 2011, μτφ. από τα ρωσικά – πρόλογος: Ελένη Μπακοπούλου, σελ. 1966.

03
Ιολ.
13

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 128. Αλέξανδρος Κυπριώτης

Akypriotis_INDIKTOSΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο θέτετε το ερώτημα. Το Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι περιέχει ιστορίες ανθρώπων και αρχίζει με τη φράση: «Άρχισε να ψάχνει πάλι τις τσέπες του για να βεβαιωθεί ότι είχε ακόμα τα κλειδιά του». Ο άνθρωπος της πρώτης ιστορίας ψάχνει απεγνωσμένα τα κλειδιά του, γιατί η πιθανότητα να μην μπορεί να μπει στο σπίτι του όταν θα φτάσει αργά τη νύχτα παίρνει τρομακτικές διαστάσεις στο μυαλό του. Και σίγουρα έχει τους λόγους του. Όπως και όλοι οι άνθρωποι του βιβλίου στη δική τους ιστορία έχουν πολύ σοβαρούς λόγους να κάνουν ό,τι κάνουν, το οποίο μπορεί να είναι ασυνήθιστο ή ακραίο, αλλά δεν παύει να είναι ένα κομμάτι της δικής τους ζωής. Που μπορεί να είναι η ζωή κάποιου δίπλα μας, μία καθοριστική πτυχή της ζωής του, που την αγνοούμε ή τη φανταζόμαστε κάπως διαφορετική.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

b75020Γράφω στον υπολογιστή του γραφείου μου ή σπανιότερα σε ένα laptop στο μπαλκόνι. Οι ιδέες έρχονται όπου και όποτε θέλουν εκείνες. Συνήθως κάτι τις πυροδοτεί, μια εικόνα που βλέπω, μια λέξη ή φράση που ακούω, μια κίνηση, μια ανάμνηση που μπορεί να την έχει προκαλέσει οτιδήποτε. Τις πιο πολλές φορές τις θυμάμαι αυτές τις ιδέες. Αν φοβάμαι ότι θα ξεχάσω κάτι, το καταγράφω σε ένα μαγνητοφωνάκι ή στο κινητό μου με υπενθύμιση. Αν είμαι στον υπολογιστή μου, δημιουργώ αμέσως κάποιο νέο έγγραφο. Τελευταία έχω ανακαλύψει και ένα πρόγραμμα με σημειώσεις. Πάντως, στυλό ή μολύβι πολύ δύσκολα βρίσκω στο γραφείο μου. Αν και θεωρητικά μου αρέσει η ιδέα να κουβαλάω πάντα ένα σημειωματάριο, δεν την εφαρμόζω. Βέβαια, από την αρχική σύλληψη μέχρι τη γραφή μπορεί να μεσολαβήσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και φυσικά πολλές ιδέες παραμένουν απλώς ιδέες, που μπορεί κάποια στιγμή στο μέλλον να γίνουν κείμενο ή να μείνουν ιδέες για πάντα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Φροb81172ντίζω να έχω πάντα καπνό ή τσιγάρα, δεν περιμένω να μου τελειώσουν πρώτα, για να πάρω άλλο πακέτο. Φτιάχνω καφέ. Κάποιες φορές προτιμώ αλκοόλ, αν έχω. Κονιάκ, βότκα ή κρασί, με αυτή τη σειρά προτίμησης. Αλλά τις περισσότερες φορές τελειώνω με καφέ. Συνήθως αρχίζω ακούγοντας δυνατά μουσική, κάποιο κομμάτι που θα το ακούσω δυο τρεις φορές συνεχόμενα μέχρι ν’ αρχίσω. Μόλις αρχίσω να γράφω κλείνω τη μουσική ή βάζω το ραδιόφωνο να παίζει σιγανά. Ακούω διάφορα, soundtrack από ταινίες του Κισλόφσκι και του David Lynch, Nick Cave, P.J. Harvey, New Order, David Bowie, Radiohead, R.E.M., Dead Can Dance, Bjork, Flunk, Dream City Film Club, Prodigy, Mendelssohn, Moby, Παυλίδη, Massive Attack, Μαριέττα Φαφούτη, Faithless, Minor Project, Άβατον, Σαββίνα Γιαννάτου, Κάλλας και όπερα, Portishead, Bauhaus, Marilyn Manson, Ramstein, Μπέλλου, Μαρίζα Κωχ, ρεμπέτικα, ηπειρώτικα, διάφορα. Όταν πάντως γράφω προτιμώ να μην ακούω ελληνικό στίχο.

b134547Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ελάχιστα, σε σπίτια φίλων σε περίοδο διακοπών.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Μάλλον τον Τόμας Μανν, με έμφαση στον τελευταίο έρωτα της ζωής του και στο ρόλο που έπαιζε αυτός ο έρωτας στην ολοκλήρωση της συγγραφικής του προσωπικότητας. Τριγυρίζει αρκετά χρόνια αυτή η ιδέα στο μυαλό μου, την έχω καταγράψει αλλά δεν την έχω επεξεργαστεί. Ωστόσο, η ερώτησή σας μου τη θυμίζει πάλι. Ποιος ξέρει!

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

b62399Αν εξαιρέσω κάποιες πρώιμες μετεφηβικές απόπειρες, έχω γράψει μόνο ένα ποίημα, πριν από τέσσερα χρόνια περίπου. Ήταν κάτι που το επέβαλαν κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες, θα έλεγα. Γενικότερα, έχω την αίσθηση ότι με την ποίηση εύκολα χάνει κανείς το μέτρο ή την όποια κριτική ματιά μπορεί να διαθέτει σε ό,τι γράφει. Κι αν κρίνω κι από τη μετάφραση της ποίησης που πάσχει από τις μεγαλύτερες μεταφραστικές αυθαιρεσίες, θα έλεγα ότι εν ονόματι της ποίησης μπορούν να γίνονται τερατουργήματα. Ωστόσο, η συμπύκνωση του μεστού ποιητικού λόγου είναι ζηλευτή.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Γκαίτε, Τόμας Μανν, Πιραντέλλο, Ίψεν, Τσέχωφ, Κάφκα, Τζέννυ Έρπενμπεκ, Τερέζια Μόρα, ο Μάριο Βιρτς, συγγραφέας και ποιητής που πέθανε πρόσφατα. Ο Καβάφης, η Κατερίνα Γώγου, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

b105055«Η φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, «Η μάνα» του Γκόργκι, το «Άννα, τώρα κοιμήσου» του Κώστα Παπαγεωργίου, «Η μονή των ασωμάτων» του Ξενοφώντα Κομνηνού, το «Αλλαγμένα κεφάλια», ο «Τόνιο Κραίγκερ» και ο «Θάνατος στη Βενετία» του Τόμας Μανν, «Η επιστολή προς τον πατέρα» του Κάφκα, «Η αγριόπαπια» του Ίψεν, «Ο Ρόζενγκραντς και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί» του Τομ Στόπαρντ, «Ο ματωμένος γάμος» και «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα» του Λόρκα, Το «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» και «Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ» του Πιραντέλλο, οι «Εκλεκτικές συγγένειες» και «Τα πάθη του νεραού Βέρθερου» του Γκαίτε, «Ο σκοπός του έρωτα και του θανάτου του σημαιοφόρου Χριστοφόρου Ρίλκε» και τα «Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή» του Ρίλκε, «Το αστείο» και το «Η ζωή είναι αλλού» του Κούντερα, το «Όλες τις μέρες» της Τερέζια Μόρα, «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» της Καραπάνου,  «Ο λύκος της στέπας» και ο «Ντέμιαν» του Έσσε, οι «Ιστορίες των βράχων» του Μαρκάκη, «Ο γύρος του θανάτου» του Θωμά Κοροβίνη, «Η ανάκριση» του Ηλία Μαγκλίνη, η «Ιστορία του γερασμένου παιδιού» και το «Παιχνίδι με τις λέξεις» της Έρπενμπεκ.

b96186Αγαπημένα σας διηγήματα.

Η «Σιβηρία» και η «Άτροπος μπελαντόνα» της Έρπενμπεκ, το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι, το «Μια κάποια ευτυχία» και το «Λουϊζάκι» του Τόμας Μανν, «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού,  «Η μεταμόρφωση», «Η κρίση», «Το κτίσμα», «Η Ιωσηφίνα και ο λαός των ποντικών» και το «Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης» του Κάφκα, η «Τριλογία» του Ανδρέα Κεντζού, «Η λοταρία» της Σίρλεϋ Τζάκσον, «Η επίδραση του φωτός στα ψάρια» της Κριστίνα Πέρι Ρόσσι, «Η μυρωδιά του μαύρου» της Λείας Βιτάλη, «Ο Μουνής» της Κιτσοπούλου.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Λένα Κιτσοπούλου και ο Ανδρέας Κεντζός με πολλά ποιήματά του.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ιωσήφ του Τόμας Μανν.

b62381Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

«Το Δέντρο», μάλλον για την ισορροπία του και επειδή αντέχει.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Πριν από κάποια χρόνια σε ένα τρόλλεϋ διάβαζα ένα βιβλίο από την ιστορία του Ηρόδοτου και συγκεκριμένα ένα σημείο όπου αναφέρεται η συνήθεια να μην παραδίδεται στους διώκτες του κάποιος που έχει καταφύγει σε ένα άλλο έθνος για προστασία, δεν θυμάμαι καθόλου τις λεπτομέρειες, αλλά μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση αυτή η αρχαία συνήθεια, γιατί συμπτωματικά ήταν η επόμενη ημέρα από την παράδοση του Οτσαλάν στους Τούρκους. Είμαι σίγουρος ότι αν δεν υπήρχε αυτή η σύμπτωση μπορεί και να μη θυμόμουν καν αυτή την αρχαία συνήθεια.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Μεταb90262φράζω πάντα στον υπολογιστή, συνήθως ακούγοντας μουσική ή ραδιόφωνο, όχι δυνατά. Με την οθόνη του υπολογιστή χωρισμένη στα δύο, για να έχω συγχρόνως ανοιχτό το γερμανικό και το ελληνικό κείμενο. Το βιβλίο που μεταφράζω το σκανάρω σιγά σιγά. Με ανοιγμένα διάφορα λεξικά δεξιά κι αριστερά.  Βάζοντας και βγάζοντας τα γυαλιά μου. Στρίβοντας τσιγάρα και καπνίζοντας. Πίνοντας πολλούς καφέδες. Όταν μεταφράζω, μεταφράζω πάντα βάσει κάποιου προγράμματος, με συγκεκριμένο αριθμό σελίδων την ημέρα. Συνήθως τις καθημερινές μεταφράζω και το Σαββατοκύριακο διορθώνω ό,τι έχω μεταφράσει όλη την εβδομάδα. Συχνά δεν τηρώ το πρώτο πρόγραμμα που φτιάχνω, οπότε το αλλάζω, φτιάχνω ένα καινούργιο πρόγραμμα, το οποίο επίσης συχνά αλλάζω. Μετά ακολουθεί το πρόγραμμα της αντιπαραβολής και μετά τα προγράμματα των διορθώσεων. Τώρα για τη σχέση μεταφραστή και συγγραφέα, νομίζω ότι όταν ο μεταφραστής μεταφράζει έναν συγγραφέα που έχει επιλέξει ο ίδιος τον θαυμάζει, τον σέβεται, τον ζηλεύει, νιώθει ενοχές αν καταλάβει ότι παρασύρεται κάποια στιγμή και δεν είναι πιστός, οπότε προσπαθεί να επανορθώσει, συνήθως νιώθει ότι τον ξέρει πολύ καλά, αλλά πολύ συχνά εκπλήσσεται και με κάτι άλλο, και τον θαυμάζει ακόμα πιο πολύ και πάει λέγοντας. Αν μεταφράζει έναν συγγραφέα που του έχει ανατεθεί, προσπαθεί να ανακαλύψει κάποιους λόγους για να πείσει πρώτα απ’ όλους τον εαυτό του ότι θα μπορούσε να τον είχε επιλέξει ο ίδιος. Αν δεν τα καταφέρει, προσπαθεί απλώς να κάνει τη δουλειά του όπως έχει συνηθίσει να την κάνει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

b99899Περισσότερο απ’ όλες με δυσκόλεψαν τα πολλά αποσπάσματα του Κάφκα στη βιογραφία του Nicholas Murray, γιατί ήταν γραμμένα στα Αγγλικά και εγώ έπρεπε να ψάχνω, να τα βρίσκω στο πρωτότυπο, να τα μεταφράζω και να τα στέλνω στον Ξενοφώντα Κομνηνό που μετέφραζε τον λόγο του Murray, για να τα ενσωματώνει στο κείμενο που είχε μεταφράσει εκείνος και να μου στέλνει στη συνέχεια όλο το κείμενο. Και μετά κάναμε πολύωρες συναντήσεις για να διορθώσουμε το κείμενο, συνήθως κεφάλαιο κεφάλαιο. Τις μεγαλύτερες ηδονές μού τις πρόσφερε η μετάφραση της συλλογής «Συγκεχυμένα ανέρχονται τα λησμονημένα», που περιέχει 13 διηγήματα του Τόμας Μανν, μεταξύ των οποίων τον «Τριστάνο», τον «Μικρό κύριο Φρήντεμανν», τον πολύ σκοτεινό «Τομπίας Μίντερνίκελ», το «Λουϊζάκι» και το «Μια κάποια ευτυχία», όλα διαλεγμένα ένα ένα, με πολλή προσοχή και αγάπη.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Για τον b86467Τόμας Μανν και τον Κάφκα, τι να πω; Αν όμως κάποιος δεν γνωρίζει την Έρπενμπεκ, θα του έλεγα να τη γνωρίσει οπωσδήποτε. Θεωρώ ότι είναι μία σύγχρονη επιβεβαίωση αυτού που έχει πει ο Κάφκα, ότι «… ένα βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα μέσα μας». Και σίγουρα θα πρότεινα τη βιογραφία του Κάφκα σε όσους έχουν γοητευτεί κάποια στιγμή στη ζωή τους από τον Κάφκα και σε όσους δεν είχαν ακόμη την τύχη αυτή.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ο Γκαίτε, ο Νίτσε, ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Μούζιλ, ο Χάινριχ Μανν, ο Ρίλκε, ο Μπύχνερ, ο Αλεξάντερ Κλούγκε.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

b62448Ίσως δικαίως τίθεται στο περιθώριο ο μεταφραστής. Άλλο πράγμα είναι η κριτική ενός βιβλίου και άλλο η κριτική μετάφρασης. Κάποιοι το γνωρίζουν αυτό και αναφέρουν απλώς το όνομα του μεταφραστή. Και καλά κάνουν. Κάποιοι άλλοι ασκούν κριτική στο μεταφραστή βασιζόμενοι σε δικά τους προσωπικά κριτήρια που μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με την ουσία της μετάφρασης ή με το «έργο του μεταφραστή» όπως το έχει ορίσει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν για παράδειγμα. Θεωρώ ότι σωστή κριτική μετάφρασης μπορεί να ασκήσει κανείς μόνο αφού συγκρίνει τη μετάφραση με το πρωτότυπο. Εδώ πολλές φορές απλώς συγκρίνεται μία μετάφραση με μία προηγούμενη μετάφραση, χωρίς καμία αναφορά στο πρωτότυπο. Με την ίδια λογική επαινούνται μεταφράσεις χωρίς καμία επιστημονική και ουσιαστική σύγκριση με το πρωτότυπο. Πάντως, ο θεσμός των μεταφραστικών βραβείων δίνει εξέχουσα θέση στον ρόλο του μεταφραστή. Ένας μεταφραστής μπορεί να βραβευτεί όπως μπορεί να βραβευτεί και ένας συγγραφέας. Το πλατύ αναγνωστικό κοινό όμως σωστά το ενδιαφέρει πρωτίστως ο συγγραφέας. Ο συγγραφέας είναι αυτός που λέει κάτι, ο μεταφραστής, αν είναι καλός, το μεταφέρει στη γλώσσα του όπως οφείλει να το μεταφέρει. Η καλή μετάφραση είναι πάντα το ζητούμενο, αλλά θα έλεγα ότι το ζητούμενο kafkaXαυτό θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Κανονικά δεν θα έπρεπε να θεωρούμε απαραίτητη την αναφορά σε κάτι αυτονόητο. Αντίθετα θα ήταν πολύ ωφέλιμο για εκπαιδευτικούς λόγους να γίνεται αναφορά σε κακές μεταφράσεις, με την προϋπόθεση ότι η κριτική θα γίνεται με επιστημονικό τρόπο. Και στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να γίνεται αναφορά και στους επιμελητές ή υπεύθυνους σειρών αλλά και στους εκδότες για τις επιλογές τους. Ο εκδότης είναι ο πρώτος κριτής μίας μετάφρασης. Αποφασίζοντας να την εκδώσει παραδέχεται ότι η μετάφραση είναι καλή. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ο μεταφραστής θα έχει τελικά τη θέση που του αρμόζει μόνο αν σταματήσουμε κάποια στιγμή να διαβάζουμε εμπεριστατωμένες κρίσεις για κακές μεταφράσεις. Ο μεταφραστής θα έχει τη θέση που του αρμόζει όταν θα γίνει αφανής.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

teresia moraΕίναι η φύση της δουλειάς τους τέτοια που δεν επιτρέπει να είναι διακριτή. Και στην περίπτωσή τους, μόνο ένας κακός επιμελητής ή διορθωτής μπορεί να φανεί. Ένας καλός επιμελητής ή διορθωτής μπορεί να σώσει την τελική εικόνα ενός μεταφραστή ή συγγραφέα. Αυτό όμως μόνο εκείνος που σώθηκε μπορεί να το διακρίνει, όχι ο τελικός αναγνώστης. Όταν ο επιμελητής ή ο διορθωτής ξέρει τη δουλειά του, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στη συνεργασία. Η δουλειά του μεταφραστή ή του συγγραφέα θέτει από μόνη της κάποια όρια, επιτρέπει τον α΄ ή β΄  βαθμό διορθωτικών επεμβάσεων. Αυτό το διακρίνει κάποιος που ξέρει τη δουλειά του με την πρώτη ανάγνωση. Έτσι, η ιδανικότερη μορφή συνεργασίας θα ήταν η συνεργασία που στηρίζεται στον αλληλοσεβασμό, ο οποίος όμως προϋποθέτει τον αυτοσεβασμό, και ο οποίος με τη σειρά του δεν είναι πάντα ευθέως ανάλογος με την αυτοπεποίθηση.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Νομίζω ότι με τον έναν ή άλλον τρόπο όλοι με ακολουθούν, θέλω δεν θέλω. Ή τους ακολουθώ εγώ. Δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνεις ποιος ακολουθεί ποιον. Ούτε βέβαια να πεις ποιος έχει πιο συχνά νέα, ποιος αλλάζει περισσότερο με την πάροδο των χρόνων.

goethe_Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει γερμανική φιλολογία. Το πρώτο θεατρικό έργο που έγραψα ήταν κατά κάποιο τρόπο μία συνέχεια της διπλωματικής εργασίας μου, στην οποία είχα ασχοληθεί με «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» του Γκαίτε και τον «Θάνατο στη Βενετία» του Τόμας Μανν. Ουσιαστικά όμως θα έλεγα ότι ο «Βέρθερος» ήταν το άλλοθι, για να δημιουργήσω τη δική μου «Λόττε», η οποία ως πρόσωπο, όπως και τα άλλα πρόσωπα του έργου, ουσιαστικά κάπου προϋπήρχε. Από την άλλη, η ομώνυμη ιστορία στο βιβλίο «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι» είναι η ιστορία ενός μεταφραστή γερμανόφωνης λογοτεχνίας. Πρόσφατα μου είπε μια δεκαοχτάχρονη κόρη φίλης «Η Γώγου λέει “ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι”», και είχε προφανώς δίκιο. Δεν γίνεται να ξεχάσεις αυτόν τον στίχο. Μία άλλη ιστορία, το «Η αγάπη κερδίζεται», είναι χτισμένη πάνω σε δυο στίχους του Χριστιανόπουλου και στο μυαλό μου έχει μουσική υπόκρουση ένα κομμάτι της P. J. Harvey, στην «Ευτυχία» υπάρχει μια αναφορά σε μια ταινία, τη «Σταγόνα στον ωκεανό» της Ελένης Αλεξανδράκη, ενώ ο ήχος που «σκίζει το στομάχι» της γυναίκας στην τελευταία ιστορία του βιβλίου είναι ο ήχος του τηλεοπτικού σποτ του Amber Alert. Δεν είναι μόνο οι σπουδές, θα έλεγα. Ό,τι έχω διαβάσει, έχω δει, έχω ζήσει σίγουρα έχει επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τα πράγματα, άρα και αυτά που γράφω. Άλλες επιρροές είναι εμφανείς άλλες όχι. Άλλες σίγουρα παραμένουν ασυνείδητες.

Thomas MannΣτις σπουδές μου υπήρχαν πολλά μαθήματα επιλογής. Το τι επέλεγε ο κάθε φοιτητής καθόριζε κατά κάποιο τρόπο το πρόγραμμα σπουδών του, αν και τα προσφερόμενα μαθήματα ήταν πάντα συγκεκριμένα. Το τι εισέπραττε όμως τελικά ο κάθε ένας από τους φοιτητές  που παρακολουθούσαν το ίδιο μάθημα είχε να κάνει με τον κάθε ένα φοιτητή ξεχωριστά. Το ότι στο πλαίσιο των σπουδών μου είχα επιλέξει ψυχογλωσσολογία και μαθήματα ψυχολογίας σίγουρα έχει παίξει κάποιο ρόλο γενικότερα. Η ενασχόλησή μου επίσης με την τραγική κωμωδία στο πλαίσιο των σπουδών μου έχει επηρεάσει τη θεατρική μου γραφή. Παρ’ όλα αυτά και αυτό το μάθημα αφ’ ενός ήταν μάθημα επιλογής και αφ’ ετέρου δεν ήταν το μοναδικό μάθημα με αντικείμενο θεατρικά έργα που παρακολούθησα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου.

Πώς βιοπορίζεστε;

ΔύσκοAnton_Chekhov_1889λα όπως και πολλοί άλλοι. Και προ κρίσης και τώρα. Πάντως εκτός από ελεύθερος επαγγελματίας ως μεταφραστής και συγγραφέας, είμαι και ιδιωτικός υπάλληλος. Πράγμα που σημαίνει τουλάχιστον 8ωρη καθημερινή μισθωτή εργασία. Άλλο κεφάλαιο αυτό!

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Βρίσκω συγκλονιστικές τις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη, το «Σπιρτόκουτο», την «Ψυχή στο στόμα», τον «Μαχαιροβγάλτη». Όταν είδα το «Σπιρτόκουτο», σκεφτόμουν «τι ταινία να κάνεις μετά απ’ αυτό;» Κι όμως έκανε την «Ψυχή στο στόμα». Και μετά η ίδια σκέψη. Κι όμως έκανε τον «Μαχαιροβγάλτη». Μου άρεσε επίσης πολύ ο «Δεκαπενταύγουστος» και πιο πολύ ο «Όμηρος» του Γιάνναρη, η «Χώρα προέλευσης» του Τζουμέρκα, «Το γάλα» του Σιούγα. Συγκλονιστική με άλλο τρόπο ήταν επίσης πριν από χρόνια η «Αγέλαστος πέτρα» του Κουτσαφτή αλλά και το «Ρεμπέτικο» του Φέρρη, «Ο δράκος» του Κούνδουρου. Μου άρεσαν πολύ κάποιες ταινίες του David Lynch, η «Χαμένη Λεωφόρος», το «Mulholland Drive» και το «Inland Empire», πολλές απ’ τις ταινίες του Hanecke, το «Μαζί ποτέ» και «Η άκρη του ουρανού» του Φατίχ Ακίν, πριν από αρκετά χρόνια μία πολύ ωραία ταινία, το «Πριν από τη βροχή» με πολλή ωραία μουσική από τους Anastasia, το «Old boy», το «Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας και άνοιξη», ταινίες που ποτέ δεν πρόκειται να θυμηθώ το όνομα των σκηνοθετών τους, «Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του κι ο εραστής της» του Πήτερ Γκρήναγουέι, οι ταινίες του Κισλόφσκι, κάποιες ταινίες του Βέντερς, του Κουστουρίτσα, αλλά και παλιές ταινίες του Φασμπίντερ και του Παζολίνι, το «Και το πλοίο φεύγει» και η «Πρόβα ορχήστρας» του Φελίνι, το «Χάος» των Ταβιάνι, η «Στέλλα» του Κακογιάννη. luigi-pirandelloΠαλιότερα παρακολουθούσα περισσότερο θέατρο. Θυμάμαι τη «Μήδεια κλειστού χώρου», τη «Φάρσα Caldeway» του Μπότο Στράους, την «Camera degli sposi» του Βέλτσου και την «Ηλέκτρα» όλα σε σκηνοθεσία Μαρμαρινού. Μάλιστα, μετά την παράσταση του «Camera degli sposi» έγραψα έναν θεατρικό μονόλογο. Την «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» σε σκηνοθεσία Βολανάκη. Θυμάμαι πολύ καλά το «Με δύναμη από την Κηφισιά», το «Λαχταρώ» της Σάρας Κέιν και την «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή. Θυμάμαι επίσης αρκετές πολύ ενδιαφέρουσες σκηνοθεσίες του Χουβαρδά και του Αρβανιτάκη στο «Θέατρο του Νότου» και μία πολύ ωραία σκηνοθεσία της «Φόνισσας» του Παπαδιαμάντη από τον Χατζάκη. Πρόσφατα συμμετείχα σε ένα workshop δραματουργίας στο «Βυρσοδεψείο», το οποίο αποδείχτηκε πάρα πολύ ενδιαφέρον.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το «’55» του Θωμά Κοροβίνη, που είναι συγκλονιστικό, προσπαθώ να ολοκληρώσω ένα θεατρικό έργο, αλλά θέλει πολλή δουλειά ακόμη, έχω στα σκαριά μία συλλογή παραμυθιών, που θέλει ακόμη περισσότερη δουλειά, γράφω κάποια διηγήματα, και πρόκειται να αρχίσω να διορθώνω τη μετάφραση ενός βιβλίου της Έρπενμπεκ, που θα κυκλοφορήσει με τον τίτλο «Ψυχές και χώματα».

Mario-WirzΟι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολυποίκιλες, θα έλεγα. Ενδιαφέρουσες αλλά αρκετές φορές και απογοητευτικές. Όμως υπάρχει και πολλή φλυαρία, συχνά. Έχω επίσης την αίσθηση ότι το διαδίκτυο μπορεί να σε παγιδέψει, να σε μπερδέψει. Υπάρχει ο κίνδυνος να νομίζεις ότι κάνεις κάτι, κοινοποιώντας απλώς μία ανακοίνωση, μία είδηση. Η λογική του «τι ωραίο και συγκινητικό που είναι που εμένα με συγκινούν ακόμη τέτοια πράγματα», κάπως έτσι έχει ορίσει πολλά χρόνια πριν ο Κούντερα το κιτς. Αυτό σε συνδυασμό με τους στίχους της Γώγου «Άσκησα την όραση για μακριά / Κι έχασα τα κοντινά μου» μπορεί να γίνει καταστροφικό σήμερα. Συναντάς συχνά ένα περίσσευμα ευαισθησίας για κάτι πολύ μακρινό και μία απάθεια για ό,τι συμβαίνει στη διπλανή πόρτα. Επικρατεί και πολύ μεγάλη ιδεολογική σύγχυση. Βέβαια, οι δυνατότητες πληροφόρησης που προσφέρει το διαδίκτυο είναι τεράστιες. Αλλά και σε αυτόν τον τομέα της πληροφόρησης ακόμη, νομίζω ότι η ταχύτητα του διαδικτύου τείνει να καταργήσει τη διασταύρωση πηγών, την όποια αντικειμενικότητα. Διανύουμε την εποχή του «copy – paste – like – share». Και το διαδίκτυο ένα εργαλείο είναι, θέλει προσοχή στη χρήση του.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

ΓΩΓΟΥΦοβάμαι ότι η αιώνια νιότη θα είναι πολύ μοναχική και θα έχει πολύ πόνο, πολλούς οριστικούς αποχαιρετισμούς. Αν πάλι με αυτή την ερώτησή σας ουσιαστικά με ρωτάτε αν θα μπορούσα, με κάποιο δελεαστικό αντάλλαγμα, να ζήσω χωρίς να γράφω, να μεταφράζω ή να διαβάζω, νομίζω ότι ο καθένας μας κάνει πάντα ό,τι μπορεί. Αν κάποια στιγμή δεν μπορώ κάτι από αυτά, θα μπορώ κάτι άλλο, θα κάνω ό,τι μπορώ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι, δεν νομίζω.

Στις εικόνες: Frantz Kafka, Terézia Mora, Johann Wolfgang von Goethe, Thomas Mann, Anton Chekhov, Luigi Pirandello, Mario Wirz, Κατερίνα Γώγου.




Ιουλίου 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.   Αυγ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 1.001.714 hits

Αρχείο