Γκύντερ Γκρας – Γάτα και ποντίκι

ΆλGrassλη μια χαμένη νεότητα

Εσύ όμως δεν φοβόσουνα τις ξαφνικές συσκοτίσεις της παθητικής αεράμυνας, φορούσες πέντε ή έξι τέτοιες αυτοκόλλητες ετικέτες, ένα ολόκληρο κοπάδι ιπτάμενων γλάρων και ολόκληρα μπουκέτα λουλουδιών που φωσφόριζαν, πρώτα στο παλτό σου, και στα δυο πέτα, κι ύστερα στο κασκόλ· έβαλες τη θεία σου να σου ράψει και μισή δωδεκάδα φωτεινά κουμπιά στο παλτό από πάνω ως κάτω και, το ’φερες από δω, το ’φερες από κει – κατάφερες να μεταμορφωθείς σε παλιάτσο· έτσι τουλάχιστον σε έβλεπα εγώ τότε, και σε βλέπω ακόμα, και θα σε βλέπω και για πολύ ακόμα να ’ρχεσαι από μακριά: όσο κρατάει ο χειμώνας, στο μισόφωτο, μέσα απ’ το βραδινό χιόνι που πέφτει λοξά ή σε βαθύ αδιαχώριστο σκοτάδι, και σε μετράω από πάνω ως κάτω και ανάστροφα, μετράω τα έξι κουμπιά του παλτού σου, που λαμπυρίζουν με αυτή τη γαλακτερή πράσινη ανταύγεια ενώ κατηφορίζεις την Μπέρενβεκ σαν φάντασμα κακέκτυπο μια πειστικό, ένα φόβητρο που πάει να ξεγελάσει τη δυστυχία, μα η βαθιά νύχτα την κρατάει καλά φυλαγμένη στον κόρφο της. Γιατί, το ’ξερες εσύ καλά, κανένα σκοτάδι δεν μπορεί να καταπιεί τον θεριεμένο φόβο που όλοι τον νιώθουν δίπλα τους κι έτσι να κάνουν θα τον αγγίξουν. [σ. 58 – 59]

… μονολογεί μέσα στη φαντασία του ο αφηγητής, απευθυνόμενος στον εξαφανισμένο πλέον Γιόζεφ Μάλκε, αλλοτινή και αλλόκοτη παρουσία στην αγορίστικη παρέα της εφηβείας τους. Η πρώτη και ολοφάνερη ιδιαιτερότητα του Μάλκε, ένα υπερμέγεθες «μήλο του Αδάμ», καθορίζει grass3απόλυτα την εμφάνισή του και την αντιμετώπιση από τον περίγυρο. Για τους άλλους είναι το απόλυτο διακριτικό της διαφοράς του, για τον ίδιο ένα ανεπιθύμητο στοιχείο που οφείλει πάση θυσία να κρύψει ή να το θέσει σε δεύτερη μοίρα, προκαλώντας τον θαυμασμό και τον σεβασμό των άλλων.

Η παρέα συναντιέται στην επιπλέουσα γέφυρα ενός πολωνέζικου ναρκαλευτικού, βυθισμένου στα ανοιχτά του λιμανιού του γερμανοπολωνικού Ντάντσιχ [Γκντανσκ] κι εκεί ο Μάλκε βρίσκει την ευκαιρία να γίνει αποδεκτός, βουτώντας σε διαρκείς καταδύσεις και ανασύροντας αμέτρητα αντικείμενα από το βυθό. Βασικό εργαλείο του ένα κατσαβίδι περασμένο στο λαιμό, απαραίτητο για να αποσπάσει τα λάφυρά του από το καράβι: τμήματα γεννήτριας, πυροσβεστήρες, μπουκάλια μπύρας, μεντεσέδες, ακόμα κονσέρβες που τρώει χωρίς ποτέ να τον πειράζουν στο στομάχι. Το αράδιασμά τους μπροστά στην ομήγυρη και προτού ενταχθούν στη συλλογή του με τις σαβούρες είναι σιωπηλό αλλά εύγλωττο. Σημαντικότερο απόκτημα ένα γραμμόφωνο, που το αποσυναρμολόγησε και το ανέβασε κομμάτι κομμάτι.

Old_Rusted_Ship_by_somadjinnΟρφανός από πατέρα, μοναχοπαίδι και πιστός καθολικός, ο Μάλκε έχει δίπλα στο κρεμαστό κατσαβίδι και τη μανιβέλα του γραμμόφωνου ένα μενταγιόν με την Παναγία κι επισκέπτεται καθημερινά το παρεκκλήσι της, κάποτε γυμναστήριο του αθλητικού συλλόγου, τώρα μετασκευασμένο σε «ναό εκτάκτου ανάγκης». Συνυπάρχει με την παρέα αλλά παραμένει απόμακρος, χωρίς συμμετοχή στις συνηθισμένες πλάκες. Μαζί του η Τούλα Ποκρίφκε, που παρακολουθεί ανέκφραστη τα μειράκια ακόμα στις σωματικές τους εκτονώσεις, συχνά «πιλατεύοντας» ή εκβιάζοντας το «τέλος» τους.

gunter_grass_unfinished_5Σύντομα ο Μάλκε γίνεται ένα ιδιόμορφο πρότυπο για τον αφηγητή, που τον παρακολουθεί πιστά. Οι θεαματικοί του άθλοι, η σχέση του με την Τούλα, η μοναχικότητά του, όλα τον καθιστούν έναν διαφορετικό φίλο. Όταν σε μια πολεμοχαρή ομιλία ενός ναζί υποσμηναγού – η πόλη αποτελεί ήδη κομμάτι του Τρίτου Ράιχ – οι μαθητές χειροκροτούν ενθουσιασμένοι, εκείνος παραμένει ανέκφραστος και μαζεμένος. Στις ολοένα και γενναιότερες καταδύσεις του, κατοχυρώνει την καμπίνα του ασυρματιστή του ναρκαλιευτικού, ορίζοντας σαν το προσωπικό του καταφύγιο αν συμβεί κάποτε κάτι. Αργότερα την μετατρέπει σε παρεκκλήσι της Παναγίας και μυεί τους φίλους του στο «πηχτό λάδι» της «υποβρύχιας φωνής» της Ζάρα Λεάντερ.

Μέχρι που ο θαυμασμός μετατρέπεται σε αποστροφή ακόμα κgunter-grass-iran-israel-paintingαι για την όψη του. Σε μια από τις μαζικές φιλοστρατιωτικές εκδηλώσεις στο σχολείο, χάνεται το μετάλλιο ενός υποπλοιάρχου. Για άλλη μια φορά ο Μάλκε προέβη σε παράτολμη πράξη, αλλά θα αποβληθεί οριστικά από το σχολείο. Σε μια ειρωνική αντιστροφή της μοίρας, τον Σιδηρούν Σταυρό που έκλεψε, θα κερδίσει στον πόλεμο όπου καταταχτεί ως εθελοντής· αργότερα θα λιποτακτήσει, θα βρεθεί στα Τάγματα Εργασίας, θα νοσηλευτεί, θα διατηρήσει ιδιόμορφη σχέση με την θρησκεία και θα ονειρεύεται να επιστρέψει νικητής στο ίδιο σχολείο. Σε κάθε περίπτωση θα είναι ένα Ποντίκι απέναντι σε μια Γάτα.

Ο ΓκρSteinmeier And Schroeder Meet At Cultural Forumας γράφει ένα παράξενο βιβλίο. Στο πρώτο του μέρος – αν και οποιοσδήποτε χωρισμός έχει μάλλον δυσδιάκριτα πάντως όρια – περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο την ιστορία δυο διαφορετικών νεοτήτων σε ένα γκρίζο, μελαγχολικό αλλά εξίσου εξερευνήσιμο περιβάλλον. Η σκιαγράφηση του Μάλκε παραμένει ελλειπτική ως το τέλος, αφήνοντας μισάνοιχτα διαφορετικά ενδεχόμενα. Αποτελούσαν οι πράξεις του εκδηλώσεις ενός ιδιόρρυθμου νέου που ασφυκτιούσε στην μοναχική του ζωή; Επρόκειτο για κινήσεις αντιπερισπασμού από εκείνο που αισθανόταν ως σωματική μειονεξία; Ήταν ένας νέος που αντιλαμβανόταν την μαζική υστερία του ναζιστικού κράτους και την αρνιόταν με τον δικό του τρόπο;

Gunther_Grass_by_Reginald_GrayΤο τενεκεδένιο ταμπούρλο και τα Σκυλίσια χρόνια, τα άλλα δύο βιβλία της Τριλογίας του Ντάντσιχ, ολοκληρώνουν το ανοιχτό σύστημα της γραφής του Γκρας, που εδώ επιλέγει διπλής όψης αφήγηση, τριτοπρόσωπη και δευτεροπρόσωπη. Για τον αφηγητή ο Μάλκε παραμένει ως το τέλος μυστηριώδης και ερμητικός, αλλά τελικά πηγή ενοχών για την τελευταία του μεγάλη κατάδυση – κι έτσι, ξανά οι σκέψεις επιστρέφουν στο σύνηθες μοτίβου του πόνου και της μετάνοιας μιας εφηβείας και μιας μύησης στη ζωή, που αυτή τη φορά συμπλέχτηκε αξεδιάλυτα με την δημόσια Ιστορία…

Ξέρει κανείς ένα καλό τέλος να μου γράψει; Διότι αυτό που ξεκίνησε με μια γάτα κι ένα ποντίκι με βασανίζει ως σήμερα με τη μορφή κορμοράνου μέσα σε λίμνη με καλαμιές.

Κι ας αποφεύγω τη φύση υπάρχουν πάντα ντοκιμαντέρ που δείχνουν αυτά τα ξεχωριστά θαλασσοπούλια. Είναι κι οι εικόνες στα επίκαιρα, με ανελκύσεις βυθισμένων φορτηγίδων στο Ρήνο, υποβρύχια έργα στο λιμάνι του Αμβούργου, που τα τραβάνε ειδικά για να τα δείχνουν στις ειδήσεις: εκτίναξη καταφυγίων κοντά στο ναυπηγείο Χόρβατ, εκκαθάριση βομβών υψηλής εκρηκτικότητας και τα λοιπά. Άντρες με γυαλιστερά, χιλιοχτυπημένα κράνη, κατεβαίνουν, ανεβαίνουν, χέρια απλώνονται προς το μέρος τους, ξεβιδώνουν τα κράνη, τα βάζουν. Ανάβουν τσ6449209085_72ff0bd3ab_z-ιγάρο – όλοι εκτός από τον Μεγάλο Μάλκε. Δεν τον έδειξε ποτέ η τρεμάμενη εικόνα της οθόνης…

Έχω ταΐσει όλα τα τσίρκα που έρχονται στην πόλη. Πήγα και τους βρήκα, μίλησα με όλους, με κάθε κλόουν προσωπικά, πίσω απ’ το τροχόσπιτο. Όμως αυτοί οι κύριοι συχνά δε έχουν χιούμορ – συνάδελφο Μάλκε δεν ξέρουν κανέναν. [σ. 150]

Εκδ. Καστανιώτη, 2012, μτφ. από τα Γερμανικά: Έμη Βαϊκούση, [Günter Grass, Katz und Maus, 1961].

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 134. Niemands Rose

kjsjsΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

«Τα φώτα στο βάθος» είναι μία συλλογή αφηγήσεων μικρού μήκους, ή διηγημάτων, αν προτιμάτε, που εκδόθηκε φέτος την άνοιξη από την Απόπειρα.

Μιλάμε για βιβλίο που εξ ολοκλήρου βασίστηκε στα κείμενα του ιστολογίου σας;

Ναι, πρόκειται για μία ανθολογία διηγημάτων που προέρχονται από το ιστολόγιο που διατηρώ από το 2007.

Πώς αρχίσατε να γράφετε αυτά τα κείμενα; Ως κείμενα αυτοέκφρασης, ως ασκήσεις γραφής; Πότε σκεφτήκατε το ενδεχόμενο έκδοσής τους;

Σκάρωνα στίχους –δεν τολμώ πια να τους αποκαλέσω ποιήματα- αδιαλείπτως, από μικρό παιδί. Τα πονήματά μου είχαν γίνει αποδεκτά και δημοσιεύθηκαν σε όποιο λογοτεχνικό περιοδικό επέλεξα να τα στείλω. Είχα και την τύχη να μελοποιηθούν κάποιοι στίχοι μου και να απαγγελθούν από έναν σπουδαίο ηθοποιό του θεάτρου, σε ένα βιβλίο-CD των εκδόσεων Κέδρος. Όμως, μετά από μία σειρά απίθανων συμπτώσεων πήρα τη γενναία απόφαση να σταματήσω να γράφω ποιήματα, σε μια στιγμή αυτεπίγνωσης, πως ποτέ δε θα γίνω μια καλή ποιήτρια, μια ποιήτρια που θα αποδεχόμουν εγώ, η εξαιρετικά αυστηρή και στριφνή αναγνώστρια.

op1Τίποτα δεν πάει χαμένο όμως, θέλω να πιστεύω. Από την ενασχόλησή μου με τη στιχουργία, αποκόμισα κάποια οφέλη, όταν πια αποφάσισα να στραφώ στην πεζογραφία, ανοίγοντας ένα μπλογκ όπου δημοσίευα –ανάμεσα στα άλλα- μικρές αυτοτελείς ιστορίες, μάλλον ως ασκήσεις γραφής και αυτοέκφρασης. Σύντομα, είχα την τύχη να εμφανιστεί ο Άρης Μαραγκόπουλος που, χωρίς καθόλου να γνωριζόμαστε, μου έγραψε για τις αρετές που διέκρινε στη γραφή μου, πράγμα που αναπόφευκτα συνέτεινε στο να συνεχίσω να γράφω και μάλιστα με μεγαλύτερο μεράκι. Ακολούθησαν κι άλλα σημαντικά βλέμματα στα γραπτά μου, από τα οποία αντλούσα το κίνητρο, την αξίωση και συχνά την έμπνευση. Το 2011 κλήθηκα να συμμετάσχω σε μία συλλογική ηλεκτρονική έκδοση, το «Ανθολόγιον-Ιστολόγιον» από τους Creative Commons. Στο τέλος του ’11 γνωρίστηκα μ’ αυτόν που πια είναι αδερφικός μου φίλος, τον επιμελητή εκδόσεων Δημήτρη Λυμπερόπουλο που επέμεινε πολύ στο να υποβάλλω μια συλλογή από τα κείμενά μου σε επιλεγμένους εκδοτικούς οίκους, χωρίς συστάσεις και μεσολάβηση. Η πρώτη θετική απάντηση που πήρα ήταν από την Απόπειρα. Ακολούθησε κι άλλη.

ypΌσο αυτά βρίσκονταν αναρτημένα στο μπλογκ, σας απασχόλησε το ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας;

Έχει συμβεί να αντιγράψει κάποιος αυτούσιο ποστ μου και να το αναρτήσει αλλού σαν δικό του. Αυτή ήταν μία αστεία περίπτωση λογοκλοπής γιατί ήταν καταφανής. Γι’ αυτό αρκέστηκα να το σχολιάσω χιουμοριστικά μιλώντας για κλεφτοποστάδες. Οι πιο σοβαρές περιπτώσεις λογοκλοπής μου είναι ασύλληπτες, ίσως γιατί είμαι υπερβολικά εγωίστρια για να δεχτώ –τουλάχιστον συνειδητά- να μιμηθώ αλλότριο ύφος ή να απαλλοτριώσω την ιδέα κάποιου. Άλλωστε οι ιδέες κυκλοφορούν ελεύθερες και αδέσποτες.

Πώς καταλήξατε στο συγκεκριμένο όνομα για το ιστολόγιό σας;

Ήταν η περίοδος που είχα ανακαλύψει τον Παούλ Τσελάν και είχα συγκλονιστεί σε τέτοιο βαθμό από το έργο του, που δεν πέρασε από το μυαλό μου χρησιμοποιήσω κάτι άλλο για «ταυτοτικό οδόστρωμα», όπως έγραφε ο Νίκος Κουρμουλής στην κριτική του στην Αυγή. Συχνά όμως μετανιώνω που οικειοποιήθηκα μια φράση από το έργο του σημαντικότερου ίσως μεταπολεμικού ποιητή.

lapoesieΗ χρησιμοποίηση του Niemands Rose και ως περαιτέρω συγγραφικού ονόματος αφορά στην άμεση σύνδεση με το μπλογκ σας; Τι απαντάτε σε όσους δυσκολεύονται να αποδεχτούν την χρήση ψευδωνυμίας ή κρυπτωνυμίας στη λογοτεχνία;

Μ’ αυτό το ένδυμα έγραψα τα κείμενά μου, μ’ αυτά με γνώρισαν οι αναγνώστες του μπλογκ, μ’ αυτό ένιωθα άνετα να τα μεταφέρω και στο χαρτί. Το πρόβλημα θα προκύψει όταν ενδεχομένως θελήσω να απεκδυθώ την ψευδωνυμία μου.

Γιατί επιλέξατε τη φόρμα του μικρού κειμένου και όχι το διήγημα ή το μυθιστόρημα; Θα δοκιμάσετε και σε άλλα είδη γραφής;

burrrΤα ιστολόγια, φρονώ, δεν ενδείκνυνται δια σινδόνια και άλλα είδη προικός. Το πετίτ ήταν ό,τι πρέπει. Δοκιμάσαμε και θα δοκιμάζουμε εις το διηνεκές του χρόνου και άλλα είδη γραφής ώσπου βέβαια πολύ σύντομα να τα εξαντλήσουμε και να αναγκασθούμε να επινοήσουμε τα δικά μας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Επειδή γράφω πολλά χρόνια, πολύ πριν αποτελέσει το πληκτρολόγιο το κύριο εργαλείο γραψίματος, έχω σκαρώσει στίχους ακόμα και σε τσιγαρόχαρτο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Για κάποιο διάστημα μίξαρα ειδησεογραφία με μυθιστοριογραφία κι αναρωτιέμαι τι να γίνονται τα αληθινά πρόσωπα, πέρα από τις ειδήσεις, πέρα κι από τις αφηγήσεις μου. Είναι βέβαια κι αυτή η ηρωίδα στα αυτοβιογραφικά που μαθαίνω θέλοντας και μη τα νέα της.

b-vian.1179102694Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω παρατηρήσει κάποιο πάττερν. Μάλλον δε μ’ αρέσει να ομφαλοσκοπώ στη συγγραφική μου ιδιότητα. Είναι αντιαισθητικό, σα να χορεύεις και να κοιτάς τα πόδια σου.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Βρίσκομαι αισίως στο δεύτερο βασικό πτυχίο και έχω ένα μεταπτυχιακό και ένα διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Έχω ένα υπόβαθρο δημόσιας υγείας, παιδαγωγικών και κοινωνικής έρευνας. Αυτή την περίοδο διδάσκω ως επιστημονική συνεργάτης σε μεταπτυχιακό της Ιατρικής και είμαι δημόσιος υπάλληλος. Η κοινωνιολογία είναι η μεγάλη μου αγάπη, κι όπως έγραφε ο Χρήστος Νάτσης στην κριτική του για «Τα φώτα στο βάθος» στο Bookstand τα διηγήματά μου κινούνται από την έννοια στην έγνοια, κάτι που μοιάζει να είναι απότοκο των σπουδών μου, ή, αντίστροφα, κινήθηκα προς τις κοινωνικές επιστήμες ακριβώς γιατί έχω αυτή την δυνατότητα.

dsc_0703_Τι γράφετε τώρα;

Έχω μία σύλληψη για ένα θεατρικό έργο, που όμως προϋποθέτει κάποια έρευνα, έχω αφήσει on hold ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, έχω ολοκληρώσει κάποια διηγήματα, ενώ έχω ξεκινήσει κάτι που ακόμα που δεν ξέρω αν θα εξελιχθεί σε νουβέλα ή μυθιστόρημα. Έχω αρκετές ιδεές, αλλά δυστυχώς στερούμαι ελεύθερου χρόνου και προσήλωσης, ως εργαζόμενη μητέρα δύο παιδιών, με ακαδημαϊκές υποχρεώσεις. Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ρόλους θα πρέπει και να βρω χρόνο να αφοσιωθώ στο γράψιμο. Μεγάλο στοίχημα.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Θα σας τους αναφέρω, τυχαία, όπως μου έρχονται στο μυαλό, Βυζιηνός, Παπαδιαμάντης, Σκαρίμπας, Ροϊδης, Μπορίς Βιαν, Μπάροουζ, Μπουκόφσκι, Τιμ Ρόμπινς, Λένος Χρηστίδης, Φίλιπ Ροθ, Μίλαν Κούντερα, Όργουελ, Μπρυκνέρ, Σαραμάγκου,Τζόναθαν Κόου κ.α. Οι αγαπημένες των παιδικών μου χρόνων, ήταν η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρρή, ενώ της πρώιμης εφηβείας η Διδώ Σωτηρίου, η Λιλή Ζωγράφου και ο Χρόνης Μίσσιος.

george_orwellwebΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το πιο αγαπημένο μου θα αναφέρω, τον Αναρχικό των δύο κόσμων της Ούρσουλα Λεγκαίν.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Άπαντα του Μάριου Χάκκα και του Δημοσθένη Βουτυρά.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Έχω την αίσθηση πως διαφαίνεται ένα καινούργιο ρεύμα στην νεοελληνική λογοτεχνία που διαμορφώνεται μέσα στην ιστορική συγκυρία της κρίσης και δεν αφορά τόσο στο έργο των νέων ανθρώπων που έχω κατά νου, αλλά σε κομβικής σημασίας ομοιότητες στη θέασή τους στον κόσμο. Θέλω να πιστεύω πως έχω συγγένεια μαζί τους, θα ήταν άδικο να αναφέρω κάποιους και να ξεχάσω άλλους, αλλά πραγματικά νιώθω πως κάτι καλό θα αναδειχτεί μέσα από τις πιο ζοφερές συνθήκες.

saramago 1Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Νίκος Μπελογιάννης στην Εντολή της Διδώς Σωτηρίου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Έχω σταματήσει την ανάγνωση στις τελευταίες σελίδες το «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974» του Βασίλη Ραφαηλίδη, γιατί η ιστορική περίοδος με την οποία καταπιάνεται μου είναι γνωστή. Διαβάζω ταυτόχρονα αλλά με προσήλωση, κάποια μικρά κι επικίνδυνα βιβλία, επικίνδυνα να σου πειράξουν τον εγκέφαλο, όπως τον Γιατρό Ινεότη του Γιώργου Χειμωνά, την Αιγυπτιακή Νουβέλα του Πάνου Θεοδωρίδη, το Είναι σφαγή το ξημέρωμα κύριε Κρακ του Θωμά Τσαλαπάτη και τον Ακίνητο Δρομέα του Αργύρη Χιόνη. Έχω στραφεί, όπως φαίνεται, στη νεοελληνική λογοτεχνία μάλλον από κάποια ανάγκη να καλύψω το κενό περίπου μιας δεκαετίας. Ζώντας στο εξωτερικό αλλά και για άλλους λόγους, δεν προτιμούσα Έλληνες συγγραφείς.

Roth-TrenholmΩστόσο, με στεναχωρεί και δεν τα αναφέρω με έπαρση το ότι δεν αφοσιώνομαι σε ένα ανάγνωσμα κάθε φορά, όπως έκανα παλιότερα. Ίσως η τωρινή μου προσέγγιση να αντανακλά κάποιου είδους αγωνία, την επίταση της βιβλιομανίας μου, ή ίσως την πολυδιάσπαση που έχω αποκομίσει από την εμπλοκή μου με το ουέμπ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, αλλά όχι με υπερβάλλοντα ζήλο. Άλλωστε ξέρω πως δεν είναι πάντα αντικειμενικές οι βιβλιοκρισίες. Προτιμώ να μου συστήνουν βιβλία οι φίλοι μου.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

portrait_of_charles_bukowski_by_docsonian-d4xzryxΤαξιδεύοντας με το τρένο διάβαζα με τέτοια προσήλωση τον «Έρωτα στα χρόνια της χόλερας» ώστε δεν κατάλαβα για πότε έφτασα στην Αθήνα από Θεσσαλονίκη. Πάνε και δεκαπέντε περίπου χρόνια από τότε. Μυστηριωδώς μου έχει εντυπωθεί στη μνήμη περισσότερο από κάθε άλλη ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο. Μια δεύτερη έντονη μνήμη είναι να διαβάζω Λένο Χρηστίδη, νομίζω «Τα Χαστουκόψαρα», στο κατάστρωμα του πλοίου για Κρήτη και Μαξ Στίρνερ στο πλοίο για Πάρο.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Φροντίζω να βλέπω αρκετές θεατρικές παραστάσεις. Οι μεγάλες εκπλήξεις έρχονται συχνά από τα μικρά θεατρικά σχήματα. Είδα για παράδειγμα από την «Ορχήστρα μικρών πραγμάτων» την παράσταση «Παρθενώνας», την «Ψυχολογία Συριανού συζύγου» από την ομάδα Gaff, και τον «Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού» από τους Μηχανικούς του Φθηνού Μελοδράματος και εκστασιάστηκα και με τους τρεις.

Αν dogκάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αυτός ο Μεφιστοφελής δε σταματάει να κάνει προσφορές. Φτυστός ο καπιταλισμός.

Στις εικόνες: William S. Burroughs, Boris Vian, Pascal Bruckner, George Orwell, Jose Saramago, Philip Roth, Charles Bukowksi και ο Σκύλος.