Αρχείο για Ιανουαρίου 2014

31
Ιαν.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 142. Παύλος Κάγιος

pavlos-xathΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίων σας;

Η αρχή  έγινε το 1971 όταν ήμουν 19 χρονών όπου πρώτο-δημοσιεύτηκε το διήγημά μου «Προσπαθώντας» από τις  εκδόσεις Κάλβος στο βιβλίο Διήγημα 1971. Ακολούθησαν σποραδικές δημοσιεύσεις σε περιοδικά. Το 1995 εκδόθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα «Και ξαφνικά χιόνισε χρόνια». Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα «Σε είδα  να’ σαι αόρατος» -2000- «Δεν υπάρχει ελευθερία μακριά σου» -2005-«Και με κλειστά μάτια θα βλέπω»-2009- «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ» -Δεκέμβρης 2013. Όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

b14273Το  διήγημα «Προσπαθώντας» το 1971, τότε που ήμουν 19 χρονών και μόλις είχα βγει από τη Σωτηρία όπου έμεινα ένα χρόνο άρρωστος από φυματίωση. Τα χρόνια πέρασαν γράφοντας σποραδικά ποιήματα και προσπαθώντας να βγάλω τον επιούσιο δουλεύοντας και σπουδάζοντας. Από το 1984 μέχρι το 2010 εργαζόμουν στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ως μόνιμος συντάκτης στο  καλλιτεχνικό ρεπορτάζ –με ειδικότητα στο σινεμά. Ώσπου το 1991, ένα τροχαίο ατύχημα στο οποίο  χάθηκε ο καλύτερος φίλος μου, ο Λευτέρης Κυπραίος, κι εγώ «πήγα και ήρθα», με έκανε να πω: Ή τώρα, ή ποτέ. Έτσι άρχισα να γράφω το πρώτο μου μυθιστόρημα, το «Και ξαφνικά χιόνισε χρόνια», που εκδόθηκε το 1995 από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τον Θανάση Καστανιώτη τον είχα γνωρίσει από τον Λευτέρη Κυπραίο, την εποχή που έβγαζε το περιοδικό Μετρό της χαρισματικής και χαμένης –επίσης – Λουκίας Ρικάκη. Το «Και ξαφνικά χιόνισε χρόνια» έκανε 13 εκδόσεις  και μου έδωσε μεγάλη χαρά, όχι γιατί έγινε μπεστ-σέλερ, αλλά γιατί μου πρόσφερε τη χαρά να «επικοινωνήσω»  με τόσο κόσμο.

Το δεύτερο μυθιστόρημά μου, το «Σε είδα να ’σαι αόρατος»,  κυκλοφόρησε το 2000. Είναι η ιστορία μιας παρέας αθηναίων φίλων που αποφασίζουν να μείνουν όλοι στην ίδια πολυκατοικία στο Κεραμεικό.

Το τρίτb42052ο μυθιστόρημά μου, το «Δεν υπάρχει ελευθερία μακριά σου», κυκλοφόρησε το 2005. Είναι η ιστορία ενός μεγάλου έρωτα που «καίγεται». Και τα τρία πρώτα μυθιστορήματά μου είναι αφιερωμένα στη μνήμη του Λευτέρη Κυπραίου, του φίλου που με σημάδεψε η γνωριμία μου μαζί του. Τα εξώφυλλα τα έχει επιμεληθεί η ζωγράφος Μαρίλη Ζαρκάδα.

Το τέταρτο μυθιστόρημά μου, το «Και με κλειστά μάτια θα βλέπω», κυκλοφόρησε το τέλος του 2009. Είναι αφιερωμένο στους γονείς μου. Είναι μια μυθιστορηματική μυθοπλασία της ζωής τους –από τα χρόνια του Μεσοπολέμου μέχρι τις αρχές  του 21ου αιώνα. Τολμώ να πω πως θέλω να είναι και η ιστορία  των φτωχών και αφανών ηρώων της σκληρής καθημερινότητας της  Ελλάδας. Των ανθρώπων που έγραψαν την αληθινή ιστορία αυτής  της χώρας.

Το πέμπτο μυθιστόρημά μου, το «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ», κυκλοφόρησε το Νοέμβρη του 2013. Όλα έχουν εκδοθεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ» μου είπε η μάνα μου το 2010, αλλά ύστερα από λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή . Στη μνήμη της μάνας μου, της μούσας της ζωής μου, έχω αφιερωμένο αυτό το βιβλίο μου.

b88964Από το 1973 μέχρι σήμερα, πάνε 40 χρόνια. Τα πρώτα, μετά  την Μεταπολίτευση του ’74, ήταν χρόνια αθωότητας, αγώνων, πάθους, αλλά και κρυμμένων, από τους ίδιους του εαυτούς μας, μυστικών…  Μετά ήρθε η ενηλικίωση και τα χρόνια της ευθύνης που αρκετοί από μας τα τραβήξαμε με βερμπαλιστική και βολική ανευθυνότητα. Αυτά τα 40 χρόνια που είναι τα πιο ώριμα και συνειδητά της ζωής μου, ξεδιπλώνονται στο «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ». Μέσα τους είμαι εγώ και η δικιά μου Ελλάδα  όπως έχει περάσει στη μνήμη μου. Σαράντα χρόνια που κύλησαν σα νερό. Επειδή όμως, «το νερό έχει μνήμη», όπως λέει κι ένας ήρωας του μυθιστορήματος, θέλησα αυτό το βιβλίο να είναι το ψυχογράφημα μιας εποχής και να  αναδύει τη ρέουσα μνήμη της ψυχής μου. Τώρα που εκδόθηκε, νιώθω πως μέσα σ’ αυτό το βιβλίο υπάρχει όλη η μνήμη μου. Όλα είναι εδώ. Και αυτά που έζησα και  οι δικοί μου άνθρωποι  που χάθηκαν…

ΜΗ Μ ΑΦΗΣΕΙΣ ΝΑ ΧΑΘΩ 5628-1Νιώθω λες και  επί σαράντα χρόνια «ζωγραφίζαμε» ένα πορτραίτο που –δυστυχώς…- τα αποκαλυπτήριά του έγιναν το 2010 όταν ξέσπασε η κρίση. Από κείνη  τη χρονιά  άρχισε να  ξεδιπλώνεται μπροστά μας ο λογαριασμός των πράξεών μας….Στα  τέσσερα χρόνια που έγραφα το βιβλίο μου, αυτές οι  δεκαετίες  της Μεταπολίτευσης έρχονταν στο νου μου λες και τις ζήσαμε σαν να ήμασταν  διχασμένες  προσωπικότητες, προσπαθώντας να συνταιριάξουμε τα αταίριαστα –και μέσα μας και γύρω μας. Τη φτώχεια με την καλοπέραση και τον ξαφνικό «πλούτο», την ηθική με την ανηθικότητα, τον ελεύθερο έρωτα με τις οικογενειακές παραδόσεις, την αγάπη με το συμφέρον, την επανάσταση με την συντήρηση, την πολιτική ανατροπή με το βόλεμα, τον αληθινό εαυτό μας με το φτιαχτό κοινωνικό μας προφίλ. Ένα παιχνίδι που από ένα σημείο και μετά, ιδίως μετά το 1981, νομίζω ότι έγινε  η δεύτερη φύση μας και  το παίζαμε για να γίνουμε «πετυχημένοι», άκαρδοι, ξιπασμένοι.

Ήρωες του βιβλίου είμαι εγώ,  κι ο κόσμος που έζησα –εμείς, θέλω να πιστεύω.  Τα όνειρα μας, οι αγώνες μας, οι αλήθειες και τα ψέματά μας, οι συμβιβασμοί μας και τα λάθη  μας. Δεν ήθελα να χαρίζεται σε κανένα μας η ιστορία, αλλά, δεν ήθελα να ρίχνει και «ανάθεμα» σε κανένα. Μιλάει με αγάπη για τους ήρωες  του και για τη  χώρα μας που είχαμε όνειρα πολλά μα χαθήκαμε στα γρανάζια της διαπλοκής, της υποκρισίας, του συμφέροντος, της διαφθοράς… Γι αυτό και παραδοθήκαμε αμαχητί στους ξένους που εισβάλανε με …ορμή  το 2010.  Από τότε, έχουμε ντυθεί την αγωνία του πότε θα πυροβολήσουν και ζούμε πανικόβλητοι, όπως και οι ήρωες του βιβλίου…

Αισθάνομαι πως  όσο κι αν φLeo-Tolstoyωνάζουμε: ΜΗ Μ’ ΑΦΗΣΕΙΣ ΝΑ  ΧΑΘΩ η αλήθεια και το ψέμα, είμαστε εμείς.  Μόνο αν τολμήσουμε να  ψάξουμε να βρούμε τον  λησμονημένο μας  εαυτό και τις  ξεχασμένες αλήθειες μας μπορεί να μη χαθούμε…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά. Όταν έχεις διάθεση, ο τόπος «υπακούει» σε αυτή, ή, και το αντίθετο, ο τόπος σου προκαλεί τη διάθεση.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πάντα. Όλοι οι ήρωες, όλων των βιβλίων μου, με ακολουθούν. Όλοι οι ήρωες «είμαι εγώ» ή αυτό που «δεν θα ήθελα να είμαι». Μαθαίνω νέα τους και τη μια χαίρομαι, την άλλη λυπάμαι για το πώς πάνε στη ζωή τους. Τι περισσότερες φορές, όμως, αυτοί είναι που συμβουλεύουν εμένα τι να κάνω στη ζωή μου…

22695_seferisΠοιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Το ορμητήριό μου, θα έλεγα, είναι στα Βίλια, στο εξοχικό που έχω εκεί με τα αδέλφια μου. Ένα χωριό της Αττικής που έχει «χαλάσει» λίγο σε σχέση με πολλά άλλα της πρωτεύουσας . Είναι μια ώρα από την Ομόνοια στην οποία ζω και δεν την αλλάζω με  καμιά άλλη περιοχή της Αθήνας, αλλά έχεις την αίσθηση , ιδίως το χειμώνα, ότι είσαι στον …παράδεισο. Έτσι, «παράδεισο», προσφωνούσε τα  Βίλια η μάνα μου. Και να σημειώσω ότι τυχαία βρεθήκαμε εκεί, δεν έχουμε καταγωγή από εκεί. Η Έλλη Λαμπέτη που καταγόταν από εκεί κι ήταν η αγαπημένη μου ηθοποιός, και μια εκδρομή που είχα κάνει όταν πήγαινα στο Δημοτικό στο Πόρτο Γερμενό,  στάθηκαν οι αφορμές να φτάσουμε εκεί. Άσε που το σπίτι μας είναι στην οδό Έλλης Λαμπέτη κι αυτό το θεώρησα «σαμαδιακό»…

fdΕργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν θα έλεγα κάτι τέτοιο… Η μουσική ναι, μου αρέσει να έχω συντροφιά τη μουσική όταν γράφω. Θυμάμαι πως  τα πρώτα τρία βιβλία μου τα έγραψα με τα σάουντρακ της μουσικής που έχει γράψει ο Ζμπίγκιεφ Πράισνερ για τις ταινίες του Κριστόφ Κισλόσφκι «Η διπλή ζωή της Βερόνικα», «Μπλε», «Κόκκινη», «Άσπρη».

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Tasos Livaditis1Οι μόνες σπουδές που έχω κάνει είναι για τη σκηνοθεσία κινηματογράφου. Κατά τ’ αλλά θα έλεγα πως είμαι «αυτοδίδακτος». Επί 30 χρόνια δημοσιογραφούσα. Έγινα δημοσιογράφος από την αγάπη μου στο σινεμά –και την ανάγκη να επιζήσω. Θυμάμαι πως ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο δάσκαλός μου, μου είχε πρώτο-προσφέρει αυτή την ευκαιρία. Και σε μένα και στον Λευτέρη Κυπραίο. Στην δημοσιογραφία, πάντως, χρωστάω πολλά, μέσα από αυτή, έμαθα να γράφω συγκεκριμένα, να μην «χάνομαι», να γίνομαι λιτός και ουσιαστικός στο λόγο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Η ποίηση είναι η μεγάλη μου αγάπη. Με ποίηση ξεκίνησα να γράφω. Ποιητές είναι οι  λατρεμένοι συγγραφείς. Η ποίηση είναι η μεγαλύτερη μορφή τέχνης .

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

R.M.RilkeΤη ζωή του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη. Τη «κρυφή» ζωή –όπως είναι στη ψυχή μου…- του Κριστόφ Κισλόσφκι. Την αφανέρωτη ζωή άσημων ποιητών, λογοτεχνών που έγραφαν μα ποτέ δεν δημοσίευσαν τίποτα.

Τι γράφετε τώρα; 

Μόλις τελείωσα το πέμπτο μυθιστόρημά μου «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ» που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τώρα έχω καταπιαστεί με  τα ποιήματα που  έχω γράψει τα 40 τελευταία χρόνια της ζωής μου.  Δουλεύω στο μυαλό μου το επόμενο μυθιστόρημά μου που θα είναι γύρω από τους «κληρονόμους»…

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο ΦιοSH and Watson 1ντόρ Ντοστογιέφσκι νιώθω να είναι το Α και το Ω στη λογοτεχνία. Όπως και ο Γιώργος Σεφέρης στην ποίηση. Η συναισθηματική αδυναμία μου, όμως, είναι ο Τάσος Λειβαδίτης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όλα τα βιβλία του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, οι ελληνικές αρχαίες τραγωδίες, ο Λέων Τολστόι, πολλά βιβλία του Φίλιπ Ροθ, ο «Υπνοβάτης» της Μαργαρίτας Καραπάνου,  ο Τζόναθαν Κόου στο «Τι ωραίο πλιάτσικο»

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Γιώργου Ιωάννου. Και από ξένα «Τα γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» του Ρίλκε.

riley-krug-philip-rothΑγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ρασκόλνικοφ στο «Έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, η Σκάρλετ Ο’ Χάρα στο «Όσα παίρνει ο άνεμος» της Μάργκαρετ  Μίτσελ.  Ο Σέρλοκ Χολμς και ο φίλος του γιατρός Γουάτσον.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα «Το θέατρο του Σάμπαθ» του Φίλιπ Ροθ, τη «Τέλεια γαλήνη» του Άμος Όζ, τα ποιήματα «Υπερώον» του Γιάννη Ρίτσου,  «Περιπέτειες ενός τυφλού» της Ιουλίας Τόλια και τη «Μέρα που χάθηκε μέσα σε μια άλλη» του Πέτρου Μπιρμπίλη.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Άμα πέσουν στα χέρια μου ναι, όχι συστηματικά.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Ιnside LLeyn DavisΤη «νεκρή Ευρώπη» του Χρήστου Τσιόλκα στη διαδρομή με λεωφορείο Αθήνα-Θεσσαλονίκη που στάθηκε αφορμή να γνωρίσω τη φίλη μου, κατόπιν, Κατερίνα Γεωργιάδου.  Παλαιότερα η «Αρχαία σκουριά» της Μάρως Δούκα στη διαδρομή με καράβι  Ηράκλειο-Σαντορίνη, η «Χαμένη άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα  στη διαδρομή με καράβι Πειραιάς –Αμοργός.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ο κινηματογράφος «είναι η ζωή μου». Φέτος συγκινήθηκα πολύ με το φιλμ των αδελφών Κοέν «Ιnside LLeyn Davis», «Nebraska» του Αλεξάντερ Πέιν, «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά. Στο θέατρο είδα την πολύ ωραία παράσταση  «Η εκδοχή του Μπράουνινγκ» του Τέρενς Ράτιγκαν στο θέατρο Εμπορικόν με τον Δημήτρη Καταλειφό.

important-c-est-d-aimer-1975-09-gΟι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το ίντερνετ και το διαδίκτυο γενικότερα, είναι μεγάλη  ανακάλυψη. Μπορείς  να  έχεις όλου του κόσμου τις πληροφορίες και να μαθαίνεις τα πάντα, πέρα από «κέντρα μεγάλων αποφάσεων και συμφερόντων»,  κάνοντας ένα κλικ. Χρειάζεται, βέβαια, να  διασταυρώνεις αυτές τις ειδήσεις και τη γνώση.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι. Το διάβασμα και το γράψιμο –κατά συνέπεια και η σκέψη, η αγωνία και η αναζήτηση… – είναι η ζωή μου. Τι να την κάνω την «αιώνια νεότητα» έτσι ωραία, μα άδεια αν δεν είχα το μυαλό μου. Δεν θα ήταν σκέτη πλήξη;

pkΚάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Που «κρύβεται» η ουσία της ζωής;

«Στο απλό η πληρότητα. Κι όπως λέει ο Δημήτρης , ο ήρωας του μυθιστορήματός  μου  «ΜΗ Μ’ ΑΦΉΣΕΙΑ ΝΑ ΧΑΘΩ» στο φινάλε του βιβλίου :Για να σωθείς/Πρέπει πρώτα να χαθείς/Για να γελάσεις/Πρέπει πρώτα να κλάψεις/Για να ζητάς τα ρέστα/Πρέπει πρώτα να πληρώσεις/Για να αναστηθείς/Πρέπει πρώτα να πεθάνεις./ Μόνο οι βρυκόλακες και «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνουν.

Στις εικόνες: Leo Tolstoy, Γιώργος Σεφέρης, Fyodor Dostoyevsky, Τάσος Λειβαδίτης, Rainer Maria Rilke, Sherlock Holmes & Dr. Watson, Philip Roth και καρέ από τα Ιnside LLeyn Davis και L’ important c’ est d’ aimer, αγαπημένες ταινίες του συγγραφέα.

Advertisements
30
Ιαν.
14

Rainer Maria Rilke / Lotte Pritzel – Κούκλες

Rilke_Puppen_Ex_medΤα άβουλα κέρινα σώματα

Συλλογική έκδοση με τις 16 αυθεντικές λιθογραφίες

Ψυχές, εσείς, όλων μας τω μοναχικών παιχνιδιών, των περιπετειών μας όλων· ως εσύ απλοϊκή και καλότροπη της μπάλας, ψυχή της οσμής των ψηφίδων του ντόμινο, ψυχή αστείρευτη του εικονογραφημένου βιβλίου. Ψυχή της σάκας που συχνά σε κοιτούσαμε δύσπιστοι κάπως, γιατί ήσουν τόσο ανοιχτή, […] ανήκοη ψυχή της καλής μας τρομπέτας: πόσο αξιαγάπητες ήσασταν όλες, πόσο απτές σχεδόν. Μονάχα εσύ, ψυχή της κούκλας, μόνο για σένα δεν γινότανε κανένας να πει πού αλήθεια ήσουν. [σ. 25]

5675_1_PritzelPuppenbuchΚούκλες: παρούσες στα παιδικά βάθη της ηλικίας, μάρτυρες των πάντων και καθ’ όλη την ημέρα, συνένοχες και μυημένες στις ακατονόμαστες παρθενικές εμπειρίες των κατόχων τους, συγκάτοικες στις καγκελόφρακτες κούνιες τους, σφιχτοδεμένες κατά τους νυχτερινούς πυρετούς τους. Ακόμα και το σκαιότερο φέρσιμό μας το νιώθουν πάνω τους σαν χάδι. Βέβαια από μια πλευρά δεν έκαναν το ελάχιστο, παρά αφήνονταν να (τις) ονειρευτούν, περνώντας άκοπα της ημέρες τους, ζώντας με τις δυνάμεις των άλλων. Κάποια σίγουρα θα μας είχε εξοργίσει και θα έμενε «ξεγυμνωμένη εμπρός μας σαν αποτρόπαιο αλλότριο σώμα που σπαταλήσαμε πάνω του την πιο άδολή μας θέρμη· σαν τυμπανιαίο πτώμα ψιμιθιωμένο πρόχειρα που αφέθηκε στο ξεχείλισμα της στοργής μας κι ύστερα ξεβράστηκε κι αποξεχάστηκε στις καλαμιές». Μας ήταν ανάγκη να έχουμε τέτοια πράγματα, πρόθυμα να υποστούν το καθετί. κι εμείς με τη σειρά μας να φαινόμαστε ισχυροί, καθώς εκείνη δεν αντιδρούσε διόλου, παρά ενεργούσαμε εμείς για λογαριασμό της.

Τότε εκείνη σιωπούσε, όχι αrilke_colour_by_brasci-d4cmb2vπό ανωτερότητα, σιωπούσε γιατί έτσι υπεξέφευγε πάντα, γιατί ήταν από μια στόφα ανώφελη και ακαταλόγιστη πλήρως – σιωπούσε και ούτε καν της περνούσε η σκέψη να βγάλει ένα κέρδος απ’ αυτό, να διεκδικήσει σημασία ανώτερη σ’ έναν κόσμο όπου η μοίρα, μάλιστα ο Θεός ο ίδιος, είναι περίφημοι πρωτίστως γιατί μας απαντούν με τη σιωπή τους. [σ. 17]

 Οι σκέψεις του Ρίλκε, γραμμένες με μια πυκνή ποιητικότητα από την μία νοσταλγούν την πεπερασμένη εποχή του αθώου μας εαυτού και από την άλλη φιλοσοφούν εκ νέου πάνω σε μια σχέση που πιθανώς έχει πλάσει αυτό που είμαστε σήμερα. Ο Αυστρογερμανός ποιητής εμπνέεται από τις ιδιαίτερες Κούκλες για Βιτρίνα της Γερμανίδας κουκλοποιού, εικονογράφου και ενδυματολόγου Λόττε Πρίτσελ, η οποία στις αρχές του εικοστού αιώνα και στο κλίμα του κινήματος της Puppenreform και των εκθέσεων καλλιτεχνικής κουκλοποιίας, δημιούργησε μια σειρά από κέρινες ενήλικες κούκλες με εξαϋλωμένα χαρακτηριστικά και αισθησιακά κοστούμια. Η Πρίτσελ εμπνεόταν από θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις, γιορτές μεταμφιεσμένων κ.ά.

Lotte Pritzel und eine ihrer PuppenΗ κάποτε αλλόκοτη, αναμφίβολα αισθησιακή και μελαγχολικά ερωτική αίγλη των αυτών των κέρινων γυναικών σαφώς παρέπεμπαν και στον Ώμπρεϋ Μπήρντσλεϋ, ηγετική φυσιογνωμία του Αισθητισμού και σημαντικού καλλιτέχνη της Αρ Νουβώ, παρά τον πρώιμο θάνατό του, ενώ το ποιητικό τους παράλληλο θα μπορούσε να εντοπιστεί στις Χίμαιρες του Ζεράρ ντε Νερβάλ. Οι λεπτεπίλεπτες, εύπλαστες και διακοσμημένες αυτές μορφές, γοήτευσαν τον Ρίλκε, που επισκέφθηκε μια έκθεσή της το 1913 και ενδιαφέρθηκε για τις καλλιτεχνικές τους δυνατότητες αλλά κυρίως επέστρεψε στις αναμνήσεις του από την παιδική του αγάπη για τα παιχνίδια. Τώρα τα εν λόγω καλλιτεχνήματα αποτελούν αφετηρίες γενικότερου προβληματισμού όσον αφορά τη σχέση τους με τα παιδιά αλλά και τον τρόπο που προετοιμάζονται για την επαφή με το εξωτερικό κόσμο.

pritzel 1Και δεν είμαστε τάχα παράδοξα πλάσματα εμείς, αφού πάμε και προσφέρουμε το πρώτο μας πάθος εκεί όπου δεν υπάρχει ελπίδα ανταπόδοσης; Έτσι που στη γεύση εκείνης της τόσο αυθόρμητης αβρότητάς μας ν’ απλώνεται παντού η πικρία ότι στάθηκε μάταιη; Ποιος ξέρει αν αύριο κανείς, βγαίνοντας έξω στον κόσμος, δεν συμπεράνει από τούτες τις μνήμες ότι δεν είναι άξιος να αγαπηθεί; Αν μήπως, στο ένα σημείο η το άλλο, η κούκλα δεν συνέχιζε ν’ ασκεί πάνω του την αθεράπευτή της επιρροή, τόσο που εκείνος να κυνηγάει ακόμη τέρψεις αόριστες, μόνο και μόνο από πείσμα ενάντια στο αίσθημα του ανικανοποίητου που ερήμωσε τη ζωή του; [σ. 19]

Οι κούκλες της Λόττε Πρίτσελ δεν πέρασαν από κανένα παιδικό κόσμο· δεν προϋποθέτουν κανένα πέρασμα από παιδικό δωμάτιο· κανείς δεν αναρωτήθηκε τι θα απογίνουν αργότερα. Αρχάριοι του κόσμου όπως ήμασταν, συλλογίζεται ο Ρίλκε στο εξομολογητικό και ταυτόχρονα φιλοσοφικό δοκίμιό του, γρήγορα καταλάβαμε πως δεν μπορούσαμε να την κάνουμε ούτε πράγμα ούτε άνθρωπο, και κάτι τέτοιες στιγμές γινόταν για εμάς ένας άγνωστος. Σώμα δίχως θέληση οι ίδιες, ίσως κι αυτές μας προετοίμασαν για ένα άλλο σώμα δίχως θέληση, το δικό μας.

Εκδ. Περισπωμένη, 2012, μτφ. Κώστας Κουτσουρέλης, σελ. 74 [Σειρά Οίστρος, 1] [Rainer Maria Rilke / Lotte Pritzel – Puppen, 1921]. Η έκδοση είναι δίγλωσση.

29
Ιαν.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 141. Σωτήρης Σελαβής / Εκδόσεις Περισπωμένη

aithrio141Περί εκδόσεων

Θα μας δώσετε ένα γενικό διάγραμμα της δημιουργίας του εκδοτικού οίκου; Πότε ξεκίνησε, ποια ήταν τα πρώτα βιβλία που εκδώσατε, τι θυμάστε από τις πρώτες του μέρες;

Η Περισπωμένη ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 2011 και λίγους μήνες αργότερα εξέδωσε τις περίφημες Ελεγείες του Ντουίνο του Ράινερ Μαρία Ρίλκε· βιβλίο που έτυχε αξιοσημείωτης επιτυχίας σε επίπεδο τόσο κυκλοφορίας και απήχησης όσο και κριτικογραφίας. Ακολούθησε άλλο ένα βαρυσήμαντο έργο της ευρωπαϊκής γραμματείας, οι Ύμνοι στη Νύχτα του Νοβάλις, οι οποίοι και απέσπασαν δύο βραβεία λογοτεχνικής μετάφρασης. Με αυτά τα έργα η Περισπωμένη εγκαινίασε τη δική της εκδοτική λογική, που εφορμώμενη από την πίστη στη μεγάλη ποίηση και τον τρόπο παρουσίασής της, προεκτείνει το ενδιαφέρον της στην κλασική λογοτεχνία εν γένει. Ανακαλώντας στη μνήμη μου τον πρώτο καιρό του εκδοτικού, με τις πλήθος άγνωστες ακόμη και θαρρείς ετερόκλιτες απαιτήσεις, στέκομαι πάντα στο πρωινό εκείνο του Μάιου που κατέφθασαν από το τυπογραφείο οι Ελεγείες του Ντουίνο, ύστερα από δύο περίπου χρόνια ανυπολόγιστου μόχθου, και τις κράτησα στα χέρια μου.

Είχατε κάποιο προσωπικό σχέδιο ή επιθυμία; Πώς αποφασίσατε να γίνετε εκδότης;

Rilke_DuineserElegien_Ex_MedΑπ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου είχα αδυναμία στις χειρονακτικές κατασκευές· μικρός σχεδίαζα παιχνίδια σε χαρτιά και σε χαρτόνια, ενώ μεγαλύτερος, ένθερμος αναγνώστης πλέον και θαυμαστής της τυπογραφίας, κατασκεύαζα υποτυπώδεις μακέτες χειρόγραφων βιβλιδίων. Αγαπούσα την καλλιγραφία, την αφή των χαρτιών, τα συλλεκτικά αντικείμενα άλλων εποχών, τις ζωγραφιές και τις εικονογραφήσεις. Ευλαβικά σχεδόν συνέλεγα βιβλία· κάποια λίγα, μάλιστα, έτυχαν καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας. Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ, αθεράπευτα πλημμυρισμένος από τα λόγια του Πόε για τον λογοτέχνη ως το μοναδικό επάγγελμα που ταιριάζει σε άντρα, πάσχιζα να αποδείξω, στον εαυτό μου πρωτίστως, πως βιοπορισμός και τέχνη μπορούν να συμπλεύσουν. Έτσι, όταν πριν από μερικά χρόνια μετέφραζα, εν μέσω επαγγελματικών δυσχερειών, τις Ελεγείες του Ρίλκε, πήρα την απόφαση: Θα ξεκινούσα τον εκδοτικό οίκο, θα ξεκινούσα να υπηρετώ επαγγελματικά το βιβλίο ως προϊόν τέχνης και μόνον. Εγχείρημα που δίχως βεβαίως την καθοριστική συνδρομή του φίλου και συμφοιτητή στο Πολυτεχνείο Κωνσταντίνου Δημόπουλου θα ήταν αδύνατο.

Στόχος του εκδοτικNovalis_Hymnen_Ex_thumbού, πέρα από την ικανοποίηση της μερικής και προσωπικής μου ανάγκης να φτιάξω ένα βιβλίο όπως το φαντάζομαι, είναι να δικαιολογήσει εν γένει την παρουσία του βιβλίου αυτού στον σύγχρονο πολιτισμό, που δεν είναι παρά ένας πολιτισμός σαν αποκομμένος από τις αισθήσεις, ολοένα προσκείμενος στο εικονικό του υποκατάστατο, ολοένα αρκούμενος σε «μετέωρα κείμενα» (κάθε φορά που συναντούσα άξια κείμενα σε ανάξια βιβλία, ένιωθα πως τα κείμενα αυτά παραμένουν μετέωρα έως την αντάξια έκδοσή τους). Ο μόνος δρόμος για την Περισπωμένη ήταν και είναι η υψηλή αισθητική. Δια αυτής ευελπιστεί να διευκολύνει τα ίδια τα κείμενα που επιλέγει, αυτά δηλαδή που στην πραγματικότητα εκφράζουν το ψυχικό της κλίμα. Η επιμονή σε αυτή την αισθητική είναι και η ηθική της Περισπωμένης. Άλλωστε, «στο έσχατο βάθος η αισθητική και η ηθική συμπίπτουν» (Wittgenstein).

224655_10150167365058842_6389884_nΕίχατε ή έχετε άλλη σχέση με το χώρο της λογοτεχνίας πλην της αναγνωστικής;

Από τα είκοσι ένα μου χρόνια προσπαθώ να γράφω ποιήματα και οι προσπάθειες αυτές έχουν ουκ ολίγες φορές δημοσιευθεί όπως τόσων και τόσων άλλων που επίσης προσπαθούν να γράφουν ποιήματα. Από τη Νεφέλη κυκλοφόρησαν τα δύο πρώτα ποιητικά μου βιβλία (Bleuballet, 2003 και Μην αγαπάς· κοιμήσου, 2006), ενώ το τρίτο, η Κασετίνα (2013), στεγάσθηκε φυσικά από την Περισπωμένη.

Πως επιλέξατε ή καταλήξατε στο όνομα;

Για μένα η περισπωμένη ήταν ανέκαθεν το ωραιότερο τυπογραφικό σημάδι. Το όνομα δε παραπέμπει στο πολυτονικό σύστημα, η χρήση του οποίου είναι βασική αρχή του εκδοτικού. Μου άρεσε επίσης να σκέφτομαι πως, εν προκειμένω, η Περισπωμένη συνδηλώνει εκείνη, η προσοχή της οποίας ευκόλως αποσπάται σε ρεμβασμούς και χίμαιρες…

Γ224655_10150167365063842_7706949_nια ποιους τίτλους είστε υπερήφανος; Ποιο βιβλίο σας απολαύσατε ως την τελευταία σελίδα; Ποιο θα προτιμούσατε να μην έχετε εκδώσει;

Αν και καθένα βιβλίο της Περισπωμένης απαιτεί τη δική του σκέψη, τον δικό του σχεδιασμό, η έκδοσή του είναι πάντοτε προϊόν επίπονης κυοφορίας που, στο τέλος, αφήνει την ίδια αίσθηση πληρότητας, την επίγευση μιας ακόμα δημιουργικής κατάθεσης. Γι’ αυτό δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο (για συμβολικούς και συναισθηματικούς μονάχα λόγους, ίσως να επέλεγα τις Ελεγείες). Ούτε πάλι θα άφηνα κάποιο άλλο έξω από τον κατάλογο της Περισπωμένης· για την ώρα απαριθμεί δεκαπέντε τίτλους, ο καθένας από τους οποίους επιλέχθηκε και σχεδιάσθηκε ως μέλος που εκφράζει την ίδια οικογένεια.

Kasetina_Ex_webΠοιους άλλους τίτλους άλλων εκδοτικών οίκων θα θέλατε να έχετε εκδώσει εσείς;

Είναι τόσοι πολλοί. Είτε για την επιλογή ή επιμέλεια του κειμένου είτε για την τυπογραφική τους εμφάνιση. Εδώ δίπλα έχω τον Θάνατο του Μέδικου του Παντελή Πρεβελάκη, με την τυπογραφική μαεστρία του μεγάλου χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού, έκδοση που, όπως επισημαίνει στο επίμετρο της ανατύπωσής της από το Μ.Ι.Ε.Τ. ο Ε.Χ. Κάσδαγλης, «συνδέει το ελληνικό βιβλίο με τα υψηλότερα πρότυπα των παλαιών διδασκάλων της Δύσης».

Ανάμεσα στους ποικίλους σημαντικούς αλλά συχνά αντικρουόμενους τομείς του έργου ενός εκδοτικού οίκου ορίσατε συγκεκριμένες προτεραιότητες; Για παράδειγμα, πληθώρα εκδόσεων, έμφαση στους τίτλους, ιδιαίτερη επιμέλεια, ποικιλία ειδών;

1544336_10151924786343842_1385251521_nΠέρα από την αισθητική και την τυποτεχνική επιμέλεια των βιβλίων, για τις οποίες έγινε ήδη λόγος, στόχος της Περισπωμένης είναι η δημιουργία ενός πυρήνα, μιας ομάδας συνεργατών που να εκφράζουν και να προκρίνουν την ίδια σκέψη. Και ποια είναι η σκέψη αυτή; Πως ο κόσμος παραμένει ένα my­ste­rium tremendum και πως αυτό είναι η ομορφιά και η αγωνία του. Πως το παν τελεί βυθισμένο σ’ αυτό μυστήριο και πως η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα «στραγγίζει μόρια φωτός από ένα βαθύ σκοτάδι» (Κητς). Πως η ποίηση μελωδεί την αθέατη πλευρά των πραγμάτων, πως η δημιουργία δεν φράζει τους μεταφυσικούς αυλούς του πνεύματος. Προτεραιότητα, λοιπόν, είναι τα κείμενα, πρωτότυπα ή μεταφράσεις, που υπηρετούν μια τέτοια υπαρξιακή ένταση.

Ποια βιβλία περιλαμβάνονται στα άμεσα εκδοτικά σας πλάνα;

1521912_10151962397163842_1519895037_nΜια επιλογή από τα πρόσφατα και αμετάφραστα στη γλώσσα μας ποιήματα του μεγαλύτερου ίσως εν ζωή Γάλλου ποιητή Υβ Μπονφουά, το εμβληματικό Θαλασσινό κοιμητήρι του Πωλ Βαλερύ σε νέα μετάφραση, μια εκτεταμένη μελέτη του Θανάση Λάμπρου για τον Γκαίτε και τον Φάουστ, το ακυκλοφόρητο στη γλώσσα μας μυθιστόρημα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε Το ημερολόγιο του Ιούλιου Ρόντμαν, τα περίφημα 108 ζεν ποιήματα του υποψήφιου για Νόμπελ Κορεάτη ποιητή Κο Ουν, κείμενα του Ρίλκε για τη μουσική, δοκίμια του Χρήστου Μαρσέλλου, μια πραγματεία του Θανάση Πολλάτου για τον Μερλώ Ποντύ.

Ποια είναι τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ένας εκδοτικός οίκος;

Η γενική αβεβαιότητα, η προβληματική ή μετρημένη ρευστότητα, η εισπρακτική δυσχέρεια.

Πω1525086_10151946252378842_1935941777_nς κρίνετε την σύγχρονη εκδοτική κατάσταση; Σε ποιο βαθμό επηρεάζουν οι τρέχουσες συνθήκες την παραγωγή και την αγορά των βιβλίων σας;

Η Περισπωμένη γεννήθηκε το 2011, μέσα στην Κρίση. Δεν γνώρισε την εκδοτική ευφορία παλαιότερων εποχών, ούτε τις μεγάλες διακυμάνσεις στην παραγωγή ή τον τζίρο. Η Περισπωμένη εμφανίσθηκε εν μέσω μιας χειμαζόμενης εκδοτικής πραγματικότητας. Χτίζει προσεχτικά το σκαλί πάνω στο οποίο θα πατήσει. Αντλεί δύναμη από τους φίλους που την αγκάλισαν αυτά τα πρώτα χρόνια. Και ευελπιστεί.

Περί ανάγνωσης και συγγραφής

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία;

Ενδεικτικά μονάχα και ατάκτως ερριμμέwilliam-butler-yeats-frank-cullenνα: Άπαντα ποιητικά του Ρίλκε, αλλά και οι αριστουργηματικές του Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε· όλος ο Ντοστογιέφσκι και όλος Φερνάντο Πεσσόα, ειδικά το Βιβλίο της ανησυχίας· τα Πάθη του νεαρού Βέρθερου του Γκαίτε· οι Αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο· η Μελαγχολία του Παρισιού και τα Άνθη του Κακού του Σαρλ Μπωντλαίρ· το Θαλασσινό κοιμητήρι του Πωλ Βαλερύ, τα Κόκκαλα σουπιάς του Εουτζένιο Μοντάλε, ο Άνεμος στις καλαμιές του Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς· το Θάνατος και μετά θάνατον ζωή του Μαξ Σέλερ και η Εισαγωγή στη μεταφυσική του Μάρτιν Χάιντεγκερ· το Ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού του Βάλτερ Μπένγιαμιν· το Ανθισμένο δέντρο του Χρήστου Μαλεβίτση και τα δοκίμια του Χρήστου Μαρσέλλου.

Αν είχατε σήμεραpa_RainerMariaRilke την πρόταση να γράψετε ή να εκδώσετε μια μονογραφία-παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αναμφίβολα μια μονογραφία του Ράινερ Μαρία Ρίλκε.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το λυρικό-διαλεκτικό δοκίμιο Φόβος και τρόμος του Σαίρεν Κίρκεγκωρ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Όσο μου επιτρέπει ο χρόνος μου παρακολουθώ και τις μεν και τις δε. Προτιμώ τις πρώτες διότι προτιμώ την έντυπη μορφή. Το χαρτί άλλωστε υπερέχει έναντι της οθόνης στην ποιότητα ανάγνωσης, ειδικά όταν πρόκειται για εκτεταμένα κείμενα. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν συναντά κανείς καλά κείμενα στο διαδίκτυο. Τουναντίον μάλιστα. fernando-pessoaΑπλώς το μέσο παρέχει μια ευχέρεια πολλάκις ανεξέλεγκτη. Ο καθένας μπορεί να υπογράψει ως κριτικός. Συχνά σήμερα αποκαλούνται κριτικές και οι απλές παρουσιάσεις του περιεχομένου ενός βιβλίου. Κι όχι μόνον στα ηλεκτρονικά μέσα. Όμως αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Καμία ερώτηση. Μονάχα ευχαριστίες για τη φιλοξενία που παραχώρησε το Πανδοχείο σας σ’ εμένα και την Περισπωμένη.

Στις εικόνες:  William Butler Yates, Rainer Maria Rilke, Fernando Pessoa.

28
Ιαν.
14

Εντευκτήριο, τεύχος 101 (Απρίλιος – Ιούνιος 2013) [κυκλοφ. Νοέμβριος 2012]

 ΑLayout 1υτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει ήταν πως όλοι οι αγαπημένοι μου συγγραφείς ήταν γυναίκες. Τρελαινόμουν για την Γιουντόρα Γουέλτι, Φλάνερι Ο’ Κόνορ, Κάθριν Αν Πόρτερ, Κάρσον ΜακΚάλερς. Υπήρχε μια αίσθηση πως οι γυναίκες μπορούσαν να γράφουν για το φρικαλέο, το περιθωριακό. Έτσι ένιωσα πως αυτή ήταν η δική μας περιοχή, ενώ το δεσπόζον, μεγάλο μυθιστόρημα ανήκε στους άνδρες. Δεν έχω ιδέα πώς απέκτησα αυτή την αίσθηση ότι ανήκω στο περιθώριο, ποτέ δεν εξωθήθηκα εκεί. Ίσως επειδή μεγάλωσα στο περιθώριο. Υπήρχε κάτι σχετικό με τους μεγάλους συγγραφείς που με ξένιζε αλλά δεν ήξερα τι ήταν. Είχα ενοχληθεί πολύ όταν πρωτοδιάβασα Ντ. Χ. Λώρενς. Συχνά με ενοχλούσε η άποψη των συγγραφέων για τη γυναικεία σεξουαλικότητα [σ. 18]…

Alice Munro 1… εξομολογείται η Άλις Μονρό [Alice Munro] στην εκτενή συνέντευξη που παραχώρησε το 1994 στο αμερικανικό περιοδικό Paris Review, μιλώντας για την προσωπική της τέχνη όσον αφορά την γραφή (παρουσίαση και μετάφραση Αλεξάνδρας Σαμοθράκη). Λίγο πιο κάτω ο Τζόναθαν Φράνζεν περι-γράφει την χώρα των θαυμάτων της εν λόγω Αλίκης σε ένα πλούσιο κείμενο που χωρίς περιστροφές θα το χαρακτήριζα ως μια συνηγορία του διηγήματος σε μια διαρκώς ανοιχτή λογοτεχνική δικογραφία. Ο Φράνζεν μας θυμίζει πως μεγάλο μέρος της υψηλότερης πρόσφατης αμερικανικής λογοτεχνίας δημιουργήθηκε σε μορφή διηγήματος. Εκτός από την Μονρό, μας θυμίζει τους Ρέιμοντ Κάρβερ, Λόρι Μουρ, Τζόυς Κάρολο Όουτς, Ντένις Τζόνσον, Γουίλλιαμ Τ. Βόλμαν, Τομπάιας Γουλφ, Άνι Πρου, Τζων Άπνταικ, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας και τους αμετάφραστους ακόμα στη χώρα μας Lydia Davis, George Saunders, Amy Hempel, David Means, Joy Williams κ.ά. (μτφ.: Χρίστος Κρεμνιώτης).

jonathan franzenΑγαπώ τα διηγήματα γιατί δεν αφήνουν στους συγγραφείς χώρο για να κρυφτούν Σύντομα φτάνω στην τελευταία σελίδα σου και, αν δεν είχες τίποτα να πεις, εξίσου σύντομα θα το ξέρω. / Ακόμη, μου αρέσουν τα διηγήματα γιατί εκτυλίσσονται στο παρόν ή σε ζώσες μνήμες, μοιάζοντας να διαφεύγουν της ιστορικής ορμής που  κάνει τόσα και τόσα σύγχρονα πεζά να είναι ισχνά και αδύναμα. Μου αρέσουν, γιατί απαιτούν το πρώτης τάξεως ταλέντο να ανακαλύπτεις νέους χαρακτήρες και καταστάσεις ενώ λες την ίδια ιστορία ξανά και ξανά. Όλοι οι πεζογράφοι υποφέρουν από την ίδια συνθήκη: να μην έχουν κάτι νέο να πουν, αλλά ειδικά οι διηγηματογράφοι είναι οι πιο ταπεινωτικά υποκείμενοι στη συνθήκη αυτή. Δεν υπάρχει, πάλι, χώρος να κρυφτούν…[σ. 22]

Herta MullerΣτην ευρύτερη ύλη: πεζά των Γιώργου Συμπάρδη, Γιάννη Σκαραγκά, Μάρτυς Λάμπρου, Νίκου Αδάμ Βουδούρη, Χρύσας Φάντη, Καίτης Στεφανάκη, Τομπάιας Γουλφ (μετ.: Γιάννης Παλαβός), Νικ Παπαδημητρίου (μετ.: Γιάννης Θεοδοσίου) και Ποιήματα των Μάρκου Μέσκου, Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, Γλυκερίας Μπασδέκη, Γιάννη Γκούμα, Χρίστου Κρημνιώτη, Δημήτρη Λεοντζάκου, Γιώργου Κουτούβελα, Μηνά Βλάχου, Αναστάσιου Θεοτόκη. Επίσης, της Βουλγάρας Νάντια Ραντούλοβα (μετ.: Ζντράβκα Μιχάιλοβα), του Ιταλού Φραντσέσκο Γκρατσιάνο (μετ.: Κρεσέντσιο Σαντζίλιο) και του Γάλλου Ερβέ Καρν (μετ.: Δημήτρης Νόλλας). Στα δοκίμια, η ειρωνική μεταφορά στην ποίηση της Κικής Δημουλά (Νάσος Βαγενάς), ο Γιάννης Τσαρούχης (Γιώργος Βέλτσος), η Χέρτα Μύλλερ (Απόστολος Ζιώτας). Και όπως πάντα οι μεστές κριτικές και φωτογραφικές σελίδες. Η λογοτεχνική ενότητα του τεύχος κοσμείται με την ζωγραφική του Απόστολου Βέττα, τα σχέδια του οποίου δεν εικονογραφούν τα κείμενα, όπως γράφει σε σημείωμά του, αλλά συμπάσχουν με το περιεχόμενό τους. Ο Πάνος Θεοδωρίδης, τέλος, ομιλεί και γράφει για την ελληνική έκδοση της αλληλογραφίας Φόρστερ-Καβάφη, διανθίζοντας με ολόδικές τους παραγράφους, όπως στη σελίδα 64:

scan0010c4Έχω πέντε χρόνια να πάω στην Αλεξάνδρεια. Στο αεροδρόμιό της τύχαινε να συνυπάρξω με αρκετούς ανθρώπους υπό απομίμηση των φωτογραφιών του Καβάφη. Μαλλί ή περούκα στίλβουσα με κυματιστό χτένισμα, γυαλάκια όπως του ποιητή, ηλικία μεταξύ 50 και υο, άψογα ντυμένοι έως και τιτίζηδες. Και από την άλλη πλευρά του ελέγχου των διαβατηρίων, καλά διδαγμένοι και μιλώντας ξένοιαστα με τα εκατό τους δόντια, οι ασελγείς νέοι της Αλεξάνδρειας. Να ποζάρουν όπως νόμιζαν πως απαιτεί ο Κώδικας. Και τις επόμενες μέρες, οι ίδιοι ψευδο – Κααγείς σε καφενεία, περιπάτους και σε κομψά στέκια με τουριστικά εισπνεόμενους αργελέδες, με shisha, με τους ίδιους νέους. Μόνο που είδα και ζευγαράκια (αγόρια από αυτά που έπαιζαν με τις δήθεν Καβάφισσες, κορίτσια με μπούργκα) σε δημόσιους χώρους πρωινιάτικα, μαθητούδια πριν το σχολείο να πράττουν στο απόσκιο του πάρκου και στον χαμηλό φραγμό, γρήγορο σάρκας γύμνωμα, τελείως ακατάλληλα για προφυλάξεις. [176 σελ.]

Στις εικόνες: Alice Munro, Jonathan Franzen, Herta Muller και μια παλαια Αλεξάνδρεια από το ιστολόγιο του Εντευκτηρίου.

22
Ιαν.
14

Ένεκεν, τεύχος 30 (Οκτώβριος – Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2013)

έΝΕΚΕΝΤώρα έχουν στρατόπεδα για παιδιά που οι γονείς τους το έσκασαν, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που βγάζουν αφρούς από το στόμα και βαράνε κλωτσιές στον αέρα, στρατόπεδα για τους ανθρώπους με μεγάλο κεφάλι και για ανθρώπους με μικρό κεφάλι· στρατόπεδα για τους ανθρώπους που δεν έχουν τρόπο να συντηρηθούν, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που τους έδιωξαν από τη χώρα, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που ζουν στους υπονόμους, στρατόπεδα για τα κορίτσια του δρόμου, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που δεν ξέρουν πόσο κάνει δύο και δύο, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που ξεχνάνε τα χαρτιά τους στο σπίτι, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που ζούνε στα βουνά και ανατινάζουνε γεφύρια τις νύχτες. Ίσως τελικά αρκεί και με το παραπάνω να είσαι έξω από τα στρατόπεδα, έξω από όλα τα στρατόπεδα ταυτόχρονα. Ίσως από μόνο του αυτό είναι για την ώρα μεγάλος άθλος. Πόσοι άνθρωποι έχουν μείνει που να μην είναι κλεισμένοι πίσω από τα σύρματα ή που να μη φυλάνε σκοπιά στην πύλη;

1984-george-orwell… έγραφε ο Τζ. Μ. Κουτσί στο βιβλίο του Βίος και Πολιτεία του Μάικλ Γ και το απόσπασμα έχει ιδιαίτερη θέση σε ένα ενδιαφέρον μέλετημα για τον Χώρο και τη Φύση στο έργο του συγκεκριμένου συγγραφέα, ιδίως όπως εμφανίζονται στα έργα του Θέρος, Ημερολόγιο μιας κακής χρονιάς, Η παιδική ηλικία του Ιησού και στο προαναφερθέν [Μαρία Λιλιμπάκη – Σπουροπούλου]. Από την ουτοπία στη δυστοπία μας κινεί άλλο εκτενές και εξαιρετικά ενδιαφέρον εικοσασέλιδο εστιάζοντας η ανατροπή των αξιών του Διαφωτισμού μέσα από το 1984 (1949) και Όρυξ και Κρέικ (2003), των Τ. Όργουελ και Μ. Άτγουντ αντίστοιχα. Το κείμενο εδώ εκκινεί από τις πρώιμες ουτοπικές απεικονίσεις των Francis Bacon και Henry Neville και τις περί ουτοπίας απόψεις των Ernst Bloch, Walter Benjamin και καταλήγει στην δυστοπική τους μετάλλαξη στα δυο λογοτεχνικά έργα αλλά και γενικότερα στον χώρο της θεωρίας και των ιδεών [Δημήτρης Μανούκας].

koetzeeΓυναίκες, που σας είδα σ’ ένα τραίνο/τη στιγμή που κινούσε γι’ άλλα μέρη/γυναίκες που σας είδα σ’ άλλου χέρι/με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο/γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε/στο κενό μ’ ένα βλέμμα ξεχασμένο/η από ένα πλοίο σαλπαρισμένο/μ’ ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:/να ξέρατε με πόση νοσταλγία, /στα δειλινά τα βροχερά και κρύα, /σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου./γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα/απ’ τη ζωή μου μέσα – και που τώρα/κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

…έγραφε στης Περαστικές ο Κώστας Ουράνης, ένα ποίημα που η Αγγελική Δημουλή εντάσσει στη δική της μελέτη για το ποιητικό «εγώ» ως επινόηση στους νεορομαντικούς ποιητές. Η ερευνήτρια εδώ μέσα από την ποίηση του Ν. Λαπαθιώτη, του Κ. Ουράνη, του Ζ. Παπαντωνίου, του Α. Μελαχρινού, του Α. Μπάρα, του Τ. Άγρα, του Ρ. Φιλύρα, του Γ. Σκαρίμπα, του Κ. Καρυωτάκη και άλλων νεορομαντικών και μετασυμβολιστών ποιητών του Μεσοπολέμου, εστιάζοντας ιδιαίτερα στα ποιητικά υποκείμενα του περιπλανώμενου περιπατητή και του παλιάτσου.

La morOryxCrake5t subite. Ο αιφνίδιος θάνατος. Είναι και το όνομα μιας παλιάς μπυραρίας στις Βρυξέλλες. Σε μια γωνία, σ’ ένα από τα σκοτεινά και παγερά στενά του κέντρου της πόλης. Πριν τον κατακλυσμό των γραφειοκρατών και των τουριστών στον Αιφνίδιο Θάνατο σύχναζαν οι ποιητές. Στον τοίχο με τις αναμνήσεις η ασπρόμαυρη φωτογραφία του μεγάλου Ζακ μ’ εκείνο το σπαρακτικό χαμόγελο. Ο Ζακ Μπρελ δεν πέθανε από αιφνίδιο θάνατο. Γνώρισε τη μακρόσυρτη και βασανιστική εκδοχή του καρκίνου που ξεφτιλίζει την ανθρώπινη ύπαρξη μέχρι να τη λιώσει ολάκερη. Kαι βέβαια πάλεψε. Όχι ότι δεν τον πήρε το παράπονο. «Γιατί σε μένα, γιατί τώρα;» έγραψε σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά του τραγούδια. Μετά πήγε να πεθάνει στην κόλαση. Στα εξωτικά νησιά των Marquises, στη γαλάζια τρύπα του Ειρηνικού. Εκεί όπου είχε καταφύγει ένας άλλος ποιητής, που παράτησε στα πικρά χώματα των Παλαιών Χωρών, τη δουλεία του χρηματιστή, τα έξι του παιδιά και τη Δανέζα σύζυγο, αναζητώντας τον έρωτα και την ομορφιά…

jacques-brel-by-PatrickJuanγράφει στο εισαγωγικό του σημείωμα το εκδότης του περιοδικού και των φερώνυμων εκδόσεων Γιώργος Γιαννόπουλος, συνδέοντας τους Μπρελ και Γκωγκεν με τους αποδράστες των Βούρλων και τα χέρια που σήμερα κινούν την Ιστορία. Το τεύχος συμπληρώνεται με διηγήματα, ποίηση, εκτενείς κριτικές βιβλίων, δοκίμια, μελέτες, συνομιλίες και άλλα. Τα πλήρη περιεχόμενα εδώ, από το ιστολόγιο του περιοδικού. [242 σελ.]

Στις εικόνες:  J. M. Koetzee, Jacques Brel.

21
Ιαν.
14

Λευκάδιος Χερν – Κείμενα από την Ιαπωνία [Ανθολογία]

Και ξ1αφνικά, γεννιέται μέσα μου μια μοναδική αίσθηση καθώς στέκομαι εκεί μπροστά στην παράξενα σκαλισμένη πύλη· αίσθηση ονείρου και αμφιβολίας. Μου φαίνεται ότι τα σκαλοπάτια και η πύλη με τα κύματα των δράκων της, ο γαλάζιος ουρανός που σαν τεράστια καμάρα σκεπάζει την πόλη, η φαντασματική ομορφιά του Φούτζι, μα κι ο ίσκιος μου που πέφτει επάνω στους γκρίζους τοίχους πρόκειται να χαθούν τώρα. Γιατί όμως αυτό το συναίσθημα; Γιατί χωρίς καμιά αμφιβολία, αυτές οι μορφές μπροστά στα μάτια μου – οι σκαλισμένες στέγες, οι κουλουριασμένοι δράκοι, οι κινέζικες παραξενιές στο σκάλισμα – δε μου φαίνονται κάτι καινούργιο αλλά κάτι που ονειρεύτηκα κάποτε. Η θέα τους πρέπει να ξαναζωντάνεψε ξεχασμένες μνήμες εικονογραφημένων βιβλίων…[σ. 246]

 …αν η επαναφορά μνημών που έζησε ή εικόνων που φαντάστηκε από άλλους πολιτισμούς υπήρξε για τον Λευκάδιο Χερν  [Γιακούμο Κοϊζούμι] μια επιθυμητή εμπειρία, η ζωή εντός τους υπήρξε αναμφίβολα μια βαθύτερη επιθυμία. Έφυγε κι εκείνος από την γερασμένη ήπειρο και περιπλανήθηκε από την Κεντρική Ασία ως την Άπω Ανατολή, αναζητώντας, όπως και οι Π. Λοτί, Ρ. Κίπλινγκ, Β. Σεγκαλέν και τόσοι άλλοι, το Χαμένο Κέντρο. Αλλά με μια μεγάλη διαφορά: εκείνος έζησε σώματι ψυχή τε και σώματι εντός του.

1_ Η 67σέλιδη εισαγωγή του μεταφραστή αποτελεί ένα πολύτιμο διαπιστευτήριο για την είσοδο στον λογοτεχνικό κόσμο αλλά και τον ψυχισμό του ιδιαίτερου αυτού συγγραφέα. Η ιστορία της ζωής του αποτελεί από μόνη της επαρκές μυθιστόρημα – η γέννηση στις Δυτικές Ινδίες από ιρλανδική οικογένεια, ο τρόπος που χώρισε βίαια από την μητέρα του, που βρέθηκε στο σπίτι της αυστηρής θείας του στην Ιρλανδία οριστικά μόνος, στην βαριά ατμόσφαιρα ενός καταθλιπτικού σπιτιού, το κλείδωμα του πεντάχρονου τότε Χερν στο κατασκότεινο δωμάτιό του, που του γέννησε τον υπερβολικό φόβο για τα φαντάσματα, το καταφύγιο που βρήκε στην μεγάλη βιβλιοθήκη του σπιτιού.

Στα δεκαέξι του έμεινε μονόφθαλμος, με προβληματική την όραση και στο μάτι που του απέμεινε και αυτή η δεύτερη μεγάλη τραγωδία της ζωής του τον έκλεισε οριστικά στον εαυτό του. Αργότερα η θεία του έχασε την περιουσία της και ο Χερν με δυσκολία μάζεψε χρήματα και αναχώρησε για την Νέα Υόρκη, όπου εργάστηκε σε διάφορες δουλειές ενώ συχνά κοιμόταν στο δρόμο. Στο Τσιντσινάτι έχασε την εργασία του όταν παντρεύτηκε μια νεαρή μιγάδα, με την οποία συζούσε σε εποχή που επικρατούσε ο φυλετικός διαχωρισμός, ενώ στη Νέα Ορλεάνη ο πειρασμός της αυτοκτονίας τον έφερε δυο τρεις φορές σε μια ψηλή γέφυρα απάνω απ’ το ποτάμι. Η ελπίδα όμως, όπως έγραψε σε μια Genji_emaki_YOKOBUEεπιστολή, ότι υπάρχει κάτι που αξίζει α βρεις τις λέξεις να το πεις, του έδινε κάθε φορά τη δύναμη να γυρίσει στο σπίτι. Ακριβώς αυτή η αίσθηση πως η ζωή που θα άξιζε μπορεί να βρίσκεται αλλού και άλλοτε τον έκανε να γράψει: Δε θα ’πρεπε να είχα γεννηθεί ετούτον τον αιώνα, στα όνειρά μου ζω παντοτινά σε άλλες εποχές, σε άλλες πίστεις, σε άλλες ηθικές.

Η Τύχη του έφερε στο δρόμο του τον άγγλο τυπογράφο Γουώτκιν που του στάθηκε πατρικά και τον έφερε σε επαφή με τη γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία ενώ τα ασιατικά περίπτερα του προσέλκυσαν την  προσοχή στην Παγκόσμια Βιομηχανική Έκθεση του 1884 σε σημείο να του γράψει: Φτάνει κάποτε μια μέρα που νιώθεις ότι για να ζήσεις οφείλεις ν’ αποφασίσεις – όποιο κι αν είναι έπειτα το αποτέλεσμα – να τινάξεις για πάντα απ’ τα παπούτσια σου τη γνώριμη σκόνη του τόπου. Ακολούθησαν δυο χρόνια στην Μαρτινίκα και η αναχώρηση από το Βανκούβερ με το πλοίο Αβυσσηνία για τη Γιοκοχάμα· η Ιαπωνία θα γινόταν εις το εξής ο κόσμος του.

Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα σαν το οριστικάkwaidan_18 =  Butterflies διαμορφωμένο άτομο, τη σταθερή προσωπικότητα. Υπάρχει μόνο η φαντασματική παρουσία, το ένα φάντασμα διαδέχεται το προηγούμενο, σαν το ένα κύμα πίσω από το άλλο στη Στοιχειωμένη Θάλασσα της Γέννησης και του Θανάτου. [σ. 61]

Ο Χερν δεν αντιμετώπισε την χώρα με τη γνωστή δυτική έπαρση και το ορθολογικό ή χρησιμοθηρικό πνεύμα αλλά με απεριόριστο σεβασμό και αγάπη. Οι συνθήκες ζωής και πάλι δεν ήταν εύκολες: ο βαρύς χειμώνας της βορειοανατολικής επικράτειας που σαρωνόταν από τους ανέμους της Σιβηρίας, το παγωμένο ξύλινο σπιτάκι, η χυδαιότητα της άσχημης Νέας Ιαπωνίας, όλα έμοιαζαν εμπόδια στην ψυχική του ηρεμία. Όμως και πάλι χάρη στην επιμονή του οργάνωσε τη νέα του ζωή, άρχισε να εργάζεται ως καθηγητής σε κολλέγιο και αργότερα σε πανεπιστήμιο, έφτιαξε οικογένεια και αφοσιώθηκε στη γραφή.

5_Ο παραδοσιακός ιαπωνικός πολιτισμός υπήρξε το βασικό αντικείμενο των γραπτών του, παράλληλα με τη γενικότερη πνευματική απόρριψη του δυτικού κόσμου. Η παντελής έλλειψη ατομικότητας που χαρακτήριζε τον πνεύμα της Ιαπωνίας ακριβώς τον αποθάρρυνε από την συγγραφή μυθιστορήματος, εφόσον έκρινε πως δεν μπορεί να υπάρξει μυθιστόρημα σε μια κοινωνία όπου η ίδια η έννοια του ατόμου είναι κάτι άγνωστο και ασυμβίβαστο με τις θεμελιώδεις ηθικές και θρησκευτικές της πεποιθήσεις της· κάθε απόπειρα μυθιστορηματικής απόδοσης της πραγματικότητας της Άπω Ανατολής θα αποτελούσε καθαρό εξωτισμό.

Στο μυαλό του Ιάπωνα το ιδεόγραμμα είναι ζωντανή εικόνα: ζει, μιλάει, χειρονομεί. Όλος ο χώρος του ιαπωνικού δρόμου πλημμυρίζει από αυτούς τους ζωντανούς χαρακτήρες· μορφές που κλαίνε στα μάτια των περαστικών, λέξεις που χαμογελούν ή μορφάζουν σαν πρόσωπα. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράδοξο, ακριβώς λόγω αυτής της παράξενα προσωπικής, έμψυχης, εσωτεριστικής πλευράς της ιαπωνικής γραφής, που υπάρχουν θαυμάσιοι μύθοι γύρω από την καλλιγραφία. [σ. 46]

hearn_1Ο ανθολόγος επέλεξε τα κείμενα με τέτοιο τρόπο ώστε να καλυφθούν όλες οι πτυχές του συγγραφικού έργου: από παράδοξες ιστορίες από την μεσαιωνική Ιαπωνία μέχρι δοκίμια για την ιαπωνική εμπειρία. Ιστορίες με βρυκόλακες, φαντάσματα, πολέμαρχους αλλά και διάφορους θρύλους εναλλάσσονται με προσωπικές εμπειρίες και εντυπώσεις, όπως για την μαγευτική μορφή των τελετών που διέπουν και την παραμικρή εκδήλωση της ιαπωνικής ζωής. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο Χερν διασκευάζει παλιούς μύθους, όπως στον Θρύλο του Κουασίν Κότζι που ενέπνευσε και μια νουβέλα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Στη δική του απόδοση ο διασωθείς ήρωας είναι κάποιος που μπορεί και μιλάει για τη ζωγραφική με τη σιγουριά εκείνη που σου επιτρέπει μια άλλη έστω μύηση στη Μεγάλη Τέχνη· την Τέχνη εκείνη δηλαδή που καταργεί τα όρια πραγματικότητας και εικόνας, που μπορεί να παρουσιάζεται στους θεατής της κάθε φορά κι αλλιώτικη ανάλογα με το τίμημα που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν. «Οι μεγάλοι πίνακες», θα πει  Κουασίν Κότζι, «διαθέτουν την προσωπική τους θέληση. Μπορεί να μην αποδεχτούν να απαρνηθούν το δημιουργό ή το νόμιμο κάτοχό τους». [σ. 67]

3Η ιστορία της Κιμίκο αποτελεί μια περίτεχνη ψυχογραφία της γιαπωνέζας και του απροσπέλαστου των ψυχικών της θαλάμων. Στο δοκιμιακό Ένας συντηρητικός ο συγγραφέας επιλέγει να μιλήσει για την Ανατολή μέσα από την εμπειρία ενός Ιάπωνα που περιπλανήθηκε στη Δύση και καταφέρεται με οργή κατά του προσηλυτισμού των ιεραποστόλων, αυτής της αιχμής της δυτικής επιθετικότητας. Όπως έγραψε κάποτε στον Γουώτκιν, Όσο κι αν ξέρω ότι δεν είμαι μεγαλοφυία, ελπίζω πάντα να υπηρετήσω κάποια μέρα τη λογοτεχνία, να προσφέρω κι εγώ έναν μικρό κόκκο ομορφιάς στο πελώριο οικοδόμημά της.

Εκδ. Ινδικτος, 2008 [Γ΄ έκδοση], εισαγωγή – μετάφραση: Σωτήρης Χαλικιάς, σελ. 381. Εκτός από την εκτενή και πληρέστατη εισαγωγή περιλαμβάνονται 60 σημειώσεις και βιβλιογραφία με το έργο του Λευκάδιου Χερν, μεταθανάτιες εκδόσεις, μεταφράσεις από τα Γαλλικά, μεταθανάτιες συλλογές μεταφράσεων από τα Γαλλικά, διασκευές από τα Ιαπωνικά, βασική βιβλιογραφία για τον συγγραφέα και ελληνικά δημοσιεύματα για τον συγγραφέα.

19
Ιαν.
14

Ανταίος Χρυσοστομίδης – Οι κεραίες της εποχής μου, ΙΙ

Οι 1διάλογοι της γονιμότητας

Νομίζω ότι το θέμα της ηθικής ξαναγίνεται σημαντικό για την λογοτεχνία. Αν θελήσεις να αναλύσεις την ιστορία του Κάιν και του Άβελ, ή την Άλκηστη του Ευρυπίδη, ή τις ιστορίες του Φόκνερ και του Ντοστογιέφσκι, από ηθική και μόνο άποψη, θα ανακαλύψεις ένα σωρό πράγματα. […] Συ συνέχει η λογοτεχνία σιγά σιγά εγκατέλειψε τα ερωτήματα περί ηθικής, αφήνοντας τη διαχείρισή τους στην τηλεόραση και στους δημοσιογράφους. Η σύγχρονη λογοτεχνία προχώρησε στα χωράφια της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης, εγκαταλείποντας ένα πεδίο στο οποίο είχε διακριθεί ιδιαίτερα: το να βάζει ηθικά διλήμματα. Δεν μιλώ για συμπεράσματα ή για διδάγματα, μιλώ για διλήμματα [σ. 156]….

…λέει ο Αβραάμ Γεοσούα, ένας εκ των τριών αλλά τόσο διαφορετικών φιλειρηνιστών συγγραφέων του Ισραήλ. Όσον αφορά την αδυναμία επίτευξης ειρήνης στην περιοχή, ο Γεοσούα θεωρεί υπεύθυνους τους Εβραίους της Δύσης και φυσικά με το εβραϊκό λόμπι των ΉΠΑ (φανατικότερο των πλέον φανατικών Ισραηλινών) που δεν δέχονται καμία συζήτηση για συμβιβασμό με τους Παλαιστίνιους, τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες που ψηφίζουν υπερδεξιά κόμματα και τις ήρεμες ευρωπαϊκές δημοκρατίες που μέσα στην ασφάλειά τους αλλά και το μίσος για την διαφορετικότητα κάνουν μαθήματα στους διαφορετικούς. Η έννοια του Εβραίου, άλλωστε, είναι μια θρησκευτική έννοια που δεν τον καλύπτει, όπως άλλωστε δεν αποκαλεί τους Έλληνες Χριστιανούς αλλά Έλληνες.

7 - kurkovΑνεπιθύμητος από τους Ρώσους (επειδή επιμένει να ζει στην Ουκρανία) και τους Ουκρανούς (επειδή προτιμά να γράφει στα ρώσικα) ο εξαιρετικός «μετασοβιετικός» συγγραφέας Αντρέι Κούρκοφ μειδιά καθώς χειρίζεται καλά το παράδοξο και το μαύρο χιούμορ στην λογοτεχνία του, εφόσον το έχει γνωρίσει τόσο καλά στα δυο καθεστώτα που έζησε, συγκρίνοντας τους παραλογισμούς τους. Ούτως η άλλως δεν θεωρεί ότι η λογοτεχνία είναι ο κατάλληλος χώρος για να επιδεικνύει κανείς την εθνική του αφοσίωση. Η δική του ιστορία κι αν είναι μυθιστορηματική: αυτοέκδοση, πώληση των βιβλίων του σε πάγκους, αναπάντεχη προστασία από την ρώσικη μαφία. Ο συγγραφέας και αναπολεί μια εποχή όπου η φιλία σήμαινε κάτι και θεωρεί ως καθήκον του να προκαλεί αντιδράσεις με αυτά που γράφει.

8 MassimoCarlottoΑναμφίβολα η πιο ταραγμένη προσωπική ιστορία είναι εκείνη του Μάσιμο Καρλότο, που συνελήφθη το 1976 ενώ περνούσε από μια πολυκατοικία όπου πριν από λίγο είχε δολοφονηθεί μια γυναίκα. Ο συγγραφέας ενοχοποιήθηκε εξαιτίας της συμμετοχής του στην «επαναστατική» Λότα Κοντίνουα, στα μολυβένια εκείνα χρόνια της τρομοκρατίας και της αστικής παρακμής αλλά διέφυγε στην Γαλλία, που τότε καλοδεχόταν τους Ιταλούς αριστεριστές που αντιμετώπιζαν προβλήματα με την δικαιοσύνή (βλ. Τόνι Νέγκρι), και κατόπιν στο Μεξικό και στη Νικαράγουα προτού επιστρέψει και διαπιστώσει έκπληκτος πως δεν τον κυνηγούσε κανείς. Η επιμονή του όμως να τελειώσει με το θέμα της δίωξης τον οδήγησε στη φυλακή, όπου αποφάσισε να γίνει συγγραφέας, να ειρωνευτεί τον εαυτό του στο πρώτο του βιβλίο Φυγάς και να συμφωνήσει, μαζί με τους υπόλοιπους μεσόγειους νουαρίστες πως τα εγκλήματα αποτελούν συνέπεια της παγκοσμιοποιημένης λογοτεχνίας. Αναθεωρώντας τις επαναστατικές πρακτικές του παρελθόντος του ο Καρλότο βρήκε ένα νέο πεδίο πολιτικής δράσης πάνω σε μια αστυνομική λογοτεχνία που θα συνδύαζε την κοινωνικοπολιτική κριτική με την δημοσιογραφική έρευνα.

9 - sebastian barryΕίναι μια μορφή ειλικρίνειας να ανατρέχεις σε μια ιστορική περίοδο. Να λες: αυτή είναι η ηρωική αφήγηση, η επίσημη ιστορία· ακούστε όμως τι πραγματικά συνέβη. Αδέρφια που ξεκοιλιάζονται μεταξύ τους, σφαγές που συγκαλύπτονται. Όταν γεννιέται ένα κράτος, κανείς δεν μιλά για όλα αυτά. Σήμερα όμως, χρόνια μετά, είναι σημαντικό να πάμε πίσω. Να δούμε πραγματικά το πρωτόγνωρο τίμημα που πληρώσαμε. Να δούμε πώς γίναμε αυτό το εξαιρετικά περίπλοκο πράγμα που είμαστε σήμερα… λέει ο Σεμπάστιαν Μπάρυ για την λογοτεχνία του που αναζητά μεταξύ άλλων την ιρλανδική ταυτότητα αλλά και μια ευρύτερη ιστορική αλήθεια. Σε σχέση με την λογοτεχνική δημιουργία, ο συγγραφέας έγκαιρα αντιλήφθηκε πως οι Ρωμαίοι έγραφαν τηλεοπτικά δράματα πριν καν υπάρξει τηλεόραση, επομένως δεν υπήρχε τίποτα καινούργιο να κάνεις, παρά να πάρεις το παλιό και να το κάνεις καινούργιο, όπως έλεγε ο Έζρα Πάουντ. Η λατινική και η μεγάλη αγγλική λογοτεχνία του παρείχαν τα ιδανικά εφόδια, ενώ οι αφηγήσεις των συγγενών του αποτέλεσαν την πνευματική του τράπεζα.

6 loboantunesΗ συγκλονιστικότερη ίσως συνομιλία γίνεται με τον εξαιρετικό πορτογάλο συγγραφέα Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, που έζησε ως στρατιώτης και γιατρός την Αγκόλα. Ο συγγραφέας ανατράφηκε από έναν πατέρα μοναρχικό και φασίστα, υποστηρικτή της δικτατορίας, που δεν διάβασε ποτέ στη ζωή του – κι έτσι στράφηκε στο κομουνιστικό κόμμα, για να υποστεί και από εκεί το τρομερό σοκ της πλήρους έλλειψης δημοκρατίας και των άνωθεν διαταγών. Τελικά έμαθε πολύ περισσότερα για τη δημοκρατία από τον στίχο του Λαφοντέν ένας σκύλος μπορεί κάλλιστα να κοιτάξει έναν επίσκοπο παρά μέσα στο κόμμα, ενώ η πολιτική του συνείδηση αναπτύχθηκε μέσα στις τραγικές εμπειρίες της πορτογαλικής αποικιοκρατίας στην Αγκόλα, την πλουσιότερη χώρα της Αφρικής με τον φτωχότερο λαό. Σύμφωνα με τις μυστικές διαταγές που δεχόταν ο στρατός του, στα ναρκοπέδια όφειλαν να στέλνουν πρώτα τους στρατιώτες και μετά τα φορτηγά φορτηγά Μερσεντές, που ήταν πολύ ακριβά ενώ οι νεκροί θα κόστιζαν λιγότερο. Ο συγγραφέας εξομολογείται τις σκέψεις και τις αντιδράσεις του στην είδηση πως έχει καρκίνο και την αίσθηση πως του πήραν την αιωνιότητα, καταλαβαίνοντας την Μαρία Αντουανέτα που πάνω στο ικρίωμα ζήτησε απ’ τον δήμιο άλλο ένα λεπτό, αλλά και το πόσο η βία και ο πόλεμος εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα του, άρα και στα βιβλία του.

4 Sarah-WatersΌ,τι είναι ο Άλαν Χόλινγκερστ για την αντρική ομοερωτική λογοτεχνία είναι και η Σάρα Ουότερς για την γυναικεία, γράφει ο Ανταίος Χρυστοστομίδης βρίσκοντάς μας απόλυτα σύμφωνους όσον αφορά τους δυο εξαιρετικούς συγγραφείς που διεκδικούν την αντισυμβατική και αντιρατσιστική εμπλοκή του αναγνώστη. Η συγγραφέας συζητάει για τις αλλαγές της βρετανικής κοινωνίας όσον αφορά το θέμα, από την εποχή που ο Ε.Μ. Φόρστερ κλείδωνε στο συρτάρι το Μωρίς για να κυκλοφορήσει μετά θάνατον μέχρι το 1980 περίπου, όπου φωνές όπως του Χόλινγκερστ ή της Ζέιντι Σμιθ άρχισαν να γράφουν με διαφορετικό τρόπο γύρω από το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Η Ουότερς αναζητάει ανάλογα βιώματα ακόμα και στις πιο δύσκολες ιστορικές περιόδους, όπως στα χρόνια του πολέμου, όπου πολλές γυναίκες έζησαν συναρπαστικά ακριβώς επειδή οι συνθήκες οδηγούσαν στην απόρριψη μιας σειράς συμβατικών υποχρεώσεων, όπως περιγράφει και στο βιβλίο της Ξαγρυπνώντας:

5 - hollinghurst_Στη διάρκεια του πολέμου οι κοινωνικοί κανόνες είχα χαλαρώσει. Ο κόσμος έβλεπε ότι μπορούσε να πεθάνει από στιγμή σε στιγμή. Ζούσε λοιπόν έντονα την κάθε στιγμή. Υπήρχε ένα είδος ελευθερίας στον πόλεμο που σίγουρα ωφέλησε τους ομοφυλόφιλους. Υπήρχε μια κινητικότητα που ήταν χαοτική αλλά και λυτρωτική. Μόλις επανήλθε η ειρήνη, το φαινόμενο αυτό ξεθύμανε. Υπήρξε επιστροφή στην οικογενειακή ζωή και περιορισμός των άλλων δυνατοτήτων.

Όπως γράψαμε και στο κείμενο για τον πρώτο τόμο των Κεραιών, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης και αυτή τη φορά αποδεικνύεται εύγλωττος οδηγός στον κόσμο των λογοτεχνών, απαραίτητος εισηγητής του έργου τους κι ένας διόλου εύκολος συνομιλητής που θέτει πάντα τις πιο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις, οδηγώντας όλες τις συζητήσεις σε απόλυτα γόνιμους και απολαυστικούς διαλόγους. Οι υπόλοιποι συγγραφείς: Σέσαρ Άιρα, Κάντερ Άμπντολάαχ, Αλάα Αλ-Ασουάνι, Ενρίκε Βίλα-Μάτας, Ίρβιν Γιάλομ, Νταβίντ Γκρόσμαν, Ουμπέρτο Έκο, Πέτερ Εστερχάζι, Τζέφρι Ευγενίδης, Πίτερ Κάρεϊ, Εδγάρδο Κοζαρίνσκι, Τζόναθαν Κόου, Ντόνα Λεόν, Αμίν Μααλούφ, Χένινγκ Μάνκελ, Χαβιέρ Μαρίας, Χέρτα Μύλερ, Λεονάρδο Παδούρα, Άννι Πρου, Ίαν Ράνκιν, Αντόνιο Σκάρμετα, Γκράχαμ Σουίφτ, Τούμας Τράνστρεμερ, Ντανιέλ Τσαβαρία και Περ Βέστμπεργκ.

Πλήρης τίτλος: Οι κεραίες της εποχής μου, ΙΙ. Ταξιδεύοντας με άλλους 30+1 διάσημους συγγραφείς απ’ όλο τον κόσμο. Εκδ. Καστανιώτη, 2013, σελ. 638.

Στις εικόνες: Andrey Kurkov, Massimo Carlotto, Sebastian Barry, Antonio Lobo Antunes, Sarah Waters, Alan Hollinghurst.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr υπό τον τίτλο: Βιβλιοπανδοχείο 144/Suspicious Minds.




Ιανουαρίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 998.106 hits

Αρχείο

Advertisements