Αρχείο για Αύγουστος 2014

30
Αυγ.
14

Το Δέντρο, τεύχος 199 – 200 (Ιούλιος 2014)

ΔΑφιέρωμα: 1914. Οι συγγραφείς και ο πόλεμος

Η αφορμή δίνεται με την συμπλήρωση ενός αιώνα από την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου και μπροστά στον μεγάλο όγκο των λογοτεχνικών και άλλων κειμένων, το περιοδικό επέλεξε να συγκεντρώσει ορισμένα που αποτυπώνουν την ατμόσφαιρα του αδιανόητης εκείνης σύρραξης. Έτσι η μυθοπλασία, η ποίηση, το δοκίμιο, το χρονικό, η μαρτυρία, η ημερολογιακή καταγραφή και η ιστορική ανάλυση φωτίζουν αναρίθμητες πλευρές της σύγκρουσης που σφράγισε την παγκόσμια συνείδηση.

Ήταν απόλυτα φυσικό ένα τέτοιας πρωτοφανούς κλίμακας γεγονός να επηρεάσει και την λογοτεχνία, που επιχείρησε με νεωτερικά εκφραστικά εργαλεία να στοιχειοθετήσει την εμπειρία ώστε να την κάνει κατανοητή, κάποτε και καθαρτική μέσα από την τραγικότητά της. Η πολεμική λογοτεχνία είναι ένα πεζογραφικό σώμα που αντλεί πρωτογενές υλικό από τα πεδία των μαχών και δευτερευόντως από την εμπειρία της επιστροφής των πολεμιστών στο σπίτι τους ή ακόμα από τους απόηχους πίσω στις ειρηνικές ζωές, γράφει ο Μιχάλης Μοδινός στο κείμενό του για την σχέση του με το βιβλίο του ΄Εριχ Μαρία Ρεμάρκ Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο. Πρόκειται για το αρχετυπικό σχετικό έργο που παραμένει στην κοινή συνείδηση ίσως περισσότερο και από έργα συγγραφέων όπως ο Ντος Πάσος, ο Χέμινγουεϊ, ο Σλείν, ο Πάστερνακ, ο Κλοντ Σιμόν, ο Γιόζεφ Ροτ, ο Γιάροσλαβ Χάσεκ, ο Άπτον Σίνκλερ και πολλοί σύγχρονοί μας. Σε αυτό το αντιηρωικό και αντιπολεμικό μυθιστόρημα δεν είναι οι εχθροπραξίες, η περιπέτεια ή οι προσωπικές πράξεις ανδρείας που κυριαρχούν αλλά η ψυχολογία των πρωταγωνιστών, η αφόρητη πλήξη της ζωής στα χαρακώματα, η καθημερινή φρίκη, το ξερίζωμα του ανθρωπισμού, το τυχαίο της ύπαρξης.

1916, archivo de guerraΑπό τις πιο ενδιαφέρουσες και γενικά λιγότερο διαβασμένες αφηγήσεις από τον πόλεμο αποτελούν εδώ οι ημερολογιακές και άλλες διηγήσεις συγγραφέων από τις πρώτες του ημέρες. Ο Στέφαν Τσβάιχ τις έζησε στις οικογενειακές διακοπές στο Λε Κοκ, μια μικρή λουτρόπολη κοντά στην Οστάνδη. Εκεί βασίλευε η ξεγνοιασιά και ήταν συγκεντρωμένες ειρηνικά ένα σωρό εθνικότητες. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή που νομίζω θα θυμάμαι για καιρό, ο συγγραφέας καθόταν σε κάποιο καφενείο με μερικούς φίλους όταν μια ομάδα στρατιωτικών πέρασε από μπροστά τους με το πολυβόλο της που το έσερνε ένας σκύλος. Κάποιος από την παρέα σηκώθηκε να το τον χαϊδέψει αλλά ο αξιωματικός δυσαρεστήθηκε, γιατί φοβήθηκε ότι τέτοιου είδους χάδια σ’ ένα όργανο του πολέμου θα έθιγαν ίσως την αξιοπρέπεια του στρατεύματος. [μτφ. Τάκης Μενδράκος]

115 Erich Maria Remarque All Quiet on the Western Front Lion Books 1Μια ανάλογη ατμόσφαιρα γαλήνης, που μοιάζει πιο εφιαλτική αν σκεφτεί κανείς ότι περιγράφεται μεσούντος του πολέμου καταγράφει η φλαμανδή πεζογράφος Βιργινία Λόβελινγκ στο ημερολόγιο που κρατούσε με κίνδυνο της ζωής της στην κατεχόμενη Γάνδη σε όλη τη διάρκεια του πολέμου: 1916, Κυριακή 2 Απριλίου: Ο πιο όμορφος καιρός του κόσμου. Όλοι βγήκαν έξω. Όλα είναι τόσο ήσυχα, τόσο γαλήνια. Αν κάποιον δεν ήξερε τι συμβαίνει, δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι βρισκόμαστε στην κατεχόμενη και εμπόλεμη ζώνη, ότι είμαστε αιχμάλωτοι στην ίδια μας την πόλη. [μτφ. Νάντια Πούλου]. Ένας συλλογισμός άξιο ανθολογίας διασώζεται στο μικρό κείμενο του Γιόζεφ Ροτ Παρασκευή απόγευμα στη Λέσχη Αξιωματικών. Ο συγγραφέας βρίσκεται εκείμαζί με τον αδελφό του κι έναν φίλο του που έχουν ήδη καταταγεί και είναι ο μόνος που αναγνωρίζει τα σημάδια του θανάτου στα ανέμελα, αν όχι χαρούμενα πρόσωπά τους.

Και παρ’ όλο που βρίσκονταν ακόμη στα τραπέζια τους ζωντανοί και υγιείς, πίνοντας σναπς και μπύρα, παρ’ όλο ακόμη που υποκρινόμουν ότι συμμετείχα στους ανόητους αστεϊσμούς τους, ένιωθα σαν γιατρός ή νοσοκόμος που βλέπει τον ασθενή του να πεθαίνει, και χαίρεται γιατί ο ετοιμοθάνατος δεν έχει συνείδηση αυτού που επέρχεται. / Κι όμως, καθώς η ώρα περνούσε….άρχιζα να νιώθω δυσάρεστα, όπως ίσως αισθάνονται τόσοι γιατροί και νοσοκόμοι, όταν, αντιμετωπίζοντας το θάνατο και την ευφορία του ετοιμοθάνατου, διερωτώνται αν θα ήταν καλύτερο να αποκαλύψουν στον απερχόμενο του τέλος του, ή να θεωρήσουν ως εύνοια το γεγονός ότι θα φύγει χωρίς να υποψιαστεί τίποτα […]

ErnstTollerΟ Ελίας Κανέτι περιγράφει την τραυματική εμπειρία της επίθεσης εναντίον της μητέρας τους, του ίδιου και του αδελφού του από μια εχθρική μάζα, ο Έρνστ Τόλερ γράφει για την φρούδα ελπίδα των πρώτων ωρών ότι ο πόλεμος θα μείνει υπόθεση μεταξύ Αυστρίας και Σερβίας, ο Ρομέν Ρολάν γράφει ανοιχτή επιστολή προς τον γερμανό νομπελίστα Γκέρχαρτ Χάουπτμαν στην οποία καλεί τη γερμανική διανόηση να εναντιωθεί στον πόλεμο. Έρνστ Γιούνγκερ, Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Αντρζέι Στάσιουκ, Ζίγκμουντ Φρόιντ Τόμας Μαν, Κάθριν Μάνσφιλντ, Ρόμπερτ Μούζιλ, Ζίγκμουντ Φρόιντ, Νικολάι Στεπάνοβιτς Γκουμιλιόφ, Μίροσλαβ Κρλέζια, Γιάννης Ευσταθιάδης και οι ποιητές Ζίγκρφιντ Σασούν, Γουίλφρεντ Όουεν καταθέτουν τις δικές τους λέξεις για τον αποτρόπαιο πόλεμο.

Ο Ανδρέας Αποστολίδης γράφει για τον Άρθουρ Κόναν Ντόυλ και την σχέση του με τον πόλεμο (που υποστήριξε αλλά και στον οποίο έχασε τον γιο του), η Πόλυ Χατζημανωλάκη εξετάζει «το τραύμα του πολέμου και τους δρόμους της λογοτεχνίας στην Κυρία Νταλογουέι της Βιρτζίνια Γουλφ», η Άννα Κουστινούδη ερευνά την αγγλική ποιητική παραγωγή για τον Μεγάλο Πόλεμο, ο Μάνος Στεφανίδης παρατηρεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μνημείο της Κέτε Κόλβιτς για τον αδικοχαμένο γιο της, ο Γιάννης Δούκας πλοηγείται στα σχετικά ψηφιακά ύδατα. Σ’ ένα δεύτερο σώμα κειμένων, ιστορικοί, ερευνητές και διπλωμάτες [Κρίστοφερ Κλαρκ, Σέρτζιο Ρομάνο, Θάνος Βερέμης, Μάρκος Καρασαρίνης, Έλλη Λεμονίδου, Γιώργος Κόκκινος κ.ά.] καταθέτουν τα δικά τους επιστημονικά κείμενα.

1_5_160309_163121_3Ένα από τα συγκλονιστικότερα κείμενα ανήκει στον Μπλεζ Σαντράρ και προέρχεται από το βιβλίο του Το κομμένο χέρι, που αναφέρεται στην προσωπική εμπειρία του στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου κατατάχτηκε ως ξένος (ελβετός) εθελοντής στον γαλλικό στρατό και έχασε το δεξί του χέρι στη μάχη. Αναρχικός και ελευθερόφρων, καταγγέλλει την ανικανότητα και τη δειλία του επιτελείου, των αξιωματικών και των γραφιάδων της στρατιωτικής διοίκησης που κρύβονται στα μετόπισθεν και γεμίζει το κείμενό του με αστεία και τρυφερά ανέκδοτα αλλά και συγκινητική πρόζα για τους ξεχασμένους νεκρούς ή ζωντανούς των χαρακωμάτων:

Σπεύδω να πω ότι αυτός ο πόλεμος δεν είναι όμορφος και πως, κυρίως ό.τι βλέπουμε όταν εμπλεκόμαστε σε αυτόν, ένας άνδρας χαμένος στη σειρά, ένας αριθμός μητρώου ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλους, είναι κάτι πολύ ανόητο και δεν φαίνεται να υπακούει σε κανέναν συνολικό σχέδιο αλλά στην τύχη. […] Δεν έχουμε απόσταση για να κρίνουμε και χρόνο να αποκτήσουμε γνώμη. […] Πού είναι η στρατιωτική τέχνη εδώ; [μτφ. Veronique Maire] [σελ. 192].

Στις εικόνες: Stefan Zweig [1916], Ernst Toller, Blaise Cendrars.

Advertisements
28
Αυγ.
14

Πιερ Μισόν – Ρεμπώ ο γιός

ΑναφέροMichonυμε ότι η Βιταλί Ρεμπώ, το γένος Κυΐφ…αυτή είναι αρχή αλλά και ο τίτλος του πρώτου από τα επτά κεφάλαια μιας ιδιαίτερης, διαφορετικής βιογραφίας· της εξιστόρησης του βίου ενός γιου που έγινε ποιητής αλλά και ενός ποιητή που υπήρξε γιος. Από τις πρώτες του λέξεις ο Μισόν γράφει τι «γνωρίζουμε» και τι «δεν γνωρίζουμε» υποσκάπτοντας κάθε παραδεδομένη αλήθεια και αναζητώντας κάθε απαράδοτη πτυχή του Ρεμπώ. Ας πούμε, τι ξέρουμε για τον ελαφρόμυαλο λογαχό πατέρα του; Ότι έγινε ολοζώντανός ένα φάντασμα, στο πουργατόριο των μακρινών φρουρίων όπου δεν υπήρξε πάρα ένα όνομα». Και τι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε; Αν με το δίκιο του εγκατέλειψε τη ζοφερή ύπαρξη του γιου για να μην παρασυρθεί στο ζόφο της ή αν εκείνη έγινε τόσο ζοφερή εξαιτίας της αναχώρησής του. Είναι από την αρχή φανερό πως όλες αυτές οι λέξεις των πιθανοτήτων και των [μη] εικασιών θα έχουν την πλέον πυκνή και ποιητική εκφορά. Μισόν είναι αυτός!

Ο νεαρότατος Ρεμπώ είχε εξαρχής μια ζωντανήarthur-rimbaud01 ελκτικότητα για το αρχαίο παιχνίδι των στίχων· από τρυφερή ηλικία δοκίμαζε στίχους στα γαλλικά και τα λατινικά, με σύμπλεκτες την οργή και την ευσπλαχνία, έτοιμες να σκάσουν σαν πυροτέχνημα στα χέρια του. Κάλυπτε ολόκληρες σελίδες διατετραγωνισμένες ενώ στεκόταν αποστασιοποιημένος μπροστά στο φωτογράφο ο οποίος εκείνες τις εποχές «έμπαινε κάτω από μια μαύρη κουκούλα, για να μηχανευτεί το μέλλον από το παρελθόν». Μα στην ζωή εκείνης της εποχής ήταν οι ζωγράφοι που εμπορεύονταν τον χρόνο φτιάχνοντας τα πορτρέτα των ανθρώπων (άρα και των συγγενών του ποιητή) και όχι ακόμα τα άλατα του αργύρου στο μαύρο θαυματουργό κουτί του φωτογράφου.

5Στην πρώτη στροφή θα τον περίμενε ο Κανόνας και ροκάνι της δοκιμασίας θα αποτελούσε ο δωδεκασύλλαβος της γαλλικής, με όλες του τις πανουργίες. Μέσα στην σχολική αίθουσα θα έχει δάσκαλο – ποιητή τον Ζωρζ Ιζαμπάρ, «έναν από τους ανθρώπους εκείνους χάρη στους οποίους ο κόσμος μπορεί να διαρκεί, για τους οποίους το κακό είναι αλλού, πάρα πολύ κοντά αλλά έξω, πανταχού παρόν αλλά ιάσιμο, από τους ανθρώπους εκείνους παλαιάς κοπής», κάποιος που αν …

… τον είχες ρωτήσει τι κατά τη γνώμη του ήταν η ποίηση, θα αποκρινόταν χωρίς άλλο κοκκινίζοντας, σαστίζοντας, βγάζοντας ίσως τα γυαλιά του για να τα σκουπίσει απ’ το θάμπωμα μRimbaud_by_COVOε το μαντήλι του, και μάλλον κοιτώντας έξω από το παράθυρο παρά εσένα, θα αποκρινόταν θρασύς και πανικόβλητος ότι ήταν μια υπόθεση της καρδιάς χάρη στην οποία η γλώσσα στολίζεται σαν νύφη ή από τον Μπωντλαίρ και ύστερα τα μάτια της φτιασιδωμένα, συφιλιδική, αλλά επιφανής και λαμπροστόλιστη, σαν επηρμένη πόρνη…[σ. 30]

Στο άλλο άκρο η μητέρα του Βιταλί, έκβλητη από την υική στοργή, αποκλεισμένη και χλευασμένη, εξαφανίζεται από την σύναξη των ορατών υπάρξεων και καταφεύγει εντελώς μέσα στο γιο της, στην σκοτεινή εκείνη κρύπτη όπου δεν έχουμε συνείδηση των πράξεών μας. Και στην επόμενη ιστορία, ο παρνασσιστής και συμβολιστής Τεοντόρ ντε Μπανβίλ, στον οποίο ο έφηβος Ρεμπώ έστειλε στίχους γεμάτους από θηριώδη φιλοδοξία, δεινότητα ή εργασία, από εκείνο το δαιμόνιο, εκτός αν ήταν…

Rimbaud_in_Harar [Ethiopia]… η υπερφυσική εκείνη ιδιότητα η οποία δεν εκδηλώνεται ποτέ καθαυτή, γύρω από το κεφάλι του ανθρώπου ή μέσα στο σώμα του ζωντανή και ορατή, ούτε φωτοστέφανο, ούτε αλκή, ούτε ομορφιά, ούτε νεότητα, αλλά που εκδηλώνεται ωστόσο σε μηδαμινά αποτελέσματα και την εξακριβώνουμε στην τελειότητα μικρών κομματιών οργανωμένης γλώσσας περισσότερο ή λιγότερο μακροτενών, γραμμένων μαύρο πάνω σε άσπρο. Ξέρουμε ότι τα κομμάτια αυτά είναι εν γένει μηδαμινά. Ποτέ δεν ξέρουμε αν είναι τέλεια, εμείς που τα διαβάζουμε, ή αν στην παιδική μας ηλικία μας το σφύριξαν ότι ήσαν τέλεια, κι εμείς με τη σειρά μας το σφυρίζουμε σε άλλους χωρίς τέλος· εκείνος που τα γράφει δεν το ξέρει περισσότερο, μάλλον λιγότερο, δεν το ξέρει παρά τη στιγμή που ζευγαρώνει τους δωδεκασύλλαβους, τη στιγμή που συναρμόζοντας χωρίς περιχείλωση, σαν εγκοπή και τόρμος αναγαλλιάζουν τραχιά, κλειδώνουν μεταξύ τους με τον θριαμβευτικό κρότο των γνάθων, και τελείωσε·… [σ. 39 – 40]

La_tronche_à_machin_par_Ernest_DelahayeΑν λοιπόν υπάρχει το αόρατο εκείνο φωτοστέφανο που φημίζονται πως έχουν ορισμένοι στο κεφάλι τους και που μεταβιβάζεται σαν μόσχευμα από τους γεροντότερους στους νεώτερους, τότε ήταν ο Μπανβίλ εκείνος από τον οποίο το ζήτησε ο Ρεμπώ. Κι ύστερα, η ορμή προς την ζωή, η αμφιβολία αν πολέμησε μαζί με εκείνους της Κομμούνας, αν είχε την ευχαρίστηση ή την φρίκη να σημαδεύει με το τουφέκι του έναν πρόδηλο εχθρό ή το κακό αυτοπροσώπως, και ξανά στοχασμός και εικασίες πάνω στις φωτογραφίες, η είσοδος του Βερλαίν στην ιστορία, ο έρωτας «που έγινε βλαβερός όπως το συνηθίζει», οι δυο ποιητές κυνηγημένοι από τον συζυγικό παράδεισο στο σπίτι του Κρο ή στο Ξενοδοχείο των Ξένων, αψέντι και ανάθεμα, και στο τέλος ο αλληλοσπαραγμός γιατί οι χαρακτήρες τους ήταν «ιδανικά ενάντιοι όπως είναι ο ήλιος και το φεγγάρι», το μεθυσμένο καράβι που έγραψε σαν να επρόκειτο να πεθάνει, ο αποχαιρετισμός στην Ευρώπη…

Ένα michon 1πυκνό βιβλίο στον γνώριμο, ξέχειλο λογοτεχνικότητας λόγο του Μισόν, που διεκδικεί προσεκτική ανάγνωση λέξη τη λέξη, με μακριές, λεπτές προτάσεις, που κάποτε καλύπτουν και μια ολόκληρη σελίδα, με πλοκάμια υποπροτάσεων και παρεκβάσεων, αυτοαναφορικό και ποιητικό, γεμάτο χρονικές παλινδρομήσεις μέσα στη ζωή του ποιητή αλλά και μεταξύ του τότε και του συγγραφικού τώρα, μια ασφυκτική σύνθεση που προσπαθεί στις λιγότερες δυνατές σελίδες να χωρέσει όλες τις εποχές στην κόλαση, όλες τις φυγές και τις επιστροφές του, τα ποιήματά του μέσα του και τα ποιήματά του μέσα μας.

Εκδ. Ίνδικτος, 2013, μτφ. Ανθή Λεούση, σελ. 145 [Pierre Michon, Rimbaud le fils, 1991]. Στις  ασπρόμαυρες εικόνες ο Ρεμπώ στο Χαράρ της Αιθιοπίας και σχεδιασμένος από τον Ernest Delahaye [La Tronche à Machin, 1875].

22
Αυγ.
14

Σέρζι Πάμιες – Το στατικό ποδήλατο

1Στο σπίτι βλέπω ήρωες που έχουν σημαδευτεί από τους βασανιστές τους και, παρ’ όλα αυτά, χαμογελούν. Εξακολουθούν να συνωμοτούν. Κοιτάζουν την ντουλάπα κάθε φορά που κάποιος χτυπάει την πόρτα και η περιέργεια με κάνει να διαισθάνομαι πως τα όνειρα που κάνουν, οι ικανοποιήσεις που παίρνουν από τη δράση τους (δεν ξέρω ποια ακριβώς είναι, μόνο πως έχει να κάνει με μια επανάσταση που όλο επίκειται και αιωνίως αναβάλλεται) και η αίσθηση συντροφικότητας που μοιράζονται πρέπει να είναι πιο ισχυρά από όλα τα εμπόδια (σε αυτή την περίπτωση ο σκοπός δεν βρίσκεται στο ύψος των στρατευμένων σε αυτόν). Θέλουν να αποτελούν το παράδειγμα για κάτι (τη δίκαιη κατανομή του πλούτου, την κατάργηση των προνομίων…) και, χωρίς να το ξέρουν, το αποτελούν για κάτι άλλο (σθεναρότητα, στράτευση, γενναιοδωρία). [σ. 53]

Η παρούσα συλλογή διηγημάτων είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες των τελευταίων χρόνων. Απολαυστική στην ανάγνωση, προσκαλεί σε μια δεύτερη, ώστε να εξετάσεις πώς καταφέρνει αυτός ο δαιμόνιος ειρωνειογράφος και κατασκευάζει ένα ολόκληρο σύμπαν μέσα σε τρεις έως δεκαπέντε σελίδες. Μιλάμε για μικρές φόρμες ευφυέστατες, αποπλανητικές, συγκινητικές, αιφνιδιαστικές· συχνά ιδιαίτερα πυκνές, κάποτε με υποτυπώδη πλοκή αλλά υπερκινητική σκέψη, άλλοτε αποτυπώνουν μερικές οριακές στιγμές, άλλοτε συμπυκνώνουν την ιστορία μιας ζωής σε καίριες λέξεις. Πιστεύω ότι ο Πάμιες θα αποτελούσε απαραίτητο εγχειρίδιο στα εργαστήρια συγγραφής μικρής φόρμας και διηγήματος. Το βιβλίο έχει περάσει απαρατήρητο μέχρι σήμερα, ελπίζω η συνέχεια να είναι διαφορετική.

2Ο Πάμιες [γεν. Παρίσι, 1960, από ισπανούς γονείς] είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες συγγραφείς των καταλανικών γραμμάτων και της ισπανόφωνης λογοτεχνίας γενικότερα. Έχει γράψει μικρές και μεγαλύτερες αφηγήσεις, συλλογές διηγημάτων και μυθιστορήματα, ενώ έχει μεταφράσει στα καταλανικά έργα των Guilliaume Apollinaire, Jean – Philippe Toussaint, Agota Kristof κ.ά. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα της Βαρκελώνης La Vanguardia. Τι συμβαίνει λοιπόν πάνω, κάτω και γύρω από ένα Στατικό Ποδήλατο;

Andre de Loba - 014OrienteΣτην Βενζοδιαζεπίνη ο αφηγητής έχει κλείσει ραντεβού με τον ίδιο του τον εαυτό σε λίγες ώρες, έχοντας γνωριστεί και μιλήσει αρκετά στο chat, εκεί όπου ο διάλογος είναι απρόσκοπτος και τα ψεύδη αποδεκτά. Φυσικά αντιλαμβάνεται τα πλεονεκτήματα αυτού του τρόπου γνωριμίας σε αντίθεση με τον καθιερωμένο δια ζώσης: πρώτα μιλάς κι ύστερα βλέπεις το πρόσωπο του άλλου. Υπάρχει πάντα κάποια ανησυχία αλλά το χάπι του τίτλου βοηθάει στην καταπολέμησή της. Σε κάποια άλλα ραντεβού έδινε ψεύτικες περιγραφές του εαυτού του και στο τέλος έφευγε προτού εμφανιστεί, από το φόβο μιας εκατέρωθεν απογοήτευσης. Τώρα τουλάχιστο, όταν έρχεται ο ίδιος από μακριά, τον αναγνωρίζει αμέσως. Γεύονται μαζί την αποτυχία και αναπολούν τις γραπτές τους συνομιλίες. Αναρωτιέμαι: παίγνιο ειρωνείας, επήρεια χημείας, άσκηση γραφής ή αναπαράσταση μιας εκδοχής της πραγματικότητας;

3 - pamiesΟι Τέσσερις νύχτες αρχίζουν με ακαριαίο τρόπο. Ο αφηγητής συνελήφθη από τους γονείς του μετά από την παρακολούθηση των φελινικών notti di Cabiria. Πώς πλέκει το βιογράφημά του σε λίγες σελίδες; Πρώτα με την δική του πρόσληψη της ταινίας (το ασπρόμαυρο της οποίας τονίζει ακόμα περισσότερο την φωτογένεια της απελπισίας), ύστερα με την αναζήτηση εντός της όπου δεν μπόρεσε όμως να εντοπίσει τίποτα που να προοιωνίζει το πεπρωμένο του, πιο κάτω με ορισμένα βιογραφικά του σκηνοθέτη και τέλος, με μια απομυθοποιητική επίσκεψη στα στούντιο της Τσινετσιτά, ξέχειλη από ειρωνεία: ντεκόρ επιμελώς εγκαταλειμμένα προς ικανοποίηση της μυθομανίας των κινηματογραφόφιλων, υποχρεωτικές επισκέψεις βαριεστημένων μαθητών, ένας βιαστικός ξεναγός. Κι όμως, το διήγημα ολοκληρώνεται με ένα ωραίο εύρημα, σαν δήλωση πατρότητας και σύγχρονη παραβολή μαζί.

Στο νησί ο αφηγητής εξομοANDRE DA LOBA - LeerLara_Tandemλογείται τις περί αυτοκτονίας σκέψεις και προθέσεις του. Αναζητώντας ενημέρωση για τιμές και όρους ασφαλειών ζωής συνομιλεί με μια γυναίκα που εργάζεται σε μια ασφαλιστική εταιρεία και ενημερώνεται σε κλίμα εμπιστοσύνης – το είδος εμπιστοσύνης που μπορείς να έχεις μόνο με κάποιον που δεν γνωρίζεις ­– πως μόνο η δική της εταιρεία καλύπτει τις αυτοχειρίες. Σύμφωνα με τα λόγια της Το να αυτοκτονήσει κανείς δεν είναι εύκολο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι μπορεί να κάνει ο κόσμος για να μην πεθάνει και ανεξάρτητα από τον βαθυστόχαστο αυτό συλλογισμό, όπως τον χαρακτηρίζει ο επίδοξος αυτόχειρας, εκείνος κρατάει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο σαν το πιστοποιητικό μιας ασθένειας που έχει ξεπεράσει αλλά μπορεί να επανεμφανιστεί ανά πάσα στιγμή.

Emiliano_Ponzi 12Πηγαίνοντας νωρίς για ύπνο, ο μόλις διαζευγμένος πατέρας δυο γιων νοικιάζει το πρώτο διαμέρισμα που βρίσκει μπροστά του όπου και θα τους βλέπει κάθε που δικαιούται. Σταδιακά ο ένας τοίχος του σπιτιού ζωγραφίζεται από τα παιδιά κι εκείνος τις ημέρες της απουσίας τους παρατηρεί το έργο σαν αρχαιολόγος που αναζητά την είσοδο σε κάποιο μυστικό παράδεισο. Η εικόνα διαρκεί περισσότερο από τη γραφή, η γλώσσα της γίνεται εκφραστικότερη, και οι τρεις περιστασιακοί συμβίοι υπάρχουν μέσα από την τοιχογραφία. Ειδικά για εκείνον, ο λαβύρινθος σχημάτων και χρωμάτων του θύμιζε στιγμές που μακριά του υπήρχε ο κίνδυνος να ξεχάσει. Το τέλος της εφηβείας σηματοδοτεί την εγκατάλειψη του διαμερίσματος και την καταδίκη να βλέπει στο βίντεο εκείνο τον κόσμο, αλλά τώρα οι πλανήτες δεν μοιάζουν να τρέχουν σαν τρελοί, τα μυθολογικά τέρατα έχουν χάσει το χάρισμά τους, τα ρομπότ έχουν σκουριάσει τόσο όσο τα ζώα και οι μπάλες του ράγκμπι έχουν ξεφουσκώσει…

cabiriaeΗ απερισκεψία να πιστέψουμε ότι είμαστε εξαιρετικές περιπτώσεις έχει ως αντίτιμο μια αδράνεια που διαψεύδει μεγάλο μέρος των προσδοκιών μας, σκέφτεται ο αφηγητής στο κείμενο Η γυναίκα της ζωής μου και διαπιστώνει ότι μπορείς να υποτιμάς επί χρόνια αυτό που αργότερα θα καταλήξεις να κάνεις με απόλυτη φυσικότητα. Ο χάρτης της περιέργειας, απ’ όπου και το αρχικό παράθεμα, εκκινεί από ένα εγκαταλειμμένο οικόπεδο στα περίχωρα, ένα σκουπιδότοπο με πόρτες ψυγείων, ξεκοιλιασμένους καναπέδες και παλιά κράνη, σωστό στρατηγείο για μια παρέα παιδιών από οικογένειες μεταναστών. Η ομάδα ζει την πολυτέλεια της φτώχειας, ανακαλύπτει ότι η περιέργεια πληρώνεται με απογοήτευση, τηρεί τους άγραφους κανόνες της αποδοχής της εξορίας, ασκείται στο ψέμα και τη σιωπή, σε μια κοινωνία που αναμένει τον ποθητό θάνατο του Φράνκο. Κι είναι αυτός ο θάνατος που δεν έρχεται ποτέ και προτού τα σοβιετικά διαστημόπλοια αποσυναρμολογηθούν και οι κοσμοναύτες γίνουν ανισόρροποι ταξιτζήδες, η παρέα θα έχει σιωπηρά συμφωνήσει «ένας για όλους και όλοι για έναν».

PamiesΜε μια πρώτη ματιά ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι οι τίτλοι που επιλέγει ο συγγραφέας για τα κείμενά του έχουν ελάχιστη ή και καθόλου σχέση με το περιεχόμενό τους, κάποτε δε απλώς αποτελούν μια αφορμή να ξεδιπλωθεί μια ιστορία απλή μέσα στην αβαθή της πολυπλοκότητα. Άλλοτε αποτελούν και οι ίδιοι ένα πρόσθετο όρο στο παιχνίδι που ούτως ή άλλως αποτελεί για τον Πάμιες η συγγραφή τέτοιων διηγημάτων. Στα οποία έχουν θέση τα πάντα, ακόμα και σκέψεις επί αεροδρομίου [Ο Μίστερ Τρουχίγιο], περί διαιτολογίας [Αυτά που δεν έχουμε φάει], περί συγγραφέων και βιβλίων [Οριγκάμι περί Σαιντ – Εξυπερύ]· ε, και όταν χρειαστεί κάποια βοήθεια, προσκαλεί, όπως στο απολαυστικό Βέλγιο, τον αναγνώστη για να σκαρώσουν μαζί την ιστορία.

Εκδ. Μιχάλη Σιδέρη 2014, μτφ. από τα καταλανικά: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σελ. 139 [Sergi Pàmies, La bicicleta estàtica, 2010].

Δημοσίευση και σε: mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο 161 / Wheels on fire.

19
Αυγ.
14

Nancy Huston – Χαμένος βορράς. Δώδεκα Γαλλίες

0566 HUSTON-XAMENOS VORRASΗ διγλωσσία, η ξενικότητα και οι πολλαπλές μας ταυτότητες

Το εντελώς μοναδικό χαρακτηριστικό της παιδικής ηλικίας είναι ότι δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Δύσκολο για κάποιον εκπατρισμένο να μην έχει συνείδηση αυτού του γεγονότος, ενώ οι εκπατρισμένοι μπορούν σε όλη τους τη ζωή να βαυκαλίζονται με μια γλυκιά αυταπάτη συνέχειας και βεβαιότητας. [σ. 20]

1. Η μόνη καταγωγή

Την εποχή που η συγγραφέας γράφει το βιβλίο συμπληρώνονται εικοσιπέντε χρόνια ζωής στη Γαλλία [1973 – 1998]. Αλλά εκείνη νοιώθει πάντα παιδί της χώρας της επειδή εκεί πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Και τίποτα δεν μοιάζει με τα παιδικά χρόνια, είναι βέβαιη. Άλλωστε δεν είναι καθόλου το ίδιο να περνάς τα εικοσιπέντε πρώτα χρόνια της ζωής σου σε μια χώρα ή οποιαδήποτε άλλα εικοσιπέντε χρόνια. Τώρα νιώθετε Γαλλίδα; την ρωτούν συχνά. Οι εκπατρισμένοι είναι αιωνίως εκτεθειμένοι σε ανόητες ερωτήσεις, σκέφτεται κι εκείνη συχνά και αναρωτιέται τι να σημαίνει το να νιώθεις Γαλλίδα. Από τι θα το καταλάβεις; Και θα γίνει ποτέ κανείς Γάλλος αν δεν του δώσεις γαλλικά παιδικά χρόνια;

hustonnancyΗ συγγραφέας είναι απόλυτη: η παιδική ηλικία, κοντινή ή μακρινή, βρίσκεται πάντοτε μέσα μας. Κάποτε στην επισήμανση ενός αναγνώστη της πως ορισμένα της μυθοπλαστικά θέματα όπως η έκτρωση ή η παιδοκτονία είναι καθαρά γυναικεία ζητήματα, εκείνη του απάντησε, ότι μπορεί ως άνδρα να μην τον αγγίζουν, αλλά ως παιδί θα συμφωνούσε ότι αφορούν όλο τον κόσμο. Και στην διαμαρτυρία του πως δεν είναι παιδί, του απάντησε: Μα και βέβαια είστε παιδί· είμαστε όλες οι ηλικίες μας συγχρόνως, δεν το πιστεύετε; Η παιδική ηλικία είναι σαν τον πυρήνα του φρούτου: το φρούτο, μεγαλώνοντας, δεν γίνεται κούφιο! Δεν σημαίνει ότι επειδή η σάρκα ωριμάζει, ο πυρήνας εξαφανίζεται…

Από Βορρά σε Βορρά λοιπόν: το Κάλγκαρι που την γέννησε βρίσκεται περίπου στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με το Παρίσι που την υιοθέτησε. Χώρα της συνεπώς ο «αληθινός βορράς», έξω από σύνορα και ονομασίες – άλλωστε η χώρα όπου γεννήθηκε, ο Καναδάς, ονομάζεται έτσι μόνο τους τελευταίους δυο αιώνες – , χώρα της και η εξορία. Γεωγραφική εξορία σημαίνει ότι η παιδική ηλικία είναι μακριά. Εδώ, αποσιωπάς αυτό που ήσουν, εκεί αποσιωπάς αυτό που κάνεις εδώ. Η εξορία ταυτίζεται με τον ακρωτηριασμό, την λογοκρισία, την ενοχή. Αυτή η γεωγραφική ασυνέχεια μπορεί να κρύβει μια αντίστοιχη κοινωνική εξορία, που αντιλαμβάνεσαι όταν αναγνωρίζεις ότι δεν μοιράζεσαι πια τις αξίες εκείνων που σε γέννησαν. Η συγγραφέας άργησε να αντιληφθεί ότι και η δική της εξορία ήταν κοινωνική· δεν επρόκειτο για ένα κενό ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική αλλά ανάμεσα σε δυο κόσμους και δυο συστήματα αξιών.

2. Η εnancy_huston_4νσυνείδητη μίμηση

Ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου έχει τον τίτλο «Η μάσκα…». Η επιλογή της εγκατάλειψης της χώρας σου για έναν πολιτισμό και μια γλώσσα άγνωστους μέχρι τότε σημαίνει την αποδοχή της μίμησης, της προσποίησης, του θεάτρου. Φορτωμένος με τις βαριές αποσκευές των προηγούμενων δεκαετιών σου, καταδικάζεσαι στην ενσυνείδητη μίμηση της ξένης γλώσσας. Η προέλευσή σου άλλωστε είναι η πληροφορία που αποκρυσταλλώνεται στο μυαλό των άλλων ως η πιο αξιοπρόσεκτη ιδιότητά σου. Εκείνη, για παράδειγμα ήταν πάντα «η Καναδέζα»· η μελαγχολική μας Καναδέζα, όπως την αποκαλούσαν αμέτρητες φορές. Αλλά εκεί που οι άλλοι είναι προκατειλημμένοι αρνητικά, εκείνη ακούει θετικά όσο τίποτε άλλο κάθε προφορά, ξενική και μη.

Είτε πρόκειται για κάποιον Αϊτινό από το Μόντρεαλ, για μια Γερμανίδα στο Παρίσι ή για έναν Κινέζο στο Σικάγο, όλα είναι μυθιστόρημα, αν το σκεφτούμε. «Α…σκέφτομαι, αυτός ο άνθρωπος είναι κομμένος στα δύο· έχει λοιπόν μια ιστορία». Διότι εκείνος που γνωρίζει δυο γλώσσες, γνωρίζει αναγκαστικά και δυο πολιτισμούς και συνεπώς το δύσκολο πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη και τη επίπονη σχετικότητα των δυο πολιτισμών Και έχει όλες τις πιθανότητες να είναι κάποιος πιο εκλεπτυσμένος, πιο «πολιτισμένος», λιγότερο μονολιθικός απ’ ό,τι οι μονογλωσσικοί εκπατρισμένοι. [σ. 38]

3. Η ξενικότητα, μια μεταφορά σεβασμού

Η ξένη γλώσσα δεν αποθαnancy_huston_3ρρύνει μόνο φλυαρίες και ανακεφαλαιώσεις αλλά και σε εμποδίζει να παίρνεις πολύ στα σοβαρά τον εαυτό σου. Σου δίνει μάλιστα και μια σωτήρια απόσταση ως προς όλους τους άλλους «ρόλους» της ζωής σου. Για την Χιούστον η ξενικότητα αποτελεί μια μεταφορά του σεβασμού που οφείλουμε στον άλλο. Είμαστε δυο, ο καθένας από εμάς, το λιγότερο δύο, αρκεί να το ξέρουμε! Και, ακόμα και στο εσωτερικό μιας μόνο γλώσσας, η επικοινωνία είναι ένα θαύμα. (Οι ξενόφοβοι, με το μήνυμα της ταυτότητας, απλουστευτικό αλλά τόσο καθησυχαστικό, επιζητούν αντιθέτως να ισοπεδώσουν τις τραχύτητες και να διαλύσουν τις αποχρώσεις.) [σ. 38 – 39]

Ο ξένος είναι εκείνος που προσαρμόζεται και αυτή η διαρκής ανάγκη προσαρμογής μπορεί να είναι εξαιρετικά ευνοϊκή για το γράψιμο. Στα ξένα τίποτα πια δεν σου ανήκει από καταγωγής, δικαιωματικά και αυτονόητα. Σε μια ξένη γλώσσα κανένας τόπος δεν είναι κοινός (ούτε κυριολεκτικά, ούτε γραμματικά): τα πάντα είναι εξωτικά. Η διγλωσσία είναι η πνευματική διέγερση κάθε στιγμής. Και η Χιούστον ως «ξένη» συγγραφέας μπορεί ευκολότερα να παραβιάζει τους κανόνες και τις προσδοκίες της γαλλικής γλώσσας. Και τουλάχιστο στο γράψιμό της δεν ακούγεται η προφορά της!

Οι εξόριστοι είναι πλούσιοι. Πλούσιοι από τις συσσωρευμένες και αντιφατικές τους ταυτότητες. [σ. 20]

Emiliano_Ponzi 134. Ακατάρριπτες λέξεις, άπιαστη μνήμη

Καθώς προχωρούν οι σελίδες, η αυτοβιογραφική γραφή της συγγραφέως βαθαίνει όλο και περισσότερο, ιδίως στο κεφάλαιο για την μη γνήσια διγλωσσία, το βασανιστήριο να μην βρίσκεις ποτέ τις λέξεις την στιγμή που τις χρειάζεσαι, την άγνωστη γλώσσα πίσω από τα σύνορα: τοίχος αδιαφανής, όρια αδιαπέραστα. Ο ξένος ψελλίζει, τραυλίζει· γίνεται σιωπηλός, άλαλος. Η παραμικρή λεπτομέρεια γίνεται βουνό. Όσες επικλήσεις κι αν κάνουμε στην παγκόσμια γλώσσα της μουσικής, στην επικοινωνία των αισθημάτων κ.ά., οι λέξεις παραμένουν ακατάρριπτες ως μέσο επικοινωνίας.

Υπάρχει βέβαια εκεί στα ξένα η σωτήρια μνήμη· αυτή η ιερή γη, αυτό το κομμάτι του εαυτού μας που δεν μπορεί κανείς να το κυριεύσει και να το αλλοιώσει, κανείς δεν μπορεί ποτέ να μας στερήσει. Αλλά και αυτή είναι αναξιόπιστη, όπως και οι αναμνήσεις μας, που, διαμορφώνονται από αυτό που ζούμε κάθε μέρα, με τον ίδιο τρόπο που διαμορφώνονται και οι προτιμήσεις, οι απόψεις, οι δεσμεύσεις μας. Η μνήμη είναι ευμετάβλητη, ιριδίζουσα, φευγαλέα, άπιαστη. Τι απέγιναν λοιπόν οι σωτήριες αναμνήσεις στην Ξένη Γη; Έσβησαν από ασιτία, μαράζωσαν από έλλειψη επισκέψεων. Οι αναμνήσεις χρειάζονται επίσκεψη, τροφή, αερισμό, επίδειξη, διήγηση. Στην άγνωστη χώρα κανένα τοπίο ή πρόσωπο ή γεγονός δεν πυροδότησε το ηλεκτρικό σήμα επαναφοράς τους.

HUSTONn_A.Sagalyn5. Οι πολλαπλές μας ταυτότητες

Η συγγραφέας γράφει για την ελευθερία να πηγαίνουμε αλλού και να είμαστε άλλοι μέσα στο κεφάλι μας, την ελευθερία να μην ικανοποιούμαστε από μια ταυτότητα (θρησκευτική, εθνική, πολιτική, σεξουαλική) που παρέχεται από τη γέννηση, την επίγνωση ότι έχουμε χίλια διαφορετικά πρόσωπα και ότι αυτό ακριβώς είναι που ονομάζεται «εγώ».

Το να είσαι ολοκληρωτικά ανοιχτός σ’ αυτήν τη ροή, σ’ αυτήν την πολλαπλότητα, σ’ αυτήν την δεκτική ικανότητα του εαυτού σου, σημαίνει ότι βουλιάζεις μέσα στην τρέλα. Για να φυλάξουμε τη λογική, γινόμαστε μύωπες και αμνησιακοί. Οριοθετούμε αυστηρά τη ζωή μας. Χαρτογραφούμε την ίδια γη μέρα με τη μέρα, χαρακτηρίζοντάς την ως «η ζωή μου». Και τελικά η λογοτεχνία μας επιτρέπει να διευρύνουμε αυτά τα όρια, καθώς, διαβάζοντας, επιτρέπουμε σε άλλα όντα να εισχωρήσουν μέσα μας και τους δίνουμε αβίαστα χώρο, γιατί τα γνωρίζουμε ήδη. Το μυθιστόρημα είναι αυτό που εξυμνεί αυτή την αναγνώριση των άλλων σε σένα και του εαυτού σου στους άλλους.

Emiliano Ponzi 19BTo επισυναπτόμενο στην έκδοση μικρό δοκίμιο για τις Δώδεκα Γαλλίες σκιαγραφεί με μικρά κείμενα τις όψεις / προσωπικές της προσλήψεις της χώρας της: Φαντασιωσική [της γλώσσας, του τραγουδιού και της ποίησης], την Θολή [με τις δυσκολίες κατανόησης και αποδοχής], Μνημειώδης [που υπερηφανεύεται για τα περασμένα της μεγαλεία, ξεχνώντας όμως το παρόν], Αριστερίστρια [των διαδηλώσεων και του ’68], Καμακατζού […], Θεωρητική [όπου και η εμπειρία της επίδρασης, της υποταγής αλλά και του απογαλακτισμού από τον Ρολάν Μπαρτ], Φεμινίστρια, Κοινότοπη, Κοσμοπολίτισσα, Κομφορμίστρια, Χλευαστική, Απόκρυφη.

Ένα τόσο σύντομο αφήγημα αποτελεί το πολυτιμότερο εγχειρίδιο κατανόησης της διγλωσσίας, της ξενικότητας και των πολλαπλών ταυτοτήτων, όχι μόνο των συνανθρώπων μας αλλά και των δικών μας εαυτών.

Εκδ. Άγρα, 2000, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη, 133 σελ. [Nord Perdu / Douze France, 1999].

04
Αυγ.
14

Εντευκτήριο, τεύχος 104 [Ιανουάριος – Μάρτιος 2014]

104 COVER 100 dpiΤι μπορούν να μας πουν, λοιπόν, οι διάφοροι ονειροκρίτες / οι μελετητές των ονειρικών ενδείξεων και των οιωνών, /οι γιατροί με τα ντιβάνια της ψυχανάλυσης – / Εάν κάτι βγαίνει αληθινό / είναι συμπτωματικό, / για έναν και μόνο λόγο:/ ότι μέσα από αυτά τα όνειρα, / τις φωτοσκιάσεις και τις αναλαμπές τους, / τις αναπαραγωγές και τις ασυναρτησίες τους, / τις τυχαιότητες και το σκόρπισμά τους, / είναι δυνατόν, παρά ταύτα, / ένα ολοκάθαρο νόημα, κάπου κάπου, / να ξεγλιστρήσει.

… μας εφιστά την προσοχή στα Όνειρα η Βισουάβα Σιμπόρσκα, σε απόδοση Βασίλη Καραβίτη, προτού μας πάρει αγκαζέ ο Χαρούκι Μουρακάμι στο περιπατητικό – περιπλανητικό κείμενο Χαρούκι Μουρακάμι. Μια βόλτα στο Κόμπε [μτφ. Γιάννης Θεοδοσίου] είναι για τον συγγραφέα ένας περίπατος στη μνήμη. Διατρέχω το κείμενο και αριθμώ δίπλα τι παρέμεινε στη θέση του – το δημοτικό σχολείο, το στάδιο, το ποτάμι, ο μεγάλος ναός και η πέτρινη γέφυρα, έστω και κατεστραμμένη, και τι όχι: η θάλασσα. Και οπωσδήποτε η νεότητα. Η δική μας ταξιδογράφος, πάλι, η Βάνα Χαραλαμπίδου, γράφει για την Ινδία, ως ένα άτυπο συμπλήρωμα στο ωραιότατο ταξιδευτικό της βιβλίο που θα έβγαλε στις εκδόσεις του Εντευκτηρίου και θα παρουσιάσουμε σύντομα.

Η Ινδία δεν είναι τα μνημεία της! Το πιο συγκλονιστικό της μνημείο είναι οι άνθρωποί της, ή μάλλον τα ερείπια των ανθρώπων της, αυτών των μειλίχιων μελαχρινών με τα μεγάλα, κατάμαυρα υγρά μάτια και τη στωική έκφραση, τα σαν κάρβουνο μαλλιά, το ανυπόκριτο χαμόγελο, τη παντελή απουσία οποιασδήποτε έπαρσης, τα πολύχρωμα, εκτυφλωτικά πανιά γύρω από τα σώματα των γυναικών, τα ξυπόλητα και νηστικά παιδιά της.

Βισουάβα ΣιμπόρσκαΣχεδόν σε κάθε τεύχος το Εντευκτήριο μας γνωρίζει κάποιον άγνωστό μας συγγραφέα – αυτή τη φορά ο Τόντορ Τοντόροβ παρουσιάζεται και μεταφράζεται από την Ζντράβκα Μιχαΐλοβα. Αλιεύω από μια ζηλευτή παράγραφο, όπου ο λόγος περί γυναικών: Στα όνειρά του έβλεπε γυναίκες – με κοντά καλοκαιρινά φορέματα, με πτυχωτές παλιομοδίτικες φούστες, με τα εσώρουχά τους μόνο, αλλά πιο συχνά γυμνές. Γυμνές και διεγερμένες. Λεπτές με καμπυλωτούς γοφούς, με λεπτή μελαχρινή, τσιγγάνικη επιδερμίδα, κορμιά με γεύση που ξεραίνει το στόμα. Στην αρχή έβλεπε στον ύπνο του όλες τις ερωμένες που είχε κάποτε στη ζωή του, και έκανε έρωτα παθιασμένα και αχόρταγα μαζί τους – ξανά και ξανά. Ύστερα άρχισε να επισκέπτεται στον ύπνο του τις γυναίκες στο Σαιν Μπρε. Τη στιγμή που τελείωνε το τελευταίο μπουκάλι κρασί, είχε ήδη αποκτήσει άγνωστες ερωμένες σε όλη τη Γαλλία, στις οποίες αφιέρωνε τα ατέλειωτα ζεστά του απογεύματα.

IMG_0005Παραμένουμε στην επικράτεια των γυμνών σωμάτων, και ακούμε την συζήτηση για την μοναδική ατμόσφαιρα των ερωτικών σκηνών στα βιβλία του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Η μεταφράστριά του Νατάσα Γουίμερ αναφέρεται στο γεμάτο αδιαφορία και μαύρο χιούμορ ύφος του συγγραφέα, και στην αίσθηση απόστασης και ψυχρότητας που κάνει τις ερωτικές σκηνές του ταυτόχρονα πεζές, και περιέργως, ρεαλιστικές και συγκινητικές, ενώ απαντά και σε ενδιαφέρουσες περί μετάφρασης ερωτήσεις.

Όλα αυτά στο ανοιχτό Εντευκτήριο, μαζί με πεζογραφία [Παυλίνα Μάρβιν, Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Στάθης Κοψαχείλης, Αντώνης Νικολής, Jelena Lengold – μτφ. Ισμήνη Ραντούλοβιτς, Γιώργος Κιζλάρης], ποίηση [Pierluigi Capello, Joachim Sartorius – παρ. –μτφ. Σπύρος Μοσκόβου), Αντιγόνη Κατσαδήμα, Χρήστος Σιορίκης, Λευτέρης Βασιλόπουλος, Γιώργος Λίλλης, Βαγγέλης Χρόνης, Αχιλλέας Κατσαρός, Πέτρος Γκολίτσης, Αλέξιος Μάινας κ.ά.], δοκίμιο [Θωμάς Λιναράς για τον Βάλτερ Μπένγιαμιν], φωτογραφία [από την πρόωρα χαμενη Κατερίνα Νούκα, στην οποία αφιερώνει ένα κείμενο η Αρχοντούλα Διαβάτη]. Ο Αριστοτέλης Σαΐνης παρουσιάζει το 360άρι του Αχιλλέα Κυριακίδη με τον πλέον σπάνιο και τον πλέον επιθυμητό τρόπο: σε υπόγειες συναρτήσεις με προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα και ο Ντίνος Πετράτος κοσμεί εικαστικά το τεύχος.

Magical townΑναχώρηση, πάντα με την απόλυτη σχετικότητα του τόπου και του χρόνου, που κάποτε μας την υπενθυμίζει η γραφή, τώρα δια χειρός και πάλι της Βάνας Χαραλαμπίδου: Στην Ινδία των ακραίων αντιφάσεων δεν μπορείς να παραμείνεις θεατής. Η Ινδία σε σημαδεύει, σε συντρίβει, σε διαλύει, σε εκμηδενίζει, σε κάνει να νιώθεις βάρβαρος και γελοίος, εσύ και η φωτογραφική σου μηχανή, εισβολέας και παρείσακτος, εκπρόσωπος των λευκών δυτικών που τη ρήμαξαν, ανοίκειος, ξένος, φορέας ενός κάλπικου πολιτισμού. Η Ινδία σε φέρνει αντιμέτωπο με το εαυτό σου, τις ανάγκες σου, τις συνήθειες σου, καταργεί τις βεβαιότητες και τις αυταπάτες σου, γελοιοποιεί την καθημερινότητά σου… [σελίδες 176].

Στις εικόνες: Κάποτε η Σιμπόρσκα, οι εξουθενωμένοι εραστές (από εδώ) και ο κεντρικός δρόμος του Katputly στο Νέο Δελχί.

03
Αυγ.
14

Μαργκερίτ Ντυράς – Μετέωρο πάθος

Ο αduras exofνεπαρκής λόγος και η ηδονοβλεψία της γραφής

Συνέντευξη στην Λεοπολντίνα Παλλόττα Ντέλλα Τόρρε

1. Η διάρκεια της παιδικής ηλικίας, η πολλαπλότητα του εαυτού

Συχνά στη ζωή μου είχα την αίσθηση ότι δεν υπάρχω: χωρίς κανένα πρότυπο, καμία αναφορά, πάντα σε αναζήτηση ενός τόπου, χωρίς ποτέ να βρεθώ εκεί που θα ήθελα να είμαι, πάντα καθυστερημένη, πάντοτε ανίκανη να απολαύσω όσα απολάμβαναν οι άλλοι. Σήμερα η ιδέα αυτής της πολλαπλότητας μου αρέσει; πιεζόμαστε να φτάσουμε σε μια αποκλειστική μοναδικότητα, ενώ ο πλούτος μας βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη διάσπαση. [σ. 156]

…εξομολογείται η Μαργκερίτ Ντυράς σε μια σειρά οικιακών συζητήσεων πάνω στην γραφή και το κείμενο, την λογοτεχνία και την κριτική, τον κινηματογράφο και το θέατρο, το πάθος και την γυναίκα, τα πρόσωπα και τους τόπους – σε ίδια και παρόμοια σχήματα άλλωστε συστηματοποιούνται εδώ οι απολαυστικοί ετούτοι διάλογοι. Φυσικά η αρχή αφορά την παιδική ηλικία…

duras.1266995641Δεν θα υπάρξει ποτέ κάτι αντίστοιχο σε ένταση σαν την παιδική ηλικία, είναι βέβαιη η Ντυράς. Ο Σταντάλ έχει δίκιο: η παιδική ηλικία είναι απεριόριστη. Στην δική της παιδική ηλικία εκείνη ήταν περισσότερο Βιετναμέζα παρά Γαλλίδα, μονίμως ξυπόλυτη, χωρίς ωράρια και δυτικούς κανόνες, με εκθαμβωτικές αναμνήσεις «τόσο δυνατές που καμιά γραφή δε θα μπορέσει ποτέ να τις ανακαλέσει». Κατηγορούσε τον Θεό για τα λοιμοκαθαρτήρια έξω από τα χωριά αλλά και ενθαρρυνόταν από τα ζωτικά γέλια των εγκλείστων. Κάποτε εγκατέλειψε οριστικά τη χώρα της κι έκτοτε ζει «εξόριστη εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια», όπως οι Εβραίοι: όλα όσα πήρα μαζί μου στις περιπλανήσεις μου έγιναν πιο δυνατά και από το γεγονός ότι ήταν μακρινά, απόντα.

Φυσικά τα βιώματα αLouis Boudreault _paintingsπό τα πρώτα εκείνα δώδεκα χρόνια δεν έπαψαν να την επισκέπτονται. Γύρω τους και οι δευτεραγωνιστές της τότε ζωής της: μια χήρα πια μητέρα που αγόρασε γη που δεν ήταν καλλιεργήσιμη, πλημμύρισε από τον ειρηνικό, την δούλεψε μάταια για είκοσι χρόνια και κατέληξε μόνη, φτωχή και πικρόχολη, πάντα φοβισμένη απέναντι στους διανοούμενους, ότι κάτι από αυτούς πάντα θα της ξεφεύγει. Κι ένας αδελφός η επαφή με το σώμα του οποίου της προκαλούσε φρίκη και ταυτόχρονα την τραβούσε. Ούτως ή άλλως εκείνη άρχισε να γράφει «για να κάνει να μιλήσει η σιωπή κάτω από την οποία την είχαν συνθλίψει»· στα δώδεκά της, τής φαινόταν «ο μόνος τρόπος. Τα χρόνια του Παρισιού ήρθαν όταν κατάλαβε το λάθος της να περιμένει μέχρι να αντιληφθεί την παρουσία της η οικογένειά της· εκεί και η κατανίκηση του αισθήματος της αθλιότητας που της είχε μεταδώσει εκείνη η μητέρα.

2. Να μην ξέρεις πού πας, να ξέρεις μόνο ότι πας…

Η εγγραφή της marguerite-durasστο Κομμουνιστικό Κόμμα υπαγορεύτηκε από την ανάγκη ένταξης σε μια συλλογική και συμμετοχική συνείδηση. Η δέσμευση σήμαινε να αφήσει την προσωπική της μοίρα και να ακολουθήσει του κόμματος· η δυστυχία της από προσωπική να γίνει ταξική. Κατά την οκταετή θητεία της άργησε να καταλάβει ότι «η εργατική τάξη ήταν θύμα των ίδιων της των αδυναμιών, ότι ακόμα και το προλεταριάτο δεν έκανε τίποτα για να βγει από τα όρια της μοίρας της». Η Ντυράς το είδε κατά πρόσωπο: η μαρξιστική δημαγωγία, στην προσπάθειά της να εκμηδενίζει τις αντιφάσεις του ατόμου, το μόνο που κάνει είναι να το αλλοτριώνει περισσότερο. Κάθε απόπειρα απλοποίησης της ανθρώπινης συνείδησης εμπεριέχει κάτι το φασιστικό. / Όπως όλα τα καθεστώτα, ο μαρξισμός φοβάται ότι «ορισμένες ελεύθερες δυνάμεις» – το φαντασιακό, η ποίηση, ακόμα κι ο έρωτας – αν δεν καθοδηγηθούν σωστά, μπορούν να υποσκάψουν τα θεμέλιά του, και εφάρμοσε πάντα ένα είδος λογοκρισίας της εμπειρίας, της επιθυμίας. [σ. 33]

DSC_0390Άλλωστε, για να προσχωρήσεις σε ένα κόμμα «πρέπει να είσαι αυτιστικός, νευρωτικός, κουφός και τυφλός κατά κάποιο τρόπο». Κι όμως, η συγγραφέας πίστεψε στην πολιτική ουτοπία: στον Αλιέντε, στην επανάσταση του 1917, στην άνοιξη της Πράγας, στα πρώτα χρόνια της Κούβας, στον Τσε Γκεβάρα, στο παρισινό 1968, γνωρίζοντας ακριβώς ότι κι αυτό ήταν ουτοπία. Η παράνοια και η ουτοπία μας σώζουν, μας προφυλάσσουν από όλα. Ο Μάης του ’68 ήταν πολύ πιο χρήσιμη πολιτική αποτυχία, με το ιδεολογικό κενό που δημιούργησε, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη νίκη. Μάθαμε να κινούμαστε χωρίς να φοβόμαστε τις συνέπειες ή τις αντιφάσεις, να μην ξέρεις πού πας, να ξέρεις μόνο ότι πας. Αντίθετα, είναι στο φόβο του κενού, στην επιθυμία καταστολής και του παραμικρού ρίσκου που θεμελιώνεται η εξουσία… Καμία ιδεολογία δεν προσδιόρισε τη γραφή της. Κάθε φορά που έγραφε ξεχνούσε κάθε ιδεολογία και κάθε αναφορά σε κουλτούρα.

3. Το ανέκφραστο πάθος και η ηδονοβλεψία της γραφής

3Ειδικό κεφάλαιο συζήτησης αφιερώνεται στο πάθος, που αν και υπήρξε το κατεξοχήν θέμα όλων των τεχνών, τίποτα δεν ήταν πιο δύσκολο να ειπωθεί και να περιγραφεί. Όταν έγραφε το βιβλίο της Ο εραστής ένοιωθε ένα είδος ευτυχίας. Το βιβλίο είχε βγει από το σκοτάδι, ένα σκοτάδι όπου είχε κρύψει την παιδική της ηλικία. Η συγγραφέας το χαρακτηρίζει ως ένα άγριο κείμενο, που έβγαλε την βίαιη πλευρά της· σαν το κινέζικο σώμα του που δεν της άρεσε, έδινε όμως ηδονή στο δικό της. Η γυναίκα του Moderato Cantabile και του Χιροσίμα αγάπη μου ήταν εκείνη, «εξουθενωμένη από το πάθος και μη μπορώντας να το εκφράσει με το λόγο», αποφάσισε να το γράψει, «σχεδόν με ψυχρότητα». Όσο για το βιβλίο της Έρωτας, αυτό που μένει είναι όλα εκείνα που μένουν μετέωρα, μέσα στο πάθος, δίχως την δυνατότητα να τα ονομάσεις. Το νόημα του βιβλίου βρίσκεται ολοκληρωτικά εκεί, σε αυτό τον ελλειπτικό λόγο. Άλλωστε, όπως λέει αλλού, τα βιβλία βγαίνουν ύστερα από μεγάλες, ατέλειωτες σιωπές.

Η ηδονοβλεψία, μια μόνιμη θεματική στο έργοmarguerite-duras-2-by-laura-grigorita[41378] της μοιάζει να θέλει να επικυρώσει την αδιάκοπη παρουσία ενός τρίτου που κοιτάζει το φούντωμα του πάθους σε ένα ζευγάρι, όπως ορθά παρατηρεί η ερωτούσα. Και πράγματι η συγγραφέας πιστεύει ότι ο έρωτας γίνεται με τρεις: ένα μάτι που κοιτάζει, την ώρα που η επιθυμία κυκλοφορεί από τον έναν στον άλλο. Αλλά εδώ κάνει μια ευφυή σύνδεση: θα αποκαλούσε τη γραφή τρίτο στοιχείο μιας ιστορίας. Άλλωστε, δεν συμπίπτουμε ποτέ τελείως με αυτό που κάνουμε, δεν είμαστε ποτέ ολοκληρωτικά εκεί που νομίζουμε πως είμαστε. Ανάμεσα σ’ εμάς και στις πράξεις μας υπάρχει μια απόσταση, τα πάντα γίνονται εξωτερικά. Τα πρόσωπα κοιτάζουν ξέροντας ότι τα κοιτάζει κι αυτά κάποιος άλλος.

4. Ο ανεπαρκής λόγος, ο ελλειπτικός λόγος

5Υπάρχει μια αίσθηση ανείπωτου στα κείμενα της Ντυράς: κενά από το ένα απόσπασμα στο άλλο, διαλείψεις του λόγου, μια νέα σημειωτική, μια νοσταλγία για τη χαμένη μυθοπλασία. Η σιωπή, η συγκράτηση, αυτό που αποσιωπάται ή απλώς αναφέρεται υπαινικτικά, ο ανώφελος λόγος, μια ενύπαρκτη αδυναμία να φτάσεις τον άλλον. Τελικά οι σιωπές που τέμνουν τον λόγο έχουν δυνατότητα επικοινωνίας μεγαλύτερη απ’ οποιουδήποτε λόγου; Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο λόγος είναι ένα ανεπαρκές και ψεύτικο μέσο έκφρασης της επιθυμίας.

duras1Θεωρούμε συχνά ότι ο χρόνος της ζωής διακόπτεται από τα γεγονότα: στην πραγματικότητα αγνοούμε την εμβέλειά τους. Εκείνο που μας ξαναδίνει τη χαμένη σημασία τους είναι η μνήμη. Εντούτοις, όλα όσα παραμένουν ορατά, ή μπορούν να ειπωθούν, είναι συχνά περιττά, επιφανειακά, η εξωτερική πλευρά της εμπειρίας μας. Τα υπόλοιπα παραμένουν στο εσωτερικό, σκοτεινά, δυνατά, σε τέτοια βαθμό ώστε να μην μπορούν να αναφερθούν. Όσο εντονότερα είναι τα πράγματα, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να βγουν ολοκληρωτικά στην επιφάνεια. Το να δουλεύω με τη μνήμη, με την κλασική έννοια, δεν με ενδιαφέρει: δεν έχουμε να κάνουμε με αρχεία από όπου αντλούμε δεδομένα κατά βούληση. Ακόμα και η πράξη να ξεχνάμε, είναι απολύτως απαραίτητη: αν το 80% από όσα μας συμβαίνουν δεν ήταν απωθημένα, η ζωή μας θα ήταν ανυπόφορη. Η αληθινή μνήμη είναι η λήθη, το κενό: αυτή που μας επιτρέπει να μην ενδίδουμε στην τυραννία της ανάμνησης, στους δυσβάσταχτους πόνους που ευτυχώς έχουμε ξεχάσει. [σ. 70 – 71]

DurasΗ γραφή της Ντυράς αγνοεί και την γραμμικότητα ή την χρονική ακολουθία· εκμηδενίζει κάθε ενότητα πράξης και τοπίου ενώ ακολουθεί μια συνεχή συγχρονία, όπου σε κάθε γεγονός αντιστοιχεί η συνάντηση με κάποιο άλλο που εκτυλίσσεται αλλού. Ο χρόνος της ιστορίας συμπίπτει με την άμεση αποκατάσταση ενός εσωτερικού χρόνου και με την απελευθερωμένη ροή μιας πράξης σύμφωνα με τις διάφορες χωροχρονικές συντεταγμένες.

5. Τα γεγονότα ως κύκλοι στο νερό …

Τα γεγονότα της ζωής μας δεν είναι ποτέ μοναδικά και δεν διαδέχονται το ένα το άλλο με μονοσήμαντο τρόπο, όπως θα θέλαμε. Πολλαπλά, ακατανίκητα, αναμεταδίδονται αενάως στη συνείδηση, πηγαινοέρχονται από το παρελθόν μας στο μέλλον, καθώς διαχέονται σαν τη ηχώ, σαν τους κύκλους στο νερό, και εναλλάσσονται κάθε φορά μεταξύ τους. [σ. 76]

Το προσωπικό της σpg056-01τοίχημα υπήρξε ακριβώς η αποκρυπτογράφηση αυτού «που υπάρχει ήδη μέσα μας σε αρχέγονη κατάσταση, δυσερμήνευτο για τους άλλους», στο χώρον που αποκαλεί «χώρο του πάθους». Κάπου εδώ θυμάται και την γνωστή παλιά προσταγή: είναι ανάγκη να στρωθείς στο γράψιμο χωρίς να ξέρεις ακόμα τι θα γράψεις – η ίδια η γραφή εκφράζει αυτήν την άγνοια, αυτήν την αναζήτηση του σκοτεινού χώρου όπου συσσωρεύεται το σύνολο των εμπειριών. Οι συγγραφείς, άλλωστε, δίνουν μορφή σε αυτό που οι άλλοι αισθάνονται με ασάφεια· ένας λόγος παραπάνω να τους κυνηγούν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ιδού το έργο της λογοτεχνίας: να αναπαραστήσει το απαγορευμένο· να πει αυτά που δεν λέγονται κανονικά.

6 …και το κενό ανάμεσα στη λέξη και στην πράξη

Ακριβώς σε αυτά τα ελλειπτιNEAUPHLE LE CHATEAU: HOUSE OF MARGUERITE DURASκά σχήματα είναι απαραίτητη μια σχεδόν ερωτική συνενοχή ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, που να ξεπερνάει την απλή κατανόηση των προτάσεων και μόνο. Αυτό που δεν έπαψε να ενδιαφέρει την Ντυράς ήταν η μελέτη του ραγίσματος, των δυσαναπλήρωτων κενών που χωρίζουν τη λέξη από την πράξη, τα κατάλοιπα ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που αποσιωπάται ή περιχαρακώνεται σε ιστορίες ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Το μάθημα, άλλωστε του Εραστή ήταν αρκετό: στην προσπάθειά της ονομάσει εκείνη την ιστορία βγάζοντάς την από το πρωταρχικό και ιερό σκοτάδι, η γλώσσα σκοτώνει κάθε πάθος, το οριοθετεί, το μειώνει. Σε μια γνωστή αποστροφή της, η συγγραφέας λέει ότι δεν είναι το σεξ αυτό που την ενδιαφέρει, αλλά εκείνο που βρίσκεται στη ρίζα του ερωτισμού, η επιθυμία· αυτό που δεν μπορούμε, ίσως και να μην πρέπει, να κατευνάσουμε με το σεξ. Σε άλλη της συνομιλία, όπως αναφέρεται στις υποσημειώσεις, είχε δηλώσει: Εκείνο που μετράει δεν είναι η ερωτική πράξη, είναι να έχεις επιθυμία. Το πόσοι άνθρωποι κάνουν έρωτα χωρίς επιθυμία, φτάνει πια.

4 - tumblr_mvhupk3w6y1qd0hmpo1_500Και τελικά, αυτή η ιέρεια της γραφής δεν παύει να υποστηρίζει ότι τα πράγματα που μας ανήκουν περισσότερο από όλα περνούν από εκεί ακριβώς: από τον προφορικό, άμεσο λόγο, να πιστεύει ότι εκείνο που αποφασίζει για μας δεν είναι η θέλησή μας αλλά η ακούσια μνήμη και να επιμένει ότι πρέπει τα βιβλία να απελευθερωθούν τα βιβλία από το κλουβί της γραφής, να γίνουν ζωντανά και ικανά να κυκλοφορήσουν, να κάνουν τους ανθρώπους να ονειρευτούν. Κάπου εκεί εκφράζει την ωραία έκπληξη της έμπνευσης ενός συγκροτήματος από το Hiroshima mon amour. Φυσικά πρόκειται για τους περίφημους «νεοκυματικούς» τότε Ultravox, που πιστά αρχίσαμε να ακολουθούμε στις αρχές εκείνου του ηλεκτρονικού νέου ροκ, προτού αγαπήσουν κι αυτοί τα ανοιχτά στάδια. Πού να γνωρίζαμε κι εμείς τότε, ότι σχεδόν σαράντα χρόνια μετά θα συνεχίζαμε να απολαμβάναμε την γραφή της ηθικής αυτουργού αλλά και κάθε της λόγο σε αυτό το τόσο απολαυστικό διαλογικό βιβλίο. Somehow we drifted out so far, communicate like distant stars….

Εκδ. Ολκός, 2013, μτφ. Βάσω Μέντζου, σελ. 189, με 79 σημειώσεις του/της Ρενέ ντε Σεκαττί [Marguerite Duras, La passion suspendue. Entretiens avec Leopoldina Pallotta della Torre, 2013]

ΥΓ. Εμπνευσμένος από την Marguerite Duras και αφιερωμένος στο πρόσωπό της ήταν και ο δίσκος Hommage a Duras που κυκλοφόρησαν Οι αγαπημένοι μας Δίσκοι του Λυκόφωτος το 1987, με συμμετοχές των Blaine Reininger, Richard Jobson, Durutti Column, Winston Tong, Dislocation Dance κ.ά.




Αύγουστος 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.   Σεπτ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 990.940 hits

Αρχείο

Advertisements