Ταξίδι στην χώρα των «δύσκολων» συναισθημάτων
Στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, διαβάζω τα βιβλία χωρίς να έχω νωρίτερα διαβάσει, όσο είναι δυνατόν, οτιδήποτε τα αφορά, είτε πρόκειται για κριτικές και παρουσιάσεις είτε ευρύτερα οποιαδήποτε πληροφορία αφορά το αποτύπωμά τους. Έτσι δεν είχα ιδέα για ούτε για την ηλικία του (κυκλοφόρησε το 1963) ούτε για την συνεχή μετάφραση και κυκλοφορία του όλα αυτά τα χρόνια σε πλείστες γλώσσες, πόσο μάλλον για την ιδιότητά του πλέον ως κλασικού. Καλύτερα έτσι, πάντα μπαίνεις ανεπηρέαστος στην πρώτη ανάγνωση.
Όλα ξεκινάνε όταν ο μικρός Μαξ ντύνεται λύκος και κάνει «σκανταλιές»· όχι απλά πράγματα – φτάνει στο σημείο να καρφώσει στον τοίχο με χοντρό καρφί δεμένα μεταξύ τους υφάσματα για το αντίσκηνό του, παίρνει και τον σκύλο στο κυνηγητό μ’ ένα πιρούνι. Η μάνα του τον αποκαλεί τέρας και τον στέλνει για ύπνο νηστικό, μια από τις απαράδεκτες τιμωρίες άλλων εποχών. Αυτός διατηρώντας πάντα την αγριεμένη του έκφραση βρίσκεται στο δωμάτιό του, που μάλλον μοιάζει με δωμάτιο μεγάλων. Αλλά όχι για πολύ· σύντομα γεμίζει με βλάστηση που ολοένα μεγαλώνει, δέντρα γεμίζουν τις γωνίες, κλαδιά το ταβάνι. Ο χώρος μεταμορφώνεται πλήρως, οι τοίχοι ανοίγουν και έξω βρίσκεται ολόκληρος ο κόσμος. Φυσικά το γεμάτο φεγγάρι φωτίζει τα πάντα και ο Μαξ ήδη υψώνει τα χέρια.
Μια βάρκα με το όνομά του περιμένει να τον βγάλει στο πέλαγος και ο Μαξ χαμογελάει για πρώτη φορά. O χρόνος μετράει αλλιώς και το ταξίδι διαρκεί ένα χρόνο γιατί ο πρώτος προορισμός είναι η χώρα του «είδους» του, η χώρα των τεράτων. Και φυσικά δεν είναι διόλου γλυκά και φιλικά – είναι τεράστια, με δοντάρες, μυτερά κέρατα και νύχια, γουρλωτά μάτια και τρομακτικές φωνές. Μα εφόσον έχει και αυτός πολιτογραφηθεί στα τέρατα ορθώνει το ανάστημά του, καρφώνει το βλέμμα του στα κίτρινα μάτια τους και προστάζει ακινησία. Τα τέρατα υπακούνε, θα σκέφτηκαν πως το πιο άγριο τέρας ήταν αυτός. Ο Μαξ γίνεται βασιλιάς τους.
Τώρα μπορεί να αρχίσει ο κακός χαμός. Οι λέξεις σταματούν· τώρα μιλάνε οι εικόνες. Χορεύουν τελετουργικά κάτω από το φεγγάρι, υψώνουν τα χέρια, σα να επικαλούνται τις δυνάμεις της φύσης. Sub luna saltamus, σκέφτομαι την φράση στο αξέχαστο τραγούδι των Abba, The piper. Επι τρία συνεχόμενα δισέλιδα γινόμαστε μάρτυρες μιας μυστικής τελετουργίας που συμβαίνει κάπου μακριά ή πολύ κοντά μας. Αλλά ο Μαξ θα φερθεί όπως έχει μάθει να του φέρονται. Θα στείλει τα τέρατα για ύπνο νηστικά. Και τότε θα σκεφτεί ότι δεν επιθυμεί τέτοια παιχνίδια εξουσίας αλλά την αποδοχή και την αγάπη. Και παραιτείται από βασιλιάς της χώρας των τεράτων. Η έξοδος από μια ταυτότητα που του δόθηκε ερήμην είναι η δική του πράξη γενναιότητας. Ευτυχώς η επιστροφή κράτησε μια μέρα. Το μικρό του βασίλειο τον περίμενε όπως το γνώριζε – το παιδικό του δωμάτιο όπως ήταν πάντα. Και πάνω στο τραπέζι, το αχνιστό του φαγητό.
Όπως κάθε κλασικό βιβλίο, τα πλοκάμια των νοημάτων είναι πολλά και αλληλένδετα. Ο Μαξ αναζητά διέξοδο μετά την τιμωρία του. Στις σκληρές λέξεις αντιπαραβάλλει τις εικόνες της φαντασίας· στον εγκλεισμό του δωματίου το ταξίδι στις ανοιχτές θάλασσες· στην μοναξιά του την συντροφιά των ομοίων του – των τεράτων· στην απραξία την δημιουργικότητα. Ο θυμός του διοχετεύεται στην έμπνευση και εκεί αναζητά το καταλάγιασμα. Η λογική που τον έστειλε για ύπνο παραμερίζεται – τώρα θα κυριαρχήσει το ένστικτο, ο χορός, το οργιαστικό παιχνίδι. Ίσως όμως όλα αυτά δεν είναι αντίθετα μεταξύ τους αλλά αναπόφευκτα μέρη του ίδιου όλου. Οι γονεϊκές σχέσεις τα περιλαμβάνουν όλα και η αναζήτηση της ισορροπίας αποτελεί πάντα το δυσκολότερο στοίχημα. Τα όρια στις «αταξίες» του παιδιού και η κατάλληλη αντιμετώπιση, η ανάκτηση της ηρεμίας από το ίδιο, η εκτίμηση όσων θεωρούνται δεδομένα, η αποδοχή της ταχύτατης εναλλαγής των συναισθημάτων, η αντίληψη πως η αγάπη λύνει κάθε φόβο και κάθε σύγκρουση. Η εικονογράφηση του ίδιου του συγγραφέα ενσωματώνει όλα τα παραπάνω και είναι χαρακτηριστικό ότι τα τέρατα μοιάζουν ταυτόχρονα τόσο τρομακτικά και τόσο αστεία – είναι δυο ακριανές πλευρές του ίδιου μας του εαυτού.
Εκδ. Παπαδόπουλος, 2022, σελ. 44, απόδοση: Γιάννης Παλαβός [Where the wild things are, 1963]
Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.





