Carlos Fuentes – Κόμης Vlad

«Όλα πρέπει να έχουν μια εξήγηση, λέει ο επιστήμονας μέσα μου· όλα πρέπει να έχουν μια φαντασία, λέει ο ματαιωμένος άνθρωπος των γραμμάτων που είμαι. Παρηγορώ τον εαυτό μου με τη σκέψη ότι αυτές οι δυο δραστηριότητες αλληλοσυμπληρώνονται, δεν αλληλοαποκλείονται», έγραφε ήδη από το 1990 ο Φουέντες σε μια ιστορία του από την συλλογή του Κονστάντσια και άλλες ιστορίες για παρθένους (σ. 69, βλ. παρουσίαση του βιβλίου εδώ) και, πράγματι, αυτή η αλληλένδετη δυαρχία δεν έπαψε να εμποτίζει το σύνολο του έργου του μέχρι και το τελευταίο του βιβλίο. Εδώ βρισκόμαστε στο πρότελευταίο του, και στην ουσία, αν οι διαδικτυακές πληροφορίες είναι σωστές, το τελευταίο που είδε τυπωμένο.

Ο Φουέντες έφτασε σε εκπληκτικά επίπεδα πρόζας και μυθοπλασίας τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Όπως έγραφα με αφορμή ένα από τα έργα αυτής της «ύστερης» εποχής του, το έξοχο σπονδυλωτό μυθιστόρημα Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες, η γραφή του, ένας καταιγισμός λεκτικού πλούτου και πολυφωνικών αφηγήσεων σε μια οφιοειδή ή κυκλική ανάπτυξη (καθώς οι πολλαπλοί χαρακτήρες επανεμφανίζονται), αποδίδει ιδανικά αυτές τις οικιακές ζωές εν τάφω που βιώνουν χαρακτήρες κομπάρσοι στο απέραντο ανώνυμο έθνος της αποτυχίας και πέτρινα οικιακά είδωλα – έρμαια των οικογενειακών χειραγωγήσεων, «αποικήσεων» και διαστροφών.

Εδώ αφήνει στην άκρη τις μεγάλες συνθέσεις και την νεωτεριστική γραφή αλλά εμμένει στην καταγραφή της έκπτωσης του μεξικανής ανθρωπότητας και της αθλιότητας των οικογενειών της. Αλλά το όχημά του είναι το πλέον αναπέντεχο: το γοτθικό μυθιστόρημα εν γένει και ένας από τους χαρακτήρες – εμβλήματα του είδους: ο Κόμης Δράκουλας, όπως παραδόθηκε από την πένα του Μπράμ Στόουκερ και των επίγονών του. Η αινιγματική στροφή του συγγραφέα στο πολυγραφημένο και χιλιοπαιγμένο σύμβολο έχει την εξήγησή της: αν ο Φουέντες εμμένει στην απεικόνιση του σύγχρονου εξαθλιωμένου Μεξικού, τότε η επανανάγνωση κάθε μύθου μπορεί να το φωτίσει ακόμα περισσότερο. Κι αν ο ιστορικός και λογοτεχνικός Βλαντ έπινε το αίμα των υπηκόων του για να συνεχίσει να υπάρχει, ποιοι παίρνουν την θέση του αν όχι οι πολιτικοί και οικονομικοί άρχοντες της χώρας του;

Η σύγχρονη Πόλη του Μεξικού κατοικείται από δέκα εκατομμύρια λουκάνικα αίματος, διατείνεται ο αφηγητής Ιβ Ναβάρο εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του παντοδύναμου Ελόι Σουρινάγα και απολαμβάνει μια «επιτυχημένη» οικογενειακή και συνεργατική επαγγελματική ζωή με την σύζυγό του κτηματομεσίτρια Ασουνσιόν. Η μικρή του κόρη Μαγδαλένα συμπληρώνει την αίσθηση της επάρκειας, ενώ ένα αδικοχαμένο δωδεκάχρονο αγόρι, ο Ντιντιέ, αποτελεί την μόνιμη μαύρη τρύπα της. Ο Σουρινάγα, που «σε κανέναν δεν επέτρεπε να διαβλέψει ασήμαντο μέλλον για το παροδικό πολιτικό του μεγαλείο», ένας ισχυρός, μαγνητικός άντρας που θαρρείς και ρυθμίζει την πνευματική θερμοκρασία όσων βρίσκονται γύρω του, ζει έγκλειστος σ’ ένα σπίτι, διακοσμημένο με τα αγωνιώδη χαρακτικά του Μεξικανού Χουέλιο Ρουέλας και τους εφιαλτικούς πίνακες του Ελβετού Χένρι Φιούζελι «ειδικού στις παραμορφώσεις και στο πάντρεμα της συνουσίας με τη φρίκη, της γυναίκας με τον φόβο…».

Εκεί προσκαλεί και σχεδόν προστάζει τον υφιστάμενό του να ανταποκριθεί στις επιθυμίες ενός νέου γηραιού πελάτη που ονομάζεται Βλαντ και κατάγεται από την Τρανσυλβανία. Διωγμένος από «τους φασίστες από την μια και τους κομμουνιστές από την άλλη», o Βλαντ αναζητά ένα σπίτι με ορισμένες ιδιαιτερότητες για να στεγάσει τον ίδιο και την μικρή του κόρη. Η Ασουνσιόν το βρίσκει σε μια ανηφορική γειτονιά και μοιάζει μοντέρνο μοναστήρι· ο ιδανικός χώρος για ένα ιδιόμορφο βασίλειο έχει βρεθεί.

Η ζωή, Ναβάρο! Είναι ζωή αυτό το σύντομο πέρασμα, αυτή η τρεχάλα από την κούνια ως τον τάφο; […] Από πού μας έρχονται αυτές οι ανεξήγητες λύπες; Πρέπει να έχουν έναν λόγο, μια προέλευση. Είμαστε λαοί εξαντλημένοι, τόσες εσωτερικές συγκρούσεις, τόσο ανώφελα χυμένο αίμα. Πόση μελαγχολία! Όλα περιέχουν το σπέρμα της φθοράς. Στα αντικείμενα ονομάζεται παρακμή. Στους ανθρώπους, θάνατος. [σ. 38]

Οι περισσότερες από τις συμβάσεις του κλασικού γοτθικού μυθιστορήματος βρίσκονται εδώ· το ίδιο και οι αινιγματικές συνομιλίες, η ατμόσφαιρα της ανησυχίας, η υποβλητικότητα των χώρων και η αναπότρεπτη κληρονομιά του παρελθόντος (Κατάγεστε από μια μεγάλη οικογένεια, εγώ από μια άγνωστη φυλή. Εσείς έχετε λησμονήσει όσα ήξεραν οι πρόγονοί σας. Εγώ αποφάσισα να μάθω όσα αγνοούσαν οι δικοί μου). Ο Φουέντες προσθέτει τις ενοχές των μεξικανών αποίκων (Είμαστε όλοι άποικοι στην Αμερική. Οι μοναδικοί παλιοί αριστοκράτες είναι οι Ινδιάνοι) και τις κυνικές αποστροφές των κυρίαρχων (Οι πόλεμοι απλώς αποτελειώνουν ό,τι είναι νεκρό), και όλα αυτά με την απλούστερη δυνατή γραφή και μια γυμνή σαφήνεια που δεν αφήνει χώρο σε γλωσσικούς ή άλλους πειραματισμούς.

Ακόμα κι αν δεν διαθέτει κανείς ευρύτερη γνώση του έργου του Φουέντες, μπορεί από τις χαραμάδες της ολοένα και εφιαλτικής ατμόσφαιρας του έργου να αντιληφθεί πως το αιχμηρό εξάγωνο του ζευγαριού, των δυο γερόντων και των δυο μικρών κοριτσιών δεν περιορίζεται στην γνωστή αιμορραγική ιστορία. Ακριβώς αυτή η ιστορία προσφέρεται για έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα παραλληλισμό με την σύγχρονη μεξικανική κατάσταση: Οι γέροντες ως επικυρίαρχοι άρχοντες, αθάνατοι μέσα στην συνεχή κληρονομικότητά τους, το ζεύγος των αστών που αρκείται στην ευδαιμονία του και ξυπνάει μόνο όταν αυτή απειληθεί (είναι ενδεικτικό ότι ο Ναβάρο μοιράζεται νύχτες πάθους με την Ασουνσιόν αλλά μένει πάντα με την αμφιβολία της ηδονής της και με την συνεχή ανησυχία ξένων ματιών πάνω τους), τα παιδιά ως απόλυτα θύματα σε μια χώρα που οι αρχές δεν νοιάζονται ποτέ για τους αγνοούμενους, τους νεκροζώντανους και τους νεκρούς.

Μένει να διαβάσουμε το «μεταθανάτιο» μυθιστόρημά του, Ο Νίτσε στο μπαλκόνι  – θα είναι άραγε η ύστατη διαθήκη του συγγραφέα, ή τα είχε ήδη όλα πει με τα προηγούμενα βιβλία του και το περίφημο Terra Nostra, που έχει ήδη μεταφραστεί από τον Κρίτωνα Ηλιόπουλο αλλά παραμένει ανέκδοτο στα καθ’ ημάς;

Εκδ. Κλειδάριθμος, 2018, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, σελ. 123 [Carlos Fuentes, Vlad, 2010]

Στις εικόνες: Jason Montoya – Μina Harker and Dracula, Max Ernst – The Vampire’s Kiss, Julio Ruelas, La Crítica.

Shawn Levy – Ready, Steady, Go! Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London

Τι συνέβη και το Λονδίνο της δεκαετίας του ’60 μεταμορφώθηκε από σεμνότυφη και πνιγηρή πρωτεύουσα σε κέντρο του μοντέρνου κόσμου; Σχεδόν κανένα από τα συστατικά στοιχεία εκείνης της έκρηξης δεν ήταν μοναδικό: είχαν υπάρξει και στο παρελθόν μποέμικες επαναστάσεις, οικονομικές αναγεννήσεις και νέα κύματα στις τέχνες, στη μαζική κουλτούρα και στον τρόπο ζωής. Είχαν υπάρξει και παλιότερα στιγμές που η νεολαία κυριαρχούσε στην πολιτιστική σκηνή: η εποχή της τζαζ στην δεκαετία του ’20  το σύντομο μεσουράνημα του ροκ εν ρολ τη δεκαετία του ’50. Όμως στο Λονδίνο εκείνα τα λίγα χρόνια όλα συνδυάστηκαν αρμονικά: η νεότητα, η ποπ μουσική, η μόδα, η σάτιρα, οι καλές τέχνες, η σεξουαλικότητα, ο κινηματογράφος. Το Ready, Steady, Go! παρουσιάζει ακριβώς το πώς συνέβη και αναμείχθηκαν όλα αυτά δημιουργώντας το περίφημο Swinging London και, σωστά, όπως τονίζει και ο μεταφραστής, ο όρος μένει αμετάφραστος όχι μόνο επειδή δεν έχει το ακριβές ελληνικό του αντίστοιχο αλλά και γιατί ολόκληρο το βιβλίο είναι μια αναζήτηση της σημασίας του.

Σ’ εκείνη την δεκαετία η αγγλική κοινωνία σαφώς και γινόταν όλο και πιο ανεκτική και ελεύθερη – αν και στην πραγματικότητα απλώς ακολουθούσε την κοινωνική χαλάρωση που είχε ήδη συμβεί στις ΗΠΑ. Μέχρι τότε λοιπόν η νεότητα ήταν κάτι που έπρεπε να υπομείνεις και η σάτιρα απλώς υπομειδιούσε μπροστά σε οποιαδήποτε κακώς κείμενα. Τώρα η νέοι βγαίνουν μπροστά και η σάτιρα μετατρέπεται σε ένα ζωντανό κίνημα που περιλάμβανε τους πάντες, μαζί με μια ατμόσφαιρα ειρωνείας και κυνισμού γύρω από την δημόσια ζωή και τους «καλύτερούς μας».

Ο συγγραφέας επιλέγει να αφιερώσει τα κεφάλαιά του σε έξι συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία συνέλαβαν ιδέες που πυροδότησαν μια ολόκληρη ατμόσφαιρα. Σαφώς και δεν είναι τα μόνα, εξ ου και η διαρκής ακτινωτή επέκταση των κειμένων προς κάθε κατεύθυνση: δεκάδες προσωπικότητες, καλλιτεχνικά γεγονότα, νέες τάσεις εμπλέκονται το ένα με το άλλο, και όλα ως ψηφίδες φτιάχνουν την συμπαγή και ταυτόχρονα διασπασμένη εικόνα των Λονδρέζικων 60s.

Ο φωτογράφος David Bailey είχε γοητευτεί από τις φωτογραφίες στα εξώφυλλα των δίσκων του Chet Baker αγόρασε μια απομίμηση Rolleiflex κι ύστερα μια Pentax 35mm, που τον απελευθέρωσε από το τρίποδο και του επέτρεψε να φωτογραφίζει τα μοντέλα του σε ένα είδος ερωτικού χορού. Σύντομα βρήκε στο πρόσωπο της Jean Shrimpton το πρώτο μοντέλο που έγινε γνωστό μόνο και μόνο για τις ικανότητές της μπροστά στον φακό, κι ας ντυνόταν με ό,τι κουρέλια έβρισκε μπροστά της, κι ας έμοιαζε τον περισσότερο καιρό με άστεγη. Η νέα αυτή φωτογραφική συμπεριφορά ενέπνευσε τον κεντρικό ήρωα της ταινίας Blow Up του Αντονιόνι, ο οποίος έφτασε στο εσπευσμένα Λονδίνο, γνωρίζοντας πως η πόλη φλέγεται από εικόνες, το ιδανικό περιβάλλον για να γυρίσει εκείνη την ιστορία του Χούλιο Κορτάσαρ.

O κομμωτής Vidal Sassoon εμπνεύστηκε από την Αρχιτεκτονική και ειδικότερα την Σχολή Μπαουχάουζ τις αυστηρές καθαρές γραμμές και συνέλαβε την ιδέα χτενισμάτων με καθαρά γεωμετρικούς όρους. Είναι χαρακτηριστικό το περιστατικό με την περίφημη Nancy Kwan και τα ολόισια μαύρα μαλλιά της: στα γυρίσματα της ταινίας The Wild Affair [1963] ο Σασούν την κούρεψε καθώς έπαιζε σκάκι με τον μάνατζέρ της και το μόνο της σχόλιο ήταν ένα χαμόγελο. Οι γυναίκες απελευθερώνονται από την τυραννία των σαλονιών ομορφιάς και των κομμωτηρίων με τα ογκώδη σεσουάρ και τα ρόλει και ο κομμωτής γινόταν απλώς ένας κόφτης μαλλιών που τους έδινε μια εμφάνιση που μπορούσαν να διατηρούν οι ίδιες. Την ίδια στιγμή δεν έπαυε να θυμίσει την αντιστασιακή του αλλά και την σύγχρονη αντιφασιστική δράση – «τσακίζαμε τους φασίστες στους δρόμους, τόσο απλά».

Η σχεδιάστρια Mary Quant απελευθέρωσε με άλλο τρόπο τις γυναίκες: έφτιαχνε ρούχα με μια αίσθηση χρώματος, ελευθερίας, νεότητας και ερωτισμού, ρούχα που τις έκαναν να ξεχωρίζουν από τις μανάδες τους. Το ατελιέ της ήταν ο ίδιος ο δρόμος. Οι φούστες στένεψαν και κόντυναν, ακυρώνοντας το τελευταίο ταμπού της γυναικείας εμφάνισης. Την νέα κινηματογραφική πραγματικότητα εκπροσωπούν επάξια οι Terence Stamp και Michael Caine, σ’ ένα Νέο Σινεμά όπου οι ηθοποιοί υποκρίνονται γυμνές ανθρώπινες συμπεριφορές περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ευνόητα ένα εκτενές κεφάλαιο αφιερώνεται στον Brian Epstein που ανακάλυψε και παρουσίασε τους Beatles αλλά και στον Andrew Loog Oldham, τον «ιμπρεσάριο» των Rolling Stones, τους οποίους ορθώς συνέλαβε ως μια πάντα περισσότερο εξεγερσιακή και αλήτικη από τους Beatles. Εδώ ξαναβρισκόμαστε στην αρχή των Stones, στο Crawdaddy, όπου έπαιξαν μπροστά σε είκοσι μόνο άτομα – τις επόμενες άρχισαν να μαζεύουν όλο καi περισσότερο κόσμο, μέχρι που η μπάντα έγινε το απροσδόκητο επίκεντρο μιας νέας μουσικής σκηνής.

Φυσικά η τηλεόραση δεν θα μπορούσε να μην έχει τον ρόλο της στην Λονδρέζικη Άνοιξη – ήταν η εκπομπή που έδωσε το όνομά της σε αυτό το βιβλίο. Χάρη στο Ready, Steady, Go!, θυμάται ο Pete Townshend, η μόδα των mods εξαπλώθηκε σε όλη την Αγγλία μέσα σε μια νύχτα και τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο. Η παλιά σκηνή των μοντ ήταν κλειστή, μυστικοπαθής – κανείς δεν σου έλεγε τι να κάνεις ή που να βρεις τα κατάλληλα ρούχα. Τώρα όλοι ξεχύνονταν αναζητώντας τους όμοιούς τους. Και φυσικά υπήρχαν και τα ναρκωτικά, αλλά με μια ουσιώδη διαφορά:

Όπως συνέβη και στην Αμερική, το LSD προκάλεσε μια έκρηξη της όρασης και της ακοής, αχαλίνωτη, χίπικη συμπεριφορά και ανανεωμένο σεβασμό για το πνεύμα του έρωτα στη σωματική, στην πνευματική και στην αλτρουιστική εκδοχή του. Όμως υπήρχε μία παραμυθένια διάσταση στο ψυχεδελικό Λονδίνο, που δεν έβρισκε το αντίστοιχό της στη Νέα Υόρκη ή στο Σαν Φρανσίσκο. Αν η αμερικανική ψυχεδέλεια ήταν ένα αναμμένο φυτίλι αναπόσπαστα συνδεμένο με το αντιπολεμικό κίνημα, το κίνημα για τις ελευθερίες των φοιτητών και την κοινή αντίληψη ότι οι υπάρχουσες δομές της κοινωνίας έπρεπε να κατεδαφιστούν, η αγγλική ψυχεδέλεια είχε εξεζητημένο, απόκρυφο και ερμητικό χαρακτήρα· συνδεόταν περισσότερο με το επικούρειο παρά με το αποκαλυπτικό. [σ. 389-390]

Κι όταν όλα τελείωσαν, τι είχε μείνει; αναρωτιέται ο συγγραφέας στον επίλογο του βιβλίου του. Για πάντα μετά από εκείνη την περίοδο μπορούσες να εκφράζεσαι, να παραδίδεσαι στην αίσθηση της στιγμής, να εξερευνάς τον μεγάλο κόσμο ή τα πράγματα πέρα απ’ αυτόν. Στα χρόνια του Swinging London συνειδήσεις αφυπνίστηκαν, ο έρωτας απελευθερώθηκε, το ροκ γνώρισε μια σπάνια κορύφωση, η ομοφυλοφιλία αποποινικοποιήθηκε, οι τέχνες αλληλεπίδρασαν με τις ζωές των ανθρώπων. Θα μπορούσε να είχε συμβεί οπουδήποτε αλλά συνέβη εκεί. Μια μέρα ο κόσμος αποφάσισε να κάνει ένα άλμα μπροστά και το έκανε με ώρα Λονδίνου.

Εκδ. Κουκκίδα [Σειρά Πόρτες, 1], 2015, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, σελ. 549 [Ready, Steady, Go! The smashing rise and giddy fall of Swinging London, 2002]. Περιλαμβάνεται εκτενής θεματική βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Fanzine Lung, τεύχος 5 (Δεκέμβριος 2019)

Στις εικόνες: Mick Jagger – Marianne Faithful, Vidal Sasoon κατά το θρυλικό κόψιμο των μαλλιών της Nancy Kwan, η Mary Quant στο «εργαστήρι» της (Chelsea, 1965), Jean Shrimpton, με πολλές προς τιμή της σελίδες στο βιβλίο, Cathy McGowan (οικοδέσποινα της τηλεοπτικής εκπομπής Ready, Steady, Go!) με Paul McCartney, εξώφυλλο με τα κορίτσια της επιδραστικής ταινίας Pleasure Girls (1965)