Οι ξυπόλητες των ταινιών, 1: Οι αισιόδοξες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 12 (Δεκέμβριος 2019), εδώ

XΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 1: Οι αισιόδοξες

Άρχισα λοιπόν να παίζω ένα παιχνίδι με κάθε γυναίκα που συναντούσα σε κινηματογραφική ταινία ξυπόλητη ή με τα γυμνά της πόδια να ξεχωρίζουν σε κάποια ιδιαίτερα σκηνή: έπαιρνα την θέση του εκάστοτε ήρωα για να την ζω μαζί της ξανά και ξανά· ενίοτε συνέχιζα την ιστορία από εκεί που έμεινε, καθώς αρνιόμουν να δεχτώ πως κάθε σχέση με τις ηρωίδες σταματούσε με το λογότυπο The end. Δεν σχετιζόμουν όμως μόνο με τις σαφώς αυτόνομες προσωπικότητες που πλάστηκαν από συγγραφείς, σεναριογράφους και σκηνοθέτες, μόνιμες πια κατοίκους του χωροχρόνου της ταινίας· αποκτούσα προσωπικές διασυνδέσεις με τις ίδιες τις ηθοποιούς, βέβαιος πως στις πολλαπλές τους προσωπικότητες είχαν προσθέσει κι εκείνες των ρόλων που υποδύθηκαν. Μεγαλώναμε μαζί και συνομιλούσαμε με κάθε ευκαιρία· ενίοτε ανταλλάζαμε και επιστολές, από τις οποίες σκοπεύω να δημοσιοποιήσω μόνο τις δικές μου, για να διαφυλάξω την ιδιωτικότητα των δικών τους. Όλες μαζί, υποκρίτριες ή αληθινές, μου κληροδοτούσαν μια γνώση – ευαγγέλιο που απαιτούσε να γίνει πράξη.

Το 1936 οι καιροί ήταν πια μοντέρνοι και με βρήκαν να δουλεύω περιτριγυρισμένος από μεγάλα γρανάζια και τεράστια μηχανήματα, χωρίς να γνωρίζω πως τα ίδια θα μ’ έδιωχναν από την δουλειά μου. Την ίδια στιγμή στην άκρη της πόλης ένα θηλυκό χαμίνι ονόματι Εllen αρνούνταν να μείνει πεινασμένο μαζί με τα μικρά του αδέλφια και πήδηξε σε μια βάρκα για να κλέψει ένα τσαμπί μπανάνες. Έτσι γνώρισα την Paulette Goddard, ξυπόλητη και τρεχούμενη στους δρόμους της πόλης, κυνηγημένη επειδή άρπαξε ένα καρβέλι από την ανοιχτή καρότσα ενός φορτηγού. Προθυμοποιήθηκα να εμφανιστώ ως ένοχος, άλλωστε είχα περάσει καλά στην φυλακή πριν λίγο καιρό όταν με συνέλαβαν ως κομμουνιστή ηγέτη· είχα αναπαυτικό κελί και δωρεάν εφημερίδα, για να διαβάζω τα νέα των απεργιών. Μια καλοντυμένη κακόψυχη κυρία με μαρτύρησε που ψευδομαρτύρησα και τελικά συνέλαβαν και το κορίτσι. Φρόντισα βέβαια να διασκεδάσω την τελευταία μου «ελεύθερη» βόλτα με τον αστυνόμο: πρόλαβα κι έφαγα μπόλικο φαγητό, αγόρασα τσιγάρα για μένα και σοκολάτες για κάτι μικρά παιδιά κι όταν μου ζητούσαν να πληρώσω έδειχνα αυτόν. Τι μπορούσε να κάνει; Να συλλάβει τον ήδη συλληφθέντα;

Έτσι βρέθηκα μαζί της στο κλουβί της αστυνομίας, που σύντομα ντεραπάρισε στο οδόστρωμα. Εκείνη βρέθηκε ήδη πίσω από μια γωνία και μου έγνεφε να αποδράσουμε μαζί. Με ελαφρώς βαριά καρδιά έριξα μια μέτρια ροπαλιά στον φρουρό κι έτρεξα προς το μέρος της. Τι ωραία που ήταν! Μου φαίνεται πως μου ηχούσε μια ωραία μελωδία έτσι όπως περπατούσαμε σ’ έναν άδειο φαρδύ δρόμο κι εκείνη μου χαμογελούσε, ενώ έλαμπαν τα μαυρισμένα της μάγουλα. Όταν την ρώτησα πού μένει μού απάντησε πουθενά και παντού. Καθίσαμε στο πεζοδρόμιο έξω από μια ωραία μονοκατοικία και αναρωτηθήκαμε πώς θα ήταν να είχαμε μια δική μας φωλιά. Σε μια πεταμένη εφημερίδα διάβασα πως ζητάνε νυχτοφύλακα σ’ ένα μεγάλο πολυκατάστημα. Με προσέλαβαν ενώ εκείνη με περίμενε έξω, τρίβοντας ανυπόμονα το πέλμα της στον τοίχο.

Όταν έφυγε και ο τελευταίος πελάτης έτρεξα και την έβαλα μέσα στην άδεια σάλα, μπήκα πίσω από το μπαρ και της σέρβιρα του κόσμου τα καλά. Ύστερα ανεβήκαμε στο κατάστημα των παιχνιδιών, φορέσαμε παπούτσια του πατινάζ κι έκανα ακόμα και με δεμένα μάτια, ενώ κάτω έχασκε το κενό (μου αρκούσε ο ίλιγγος του στροβίλου και η χαρά της παρανομίας). Στον όροφο με τις κρεβατοκάμαρες την έβαλα να κοιμηθεί στο καλύτερο κρεβάτι και στο μεταξύ αντιμετώπισα μερικούς ληστές, ήπια ένα βαρέλι ρούμι (οι σφαίρες τους άνοιξαν μια τρύπα που έρεε ακριβώς στο στόμα μου) και κοιμήθηκα εξαντλημένος μέσα στα υφάσματα. Φυσικά με συνέλαβαν και πιστώθηκα άλλο ένα δεκαήμερο στις φυλακές.

Με περίμενε ξανά περιχαρής πίσω από μια γωνία, με τα ποδαράκια της σηκωμένα στις μύτες, ενώ κάποιο γραμμόφωνο εκεί κοντά ξανάπαιζε την ωραία μελωδία. Μου ανακοίνωσε πως βρήκε ένα σπίτι για μας και με οδήγησε ως εκεί: ήταν μια στραβή καλύβα στη μέση του πουθενά. Κάθε τι που ακουμπούσα γκρεμιζόταν, με αποκορύφωμα μια πόρτα, που μ’ έριξε κατευθείαν στην λίμνη που κρυβόταν από πίσω. Αλλά και πάλι, εκείνη έσπευσε να με βοηθήσει, απλώνοντας μάλιστα το πόδι της να πιαστώ.

Το επόμενο πρωί κι ενώ το σπίτι κατέρρεε, τουλάχιστον με πιο αργό ρυθμό, μου σέρβιρε καφέ σε δυο κονσερβοκούτια αλλά η εφημερίδα (με κάποιο τρόπο στο φτωχικό βρέθηκε μια εφημερίδα) έγραφε ότι ξανανοίγουν τα εργοστάσια και η ιδιότητα του εργάτη με καλούσε. Χώθηκα μέσα στο πλήθος και πέρασα την πύλη την τελευταία στιγμή, για να βρεθώ ξανά στις μηχανές, αλλά ένα τούβλο που τυχαία πάτησα εκσφενδονίστηκε στο κεφάλι ενός αστυνομικού, θαρρείς μόνο και μόνο για να γελάσουν τυχόν θεατές στην άλλη άκρη του χρόνου κι έτσι φυλακίστηκα για άλλη μια φορά. Ευτυχώς στον έξω κόσμο εκείνο το κορίτσι έσφυζε από ζωή. Αρκούσε η μουσική ενός καρουζέλ για να την κάνει να χορεύει στη μέση του δρόμου – κάπου έμεινε για πάντα αυτή η σκηνή, ακριβώς τη στιγμή που πίσω της περνάει ένα πλοίο. Δεν βρέθηκε κάποιος ποιητής να την αιχμαλωτίσει αλλά ένας καταστηματάρχης που έτυχε να είναι παρών την προσέλαβε στο κέντρο του, κι εκεί άρχισε να χορεύει με παπούτσια μπαλαρίνας (χρυσά; ασημένια; έλαμπαν πάντως στην μαυρόασπρη εικόνα τους).

Την τρίτη φορά που άκουσα την μελωδία με περίμενε καλοντυμένη και παπουτσωμένη και με πήγε να προσληφθώ στην δουλειά της. Είπαμε ψέματα πως ξέρω να σερβίρω και να τραγουδάω. Φυσικά η αποτυχία μου ήταν διπλή και παταγώδης· όταν μάλιστα κλήθηκα να τραγουδήσω, ξέχασα τις λέξεις (ήμουν ένας βουβός κωμικός) αλλά τελικά έβαλα δικές μου, όποια μου ερχόταν στη διάθεση, όπως άλλωστε κάνω τώρα. Κανείς δεν κατάλαβε τον ανύπαρκτο ειρμό και πήρα την δουλειά! Πάνω που νόμιζα πως τελείωσαν τα βάσανά μου ήρθαν να συλλάβουν τον φύλακα άγγελό μου για τα γνωστά παλιά αδικήματα. Αλλά εμείς, πείσμονες της ελευθερίας, αποδράσαμε από το κέντρο ενώ η αυγή μας βρήκε στην άκρη του δρόμου όπου και άκουσα για τελευταία φορά την μελωδία. Τότε για πρώτη φορά είδα το χαμόγελό της να κρύβεται μουτρωμένο, καθώς με ρωτούσε δακρυσμένη τι νόημα έχει να προσπαθεί κανείς κι εγώ της απάντησα buck up never say die, we’ ll get along κι έσφιξα την γροθιά μου κι έσφιξε κι εκείνη την δική της γροθίτσα και τα μάτια της σπίθισαν όπως κι ο άδειος, μακρύς δρόμος μπροστά μας.

Πωλέτ, εγώ σε ακολούθησα για να μάθω την δική σου συνέχεια, συχνά για να σε συντροφεύω όταν ήσουν μόνη. Όσο μεγάλωνες γινόσουν μια όμορφη, μαχητική γυναίκα. Κυνήγησες τον έρωτα σε χώρες και τέχνες και είμαι βέβαιος πως κάπου κρύβεσαι ξανά πίσω από μια γωνία, μέσα στις δημιουργίες των εραστών σου: σε γραμμές που έγραψαν οι John Steinbeck, Aldous Huxley και Erich Maria Remarque, σε μελωδίες που ενορχήστρωσαν οι Artie Shaw και Anatole Litvak, σ’ ένα απραγματοποίητο πλάνο του Howard Hughes, σε κάποια σύνθεση του George Gershwin· ο τελευταίος σου μετάγγισε την αγάπη για το Μεξικό, όπου βρέθηκες για ένα φωτορεπορτάζ κάποιου περιοδικού (Η Πωλέτ Γκοντάρ ανακαλύπτει το Μεξικό), κι εκεί γνώρισες έναν ακόμα αλησμόνητο εραστή, τον Diego Rivera, που ζωγράφιζε σχεδόν απέναντι από το ξενοδοχείο σου. Εσύ δεν τον ειδοποίησες πως αναζητείται από την αστυνομία για την ανάμιξή του στην απόπειρα δολοφονίας του Τρότσκι, τον Μάιο του 1940; Χάρη σ’ εσένα μπόρεσε να διαφύγει και να κρύβεται για βδομάδες· του πήγαινες φαγητό, όπως στις παλιές ηρωικές ταινίες, και τον βοήθησες να φύγει για την Καλιφόρνια, γεγονός που σ’ έβαλε στο στόχαστρο μιας συνεχούς παρακολούθησης από τις αμερικανικές αρχές για το είδος των κόκκινων απόψεων που πιθανώς εκπροσωπούσες.

Μα προτού συμβούν όλα αυτά εσύ πήγες κι έμεινες μέσα σε δυο έργα του. Στο πρώτο φοράς ένα λευκό φουστάνι και κάθεσαι συντροφιά με μια γυμνόστηθη μιγάδα γηγενή γυναίκα. Εσύ δεν γύμνωσες το στήθος σου, όσο κι αν σου ζητήθηκε· απεναντίας το έκανες στα πόδια σου: έχεις βγάλει τα πασούμια σου και αγγίζεις με το αριστερό σου χέρι το δεξί σου πέλμα, ως ένδειξη -δε μου το βγάζεις απ’ το νου- πως δεν ξεχνάς το παρελθόν [Diego Riviera, Portrait of Paulette Goddard, 1940 – 1941]. Στο δεύτερο, σε μια πολυπρόσωπη τοιχογραφία, με το ίδιο φουστάνι και πάντα ξυπόλητη, βρίσκεσαι αντικριστά με τον ίδιο τον Δαιμόνιο Διέγο και φυτεύετε μαζί, με αγγιχτά χέρια, ένα λευκό δέντρο – σύμβολο, διάβασα, της ενότητας μεταξύ Βορρά και Νότου [Diego Riviera, Pan American Unity, 1940].

Σ’ όλα αυτά, ωραία μου Πωλέττα, στο αρχαϊκό σου σινεμά και στις μεξικανικές σου αφιερώσεις, δεν εξέφρασες μόνο τις αρετές που συνήθως εικονίζονται ανυπόδητες, όπως η αξιοπρεπή ένδεια ή η ψυχική αγνότητα, ούτε αγαπήθηκες μόνο έτσι επειδή κρυβόσουν από τους συνήθεις κυνηγούς της «νομιμότητας». Ήσουν η πρώτη από τις ξυπόλητές μου που περπάτησες με τόλμη σε μια διακήρυξη της αισιοδοξίας, για τον καθένα μας χωριστά και όλους μαζί. Φροντίζω να το θυμάμαι κάθε φορά που ακούω το Smile, από το σάουντρακ των Μοντέρνων Καιρών, την έξοχη σύνθεση που έγραψε ο μέγιστος έρωτάς σου Charlie Chaplin και τραγούδησε ο Nat King Cole και μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως προσπάθησα και προσπαθώ, όσο μπορώ, να τηρήσω την καταστατική σας αρχή: Smile though your heart is aching, Smile even though it’s breaking, When there are clouds in the sky, You’ll get by If you smile through your fear and sorrow Smile and maybe tomorrow You’ll see the sun come shining through for you…

Με τόσο ξυπόλητο περπάτημα, προσφέρθηκε κανείς να σου τρίψει τα πόδια; Σε ακολούθησα σε ένα από εκείνα τα γουέστερν που συνδυάζουν Έρωτα και Ιστορία, στους Unconquered του Cecil De Mille (1947), όπου υποκρίθηκες μια σκλάβα που καταδικάζεται άδικα σε θανατική ποινή αλλά τελικά αγοράζεται από έναν Αμερικανό στην πορεία του προς την ονειρεμένη Δύση. Τόσο στο χαμαιτυπείο, όπου σε σώζει από διάφορους απειλητικούς άντρες όσο και σε μια πορεία σας στην φύση, εσύ έχεις βγάλει το παπούτσι σου και τρίβεις το ποδαράκι σου, προς αδιαφορία του κτήτορά σου Γκάρι Κούπερ, με τον οποίο σαφώς είσαι ερωτευμένη – κι εκείνος όπου να ’ναι, αν όχι ήδη. Ασυγχώρητος! Η μόνη στιγμή που έδειξε την έγνοιά του ήταν όταν πήρε το τρύπιο σου παπούτσι και το μάνταρε στην στιγμή, διατηρώντας, φυσικά ύφος, αγέλαστο.

Ήταν λοιπόν η εποχή όπου στις ταινίες ήταν αδιανόητο ο άντρας να τρίβει τα πόδια μιας γυναίκας, ακριβώς το αντίθετο δηλαδή με ό,τι βλέπουμε σήμερα σε πάσης φύσεως γυρίσματα. Εκείνες τότε αναγκάζονταν μόνες κι έρημες να ξεκουράσουν τις περπατημένες τους επιφάνειες, όπως, για παράδειγμα, η έκλαμπρη Carol Lombard στο Fools for scandal (Melvin LeRoy, 1938), που σε μια σκηνή αλλά και στην ίδια την αφίσα της ταινίας βγάζει το γοβάκι της και τρίβει το πέλμα της, ρίχνοντας μουτρωμένες ματιές στον ασυγκίνητο συμπρωταγωνιστή της. Αλλά η απόλυτη σκηνή προσωπικής τριβής και δη μπροστά σε περισσότερους του ενός άντρες συμβαίνει στα πρώτα λεπτά της ταινίας Fallen Angel (Otto Preminger, 1945). Ο πρωταγωνιστής Άντριους αναγκάζεται να κατέβει από ένα λεωφορείο καθώς δεν έχει εισιτήριο και μπαίνει σ’ ένα ταπεινό καφεστιατόριο, όπου ο ιδιοκτήτης και μερικοί πελάτες συζητούν για την Στέλλα, την σερβιτόρα που έχει εξαφανιστεί για λίγες μέρες. Σύντομα ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα η υπέροχη Linda Darnell, με ταγέρ και καπέλο: είναι η άσωτη, που επιστρέφει ξανά στην φωλιά της. Αμέσως κάθεται, βγάζει το γοβάκι της και τρίβει το πέλμα της, χωρίς καν να κοιτάξει προς τους όρθιους άντρες. Προφανώς περπάτησε ώρες, κρύωσε και τα συναφή – είναι μια γυναίκα που δεν ήταν εκεί και με αυτούς που «έπρεπε» να είναι, αλλά αλλού και με άλλους.

Οι δυο σκηνές, και πολλές άλλες ανάλογες, διασώζουν ένα ενδιαφέρον στοιχείο. Η έκφραση της γυναίκας είναι παραπονεμένη, σα να επιθυμεί να μεταθέσει το κέντρο βάρους της πηχτής ατμόσφαιρας (που προφανώς στρέφεται εναντίον της) σε ελαφρότερα ζητήματα, για να εκμαιεύσει κάποια στοργή. Ειδικά η Νταρνέλ μοιάζει να θέλει να πάρει τον ρόλο ενός ταλαιπωρημένου θύματος «λέγοντας» πως τα πόδια της ήταν τα πρώτα που υπέφεραν στις άδικες περιπέτειές της. Βέβαια παρακάτω απλώνει τα χεράκια της σε ταμεία ή στα μπράτσα διαφόρων αντρών και όταν ο Άντριους την ερωτεύεται ο όρος είναι απαράβατος: ένα σπίτι δικό της. Η συνέχεια γνωστή και το ερώτημα αιώνιο: μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας άντρας για την ικανοποίηση μιας γυναίκας; Αλλά ήδη βρισκόμαστε σε μια άλλη κατηγορία κινηματογραφημένων ξυπόλητων γυναικών, τις νουαρέσσες. Προσεχώς λοιπόν. [Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται]

Οι ταινίες: Modern Times (Charlie Chaplin, 1936), Unconquered (Cecil De Mille (1947), Fools for scandal (Melvin LeRoy, 1938), Fallen Angel (Otto Preminger, 1945).

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Οι ξυπόλητες των δίσκων, 5

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 11 (Νοέμβριος 2019), εδώ

Χ. Οι ξυπόλητες των δίσκων, 5

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες στα εξώφυλλα των δίσκων και μυείται στα μυστικά τους.

Καθώς τα ξυπόλητα κορίτσια στα εξώφυλλα των δίσκων φωτογραφίζονταν αποκλειστικά σε ιδιωτικούς χώρους ή σε σκοτεινούς δρόμους και πάντα στο ημίφως, αναρωτιόμουν: Δεν υπήρχε τραγουδίστρια να γυμνώνει τα πόδια της στο φυσικό φως;  Υπήρχε αλλά εντοπίστηκε στην άλλη άκρη του κόσμου! Ήταν ένα στρογγυλοπρόσωπο κορίτσι μεσογειακής κατατομής και σαρκώδους ομορφιάς, με μακριά μελαχρινά μαλλιά σε συμμετρικές αφέλειες, με μηρούς χυτούς και πόδια τορνευτά, όπως θα καλολογούσαν οι πεζογράφοι άλλων δεκαετιών.

Στα ίδια μουσική τοπογραφία αλλά σε αντίθεση με τις άλλες εξώφυλλες νεοϋορκέζες Κάρλυ και Κάρολ, η Λίντα Ρόνσταντ ήταν κορίτσι του ζεστού νότου της Αριζόνα. Προικισμένη κι αυτή με φωνητικό και συνθετικό τάλαντο, από το ντεμπούτο της κιόλας στο εξώφυλλο του Hand sown…Home Grown (1969) πόζαρε με λευκό φόρεμα μπροστά από φωτεινά δέντρα, πατώντας ξυπόλητη πάνω σε μια πέτρα και ένα σωρό φύλλα, ενώ στο οπισθόφυλλο καθόταν έξω από ένα πετρόκτιστο, σχεδόν αυτοσχέδιο σπίτι που έμοιαζε με καλύβα, τυλιγμένη με μια μακριά εσάρπα με ξέφτια, ξανά ξυπόλητη. Πίσω της ψηλά δέντρα και πράσινη ησυχία. Είμαι βέβαιος πως χαιρόταν ένα ένα τα φυλλαράκια κάτω από τα πέλματά της, εκτός αν τα είχε τόσο συνηθίσει στην φυσική της ζωή.

Ήταν άραγε η ίδια εκείνη φύση που την ωθούσε να βγαίνει ξυπόλητη στις συναυλίες της; Κάποτε την βρήκα με ανάλογη εμφάνιση σ’ ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα να τραγουδάει με την μπάντα της, τους The Stone Poneys, το Α different drum. (Μπορεί κανείς να την χαρεί έτσι σε μια επιβραδυμένη εκτέλεση που διασώζεται στο αχανές βιντεοκλάμπ του διαδικτύου.) Σ’ εκείνο το έξοχο τραγούδι απομάκρυνε γλυκά κι αιχμηρά κάποιον που προφανώς επιθυμούσε να την περιορίσει στα δικά του δεσμά:  Εγώ κι εσύ ταξιδεύουμε στο χτύπο ενός διαφορετικού τύμπανου … δεν είμαι έτοιμη για κανέναν και τίποτα που θα μου βάλει τα ηνία… θα ζήσουμε περισσότερο αν ζήσουμε χωριστά. Με την ίδια μπάντα στο Train And The River ψέλλιζε και τον στίχο Ι remember we used to go barefoot hand in handΤα γυμνά πόδια ως ασυμβίβαστη φύση και ως κοινή βίωση – συμβίωση του έρωτα!

Η Λίντα απαρνήθηκε το Λος Άντζελες, όπου η επίδειξη της λάμψης ήταν υπερβολική και οι αυτοκινητόδρομοι απολύτως απαραίτητοι ακόμα και για να φτάσει ως το στούντιο, κι έφυγε για το Σαν Φρανσίσκο, φορώντας σίγουρα λουλούδια στο κεφάλι της. Αλλά η πολυπόθητη αρμονία βρισκόταν και πάλι αλλού κι έτσι προτίμησε την επιστροφή στο αριζόνιο Τούσον, να βρει το δικό της προσωρινό κάθισμα στη γη. Πριν και μετά από αυτήν, ανυπότακτα κι ελεύθερα τα ξυπόλυτα κορίτσια των δυτικών λειμώνων της άλλης άκρης του κόσμου, μαζί με τις χίππισες που διατήρησαν την ιδιότητά τους και μετά τα ψυχεδελικά χρόνια, ζούσαν σε καλύβες, τροχόσπιτα, φάρμες, ασράμ και πάσης φύσεως κοινόβια όπου βίωναν την φύση με κάθε τρόπο, από την αναπνοή τους μέχρι τα γυμνά βήματα στο χώμα. Άραγε γνώριζαν το παράδειγμα του Thoreau, που έφυγε για να ζήσει σ’ ένα δάσος κοντά σε μια λίμνη που του πρόσφερε και το όνομα του κλασικού του βιβλίου Walden, ή του Le Corbusier, που σχεδίασε πόλεις ολόκληρες και οραματίστηκε ουρανοξύστες χιλιομέτρων αλλά δεν έχτισε για τον εαυτό του παρά μια μικρή ξύλινη καλύβα κάπου στην Κυανή Ακτή; Είχαν διαβάσει τον Χάιντεγκερ, που έλεγε πως το κτίριο πρέπει να φύεται από την γη; Συγκέντρωνα στοιχεία για τα αναχωρήτριες του κόσμου, που δεν αρνήθηκαν την ζωή άλλα έφυγαν για να την βρουν και να την μοιραστούν, για εκείνες που με συντριπτικές πιθανότητες θα χαίρονταν ξυπόλητες την γη.

Την ίδια εποχή στο καθιστικό μας άνοιξα με την έξαψη της παρανομίας το ξύλινο συρταρωτό πορτάκι του μπουφέ, σχεδιασμένου από τον Σκουρόπουλο της Πατησίων και συχνά  σκηνογραφημένου σε ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες όπως το Ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη, με την ψευδαίσθηση της ταύτισης με τον νεαρό αποπλανητή ωραίων μοναχικών γυναικών σαν την Αλεξάνδρα Λαδικού, που τον υποδεχόταν με τα πασούμια της στο μοναχικό της σαλόνι. Στα ενδότερα του ντουλαπιού μια σειρά ευφάνταστα μπουκάλια με υποσχετικά ονόματα, όπως βερμούτ, τσέρρυ ή καμπάρι περίμεναν τον δοκιμαστή τους. Στην αριστερή άκρη σίγαζε μια πάκα παλιών δίσκων· στο φυλλομέτρημα μου αποκαλύφθηκε μια ζουμερή κοσταρικανή με πολύπτυχο φόρεμα, σφιχτές κοτσίδες και ξυπόλητη – εμφάνιση που θα είχε σε πολλά ακόμη εξώφυλλα. Δίπλα της δυο χαρωποί κιθαρωδοί με τουλάχιστον δυο λατινοαμερικανικά χαρακτηριστικά, το πόντσο και το σομπρέρο. Ονομάζονταν Los Machucambos κι επρόκειτο εμφανώς για σχήμα λατινοαμερικάνικης ευφορίας, που παρακινούσε τα σώματα σε χορευτικές χαρές, ενώ ένα τραγούδι με τον αναπάντεχο τίτλο El Otorrino Laringolo με προσκαλούσε να τους γευτώ όχι μόνο με ώτα αλλά και με λάρυγγα. Αυτό ήταν: η ονομαζόμενη Julia Cortes σχεδόν βγήκε από το κάδρο κι άρχισε μπροστά μου έναν ξυπόλητο χορό που μόνο χάρη στη μέθη μου μπορούσα να απολαύσω. Στο τέλος, κάτω από μια παραίσθηση καθαρά οινοπνευματώδη, σωριάστηκα στα χάρτινα πόδια της.

Έκτοτε σχεδόν χάθηκα στις εξοχές μιας μουσικής εξωτικής, όπως ονομαζόταν το είδος από κάποιους που προφανώς βρίσκονταν κάπου «μέσα», η οποία πήγαζε από μακρινούς τόπους: από την Αφρική και την Κεντρική και Νότια Αμερική, μέχρι την Καραϊβική και τον Νότιο Ειρηνικό. Τα ξυπόλητα κορίτσια της με τα χειροποίητα φουστάνια και τα θεαματικά κοσμήματα ακολουθούσαν μια εμφάνιση που ήταν αυτονόητη για όλες τις γυναίκες του τόπου τους. Σωστά ξωτικά της exotica, είχαν πάντα τα ποδαράκια τους ελεύθερα και κάτι θα σήμαινε αυτό, κάτι θα ήθελαν να πουν! Μακάρισα τους τυχερούς των νοτίων ημισφαιρίων που είχαν ως καθημερινότητα εκείνο που για μένα ήταν μια σπανιότητα. Όμως μια υποψία σφηνώθηκε μέσα στην ευδαιμονία μου: Μήπως δεν θα με συντάραζε η γύμνια των άκρων αν την είχα ανά πάσα στιγμή δεδομένη; Μήπως ακριβώς η κρυφότητα και η σπανιότητα απογείωσαν αν όχι προκάλεσαν την προτίμηση;

Το εφιαλτικό ενδεχόμενο επιβεβαιώθηκε σε μια δημόσια παρουσίαση βιβλίου από τον Δημήτρη Καλοκύρη, ο οποίος διαπίστωνε την απομυθοποίηση στα μάτια ενός ταξιδιώτη συγγραφέα [Αντώνης Καλαϊτζάκης, Ένας Έλληνας στη χαμένη Αφρική, εκδ. Παρατηρητής, 1997], ο οποίος έγραφε: Αυτό που εγώ βλέπω σαν κάτι παράξενο και μυστηριακό, γι’ αυτούς […] είναι καθημερινή ρουτίνα. Αυτό που εμένα με συνεπαίρνει, γι’ αυτούς είναι μια καθημερινότητα. Εγώ παίρνω τον αιθέρα της ομορφιάς του τόπου, γι’ αυτούς χάθηκε [1]. Αναρωτήθηκα κι εγώ αν αυτή ήταν η μικρή εκδίκηση του Δυτικού: να χάσει την αιώνια συνήθεια μα να κερδίσει ένα μοναδικό φετίχ. Ή αν πρόκειται για μια οριστική ήττα: να καταδικάστηκε να απολαμβάνει τα αλλοτινά ελεύθερα δώρα της ζωής σε εξαιρετικές μόνο περιστάσεις.

Σα να μην έφτανε αυτό, σύμφωνα με το Δοκίμιο για τον εξωτισμό του ταξιδευτή λογοτέχνη Βικτόρ Σεγκαλέν, αν ο εξωτισμός είναι η αισθητική και η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά η δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης. Όμως δεν νοείται σε αυτόν καμία προσαρμογή. Δεν είναι η τέλεια κατανόηση εκείνου που βρίσκεται έξω από τον εαυτό μας, κλείνοντας το μέσα μας, αλλά η οξεία και άμεση αντίληψη του αιώνιου ακατάληπτου. Ας ξεκινήσουμε από αυτή την ευχή της αδύνατης διείσδυσης [2].

Αυτά μας έκαναν οι εξωτικές ξυπόλητες! Διατάραζαν τα δεδομένα μας και παρέμεναν ακατάληπτες και ασύλληπτες μέσα στους πόθους μας, όσο κι αν προσπαθήσαμε να τις προσαρμόσουμε στα δικά μας βλέμματα. Όμως εκείνος ο στοχαστής των μακρινών οριζόντων είχε επιπλέον γράψει πως η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του. Ίσως, λοιπόν, αν οι δικές μας αστικές δυτικές γυναίκες κάποτε υποδύθηκαν εκείνες τις «ξένες», μπορεί στο βάθος να βρήκαν κάτι ολότελα δικό τους. Γι’ αυτό κι εγώ συνέχισα πλέον στις ταινίες να αναζητώ όλες τις εξωτικές· τις πραγματικές, που κάπου στον κόσμο θα ζούσαν δίπλα στη θάλασσα ή μέσα στα δέντρα και τις καλαμιές, και τις σταρέσσες που προσομοίασαν ιδανικά στις πρώτες και προσάραξαν σε καλαμένια δωμάτια και αμμώδεις αυλές.

Και πάντα θυμάμαι την Kerima, με το περήφανο ξυπόλητο βάδισμα της ανάμεσα στις ξύλινες ινδονησιακές καλύβες πάνω από το νερό, στην ταινία  Outcast Of The Islands (Carol Reed, 1952), μιας νέας που διάλεξαν για την ανατολική ομορφιά της και διέδωσαν την φράση της «ζω την ζωή της φύσης, περπατώ ξυπόλητη, κολυμπώ γυμνή», για να ταιριάξει με τον ρόλο της Aissa (όνομα που κυριάρχησε στον ελληνικό τίτλο της ταινίας: Αισά, το Ρόδο της Πολυνησίας)· την λατρευτή μου Gene Tirney στο Son of Fury (John Cromwell, 1942) να κουλουριάζεται στην αγκαλιά του Tyrone Power, με τις πατούσες της χωμένες στην άμμο των Νοτίων Θαλασσών· την Heddy Lamar ως αξέχαστη Tondelayo να παγιδεύει στα δίχτυα της δυο άντρες στην ζούγκλα του Κονγκό έχοντας φυσικά χορέψει ξυπόλητη (White cargo, Richard Thorpe, 1942)· την «βουβή» και διαρκώς γυμνόποδη βασίλισσα της ζούγκλας Edwina Booth στο Trader Horn, στην πρώτη ταινία που γυρίστηκε στην Αφρική (W.S. Van Dyke, 1931)· ακόμα και την αυστηρότερη Ava Gardner να εμφανίζεται ξυπόλητη σε μια ξύλινη αποβάθρα κάπου στην Αφρική με μια βαλίτσα στο χέρι, έτοιμη να προσαρμοστεί στα νέα κλίματα (Mogambo, John Ford, 1953).

Έσπευσα, βέβαια, να μειώσω τις χιλιομετρικές αποστάσεις για να αυξήσω τα ενδεχόμενα μιας πιθανότερης συνάντησης. Πιστός των μεσαιωνικών παραμυθιών και της βικτωριανής ατμόσφαιρας ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο μ’ ένα αλλόκοσμο κορίτσι που εμφανιζόταν ξυπόλυτο σε εξώφυλλα δίσκων, σαλόνια περιοδικών και πάσης φύσεως φωτογραφίες επί και εκτός σκηνής. Οι χορευτικές της χειρονομίες πρόδιδαν την χορεύτρια που κάποτε υπήρξε, τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά της σχεδόν μου γαργαλούσαν τα μάγουλα και τα γυμνά της πόδια τονίζονταν περισσότερο κάτω από τα μακριά της φορέματα – ή μάλλον ακριβώς εξαιτίας τους.

Την άκουσα να μου κελαηδά με την ιδιαίτερη φωνή της μέσα από το κασετόφωνο του γειτονικού διαμερίσματος. Μου συστηνόταν ως Cathy και με αποκαλούσε Heathcliff· μου έλεγε πως κρυώνει και μου ζητούσε να την αφήσω να περάσει μέσα από το παράθυρο, βεβαιώνοντάς με πως γύρισε σπίτι, σπίτι μας, στα ανεμοδαρμένα ύψη. Από εκείνη διάβασα για πρώτη φορά πως ο έρωτας δεν ταυτίζεται με την ευτυχία,  πως είναι πόνος βαθύς. Και μαζί υπήρξαμε στις φαντασίες μου πραγματικό ζεύγος σε σκοτεινό ρομάντζο, εξίσου μυθιστορηματικό μ’ εκείνο της Έμιλυ Μπροντέ. Η κατά κόσμον Kate Bush του Wuthering Heights έγινε η δική μου Ανεμοδαρμένη των Υψών της Αγάπης και την περιμένω, με ανοιχτή την μπαλκονόπορτα κάθε φορά που την ακούω, να έρθει πετώντας, όπως εμφανίζεται φτερωτή στο εξώφυλλο του Butterfly kisses (1988), μιας ανεπίσημης live συλλογής με αποσπάσματα από συναυλίες μεταξύ 1978 – 1987, με τα πόδια της ευκρινέστερα από ποτέ.

Στο τέλος, ίσως τίποτε απ’ όλα αυτά, τα στημένα μπροστά στους τρίποδες ή τα εκτεθειμένα στις σκηνές των συναυλιών, δεν είχε τόση μαγεία όσο μια στάση σ’ ένα γυμνό δωμάτιο. Εκεί ήθελα να με περιμένει μια γυναίκα απλή, γοητευτική όπως κάθε γυναίκα, με ελαφρώς ανταριασμένα μαλλιά, μ’ ένα χρωματιστό φουστάνι, ξυπόλητη στο ξύλινο πάτωμα, με το βλέμμα της πάνω μου. Την έψαχνα για χρόνια μέχρι να την βρω σ’ ένα εξώφυλλο, γνωρίζοντας πως νωρίτερα φυλλομετρούσε τον Φερνάντο Πεσσόα και διάλεγε λέξεις του για να τις μελωδήσει με την φωνή της παρέα με δυο τσέλα. Την έλεγαν Μπεβίντα (Bévinda ((Ferreire)) και χάρη στον δίσκο της Pessoa em Pessoas (1997) διάβασα το Βιβλίο της Ανησυχίας, που με κατεύθυνε οριστικά στην γραφή των παθών μου. Το ιδανικό μου, έγραφε ο Πεσσόα, θα ήταν να τα ζω όλα σε μυθιστόρημα και να αναπαύομαι στη ζωή – να διαβάζω τις συγκινήσεις μου…. Για όποιον έχει τη φαντασία εύκολη, οι περιπέτειες ενός πρωταγωνιστή μυθιστορήματος είναι αρκετή προσωπική συγκίνηση, και ακόμα πιο πολύ γιατί είναι και δικές του και δικές μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη περιπέτεια από το να έχεις αγαπήσει τη Λαίδη Μάκβεθ με αληθινή και άμεση αγάπη [3]. Έτσι άρχισα τούτο το μυθιστόρημα, για να διαβάζω τις συγκινήσεις που έζησα με τις αναρίθμητες ξυπόλητες των δίσκων, των ταινιών και της έξω ζωής, με τις οποίες αγαπηθήκαμε με άμεση και αληθινή αγάπη.

[1] Δημήτρης Καλοκύρης, Παρασάγγες. Τόμος Α΄. Ονομαστικόν, εκδ. Άγρα, 2014, λήμμα Αφρικανός, σ. 31.

[2] Μαρία Στεφανοπούλου, «Ο εξωτισμός, η αισθητική του διαφορετικού και η εσωτερική εμπειρία. Για τον Victor Segalen», Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας, εκδ. Αρμός, 2015, σ.  90-120, ιδίως 105-107.

[3] Fernando Pessoa, Βιβλίο της ανησυχίας, Τόμος Β΄, εκδ. Gutenberg, 2018, μτφ. Μαρία Παπαδήμα, αρ. 348, σ. 111.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.