Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 20 (χειμώνας 2009-2010)

 

Αφιέρωμα Αμερική

Ο εκδότης των (δε)κάτων Ντίνος Σιώτης, πολλαπλώς ζήσας και περιπλανηθείς επί χρόνια σε Νέα Υόρκη, Βοστόνη, Σαν Φρανσίσκο και Οτάβα οργανώνει ένα μέγιστο αφιέρωμα στην Αμερική, όχι την γνωστή και προβλέψιμη ήπειρο των επεμβάσεων και του αντιαμερικανισμού αλλά εκείνη της κριτικής σκέψης, της εκδοτικής κίνησης, της λογοτεχνίας και των πνευματικών ιδρυμάτων όπου δεν υπάρχει άσυλο για την βλακεία. Μύστης μας ήδη από την εισαγωγή μας στέλνει στην Αμερική των μεγάλων πιθανοτήτων, των ακραίων άκρων, όπου τίποτα δεν είναι αδύνατο, όπου συμβαίνει η μεγαλύτερη ανανέωση της αγγλικής γλώσσας, αναζωογονούμενης στη χύτρα των μεταναστών της. Εκεί που τίποτα δεν χαρίζεται κι όπου κανείς δεν είναι ξένος, γιατί όλοι είναι ξένοι.

Προτού φύγει για να συντονίσει το αφιέρωμα από τον πάγκο, συνομιλεί με τον σπουδαίο ποιητή Τσαρλς Σίμικ, που, όπως ομολογεί (σε μια μάλλον σπάνια για ποιητή εξωτερίκευση) τον επηρέασε όσοι λίγοι, έγραψε ποιήματα έπειτα από δικά του και ίσως του έκλεψε και κανένα στίχο. Σταχυολογώ από τις απολαυστικές απαντήσεις του – πλέον – συνομιλητή και συμπότη του: Ο Χίτλερ και ο Στάλιν ήταν οι ταξιδωτικοί μου πράκτορες. Χωρίς αυτούς θα ήμουν ακόμα στο Βελιγράδι. // Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι η πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Εκείνες οι κατσαρίδες για τις οποίες έγραψα ήταν πραγματικές και έτρεχαν πάνω κάτω στους τοίχους της κουζίνας μου.// Μερικά ποιήματα έρχονται απ’ το πουθενά, άλλα έρχονται με τα χρόνια.

Η δημοσιότητα είναι μια μάσκα που τρώει το πρόσωπο είχε κάποτε πει ο Τζον Άπνταικ, πιστός και πεισμωμένος αρνητής της κι όπως φαίνεται λίγοι το διδάχθηκαν. 13 φωτογραφίες και κειμενικές λεζάντες από την λογοτεχνική του βιοπολιτεία απαρτίζουν το υπέρ αυτού photo essay. Και φυσικά δεν μπορούν να λείπουν εκείνοι που δεν κουραζόμαστε ποτέ να διαβάζουμε. Ο Ρέιμοντ Κάρβερ και ο Γκορ Βιντάλ δοκιμογραφούνται από πιστούς γνώστες και αναγνώστες (Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος και Κωστής Καλογρούλης αντίστοιχα) σε απολαυστικές σελίδες. Ο Κάρβερ κατόρθωσε το ακατόρθωτο: δυο ζωές μέσα σε πενήντα χρόνια – μια πρώτη αλκοολική και μια δεύτερη συγγραφική – δημιουργική, στην οποία όμως ποτέ δεν ξέχασε την πρώτη, παρά ορμούσε να απολαύσει τα χρόνια που του απέμεναν. Κι έτσι σήμερα μας ξαναμιλά οριστικά επιζών μέσα από τον μινιμαλισμό του καθημερινού λόγου και χαρακτήρες που – όπως δήλωσε σε συνέντευξη το 1978 – Δεν είσαι εσύ αυτοί, μα οι χαρακτήρες σου είναι εσύ, σε κείμενα – βάλσαμα για τις τσακισμένες ψυχές. Ο δε Βιντάλ, εναλλακτικός χρονογράφος της πολιτικής και πολιτιστικής ιστορίας των ΗΠΑ, απομυθοποιητής τοτέμ προσώπων και ιερών καταστάσεων και φετιχιστής του περιεχομένου (επιτέλους!) αντί της μορφής συνεχίζει να αποτελεί μόνιμο αγκάθι στα αμερικανικά πλευρά.

Επίσης: ένα κείμενο για τον Άμπι Χόφφμαν που πέθανε από υπερβολική δόση ποίησης, αντιθανάτου και περιπέτειας, οι μνήμες του Στρατή Χαβιαρά από τα πρώτα του βήματα εκεί, Αμερικανισμός και αντιαμερικανισμός, ο αληθινός Μπρετ Ίστον Έλλις. Διηγήματα John Updike, Σώτης Τριανταφύλλου, Tobias Wolff κ.ά, ποιήματα Charles Bukowski, Κλασικά Φωτογραφημένα από το βιβλίο της Μάρσια Ρέσνικ Punk, Poets & Politicians (Τζάγκερ, Γουόρχολ και Μπάροουζ κάνουν πως τρώνε μάλλον εν μέσω acid trip), τραγουδιστικά οδοιπορικά κ.ά. Φυσικά η Αμερική είναι και ο τόπος της διαπλοκής της φαρμακευτικής βιομηχανίας με την Ιατρική, εξ ου και το σοκαριστικό πολυσέλιδο κείμενο της Marcia Angell σχετικά με τα ημερήσια φάρμακα και πώς οι φαρμακευτικές εταιρείες μεταμορφώθηκαν σε πανούργες εμπορικές μηχανές που έκαναν ένα ολόκληρο έθνος να εθιστεί σε συνταγολογημένα φάρμακα.

Διασχίζουμε 13 επιχρωματισμένες διαφημίσεις – επαναπροσδιορισμούς της αμερικανικής εικόνας, δια χειρός φημισμένων επικοινωνιολόγων και φεύγουμε με δυο χρηστικές πληροφορίες: πως το καινούργιο Beat Hotel βρίσκεται στην έρημο της Καλιφόρνια κι έχει όλα τα memorabilia του Μπάροουζ – φίλου του νέου αναβιωτή του. Και πως για κάθε καινούργιο έντυπο που ανοίγει αντιστοιχούν 100.000 μπλογκς. Τουλάχιστο κάθε δεκατιανό τεύχος ανοίγει εκατοντάδες νέες σελίδες.

Εικονιζόμενοι οι Κάρβερ, Βιντάλ, Άπνταικ: σκεπτικοί αλλά ουδέποτε υποχωρητικοί.  Στις αρχές της επόμενης βδομάδας ακολουθεί ανάρτηση για το ανοιξιάτικο τεύχος των (δε)κάτων.

 

Σταμάτης Δαγδελένης – Το βιβλίο των αιρέσεων. Δέκα μικρά μυθιστορήματα.

Εναλλακτικά δόγματα

«Ομολογώ πως για πρώτη φορά, στην άχαρη και γεμάτη αλληλοσυγκρουόμενες ιδέες και συναισθήματα πνευματική μου ζωή, ο ορθολογιστής, ο ευσεβής χριστιανός και ο συγγραφέας μέσα μου θα ομονοούσαν έτοιμοι να συνάψουν μια τριπλή ιερή συμμαχία, συμπαγή σα γροθιά… Αλλά όταν οι συμπαντικές δυνάμεις μιλάνε και οι άλλοι δύο, ο ορθολογιστής και ο χριστιανός, παραληρούν ψελλίσματα για συμπτώσεις και δαιμονοληψίες, ο συγγραφέας οφείλει να σωπαίνει για να αφουγκραστεί τα ίδια τα γεγονότα και να τα μεταφέρει αυτούσια στο χαρτί» (σ. 174). Κάπως έτσι μεταγράφονται συγγραφική και (ψευδο;)δοκιμιακή αδεία δέκα «αιρέσεις» που κυμαίνονται σε ένα μεγάλο βάθος χρόνου (από την πρώιμη χριστιανική εποχή ως τις μεταπολεμικές ΗΠΑ) αλλά και περιεχομένου, ερμηνεύοντας διαφορετικά ή αντιστρέφοντας βασικά στοιχεία της χριστιανικής διδασκαλίας.

Στην «αίρεση της αντίστροφης οδού» ο δρόμος της σωτηρία δεν περνάει απαραίτητα από στερήσεις και προσευχές, αλλά από την ελευθεριότητα και την ακολασία, ενώ η κάθοδος και η πτώση ως το έσχατο σημείο οδηγούν στην άνοδο. Ιδανικό χώρο προσηλυτισμού των Μαγδαληνών αποτελούν τα πορνεία, όπου άλλοτε εκτέθηκε ως βρέφος ο αιρεσιάρχης Καταβάσιος, εξ απαλών ονύχων συναναστραφείς με τις ιέρειες «της πλέον απολαυστικής θρησκείας του αισθησιασμού και της ηδονής». «Μια στάση στην έρημο» αποκαλύπτει την όαση όπου αυτόχθονες ερωτοτροπούν δημοσίως και συνευρίσκονται στα ξέφωτα των μνημείων, μέλη μιας λατρείας όπου η προσφορά ενός μήλου σε μια γυναίκα ακυρώνει το προπατορικό αμάρτημα για όλες τις επερχόμενες γενιές. «Η αίρεση των αρωγών», θεμελιωμένη στη φράση πως το να φέρει κανείς στους ώμους το σταυρό του είναι ανθρώπινο, το να σηκώνει όμως το σταυρό κάποιου άλλου είναι θεϊκό, οδηγεί τους Σιμωνικούς να βοηθούν κάθε συνάνθρωπο στα βάρη της ζωής, με ανεπιθύμητα για την πολιτική εξουσία αποτελέσματα.

Πρόσωπα ή γεγονότα που υπήρξαν καθοριστικά σε μια θρησκεία, διαδραματίζοντας άθελά τους καταλυτικό ρόλο συμβάλλοντας ουσιαστικά στο Θείο Σχέδιο, μπορούν να εμπνεύσουν νέες δοξασίες. Τρανό παράδειγμα ο έμπορος του ναού που από συνήθεια ή αυθάδεια ρώτησε τον Ιησού σε τι μπορεί να τον εξυπηρετήσει και δέχτηκε το χτύπημα του φραγγελίου και γυρνώντας το άλλο μάγουλο τον έκανε να τραπεί σε φυγή και να εμπνευστεί ένα από τα θεμελιώδη διδάγματα της διδασκαλίας του, μεταστρεφόμενος από την μαχητική αντιπαράθεση στο μαρτύριο και την θυσία («Λευί και υιός»). «Η αίρεση των ψηλαφιστών» αποδίδει τα αποστολικά πρωτεία στον Θωμά, που με την ψηλάφηση απέδειξε την Ανάσταση του Κυρίου αλλά και απέφυγε την θεραπεία των πληγών για να μη χαθούν τα μοναδικά αποδεικτικά στοιχεία. Στις μιμητικές τελετουργίες των Θωμαϊστών οφείλεται η διάδοση της χειραψίας ως μέσου καλόπιστης έκφρασης.

Τα πανεπιστήμια αποτελούν πάντα «εκκολαπτήρια αιρέσεων», όπως εκείνη που θεωρεί τον Άλμπερτ Αϊνστάιν δημιουργό – ρυθμιστή του Σύμπαντος και τελευταίο επί Γης προφήτη, που αποκαλύπτοντας την μεγάλη αλήθεια γεφύρωσε οριστικά το χάσμα μεταξύ επιστήμης και θρησκείας («Η αίρεση της μια νυκτός»). Αντίθετα, «μια ανώνυμη αίρεση» αποδίδει την ενσάρκωση του Θεανθρώπου σ’ έναν απλό κεραμοποιό που πέρασε όλη του τη ζωή κρύβοντας τη θεϊκή πλευρά του, ζώντας σαν οποιοσδήποτε θνητός. Αν ο Ναζωραίος θυσίασε την ανθρώπινη υπόστασή του χάριν της θεϊκής, ο αφανής αυτός Σωτήρας έπραξε το αντίστροφο. «Η διαίρεση της Διπόλεως», διπολική αίρεση δυο αδελφών που ο ένας υποστηρίζει πως υπάρχει Θεός, αλλά ο κόσμος είναι φτιαγμένος έτσι ώστε να φαίνεται πως δεν υπάρχει, ο άλλος το ακριβώς αντίστροφο, έχει ως συνέπεια οι οπαδοί να ζουν ως άθεοι αλλά να είναι πραγματικά πιστοί ή να ζουν ως πιστοί όντες ουσιαστικά άθεοι, αντίστοιχα.

Η διδαχή ενός ιερέα πως η συγχώρεση συμβαδίζει με τη μετάνοια, που είναι περισσότερο αναγκαία σε αμαρτωλούς και εγκληματίες, οδηγεί άθελά του σε εγκλήματα οι αυτουργοί των οποίων μέσα από την ομολογία, την θανατική καταδίκη και την τελική συγχώρεση εξασφαλίζουν μια θέση στον παράδεισο, ενώ ακόμα και αθώοι ομολογούν, με αντάλλαγμα οικονομική βοήθεια προς τις οικογένειές τους («Η εκκλησία της ύστατης ώρας»). «Οι ταβλιστές», τέλος, εκκλησιαζόμενοι στους άτυπους ναούς – καφενεία (ενίοτε ασεβώντας προς προϋπάρχουσες θρησκείες, εξ ου και οι εν θερμώ βλασφημίες προς τα χριστιανικά όσια), ασκούνται πνευματικά και αποκτούν ωφέλιμα διδάγματα για την ζωή – πόσες παρτίδες άλλωστε δεν έχουν ξεπεράσει τα όρια της απιθανότητας. Το τάβλι εδώ δεν αποτελεί αντικείμενο λατρείας αλλά μέσο εξέλιξης και προσέγγισης της Βασιλείας των Ουρανών.

Η ρεαλιστικής υφής και ιστοριογραφικής αληθοφάνειας πραγμάτευση των άπειρων ενδεχόμενων δογματικών εναλλακτικών είναι παιγνιώδης, διακριτικά ειρωνική και απόλυτα πειστική και «τεκμηριωμένη». Φτάνουμε στο σημείο να αναρωτηθούμε πόσες παρόμοιες περιπτώσεις στην χριστιανική ιστορία έμειναν άτυπες και άγνωστες, λησμονήθηκαν προτού αναπαραχθούν γραπτώς, ή υπήρξαν θύματα των διωκτών τους ή των ίδιων τους των απιθανοτήτων, «στις οποίες όμως δεν υστερούν και οι δοξασίες των περισσότερων ακόμα και επίσημα καθιερωμένων δογμάτων».

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σελ. 191.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 609, 25.6.2010 (και εδώ).