Χίλαρυ Μάντελ – Πέρα από το μαύρο

Πρόβατα με βρομερό μαλλί απ’ τα καύσιμα των αεροπλάνων και πυλώνες πάνω στα βοσκοτόπια: ένα σκηνικό ακριβώς σαν του Peter Greenaway. Στα περίχωρα του Λονδίνου, γύρω απ’ τους κόμβους της Μ25 και τις εισόδους της Μ3 και Μ4, απ’ το Χάμερσμιθ ως το Κίνγκστον ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα η παχύσαρκη, παντοιοτρόπως πληθωρική Άλισον, επαγγελματίας μέντιουμ, πομπός μηνυμάτων νεκρών προγόνων. Οι ενδιαφερόμενοι συγκεντρώνονται σε ετοιμόρροπα κοινοτικά κτίρια των 60ς και των 70ς, των οποίων οι επιστάτες συνήθως ήταν οι χαζοί του χωριού, με χαλιά που κολλούν απ’ τη βρόμα και τοίχους με την μυρωδιά της μούχλας. Φυσικά στα μεγάφωνα ακούγεται το Dancing Queen.

Η Άλισον όμως επικοινωνεί κάλλιστα και με τον πανωκοσμικούς, ως αναγνώστρια των σκέψεων του κοινού της, γνωρίζοντας καλά τις τεχνικές σαγήνης και από-παρα-πλάνησης του: Απομονώνεις τις φωνές, διαλέγεις μία, αναγκάζεις τις άλλες να υποχωρήσουν έστω και με τη βία, γιατί υπάρχουν και στον άλλο κόσμο υπερφίαλα πλάσματα, μετά παίρνεις τη φωνή του πεθαμένου που διάλεξες και την ταιριάζεις με τον ζωντανό, με τα αυτιά που είναι πρόθυμα να ακούσουν. Και δίνεις στον κόσμο ένα σκούντημα, όχι τρόμο, απλά απαλύνεις τις αιχμές του φόβου και της δυσπιστίας. Δεν έχει σημασία που τα γούρικα οπάλια που διατείνεται πως είναι ρωσικά κειμήλια, ήρθαν αντικαταβολή μέσω ταχυδρομείου. Πόσοι από σας νιώθετε καμιά φορά ότι έχετε ικανότητες μεντιουμ;

Μαζί της στα επαρχιώτικα ξενοδοχεία η βοηθός της Κολέτ που μαεστρεύει όλες αυτές τις παραστάσεις και την σώζει σ’ όλες τις δύσκολες στιγμές, ακόμα κι όταν την περιμένουν οι πελάτες την ώρα που φεύγει ξεπνοϊσμένη απ’ την πίσω πόρτα στα χλωμά φώτα ή το ψιλόβροχο. Εξουθενωμένη γιατί και η ίδια αισθάνεται τα τσιμπήματα των πεθαμένων και τις τσαντισμένες τους δαγκωνιές. Καθώς το αναπόσπαστο δίδυμο ή μάλλον τρίο (εφόσον η Άλ κατατρέχεται από ένα σαδιστικό και ενίοτε γραφικό αρσενικό πνεύμα Μόρις) περιοδεύει ανά τα κατάγκριζα και μελαγχολικά του πνευματιστήρια, ξεδιπλώνεται ολόκληρη η μικροαστική αγγλική ζωή απ’ τα θλιβερά προάστια, εκεί όπου τα πάρκινγκ βρίσκονται εκεί που κανονικά θα έπρεπε να είναι η πλατεία, ως τα καταθλιπτικά ξενοδοχειακά δωμάτια.

Οι δυο αντιστικτικά διαφορετικές και τελικά αλληλοεξαρτώμενες γυναίκες θα αρχίσουν να γράφουν ένα κοινό βιβλίο με τις πείρες τους κι εκεί θα ανοίξει το κουτί της θλιμμένης και βασανισμένης Πανδώρας: μνήμες, οικογενειακοί τραυματισμοί, ποικίλοι βιασμοί. To ερώτημα παραμένει αειθαλές και αρχετυπικό: όλοι εκείνοι που «βοηθούν» ψυχή τε και σώματι τους άλλους να ξεφύγουν από τα φαντάσματά τους, πώς διαχειρίζονται τα δικά τους; Μπορούν απλώς να ξεγελούν τον τρόμο τους με αυτή την ενασχόληση ή έχουν ελπίδες να λυτρωθούν απ’ τα δικά τους μαρτύρια;

Η ίδια η συγγραφέας έχει ομολογήσει πως η παιδική της ηλικία ήταν διάσπαρτη από άλυτες μεταφυσικές και σχεδόν εωσφορικές μνήμες. Και δεν εγκατέλειψε τα ερωτήματα που είχε από τότε: από πού πηγάζει ο φόβος, τι θέλουν τα στοιχειά του καθενός μας, γιατί οι παιδικές μας ηλικίες ήταν βουτηγμένες σε τρομώδη μεταφυσική. Αλλά δεν παύει να είναι μια τυπική βρετανίδα (γενν. 1952, επαρχία Μάντσεστερ), που έχει σπουδάσει καλά το εκλεκτό κι εκλεγμένο αγγλικό μυθιστόρημα (Γκρέϊαμ Γκριν, Μιούριελ Σπαρκ, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Άλασνταιρ Γκρέι). Γι’ αυτό κι έχει πάντα τον δικό της μυθιστορηματικό τρόπο χειρισμού της «άλλης» πλευράς: ρεαλισμός, μαύρη κωμωδία, πνεύμα και πνευματισμός, σπαρταριστή κριτική αλλά και κλείσιμο στο μάτι προς το ανεξήγητο.

Χάρη στο ιστορικό της μυθιστόρημα Wolf Ηall ήταν εκείνη που φέτος σήκωσε το κύπελλο … Booker αφήνοντας απλά μετάλλια για τους J.M. Koetzee, A.S. Byatt, Sarah Waters. Προηγήθηκαν σπουδές στο Σέφιλντ, συζυγική ζωή σε Μποτσουάνα και Σαουδική Αραβία, πρώτο γράψιμο εκεί, ζωή από τα 20 της με προβλήματα σε πόδια και έντερα, ξεγλίστρημα από τα επιβεβλημένα … ψυχοφάρμακα και μια δεκάδα μυθιστορημάτων.

Εκδ. Πάπυρος, 2007, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, 482 σελ., με σημείωμα της συγγραφέως (Hilary Mantel, Beyond Black, 2005)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr

Μια πόλη στη λογοτεχνία. Θεσσαλονίκη. Επιλογή κειμένων: Σάκης Σερέφας.

Ήδη από τον πρόλογο ο παιγνιωδέστερος των συγγραφέων μας Σερ Κυρ Σάκης Σερέφας είναι πανέτοιμος να ξεγυμνώσει την λογοτεχνημένη Θεσσαλονίκη: κάθε εργοτάξιο λεξιχρησίας, κειμενική γειτονιά και μικροπολιτεία τεχνημένων λόγων θα μας φανερωθεί εδώ, σε μια πλήρη κάτοψη της αλεξίλεξης πόλης.

Η σύναξη είναι πλήρης! Εδώ τα γεννήματά της, ο Τάσος Χατζητάτσης με τους ατέλειωτους Εσπερινούς του, ο Ανέστης Ευαγγέλου με τις περιπλανήσεις του, ο Αλμπέρτος Ναρ με τις μνήμες του, ο Δημήτρης Μίγγας με τα ενύπνιά του, ο Δημήτρης Δημητριάδης με τις φλογώσεις του, ο Γιώργος Δέλιος με τις μονολογίες του, η Σοφία Νικολαΐδου με τις ανεξάντλητες μικροϊστορίες της. Εδώ και η χορεία των ποιητών της πόλης – Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης, Κλείτος Κύρου, Ζωή Καρέλλη, Αλέξης Τραϊανός και Γ.Θ. Βαφόπουλος που την αποτύπωσε οριστικά ως Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα./Κοιμητήρι μ’ επάλληλους/πολυώροφους τάφους νεκρών,/που ροχαλίζουν. Παράμερα αλλά όχι απόμερα και άλλοι ξεχασμένοι πλην εκλεκτότατοι λογοτέχνες όπως ο Νίκος Α. Κοκάντζης και ο … μακεδονομάχος Γεώργιος Μόδης, και ακόμα βορειότεροι αλλά άλυτα αιχμαλωτισμένοι της, όπως ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, ο Αλέξανδρος Ίσαρης και ο Γιώργος Χειμωνάς που εδώ έψαχνε να εντοπίσει εαυτό και Πεισίστρατο, ο Τριαντάφυλλος Πίττας ή ο Γιώργος Καφταντζής.

Διαβάζω κι εκείνους που κάποτε γνώρισα ως ταπεινός τερματοφύλακας της μπάρας του Ερωδού της Διαγωνίου, περάσματος γραφέων και λογογραφέων, τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη με τα συνεργεία του, τον Γιώργο Κάτο με τα νεκροταφεία του, τον Σάκη Παπαδημητρίου με τις ηχογραφήσεις του, τον Μάριο Μαρίνο Χαραλάμπους με τα οράματά του, τον Σταύρο Ζαφειρίου και τον Ηλία Κουτσούκο που θέλω να πιστεύω πως στον πάγκο μου εμπνεύστηκαν μερικές λέξεις τους (για τον «Αλκοολικό Χριστουγεννιάτικο Πεζοναύτη» του τελευταίου θα έβαζα και στοίχημα). Κι ένα τραπέζι πάντα για τον Κώστα Λαχά μ’ εκείνο το εκπληκτικό κείμενο για μια λέξη που έπεσε ανέλπιστα στο δρόμο, Κασσάνδρου και Πολιορκητού γωνία, αναστατώνοντας μια ολόκληρη περιοχή.

Κι έχω γίνει ήδη φίλος με πολλούς ήρωες που ξαναπερνούν από εδώ, τον Διαβασημέρη του Πάνου Θεοδωρίδη (από το αλησμόνητο «Τι Εφύλαγεν Αυτός ο Χαμαιδράκων;», από το οποίο αδυνατώ να επιλέξω ένα μόνο κείμενο), με τον Υψόφοβο και Υψιπετή του Δημήτρη Καλοκύρη και τον ερωτοχτυπημένο μ’ ένα απειρόκαλλο πλάσμα μια μέρα όπου όλα έμοιαζαν μ’ εκδρομή μέσα στην πόλη (Σάκης Σερέφας, Τελικά μπούτι ήταν). Στο πορνειακότατο Βαρδάρι ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης βλέπει πως «τα βαμμένα και βωμόλοχα γραΐδια, φάτσες παράξενες δεν έμοιαζαν καθόλου με τα ινδάλματα της οθόνης» και ο Έντμουντ Κίλι έφτασε στο τέρμα της αθωότητάς του αλλά ο Θωμάς Κοροβίνης αναγνωρίζει όλες τις μυρωδιές των αλλοτινών λαδάδικων και του παλιού σταθμού γιατί μ’ αυτούς χνωτίζονταν οι χαρακτήρες του.

Κείμενα από τις εκδόσεις της Διαγωνίου, του Εντευκτηρίου, της Εγνατίας, της Νέας Πορείας και του Παρατηρητή, του Τριλόφου, οι λεωφορειακές διαδρομές της Ζυράννας Ζατέλη από τον Σοχό «που θύμιζαν χορόδραμα και στροφοδίνη», οι βαλκανικές μυθιστορίες της Έλενας Χουζούρη, τα κοσμοπολίτικα διηγήματα του καταξεχασμένου Άγγελου Δόξα και σύγχρονων εντόπιων όπως η Στέλλα Βογιατζόγλου κι ο Γιώργος Αδαμίδης, άλλοι που έζησαν και δημιούργησαν εδώ (Κάρολος Τσίζεκ, Μανόλης Ξεξάκης), αλλόπολοι όπως ο Γ. Θέμελης, ο Μάρκος Μέσκου κι ο Μίμης Σουλιώτης, αλλόγλωσσοι ποιητές που έγραψαν για την Θεσσαλονίκη (ανθολογημένοι ήδη σε άλλη Σερέφεια έκδοση), και σπουδαίοι συγγραφείς: Μισέλ Μπυτόρ, Αλμπέρτο Σαβίνιο, Πίτερ Μπύξελ και κάποιος Μπόρχες.

Από άλλους ξεχασμένους δρόμους πέρασε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, εδώ ο Γ. Κιτσόπουλος συνεξέδωσε τον Κοχλία, στις ξενοδοχειακές ταράτσες του Καραγάτση ακούγονταν slow-fox και Stormy Weather, τις Νέες Φυλακές Κασσάνδρου μνημείωσε ο Τάσος Δαρβέρης. Δεν λείπει φυσικά η χορεία των αγιασμένων της: ο Πατέρας της Μητέρας Πόλης κυρ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο αειδιάβαστος Γιώργος Ιωάννου, ο αλησμόνητος Τόλης Καζαντζής….

Ίσως πάλι, όπως γράφει η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Πάει, τελείωσε, η πόλη αυτή είναι αποφασισμένη να μην ξεφωνίσει ποτέ την κατάντια της. Μια πόλη ξεφωνημένη που φόρεσε ράσα για να το κρύψει μορφάζει αηδιαστικά σ’ όλη τη γκάμα της μιμητικής, υποκρίνεται όσα δεν είναι, ενώ όσα είναι, έχοντάς τα από καιρό θάψει στα θεμέλια των σπιτιών της, βγάζουν ένα τρομακτικό θόρυβο, σα να ’ναι μιλούνια οι ποντικοί που αλωνίζουν το υπέδαφος. Κανείς δεν τους βλέπει, κανείς δεν τους ακούει, αν δεν το θελήσει, κι όμως αυτά τα ποντίκια είναι ο κύριος λόγος της αγωνίας της. Κι ας κάνει πως τραγουδά, κι ας καμώνονται πως την τραγουδούν (…). Μια πόλη χωρίς υποσυνείδητο, χωρίς εφιάλτες και όνειρα, στερημένη τη δυνατότητά της να ερωτευτεί το μέλλον (γιατί τι άλλο μπορεί να ερωτευτεί μια πόλη;) λουφάζει, μετατρέποντας το μικρό σε μεγάλο και το αντίστροφο.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2002, 2η εμπλουτ. έκδ. 2006, 471 σελ., φωτ. Άρις Γεωργίου, Καμίλο Νόλλας.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.