Μουρατχάν Μουνγκάν – Τ’ αερικά του παρά

 

Άλλη μια περίπτωση όπου η γενέτειρα έλκει και απωθεί, γίνεται βασανιστική και ονειρική μαζί, όπως η Γρανάδα του Λόρκα ή το Πιεμόντε του Παβέζε. Εδώ πρόκειται για μια πόλη της νοτιοανατολικής Τουρκίας (Μαρντίν), αλλοτινό κήπο μειονοτήτων (κούρδων, σύριων, αράβων), αντικείμενο οθωμανικών καθάρσεων αργότερα, κατά την συρρίκνωση του πολυεθνικού οθωμανικού μωσαϊκού σε μια μόνη επίσημη εθνικότητα, την τουρκική. Εκεί o Μουνγκάν (γενν. 1955) πρωτογνώρισε την σκληρότητα των εθίμων και την ασπλαχνία των φυσικών νόμων της ζωής, εκεί περιπλανήθηκε πάνω σε ξεχαρβαλωμένους δρόμους στο πίσω κάθισμα μιας Φορντ του 1958, εκεί είδε τη δύναμη της ποίησης «που κάνει τις νύχτες πιο βαθιές και πιο μεγάλες».

O Μουνγκάν, ένας από τους σημαντικούς λογοτέχνες της σύγχρονης Τουρκίας (αλλά και σεναριογράφος και θεατρογράφος), αντιλήφθηκε νωρίς πως στοιχειωνόταν από «τα αερικά των λέξεων» και κατακλύστηκε από την επιθυμία να μιλήσει εξ ονόματος εκείνων που δεν είχαν την δυνατότητα να το κάνουν. Ο ίδιος γνωρίζει πως η μετουσίωση του βιωματικού υλικού σε λογοτεχνία δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση, πόσο μάλλον όταν οι αναγνώστες αναζητούν συνήθως τον συγγραφέα σε λάθος θέση: τον ταυτίζουν με τον αφηγητή, ενώ διαβάζουν το κείμενο σαν προσωπικό ημερολόγιό του. Όμως το «εγώ» του καλού συγγραφέα δεν βρίσκεται κρυμμένο στους ήρωες αλλά στην ίδια τη γραφή του και είναι ορατό μόνο σ’ εκείνους που ξέρουν να διαβάζουν.

Πρόκειται για μια σειρά κειμένων που γράφτηκαν μέσα σε μια δεκαετία, που κοιτάζουν πίσω στο παρελθόν, σκέφτονται για τον χρόνο και τη μνήμη, θυμούνται τους δυο παραδείσους που όλοι πατήσαμε (της παιδικής ηλικίας και της παλαιότερης εποχής), όχι όμως μελοδραματικά ή νοσταλγικά αλλά σίγουρα συναισθηματικά και ποιητικά, ενίοτε με πικρά καρυκεύματα. Κείμενα – εικόνες μιας ολόκληρης εποχής, τότε που το χάσμα ανάμεσα στην δυτική και την ανατολική Τουρκία άνοιγε ακόμα περισσότερο κι η μετακίνηση στην πολύ σκληρότερη Κωνσταντινούπολη ήταν αναπόφευκτη. Σήμερα βέβαιος πια ότι «οι μειονότητες πετροβολούνται παντού» αλλά και για το «πόση ποικιλία έχει ο κόσμος, πόση σημασία έχει το διαφορετικό», σχολιάζει και συμπληρώνει τις σκέψεις του με μαυρόασπρες φωτογραφίες αφού … Οι φωτογραφίες αποτελούν τεκμήρια χαμένων στιγμών. (…) Χάρη σ’ αυτές αποκτούμε παρελθόν. Θαρρείς πως τους οφείλουμε την πρώτη μας συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο, αποκτούμε συνείδηση του εφήμερου…Κι όσο μεγαλώνουμε τόσο εκείνες προσλαμβάνουν νέα νοήματα, πλουτίζουν με νέες ιστορίες. (σ. 43-44)

Εκδ. Scripta, 2007, μτφ. Ανθή Καρρά, 131 σελ. (Murathan Mungan, Paranιn Cinleri, 1996)

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Truman Peyote – Light lightning (Whitehaus Family Records, 2009)

 

Η ανάμειξη πρωτόγονων και μοντέρνων ηλεκτρονικών κυκλωμάτων, προφανώς αλιευμένων από τον απεριόριστο διαμαντο-σκουπιδότοπο του διαδικτύου υπήρξε πάντα ευγενές χόμπι του νεαρότατων Caleb Johannes και Eric Farber. Πολύ δε περισσότερο η διαβίωση στην πλέον καλλιτεχνίζουσα γειτονιά της Βοστώνης Jamaica Plains όπου μουσικοί ανταλλάζουν ιδέες, κλέβουν ιδέες, δοκιμάζουν αλλαξοκωλιές και μοιράζονται τα συνεργατικά. Όπως άλλωστε παραδέχονται: όταν αχνίζει τέτοιος οργασμός δημιουργίας γύρω σου, νοιώθεις χαζός να μείνεις ακίνητος.

Η πρώιμη – απ’ τα μέσα του 2007 οπότε και ντουεταρίστηκαν – εμμονή για σύνθεση πασών περίεργων (ακόμα και του μαριναρίσματος του κοτόπουλου) ήχων σε ηλεκτρονικά τετράλεπτα σταδιακά μετατράπηκε αναγκαστικά ή τυχαία σε πιο ορθόδοξα ηλεκτρονικύματα και να ’μαστε στην πρώτη τους κυκλοφορία, τώρα και με τον Jeff Joyal κι άλλους πηγαινοερχόμενους, συν ένα μισό-μισό δωδεκάρι με Many Mansions (απ’ το απέναντι γραφείο στην Whitehaus Family) κι ένα εξίσου επτάιντσο – μεσοτοιχία με Turtle Ambulance. Οι οικογενειακές βιοτεχνίες καλά κρατούν: ο Johannes είναι συν-ιδρυτής της Breakfast of Champs Records μαζί με τον Jimmy Hughes (Turtle Ambulance) και τον Jake Yuhas (DROPA).

Εξ ου και η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποικιλία της δεκάδας τους: δεν είναι μόνο η τέχνη του sampling και η μαστορική του looping, αλλά και όλη η αίσθηση ενός ευάκουστου ηλεκτρονικού πειραματισμού που δοκιμάζει σχεδόν τα πάντα. Οι TP λένε πως χρησιμοποιούν τα υλικά και την επιρροή του dance ήχου, ακριβώς για να μην κάνουν χορευτική μουσική αλλά κάτι απ’ την απέναντι πλευρά – αυτό είναι εμφανές στις τρεις τελευταίες και καλύτερες συνθέσεις. Τα ελάχιστα φωνητικά κομμάτια έχουν τραγανή κρούστα, αλλού μια καλώς εννοούμενη ερασιτεχνική διάθεση μας θυμίζει τον Jad Fair και την εκατονταμελή παρέα του, ακόμα και μερικά άστατα θορυβήματα εδώ ταιριάζουν μια χαρά ακριβώς γιατί κρατάνε όσο πρέπει (λίγο) και βρίσκονται εκεί που πρέπει (γέμιση σάντουιτς σε «προσιτότερες» στιγμές). Οι ελάχιστοι που ασχολήθηκαν με την κυκλοφορία τόνισαν την Animal Collective- ική επίδραση του New Wife, New Life και άλλων αλλά αναρωτιέμαι αν δεν υπήρχαν οι AC ποιοι θα αναφέρονταν. Κι αν δεν υπήρχαν αυτοί οι ποιοι, με ποιους νωρίτερα απ’ αυτούς κ.ο.κ. κ.ο.κ. κ.ο.κ. κ.ο.κ.…

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.