Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 500 (Οκτώβριος 2009)

 

Θα είναι ιεροσυλία αν ειπωθεί ποτέ για το Διαβάζω η έκφραση «τα ’χει Τετρακόσια». Το κοντέρ των τευχών έχει γράψει Πεντακόσια, με τις επόμενες δεκάδες να απλώνονται μπροστά τους, Α Wide Open Road, με νέες ιδέες, συνεργάτες, σχεδιασμό. Η Πεντακοσιάδα του ακάματου μηνιαίου βιβλιακού παρατηρητήριου φυσικά αποτελεί ευκαιρία για παλιούς και νέους συνεργάτες του περιοδικού (Γιώργος Γαλάντης, Αντώνης Φωστιέρης, Γιώργος Βέης κ.ά.) να ανάψουν τις μηχανές της μνήμης και ν’ ανοίξουν συρτάρια και ημερολόγια από την πρώτη περίοδο του περιοδικού μέχρι σήμερα, 33 ολόκληρα έτη.

Όμως η γιορτή έχει επίτιμο καλεσμένο, τον Τίτο Πατρίκο, που είναι ο πρώτος εν ζωή έλληνας συγγραφέας που τιμάται με αφιέρωμα στο περιοδικό. Άλκη Ζέη, Γιάννης Κοντός, Αναστάσης Βιστωνίτης, Γιάννης Βαρβέρης, Λεύκιος Ζαφειρίου, Δημήτρης Ραυτόπουλος (στην Επιθεώρηση Τέχνης του οποίου υπήρξε πολύτιμος συνεργάτης εξαρχής) και πολλοί άλλοι ανατέμνουν μια ποίηση που κάποτε χαρακτηρίστηκε «της ήττας», όμως η πορεία της ήταν μια διαδρομή συνεχών νικών πάνω στις λέξεις. Το πολυσέλιδο αφιέρωμα συμπληρώνεται από ένα εκτενές ανέκδοτο ποίημά του και μια συγκινησιακότατη συνομιλία με τον εκδότη του περιοδικού Γιάννη Ν. Μπασκόζο, όπου ο ίδιος μιλάει για την ποίηση (του) με τα υψηλότερα και τα πλέον ταπεινά λόγια: Ίσως να είναι τελικά και ένα παιχνίδι χωρίς μεγάλη σημασία, που σου δημιουργεί απολαύσεις, όπως κάθε παιχνίδι, αλλά και μεγάλες απογοητεύσεις όταν χάνεις.

Από το ρεπορτάζ των εξωτερικών δρόμων, οι Διαβαστές Ανταποκριτές μιλάνε για την Urban Litterature, και πώς να μεταφράσεις αυτή την Αστική Λογοτεχνία ή Λογοτεχνία των Πόλεων, προσθέτοντας εκείνο το δεύτερο t; Αυτή η λογοτεχνία πάντως που μιλάει για ιστορίες του δρόμου, με ράπερς, ανήλικες μητέρες και χίλιους παραβατικούς και με γλώσσα άμεση και σκληρή, γράφεται από νέους ανθρώπους που δεν έχουν πάει πανεπιστήμιο ούτε έχουν διαβάσει Προυστ, αλλά ξέρουν για τι πράγμα μιλάνε. Κάποιος την ονόμασε χιπ χοπ λογοτεχνία και είπε πως για τους Αφροαμερικανούς 15-25 είναι ό,τι κι ο Χάρι Πότερ για τα παιδιά. Ξανά εδώ οι δυο πλευρές να αντικρούονται, οι μεν να λένε για αυθεντική γραφή, οι δε για σκουπίδια. Ίσως εκείνος ο στίχος του Πατρίκιου να βοηθάει και εδώ: Από τη στάση μου/προς τη ζωή/βγαίνουν/τα ποιήματά μου./Μόλις υπάρξουν/τα ποιήματά μου/μια στάση μου επιβάλλουν/αντίκρυ στη ζωή. [192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Λογοτεχνείο, αρ. 36

Ρόμπερτ Μούζιλ, Κατάλοιπα ζωντανού συγγραφέα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1994, μτφ. Δήμος Βαρθολομαίος, σ. 122-123 (Robert Musil, Nachlass zu Lebzeiten, 1936).

Ύστερα απ’ αυτή την ανακάλυψη, ο ερευνητής στράφηκε φυσικά στις γυναίκες και τότε ξεσκεπάστηκε ατόφια μπροστά του η ακατάλυτη σημασία της ανθρώπινης καμπυλότητας. Ό,τι στη γυναίκα είναι στρογγυλό (και τον καιρό εκείνο κατά τις επιταγές της μόδας καταχωνιαζόταν με μεγαλύτερη επιμέλεια απ’ όσο σήμερα, ώστε να μοιάζει μονάχα με μικρή ρυθμική αταξία στην αρρενωπή ροή των κινήσεων) φούσκωνε και πάλι στην αδέκαστη ματιά του φακού, σχηματίζοντας τους πρωτογενείς λοφίσκους που συγκροτούν το αιώνιο τοπίο του έρωτα. Απρόσμενη πληθώρα εύγλωττων πτυχών ανοιγόκλεινε τριγύρω στο φόρεμα, σπαρταρώντας με κάθε του βήμα. Διακήρυσσαν στο αγύμναστο μάτι την άμεμπτη υπόληψη της ιδιοκτήτριας, ή τα προσόντα του ράφτη, μα πρόδιναν ύπουλα και αυτό που κρυβόταν, γιατί όταν τις βλέπουμε σε μεγέθυνση οι παρορμήσεις γίνονται πράξη, και μέσα απ’ το κιάλι μας κάθε γυναίκα γίνεται μια Σωσάννα στο λουτρό των φορεμάτων της που της κατασκοπεύουμε την ψυχή. Κι όμως είναι εκπληκτικό το πόσο σύντομα εξανεμιζόταν η περιέργεια του ειδήμονα δίπλα στην αδιατάραχη και προφανώς χαιρέκακη γαλήνη του τηλεσκοπίου, και μετατρεπόταν σε απλή ταλάντευση και περιδιάβαση μεταξύ των αναλλοίωτων και αιώνιων αξιών, που δεν έχουν καμιά ανάγκη ψυχολογίας.

Στον Νίκο Πλατή