Στο αίθριο του Πανδοχείου, 15. Ιωάννα Μπουραζοπούλου

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Λιούις Κάρολ, η αξεπέραστη έμπνευση, Σάμιουελ Μπέκετ, Ευγένιος Ιονέσκο, η ελευθερία που ζηλεύω, Φραντς Κάφκα, η λεπτή ειρωνεία που θαυμάζω, Μαργαρίτα Καραπάνου, Ζαν Ζενέ, Πατρικ Ζίσκιντ η τόλμη που ονειρεύομαι, Τόμας Μαν, Βιτζίνια Γούλφ, Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Τζέιμς Τζόυς, η δεξιοτεχνία που ποτέ δεν θα φτάσω.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Τα έργα των ανωτέρω.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Του Χόρχε Λουίς Μπόρχες – τα άπαντα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Θεωρώ «Το γονίδιο της αμφιβολίας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου πρωτοπόρο για τη λογοτεχνία της γενιάς μου. Στην κατηγορία που εγκαινίασε αυτό το έργο επιδίωξα να ενταχθώ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Η φλογερή Μήδεια του Ανούιγ, ο υπό πειρασμόν Άγιος Αντώνιος του Φλωμπέρ, ο εξαπατημένος Ιησούς του Σαραμάγκου, ο μηδενιστής Μεφιστοφελής του Φάουστ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Οι ίδιοι οι ήρωες ευτυχώς παραμένουν στις σελίδες τους, οι σκέψεις που τους γέννησαν, βέβαια, δεν με εγκαταλείπουν ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Σε δωμάτια ξενοδοχείων ανά την Ευρώπη, σε αντίσκηνα κάμπινγκ και – όταν είναι μεγάλη ανάγκη – σε εστιατόρια και καφενεία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όσο μακρύτερα βρεθώ από εκεί που ανήκω, οφείλω και αγαπιέμαι, τόσο εγγύτερα αισθάνομαι σ’ αυτό που ονειρεύομαι να γράψω.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Ακούω – πολύ χαμηλά – instrumental όταν γράφω. Ακούω τα πάντα όταν διασκεδάζω.

Πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους γράψατε τα έργα σας;
«Το μπουντουάρ του Ναδίρ», την εποχή της ενθουσιώδους διερεύνησης.
«Το μυστικό Νερό», όταν η αναζήτηση έγινε συνειδητή.
«Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;», όταν επιχείρησα να χρησιμοποιήσω μέθοδο στην ανάπτυξη ενός συλλογισμού.
«Το ταξίδι των τρολ» (παιδικό), σε μια έκλαμψη θάρρους .

Τυγχάνει κάποιο έργο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Ανεπαρκή και γκροτέσκα, είναι όλα τους παιδιά μου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
«Το ταξίδι των τρολ» είναι ένα απελευθερωτικό έργο – τουλάχιστον για την συγγραφέα του – με θέμα την έξοδο από την τυποποίηση. Παρόλο που είχα την ξεκάθαρη πρόθεση να γράψω ένα παιδικό βιβλίο, μέχρι σήμερα δεν είμαι σίγουρη ότι το βιβλίο δεν απευθύνεται σε ενήλικες.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Αυτή τη στιγμή, Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Η τυραννία της μεταμέλειας» και βρίσκομαι στη σελίδα 135…

Τι γράφετε τώρα;
Ένα μυθιστόρημα, που προσπαθώ να μην έχει τις ατέλειες των προηγούμενων, για να έχει μεγαλύτερες.

Κάνετε μακρινά ταξίδια με μηχανή. Θα τα στριμώξτε σε δυο φράσεις;
Η (ψευδ;)αίσθηση της ελευθερίας που απολαμβάνω όταν διασχίζω την Ευρώπη ή την Ασία με μηχανή, με τρέφει, με αναζωογονεί και είναι απολύτως εθιστική. … Νομίζω ότι είναι το μόνο παράθυρο ανεμελιάς που μου απέμεινε, στον, κατά τα άλλα, σώφρονα βίο μου.

Δημοσίευση: και εδώ.

The Hidden Cameras – Origin: orphan (Arts & Crafts, 2009)

 

Το έχω καταλάβει το κόλπο των Hidden Cameras: προσφέρουν συγκεκριμένα κι απαράλλακτα μαντζούνια που σου δημιουργούν εθισμό. Τους ακούς και γύρω σου τυλίγεται μια παράξενη αρμονία με όλες αυτές τις πολυφωνίες, την επαναληπτικότητα, τις ανεπανάληπτες μελωδίες που μπερδεύονται η μια μέσα στην άλλη, τα χορωδιακά που θες να κλέψεις για ύμνο σε δικές σου κορυφές. Αυτοί οι Χαλβαδιαστές Χαβαλεδοποιοί μπορεί μερικές φορές να ακούγονται απλοί ή παιδαριώδεις, όμως χτυπούν πολλές φλέβες: στην παιχνιδιάρικη διάθεση, στην παιδική μνήμη, στο θυμικοσυναισθηματικό κόσμο που διεγείρει η ποπ. Κοινώς, έχουν πάντοτε τον τρόπο.

Έτσι και τώρα το 15μελές συμβούλιο υπό τον Joel Gibb ξεφουρνίζει τρίλεπτα και τετράλεπτα αποθέωσης της απλότητας και του απολύτως απαραίτητου στη σύνθεση, σαν μικρά θεατρικά ιντερμέδια, σαν αλλοπρόσαλλα παιδικά τραγουδάκια κι όλα με μια ύπουλή παραγωγή με βάθος και τοιχώματα, για να μην μπω στο σεξοστιχουργικό κομμάτι. Τόσο άμεσα αναγνωρίσιμοι, λες και έχουν πλάσει το δικό τους ιδίωμα, ακόμα πιο έξαλλο από τους καταχωρημένους ως συγγενείς Magnetic Fields, Vitesse, Moldy Peaches ή όποιους άλλους, ή την ετικέτα «gay church folk music».

Όμως για μισό λεπτό! Καθώς μαγεύομαι και ξαναμαγεύομαι από το Colour of a man, λέγοντας ναι, το στιλάκι είναι καθαρά δικό τους, κάποια στιγμή αναρωτιέμαι πώς θα ακουγόταν 2-3 ταχύτητες παραπάνω, και τι θα θύμιζε τότε; Μα την Αυστραλέζικη Τραγουδοκατασκευαστική των Go Betweens, οπότε ως ντόμινο θυμάμαι και τους Tactics (Domino Theory μια και το ’φερε μόνος του ο λόγος…), τους Chills, κοινώς εκείνη την Ιδιώνυμη Ποπ των Αντιπόδων. Μήπως ο Καναδάς έχει πάρει δικαιωματικά τα σκήπτρα της απρόβλεπτης, γι’ αυτό και ιδανικής ποπ;

Είτε η προέλευση καταχωρίζεται ως «ορφανή» είτε όχι, τα τραγούδια τους σε αυτό τον πέμπτο δίσκο προκαλούν και πάλι εθιστική έλξη, καθώς τα ευγενοπρεπή φωνητικά, τα γλυκερά γυρίσματα και οι σπεκτορικές ενορχηστρώσεις ανεβαίνουν κλίμακα και εκσπερματώνουν …εεεε εννοώ ξεσπούν σε κορύφωμα ή πτώση. Παράδειγμα τα In the NA και He falls to me, αλλά και το Walk on, που εμφανίζεται με μανδύα επικής ορχήστρας, υπονομεύεται από πίσω με κάτι αυτοσχέδια κρουστάκια, στο δε ρεφραίν σταματά όλους τους πομπώδεις ήχους για να σταθεί γυμνό στο γνώριμο στιλ τους

Όμως εδώ έχουμε αρκετά λοξοκοιτάγματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν, όπως η δυόμισι λεπτών οργανική – almost droning – εισαγωγή και η τετράλεπτη ανατολικοπρεπής τελετουργική συνέχεια του εναρκτήριου, καθώς και το ομώνυμο, που βράζει σε μηχανικές, ανακυκλούμενες κιθάρες. Από το τυπικό τους κουπλορέφρενο ξεφεύγουν προς ένα pop-punk των παλαιών ανεξάρτητων κομμάτων επιτυχώς μεν το Kingdom come, ατυχώς δε το Do I Belong?. Στο …euro disco Underage (όπου η Κασσάνδρα και ο Λύκος της Μαργαρίτας Καραπάνου βρίσκει την ιδανική του υπόκρουση), βάζουν συνεχώς τρικλοποδιές με αφρικανόπρεπα φωνίσματα, ενώ η ίδια μαυροηπειρώτικη φωνητική γαργαλάει και το The little bit, υπό την ασφάλεια του γνώριμου, εύχαρους στιλ τους. Προτείνω να συνεχιστεί το παιχνίδι προς αυτή την κατεύθυνση – ποιος ξέρει τι μαυρόασπρο διαμάντι μπορεί να προκύψει!

Η τρελή ομάδα συνευρέθη και ηχογράφησε σε Τορόντο, Οντάριο και Βερολίνο, ώδησε την σεξουαλικότητα, παρώδησε τις ορμές της, ξανάρχισε τις οργιαστικές της συναυλίες με μέλη της μπάντας, εγχορδιστές μουσικής δωματίου, strippers, γκόσπελ χορωδίες και χορευτές (εδώ θυμάμαι και τους Blue Aeroplanes με τον εξίσου αουτσάιντερ, αν και πιο οξύ ήχο) κι έβγαλε ένα δίσκο όλο δικό της, αλλά και μ’ έναν πρόσθετο ορίζοντα ανοιχτό για ανανεώσεις.

Πρώτη δημοσίευση: πάλι πρόλαβε το mic!