the vietnam veterans – live at Rodeo

(Rodeo, Αθήνα, 26/9/2008)

21.00. Αναγνωρίζω τον Loucas Trouble μέσα από το κράνος μου. Κοιτάζει αλλοπαρμένος όπως πάντα αλλά αυτή τη φορά κοιτάζει εμένα. Τι δουλειά έχουν αυτοί οι τύποι στο έρημο ημίφωτο πεζοδρόμιο έξω από το Rodeo; Βλέπω έναν Mark Enbatta στα νιάτα του (που προέκυψε πως είναι ο James, ο καινούργιος τους κιθαρίστας), έναν άγνωστό μου – συνομίληκο του Loucas – και … ποιος μένει;

21. 02. Mark εσύ είσαι; Εγώ είμαι. Έλα κάτω από το φως να σε δω. (φωτ. 1) Ναι, εσύ είσαι! Έπρεπε να το καταλάβω από το συνεχές χαμόγελο και τις διαρκείς γκριμάτσες, δεν έπρεπε να με μπερδέψει η γκρίζα κόμη! Πες μου όλες τις αλήθειες από την εποχή που … Όχι, δεν προλαβαίνουμε, πως μου τώρα ποιοι είστε; Θέλουμε να είμαστε οι Gitanes αλλά ο κόσμος δεν το αποδέχτηκε ποτέ, γι’ αυτούς ήμασταν πάντα οι Vietnam Veterans. Έξ ου και το “The Further Adventures of the Vietnam Veterans as the Gitanes”. Εξ ου.

21. 04. Κάποτε αλληλογραφούσαμε. Θυμάμαι μια δεκαριά πρόσωπα από Ελλάδα με τους οποίους μιλούσα. Ήμουν εκείνος που επέμενε για τις σκοτεινές λεπτομέρειες εκείνου του αδιανόητου λάιβ στο Tubingen, που αποτυπώθηκε στο Green Peas. (Έλεγε τότε: «ζήσαμε μια χαώδη βραδιά. Ήμασταν λιώμα, σε οικτρή ψυχολογική κατάσταση έχοντας μάθει ότι ο γιος του Greg είχε αρρωστήσει σοβαρά και όσο παίζαμε περνούσαμε μίλια μακριά, καταστρέψαμε τα μόνιτορς και για τις επόμενες τέσσερις ώρες δεν ακούγαμε ούτε νότα από τα όργανά μας. Ακόμα και σήμερα αδυνατώ να καταλάβω πώς τα πνεύματά μας εκείνο το βράδυ συντονίστηκαν ώστε να βγεουν αυτά τα κομμάτια. Ο γιος του Greg όμως είχε γίνει καλά» ). Εσύ είσαι λοιπόν … Υπάρχει κάτι που έχεις ξεχάσει να μου πεις; Τώρα το μόνο που θυμάμαι ήταν τα φώτα που μας τυφλώνανε κάτω απ’ τη σκηνή.

21.06. Πες μου ότι θα παίξεις τραγούδια από τότε. Θα παίξουμε τραγούδια από τότε, που δεν συνηθίζαμε να παίζουμε τότε. Όπως; Όπως το Maybe you think. To Let it rain; Το δοκιμάσαμε και δεν είχε φίντμπακ. Δεν είχε φίντμπακ το πιο πιασάρικο κομμάτι που έβγαλαν ποτέ; Αυτό θα πει απαιτητικό κοινό. Πόσο παίξατε χθες εδώ; Για να ξέρω το μίνιμουμ σήμερα. Δυο ώρες. Να ξέρεις πως χωρίς τα δικά σας πλήκτρα θα σας νοιώθω μισούς. Εχθές έπρεπε να δεις, που διαλύθηκε το κήμπορντ του Lucas, έγινε ένα μπααφ κι έφυγε κάτω, συνεχίσαμε χωρίς. Υπήρξε καμία μπάντα που ένιωσες πως σας ακολουθεί; Όχι, προσπαθήσαμε να παίξουμε νέα ψυχεδέλεια παλιάς ποιότητας. Πάμε να φάμε, έρχεσαι; Όχι, δε θα μπορέσω ποτέ να συμβιβαστώ με τον σουρεαλιστική συγκυρία ενός συμποσίου με τους συγκεκριμένους ανθρώπους στο Μεταξουργείο. See you later then.

23.01. Αν είναι να έχω κι εγώ πληρωμένη δίωρη καλοφαγία πριν από κάθε συναυλία, προλαβαίνω να μπω στην μπάντα; Αλλά θα πρέπει να με έχουν αγαπήσει πολύ οι δεκάδες που περιμένουν στημένοι μπροστά στη σκηνή. Και θα διαλέγουμε πάντα το Rodeo, να είμαστε ισοϋψείς τους και σε απόσταση ανάσας.

23.03. Maybe you think. Liars. The Wheels. Till you fall. Burn in hell. No way back. Still untold story. This life is your life. Ένα υπέροχο κάντρι. Next year. Malakas Yeah Yeah. I don’t deserve you….

Oι Ευαγγελιστές της Γκαραζοδέλειας λειτουργούν σε μικρό υπόγειο ναό. Ο Μάρκος χάνεται στα τραγούδια του όταν δεν κοροϊδεύει τον εαυτό του. Ο Λουκάς πληκτροφορεί με τον συνήθη αλλοπαρμένο τρόπο. Δεν τους ενδιαφέρει που ο ήχος τους δυσκολεύει, που τα μηχανήματα δεν υπακούν και χρειάζονται πετάλια, έχουν μάθει να παίζουν οπουδήποτε, με οτιδήποτε. Αν όλα είναι να πάνε στραβά, ας πάνε. Κάποιος λείπει: δεν υπάρχει μπασίστας, ο Λουκάς εκτελεί τα χρέη του κι όταν παίζει μπάσο τα πλήκτρα μένουν ορφανά – ανεπίτρεπτο! Ανεξάρτητα από τον αριθμό μελών, οι Vietnam Veterans ήταν ακριβώς αυτές οι δύο μορφές.

Χρονομηχανή – Φεβρουάριος 1991. Rollin Under, τεύχος 23, δρχ. 450, σελ. 14-15, δισέλιδο άρθρο του υπογράφοντος με τίτλο Vietnam Veterans: Κατακλυσμικοί. Χαοτικοί. Ψυχεδελικοί. Πόσες λέξεις με ουσιώδες περιεχόμενο και σημασία, που έχουν καταντήσει κλισέ, ετικέτες έτοιμες για κάθε χρήση. Αν για μια φορά είναι να χρησιμοποιηθούν κατάλληλα, ας είναι εδώ…Πώς ήταν το εξώφυλλο του διπλοζώντανου Green Peas: καταμεσής ενός χωραφιου ένας κατάλευκος μπιντές γεμάτος μπιζέλια κι ένα καραβάκι παραπαίον. Σε ένα κατεξοχήν γόνιμο περιβάλλον φυτρώνει κάτι παράταιρο και αποκρουστικό που αποδίδει ζουμέριους καρπούς. …

Αυτή ήταν η μουσική των Γάλλων Βετεραδελιστών. Στο γόνιμο και κακοσκαμμένο παρελθόν της ψυχεδέλειας και του γκαράζ πάτησαν με δέος, ούρησαν κοροϊδευτικά, ανέσκαψαν ευλαβικά, έσπειραν νεωτερισμούς (και κυρίως εκείνα τα αδιανόητα χαοτικά πλήκτρα). Τα υπόλοιπα είναι ιστορία, με αντιεμπορικά πνεύματα, πλήρη άρνηση διαφήμισης (το ζεύγος των Music Maniacs τους κυνηγούσε για λίγη προβολή), βινυλιακές εμμονές, διαβολεμένο χιούμορ, οργιαστικές αναπτύξεις, απόκοσμη αίσθηση. Αλλά τα λάιβ είναι διαφορετικά: εκεί βγάζουν όλο το τρομακτικό βάθος του γκαράζ παρελθόντος ή απλώς επιστρέφουν στα ουσιώδη και δεν ξέρω τι θα έπιανε κάποιος που δεν έχει ακούσει τους δίσκους, για να ξέρει τι αλλάζει και πώς.

Χρονομηχανή – 1989-1992: Ξεκινούσα την εκπομπή μου Αντιθέατρο Ψυχοδηλωτικών Ήχων στο Ράδιο Κιβωτός με το Next Year, την ολοκλήρωνα με το You’re gonna fall. Άρχιζα με έξαψη, τελείωνα με το στούντιο σκοτεινό κι όλα τα λαμπάκια αναμμένα, σαν σε διαστημόπλοιο. Αυτή είναι άραγε η αίσθηση του space rock; Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα εδώ, και πιθανώς δεν υπάρχει στα 990 από τα 1000 τους σκηνώματα. Μένουν οι γκροτέσκες κιθάρες, εκείνη η φωνή που υμνεί και καταριέται χωρίς να καταλαβαίνεις πότε κάνει το ένα και πότε το άλλο, το βλέμμα του τρελού με το κόκκινο πουκάμισο, η συνενοχή όσων από εμάς έχουμε κατέβει πολύ κάτω στο ορυχείο του ροκ εντ ρολλ.

00.33. … I’m alive. Curanderos. Dogs. Dreams of today. Girl with the hairy legs. Don’t try to walk on me. Bang Bang. You’re gonna fall. I give you my life. I give you my life. I can only give you anything.

@@.## Πρέπει να φύγω προτού τελειώσουν. Οι Pearly Spencer βρίσκονται έξω από εδώ κάτω. Ο Rocky Erickson κι ο Sky Saxon κάνουν στην άκρη τις κουρτίνες και κοιτάνε προς τα εδώ. O Kim Fowley σταματά το σκάφος του. Κι εγώ προτιμώ να φύγω στη μέση του χάους και να πάρω τους δρόμους ή να πέσω στο κρεβάτι γνωρίζοντας πως εκείνοι συνεχίζουν.

Φωτογραφίες: Πανδοχέας. Πρώτη δημοσίευση: πού αλλού;

Αναστάσης Βιστωνίτης – Ex Libris. Κείμενα για τη λογοτεχνία του εικοστού αιώνα

 

Ο ποιητής, πεζογράφος, κριτικός και γεωγράφος της λογοτεχνίας μας κοινωνεί ένα εγχειρίδιο ποιητικότατης πλην ψύχραιμης και δοκιμιόγραφης πλεύσης στον κόσμο των καίριων βιβλίων του Εικοστού. Παραδέχεται πως περιέλαβε τους συγγραφείς που αγάπησε περισσότερο και τα βιβλία που θεωρεί ως τα αντιπροσωπευτικότερα του έργου τους, αναφέροντας και εκείνα που παραλείφθηκαν λόγω περιοριστικών κριτηρίων. Σε αυτόν λοιπόν τον προσωπικότατο Κανόνα βρίσκονται μερικά από τα έργα που προσδιόρισαν την φυσιογνωμία της Λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα – έστω της Δύσης – και επέδρασαν στο έργο και άλλων συγγραφέων. Τούτα τα τρισέλιδα κείμενα (πρωτοδημοσιευμένα σε ειδική στήλη στο παλαιό εκείνο βιβλιοένθετο του Βήματος) καταφέρνουν να αποδώσουν τα πειστήρια της σπουδαιότητάς τους αλλά και τον πυρήνα της πλοκής με αξιοθαύμαστη πυκνότητα και συντομία.

Η ενότητα των Ποιητών περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τον τσιγγάνο της νέκυιας του πάνω κόσμου Φ.Γ. Λόρκα, τον δανδή της βιομηχανικής φαντασμαγορίας Β. Μαγιακόφσκι, τον επιτομέα του εκλεπτυσμένου πεσιμισμού Α. Μπλοκ, τον ερωτογράφο της σκιάς και των αποσιωπήσεων Ε. Μοντάλε, τον μεγαλοφυή πιερότο που ήξερε πώς να μετατρέπει σε γέλιο το ατομικό του δράμα (Γ. Απολλιναίρ), τον πιο αθόρυβο και πιο ευρωπαίο από τους αμερικανούς ποιητές Γουάλλας Στήβενς κ.ά. Στα δοκιμιακά οι Αντόρνο, Μπερλίν, Σόντακ, Φουκώ, Μπένγιαμιν, ΜακΛούαν, τα Αξόδευτα Πάθη του Στάινερ, οι Φαντασιακές Κοινότητες του Άντερσον (ο κόσμος μας ως ένας κόσμος [και εθνικιστικών] επινοήσεων).

Στην πεζογραφία ο Ανδριανός της Γιουρσενάρ («ο πρώτος αυθεντικός Ευρωπαίος»), ο έγκλειστος των αναμνήσεων Χέρτζογκ (Μπέλλοου), ο Ζήνων της εξοντωτικής αυτοανάλυσης και της μεταφυσικής της δυστυχίας (Σβέβο), ο Ξένος, ο Απολυμαντής, ο Μάγος, οι Γυμνοί και οι Νεκροί, ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, η Λολίτα, ο Πέδρο Πάραμο, ο Αρτέμιο Κρουζ κι ο Homo Faber, οι αναχωρητές του αμερικανικού αντι-ονείρου που βρέθηκαν Στον δρόμο και του παρηκμασμένου δυτικού πολιτισμού Στην καρδιά του σκότους. Εδώ πατάμε στο Γεφύρι του Άντριτς (ο μυθικός ρεαλισμός της βαλκανικής μνήμης), στις πόλεις του Καλβίνο, στην Παταγωνία του Τσάτγουιν, στο Μηδέν και το Άπειρο, υφιστάμενοι το έπος του εξευτελισμού ενός ανθρώπου δυστυχή και εξωφρενικά αστείου (Η Τύφλωση του Κανέτι), την Ανθρώπινη Μοίρα του Μαλρώ (η δράση ως νόημα ζωής), το Κουντερικό Αστείο.

Ο Βιστωνίτης εντοπίζει Κάτω από το ηφαίστειο του Λόουρι την πρώτη φορά που ένας συγγραφέας των νεωτέρων χρόνων περιέγραφε την κόλαση που τρώει τα σωθικά ενός και μόνο ανθρώπου και μετέτρεψε την αυτοκαταστροφή του σε ποίηση· τους πρώτους αρνητικούς ήρωες που δεν ανήκουν στο περιθώριο, τους εξοστρακισμένους του συστήματος και τα μαύρα πρόβατα της κοινωνίας στον Φάρο της Γουλφ· τις απόπειρες απάντησης πώς μπορεί ένας συγγραφέας να μιλήσει για το παρελθόν χωρίς να χάσουν οι ήρωες τη δική τους φωνή στη Βουή και την Αντάρα του Φώκνερ.

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση βλέπω εδώ δυο λιγότερο προβεβλημένα μα μοναδικά έργα: την Ιστορία της Έλσας Μοράντε, ένα αντι-έπος των απλών και καθημερινών, και τους Επτά στύλους της σοφίας του Τ.Ε. Λώρενς (της Αραβίας), εκείνου του φλογερού πολίτη του κόσμου που με την ματιά του ασκητή ταύτισε την αιωνιότητα με την εικόνα της ερήμου και αποφάσισε να ζήσει ηρωικά σε έναν αιώνα που εξέθρεψε την αμφιβολία. Ίσως αυτός ο υπαρκτός ήρωας είναι ο φάρος που χρειαζόμαστε που και που. To Damascus!  

Εκδόσεις Τυπωθήτω, 2006 [Σειρά Παραφερνάλια, 16], σελ. 326.  / Πρώτη δημοσίευση: εδώ.