Λογοτεχνείο, αρ. 33

Tζον Φάντε, Ρώτα τον άνεμο, εκδ. Απόπειρα, 1989/1994, μτφ. Τέος Ρόμβος, σ. 127-128 (John Fante, Ask the dust, 1939)

Τι πρέπει να κάνω λοιπόν; Πρέπει μήπως να τεντώσω τα χείλη μου στον ουρανό με μια γλώσσα που θα κεκεδίζει και θα τραυλίζει από φόβο; Πρέπει μήπως να γυμνώσω το στήθος μου και να το βαράω σαν κανένα τύμπανο για να τραβήξω την προσοχή του Χριστού μου; Ή θα ’ταν καλύτερα και πιο λογικό να κάνω το κορόιδο και να προχωρήσω παρά πέρα; Όμως θα έρθουνε ταραχές και πείνες, θα έρθουνε μοναξιές και μόνο τα δάκρυά μου θα έχω να με παρηγορήσουνε, σαν μικρά μουσκεμένα πουλάκια θα φτερουγίζουνε για να δροσίσουνε τα ξεραμένα μου χείλη. Όμως θα βρεθεί παρηγοριά και θα υπάρξει ομορφιά σαν τον έρωτα ενός πεθαμένου κοριτσιού. Και πότε πότε θα ακούγεται κάποιο γέλιο, ένα συγκρατημένο γέλιο και θα ’ναι ήσυχη η αναμονή μες στη νύχτα και ένας απαλός φόβος για τη νύχτα θα απλώνεται σαν το κοροϊδευτικό φιλί του θανάτου. Και η μεγάλη νύχτα θα έρθει και όλοι οι οδηγοί μου, που τους παράτησα μες στην ονειρική βιαιότητα της εφηβείας μου, θα χύνουν απ’ τη στεριά γλυκά λάδια για να εξευμενίσουν την τρικυμία του μυαλού μου. Θα συγχωρεθώ γι’ αυτό όπως και για άλλα μου σφάλματα, ακόμα και τη Βέρα Ρίβκεν, ακόμη και για το αδιάκοπο φτερούγισμα του Βολταίρου στη σκέψη μου, γιατί σταμάτησα, κάποια στιγμή, για ν’ ακούσω αυτό το γοητευτικό πουλί να κελαηδάει. Όλα αυτά θα μου συγχωρεθούν αν ξαναγυρίσω εκεί που ανήκω, στη θάλασσα.

Στον Κοσμά Χαρπαντίδη

Γιώργος Αριστηνός – Νάρκισσος και Ιανός. Η νεωτερική πεζογραφία στην Ελλάδα

Όλα συμβαίνουν όπως στο μελόδραμα όταν ακούγεται κιόλας στην πρώτη πράξη το μοτίβο που θα φέρει έπειτα την καταστροφή [Μιμίκα Κρανάκη, Ξενοδοχείον η Περιποίησις]

Ορθώς – όμως εδώ κάποιες πρώτες πράξεις – κείμενα δεν φέρνουν την καταστροφή αλλά, ακόμα και εν αγνοία τους, νέα κινήματα, μοντέρνες γραφές και αβανγκάρντ λογοτεχνικές πρωτοπορίες! Ο συγγραφέας, δοκιμιογράφος και κριτικός Γιώργος Αριστηνός επιχειρεί το ατόλμητο: την ανασκαφή σε ολόκληρο το έδαφος της ελληνικής λογοτεχνίας για να ανακαλύψει, καταγράψει και σχολιάσει εξαντλητικά κάθε κείμενο με στοιχεία μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού.

Η εκτεταμένη ένθερμη εισαγωγή ανοίγει το θέμα διάπλατα προς όλες τις θέες του: συγκεντρώνει επιτέλους όλες τις απόψεις σχετικά με την έννοια των δυο –ισμών (μοντερν-, μεταμονερν-) που ταλαιπώρησαν θεωρίες και αναγνώσεις. Εντοπίζει διαφορές και κοινότητες στις κοσμοθεάσεις και τα κλίματα, στον αέναο κλεφτοπόλεμο ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα, στις αποκαθηλώσεις του Θεού και του συγγραφέα – Θεού από το βάθρο της αυθεντίας του και της Ιστορίας από την θέρμη της ιδεολογίας και του νοήματός της. Και τελικά ποιος μεταμοντερνισμός κατέστη ρήξη, ασυνέχεια ή παραλλαγή τίνος μοντερνισμού;

Και οι πιο ασήμαντες κινήσεις των μπορούν να καρποφορήσουν. Μπορούν να γίνουν εργαστήρια με πρασιές και ανθούς, μέσα στο μένος των αγρών [Ανδρέας Εμπειρίκος, Γήπεδον]

Ολόκληρο το σώμα της πεζογραφίας μας περνάει από τον τομογράφο της νεωτερικότητας, ενός ευρύτερου και πειστικά προτεινόμενου όρου. Ακόμη και στους παλαιότερους ή και πολύ παλαιότερους συγγραφείς ανασκάπτονται πρόδρομα στοιχεία μοντερνισμού, προτού εμφανιστούν τα σχετικά είδη και κινήματα, μεταγραφούν στη θεωρία και κατακλύσουν τα πανεπιστήμια. Εδώ ξε-μνημειώνονται ακόμα και τα κλασικά έργα από συλλογικές συνειδήσεις και θέσφατες ταξινομήσεις και επανεγγράφονται σε έναν πρωτοεμφανιζόμενο Νεωτερικό Χάρτη. Ο Αριστηνός και 13 ακόμα συνεργάτες λημματογραφούν κείμενα και ονόματα, προτάσσοντας για κάθε συγγραφέα ένα ανθολογούμενο κείμενο και προχωρώντας σε μια δοκιμιακή τομή. Ανεξάρτητα αν συμφωνεί κανείς ή όχι με όλες τις προτάσεις και τις νέες αναγνώσεις του βιβλίου, περίτρανα λάμπει το γεγονός πως στα λογοτεχνικά εδάφη τα πάντα είναι σχετικά, πολύ σχετικά.

Κάπως έτσι χειρουργούνται οι ενσαρκώσεις κάθε κοινωνικής αρνητικότητας (Α. Κοτζιάς), οι διαβρωτικοί σχολιασμοί ενός εξόριστου της πόλης (Γ. Ιωάννου), η ελευθερόστομη γραφή – υπέρβαση του θανάτου (Μ. Χάκκας), οι καρναβαλικές ανατροπές και τα πολυφωνικά παίγνια του Ν. Βαλαωρίτη, οι υπερτοπικοί αισθητισμοί του Π. Ροδοκανάκη, η συγκινησιακή μοντέρνα οπτική της παράδοσης (Ζ. Λορεντζάτος), η σπαραγμένη δευτερολογία πάνω στους μύθους (Γ. Χειμωνάς). Κάπως έτσι συμπορευόμαστε με χαρακτήρες ντοστογεφσκικώς αυτοταπεινώμενους (Κ. Χατζηαργύρης), μοναχικούς περιπατητές – ηδονοθήρες (Μ. Μητσάκης), βιωτές εσωτερικών εκστατικών εμπειριών (Ν. Επισκοπόπουλος), πολυπρόσωπους εστιαστές και ταυτόχρονα συνεργούς του αναγνώστη (Σ.Τσίρκας).

Έσπρωξα πρώτα στο μηχάνημα το Βούντου Λονζ των Ρόλινγκ Στόουνς, που όποτε τ’ ακούω ο απόκοπος νιώθω το φρόνημά μου για τη ζωή να καρδαμώνει. [Σάκης Σερέφας, Η οργή]

Και σε αυτή την αόρατη διεθνή έχουν πολλοί θέση: ο αποκολλητής των θραυσμάτων της ταυτότητας Ν. Καχτίσης, ο αντιλογοτέχνης – δύτης στον όγδοο κύκλο της κόλασης Ρ. Αποστολίδης, σύσσωμη η Σχολή της Θεσσαλονίκης, οι Ν. Μπακόλας, Σ. Ξεφλούδας, Μ. Αξιώτη, Γ. Σκαρίμπας, Ε. Γονατάς, Μ. Καραπάνου, Α. Πανσέληνος, Δ. Δημητριάδης, Ε. Αρανίτσης, Μ. Ευσταθιάδη, Α. Μαραγκόπουλος (με μεγάλο μερίδιο στο σχεδιασμό της συγκέντρωσης), Δ. Κούρτοβικ, Δ. Καλοκύρης, Α. Κυριακίδης και πολλοί άλλοι. Και φυσικά οι ακρογωνιαίοι λίθοι της λογοτεχνίας μας (Ο Λοιμός, Το Κιβώτιο, Το Φράγμα) περνούν από το νεωτερικοσκόπιο, όπως βέβαια και η Πεντζίκεια Έρση, η Πολίτεια Ερόικα και ο Ροΐδειος Συριανός Σύζυγος.

Η αντιστοίχιση οπτικού και λεκτικού κειμένου δίνει πρόσθετη πρωτοτυπία στο έργο: το βιβλίο εικονογραφείται με φωτογραφίες 80 κομματιών της ιδιωτικής συλλογής νεωτερικής τέχνης του Λεωνίδα Μπλέτσιου, ενός συνόλου mixted media (video art, κατασκευές, περιβάλλοντα κ.λ.π.) και κλασικότερων μορφών τέχνης (ζωγραφική, φωτογραφία, χαρακτική, γλυπτική) που γίνεται ένας ιδανικός καμβάς προτάσεων για νέες αναγνώσεις. Στο εκτενές επίμετρο ο Μάνος Στεφανίδης συνεξετάζει νεωτερικότητα και ελληνική εικαστική δημιουργία πανοραμικώς και ενδελεχώς. Ιδού λοιπόν το πρώτο corpus εγχώριας νεωτερικής πεζογραφίας! Ένας δεύτερος τόμος αναμένεται και ανυπομονείται. / Εκδ. Μεσόγειος, 2007, κεντρ. διάθ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 587.

Δύσοσμο και λαμπρό πορεύεται το σκουπιδιάρικο μέσα στη νύχτα, βάναυσο σκάφος της θορυβώδους ματαιότητας, νεκροφόρα αλλόκοτων πτωμάτων, κάρο μιας ανάποδης Κατοχής που μαζεύει χορτάτους νεκρούς…[Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Νυχτερινοί οδοκαθαριστές]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.