Βίκτωρ Γεροφέγιεφ – Ο καλός Στάλιν

Ο Στάλιν περνούσε όλους τους Ρώσους για παιδιά και αυτοί ήταν πράγματι παιδιά.
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα και πτυχιούχος Μόσχας (1947 – φιλολογία), μελετητής του Ντοστογιέφσκι, εκδότης των έργων τού μέχρι πρότινος απαγορευμένου Nabokov, ένας από τους δυνατότερους συγγραφείς της μετακομμουνιστικής Ρωσίας και ίσως ο γνωστότερος στο εξωτερικό, με δωδεκάδα πολυμεταφρασμένων μυθιστορημάτων. Η κατακόρυφα ανοδική του πορεία συμπίπτει με την αντίστοιχη «πτώση» του πατέρα του και αυτός ακριβώς είναι ο μυθοπλαστικός πυρήνας του Καλού Στάλιν.
Πλοκή: Πώς ξεκίνησαν όλα; Το 1979 μια ομάδα νεαρών σοβιετικών λογοτεχνών (εκτός του Β.Ε. συμμετείχαν ακόμη οι Vassili Axionow, Andrei Bitov, Jevgeni Popov και Fasil Iskander) εξέδωσαν μια συλλογή διηγημάτων και ποιημάτων («Μητρόπολη»), αγνοώντας λογοκρισίες και κρατικούς ελέγχους και βγάζοντας τη γλώσσα στις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Τα καταιγιστικά γεγονότα που ακολούθησαν την αντίδραση του καθεστώτος (που περιγράφονται στην αρχή και το τέλος του βιβλίου) είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή πατέρα και γιου. Με τη μόνη διαφορά πως για τον Βίκτορ η στέρηση της θέσης του στην Ένωση Συγγραφέων (άρα και κάθε ενδεχόμενου έκδοσης των έργων του) διάρκεσε μονάχα λίγα χρόνια. Σήμερα είναι μια αναγνωρισμένη περσόνα που απολαμβάνει τη γραφή στα Die Zeit και New York Review of Books και διασκεδάζει με δική του εκπομπή σε ραδιόφωνο και τηλεόραση. Αντίθετα, για τον πατέρα, υψηλόβαθμο Σοβιετικό διπλωμάτη και πρώην επίσημο διερμηνέα του Στάλιν για τα γαλλικά, αυτό σήμαινε όχι απλώς την ανάκληση από τη θέση του ως πρέσβη αλλά και την πλήρη καταστροφή της διπλωματικής του καριέρας -σύντομα θα διοριζόταν υφυπουργός Εξωτερικών- εφόσον αρνήθηκε να αποκηρύξει το γιο του. Έτσι, το κοινωνικά και λογοτεχνικά αρχέγονο δίδυμο του κακού πατέρα και του καλού ηρωικού γιου αντιστρέφεται και ο Β.Ε. μυθιστορεί όλη την πορεία των γεγονότων, από την παιδική του ηλικία μέχρι την παράδοξη αυτή αντι-στροφή.
Τοπο/χρονογραφικό: Σοβιετική Ένωση, Παρίσι, Βαρσοβία, Ρωσία, 20ος αιώνας.
Αντιήρωες:Ο Βίτια μίλησε! φωνάζει η μαμά. – Θα καταντήσει αντιφρονών, κουνάει το κεφάλι του ο Αντρέι Μιχαήλοβιτς Αγκέντοφ, μελλοντικός βοηθός του Μπρέζνιεφ. (σ. 52).
Κάπως έτσι άρχιζε τις πρώτες του λέξεις ο μικρός Βίτια, προτού βυθιστεί σε μια προνομιούχο νεότητα (ένα κοινό σημείο με τον αγαπημένο του Ναμπόκοφ). Μια περίοδο χωρίς ιδιαίτερες έγνοιες αλλά με προσεκτική παρατήρηση του πατέρα του, που ανά πάσα στιγμή δεχτεί τηλεφώνημα μες τη νύχτα τρέχει στον «πατερούλη» τού Κρεμλίνου (απολαυστική η σκηνή όπου γλιστράει τρέχοντας στον καλογυαλισμένο διάδρομο του ανακτόρου, κατά τη συνεδρίαση κρύβει το ματωμένο του χέρι, αλλά ο Στάλιν το έχει ήδη εντοπίσει και ειδοποιεί με μυστικό κουμπί κάτω από το τραπέζι τον 24ωρης ετοιμότητας γιατρό!). Στην ουσία ο Βίκτορ καλοπερνούσε: έκανε διακοπές σε ντάτσα, είχε προσωπικές νταντάδες (που τον μύησαν στις θωπείες του γυναικείου σώματος, όπως περιγράφει σε μια σπαρταριστή σκηνή στα «μπάνια») και έζησε και στο Παρίσι ακολουθώντας τον πατέρα του – μια πόλη που δεν ήταν απλώς ο παράδεισος των μικρών πραγμάτων αλλά και ένας τόπος γνωριμιών με προσωπικότητες όπως ο Πικάσο, ο Αραγκόν, ο Υβ Μοντάν, η Σιμόν Σινιορέ. Έτσι, αυτός ο νεαρός ευνοούμενος του καθεστώτος δεν επαναστατεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Στην ουσία αφυπνίζεται σταδιακάκαι αναπόφευκτα, με μόνους οδηγούς τη λογική και την ορθή σκέψη. Του είναι αδύνατο να μην τις χρησιμοποιεί, μόνο που αυτές είναι κάτι άγνωστο στους υπόλοιπους. Ως ενήλικος πλέον θα σαρκάζει σε κάθε ευκαιρία την επιθυμία του ρωσικού λαού να έχει έναν καλό, αυστηρό «πατέρα» ή, κατά παράδοση, να θεωρεί τον ηγέτη του ως θεό. Σε πρόσφατη συνέντευξή του τονίζει πως με τον Πούτιν το βιολί συνεχίζεται. Ο άλλος αντιήρωας, ο πατέρας, αποτελεί ένα υπόδειγμα ψυχραιμίας και μοιρολατρίας, σε σημείο να συγχωρήσει με παροιμιώδη ευκολία το γιο του, αποδεχόμενος τη μοίρα του, όπως έκανε πάντα.
Το να είσαι ελεύθερος στην πιο γελοία χώρα του κόσμου είναι απαράμιλλα διασκεδαστικό. Σε άλλες χώρες ζούνε σοβαροί άνθρωποι, που φέρουν το βάρος των ευθυνών τους, σαν καλογεμισμένοι νεροκουβάδες, σε μας όμως ζούνε αστείοι, αμετάφραστοι σε άλλες γλώσσες μουζίκοι, κυράτσες, αστυνόμοι, διανοούμενοι, κολχόζνικοι, πρεζόνια, ηλίθιοι, προϊστάμενοι και άλλοι παρόμοιοι μαλάκες. Οι γελοίοι άνθρωποι δεν χρειάζονται ελευθερία … Όποια ιδιοφυή ιδέα και να επινόησε Ρώσος, πάντα ήταν ιδιοφυώς γελοία. Βάλθηκαν να στήσουν την Τρίτη Ρώμη, να αναστήσουν τους προγόνους τους, να χτίσουν τον κομμουνισμό. Και σε τι δεν πίστεψαν! Στον τσάρο, στους λευκούς αγγέλους, στην ιδέα της Ευρώπης, της Αμερικής, στην ορθοδοξία, στο ΝΚVD, στην οικουμενικότητα, στην οπστσίνα, στην επανάσταση, στην αποκλειστικότητα του έθνους τους – σε όλα και σε όλους πίστεψαν εκτός απ’ τους ίδιους τους εαυτούς τους. (σ. 14)
Εργαστήρι: Ο Γεροφέγιεφ στέκεται απέναντι σε κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας και ευγενικής γραφής. Ανασύρει τα γεγονότα απευθείας από τη μνήμη του και τα περνάει αμέσως στο χαρτί. Μπορεί να πηγαίνει από το ένα θέμα στο άλλο, να αναπαριστά διαλόγους, να περιγράφει εικόνες, όλα υπό μορφή ενός προφορικού ημερολογίου. Παραδόξως αρνείται πως αυτοβιογραφείται και το χαρακτηρίζει ως απλό μυθιστόρημα.
Γοητεία: Η Ιστορία μένει διακριτικά στο πίσω μέρος της σκηνής, εισχωρώντας ύπουλα στην καθημερινότητα της οικογένειάς του – κι ίσως έτσι (ή σίγουρα και έτσι) θα πρέπει να μελετώνται οι σύγχρονες Ιστορίες. Έτσι έχουμε την ευκαιρία να κρυφοκοιτάξουμε ορισμένες απίστευτες ιστορίες του καθεστώτος: την καθαίρεση του Χρουστσόφ από τον Στάλιν λόγω έλλειψης δημοσίων αποχωρητηρίων, την επιμονή του τελευταίου να καλλιεργήσει λεμόνια ανθεκτικά στην παγωνιά («μια μεταφυσική απαίτηση, αντάξια ενός πρώην υποτρόφου ιεροδιδασκαλείου»), την ανεπιτυχή προσπάθεια του Μόλοτοφ να αλλοιώσει τα γραπτά του Έρενμπουργκ και το συναρπαστικό μεταξύ τους διάλογο, αλλά και τη σαδιστική συνήθεια του Μ. να συλλαμβάνει τις γυναίκες των ανωτέρων υπαλλήλων με επινοημένες κατηγορίες για να τον παρακαλούν απελπισμένοι και να τους απαντά να μη στενοχωριούνται, θα τους βρει άλλη γυναίκα! Νάτην η Ζεμζούτσινα τη μια μέρα να πίνει σαμπάνια στη δεξίωση του Κρεμλίνου με το βαθύ της ντεκολτέ …και την επόμενη στη Λουμπιάνκα να τεντώνει, γυμνή, τον ποπό της στον γιατρό της φυλακής (σ. 138).
Ο αντίλογος σε αυτό το καυστικό ρωσογράφημα αφορά το γεγονός ότι ο συγγραφέας πνέει τα μένεα κατά του καθεστώτος, έχοντας στο έπακρο ωφεληθεί από τα προνόμια που του παρείχε. Δεκτόν, αλλά ακόμα κι έτσι τον προτιμώ: ως έναν average αντιήρωα που δε διατείνεται στον σπουδαίο, αλλά διαλαλεί τις αδυναμίες του, τις φαυλότητές του, ακόμα και μια έλλειψη ηθικών αρχών. Που το μόνο που ψάχνει είναι να δώσει μια απάντηση πώς γίνεται και σήμερα ο Στάλιν παραμένει ο θετικότερος ήρωας των Ρώσων και ορισμένοι φιλούν ακόμα τις προτομές του, όπως βλέπω δίπλα. Τουλάχιστο φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά την αενάως ρευστή θέση μας μέσα στην Ιστορία: Ποιος είμαι εγώ που θα κρίνει τα σημεία του 20ου αιώνα; Ένας πυροβολισμός ή μια φουρνιά ακόμα στο Άουσβιτς και μπορεί και να μην υπήρχα. Οι αυτοθυσίες δεν μετράνε εκ των υστέρων. (σ. 72)
Απoσπάσματα: Οι σοσιαλρεαλιστές είχαν καταλάβει τη ρωσική ψυχή, το ανεξάντλητο απόθεμα ενθουσιασμού της, με το οποίο θα μπορούσε κανείς να κάνει τον γύρο του κόσμου σαράντα φορές. (σ. 129)
Ο μπαμπάς μου δεν αρρώσταινε ποτέ. Το να αρρωστήσεις στην γραμματεία του Μόλοτοφ θεωρούνταν ένα είδος διατάραξης της κομματικής πειθαρχίας και ο μπαμπάς ήταν πειθαρχημένος κομμουνιστής. – Ο πειθαρχημένος άνθρωπος, έλεγε ο Μόλοτοφ στους συνεργάτες του, δεν κρυολογεί ποτέ, γιατί διαχειρίζεται το ρουχισμό του και την συμπεριφορά του με υπεύθυνο τρόπο. Δεν πρόκειται ποτέ να κάτσει στο ρεύμα ή να βγει έξω στο κρύο χωρίς παλτό. (σ. 116)

Η απεριόριστη εξουσία μεθάει τον κόσμο. Η συναναστροφή με τον εξουσιαστή σημαίνει να είσαι ένας απ’ τους εκλεκτούς, να ανήκεις στην αφρόκρεμα της ιστορίας. Όταν σκέφτομαι λογικά, καταλαβαίνω ότι όλα αυτά τα δειλά κατακάθια, τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου που χαμογελάνε στον πατέρα, όλοι αυτοί οι Βοροσίλοφ, οι Καγκανόβιτς, οι Μπέρια δεν είναι παρά μια αγέλη λύκων που αν βρίσκονταν σε ένα ξέφωτο, στο φεγγαρόφωτο, μέσα στα χιόνια θα μπορούσαν να ξεσκίσουν τον πατέρα μου σε χίλια κομμάτια. Ακούω τα ουρλιαχτά τους.. Τι θα τους έκανα; Θα τους σκότωνα. Δεν έχω να πω τίποτα μαζί τους. Παρ’ όλα αυτά όμως λιώνω, νιώθω μια γλύκα. Είναι κάτι σαν οργασμική αυταπάτη. (σ. 120-121)

Συντεταγμένες: Viktor Erofeyev, Good Stalin, 2004. Ελληνική μετάφραση: Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, σ. 476, εκδ. Ποταμός 2004./Πρώτη δημοσίευση εδώ.

Αναστάσης Βιστωνίτης – Λογοτεχνική γεωγραφία. Τόποι, πόλεις, άνθρωποι

Να πιστεύετε τους ποιητές της νεότερης εποχής μόνο όταν οι ίδιοι πιστεύουν στα ψέματά τους, σαν αυτόν τον δύσθυμο αρλεκίνο, τον αστρολόγο ανύπαρκτων αστερισμών, που έζησε και πέθανε μέσα στα γραπτά του, φοβερίζοντας τους ήρωες που ο ίδιος δημιούργησε ότι θα τους πάρει μαζί του στον τάφο (σ. 183, Λισαβόνα. Από τον Πεσόα στον Καμόενς).

Εισιτήριο: Στην λογοτεχνική αυτή γεωγραφία συγκεντρώνονται κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο Βήμα (2004 – 2005). Ο συγγραφέας ήδη από την εισαγωγή μας κάνει φανερό σε ποιο είδος ταξιδιώτη ανήκει: του αρέσει να αφήνεται στην σύμπτωση, στην περιπέτεια του τυχαίου, δεν χρησιμοποιεί χάρτες ή οδηγούς, δεν προγραμματίζει τίποτα. Με αυτή την κίνηση από τον πραγματικό στον επινοημένο κόσμο και αντίστροφα επικεντρώνει στην αδιόρατη αλλά πλέον γοητευτική πλευρά των πόλεων: εκείνη των συγγραφέων και των έργων τους. Αν ο περιπατητής, ο πλάνης, αυτός που περνάει άσκοπα και αθόρυβα μέσα από τον αδιόρατο ιστό της πόλης, είναι εκείνος που μπορεί να οικειοποιηθεί τη λεπτομέρεια και το αφανές, τότε ο Βιστωνίτης γίνεται ο ιδανικότερος ξεναγός μας σε αυτή την πρωτότυπη χάρτινη περιπλάνηση.

Χαρτογράφηση: Πόλεις των συγγραφέων – σπλάχνων τους: το Βερολίνο του Μπρεχτ και του Ντέμπλιν, το Άμστερνταμ των Μούλις και Νοότεμποομ, το Παρίσι του Καμί και του Σαρτρ, το Λονδίνο της Γουλφ και του Ντίκενς, η Βαρσοβία του Σίνγκερ και του Λεμ, η Ρίγα του Αϊζεστάιν και του Μπερλίν, η Βιένη του Μπέρχαρντ και του Χάντκε, η Λισαβόνα του Πεσόα και του Καμόενς, η Κωνσταντινούπολη του Γιασάρ Κεμάλ, η Ζυρίχη του Ντίρενματ και του Μαξ Φρις, η Τεργέστη του Σβέβο και του Μάγκρις, η Βουδαπέστη του Λούκατς, η Ρώμη της Μοράντε, του Μοράβια και του Παζολίνι, το Βελιγράδι του Πάβιτς, το Μεξικό του Οκτάβιο Πας, το Όσλο του Χάμσουν, η Μόσχα του Τσέχοφ, η Πράγα του Κάφκα, του Χράμπαλ και του Κούντερα.

Αλλά και πόλεις των συγγραφέων – επισκεπτών τους: η Μαδρίτη του Κέσλερ, του Μαλρό, του Χεμινγουέι και του Όργουελ, το Σικάγο του Μπέλοου και του Ντράιζερ, η Βαρκελώνη του Γκαρσία Μάρκες και του Βάργκας Λιόσα, το Κάιρο του Γκρέιβς, η Βενετία του Μπρόντσκι και του Ώντεν, το Κογιοακάν του Τρότσκι και του Βικτόρ Σερζ, το Μεξικό του Κάλας και του Μάλκολμ Λόουρι, η Νέα Ορλεάνη του Φώκνερ και του Καπότε. Και, τέλος, πόλεις των κινημάτων: η Βαρκελώνη του μοντερνισμού και των πειραμάτων, η Ζυρίχη του νταντά και του Καμπαρέ Βολτέρ. Κι ακόμη, Δουβλίνο και Πάδοβα, Μόναχο και Βίλνιους, Κέιπ Τάουν και Μπαλί, Σίδνεϊ και Κογιοακάν, Πεκίνο και Γάνδη. Πόλεις μήτρες και πόλεις καταφύγια. Και η Πετρούπολη δεν ανήκει μόνο στον Ντοστογιέφσκι και στον Μπλοκ αλλά και στους κυνηγημένους Μαντελστάμ, Αχμάτοβα, Μπρόντσκι.

Γοητεία: Με τα μάτια του Βιστωνίτη βλέπω τις πλατείες της Λουμπλιάνα όπου δεσπόζουν όχι αγάλματα πολιτικών και στρατηγών αλλά ποιητών και πεζογράφων. Τον ακολουθώ καθώς αναζητά στην Τεργέστη τα εννιά σπίτι όπου έζησε κι εμπνεύστηκε τον Οδυσσέα ο Τζόις, καθόμαστε στο καφέ όπου σχεδόν ζούσε ο Σνίτσλερ και ψάχνουμε ματαίως στην Βοϊβοντίνα τα ίχνη των τόπων και των ανθρώπων που περιγράφει ο Ντανίλο Κις. Βιώνουμε την απόλυτη ησυχία ένα βράδυ στο Ελσίνκι, που αντιστρέφοντας τον Μπρόντσκι, θα έλεγες πως μπορούσες να ακούσεις τον ήχο ενός κουταλιού που πέφτει στην Πετρούπολη. Κι ένα βράδυ στο Κίεβο του 1983 αναζητούμε το σπίτι του Μπουλγκάκοφ, ο ταξιτζής μας αφήνει σε άλλο σημείο (δεν κατάλαβε ή έκανε πως δεν κατάλαβε) και κάποια στιγμή πίσω από τα βαριά κτίσματα και τις αφώτιστες εκκλησίες βλέπουμε σκηνές από τη ζωή του συγγραφέα. Ειδικά εκείνο το τηλεφώνημα που του έκανε νύχτα, όπως το συνήθιζε, ο Στάλιν απορώντας, δήθεν, για ποιο λόγο δεν κυκλοφορούν τα βιβλία του. Και καταφεύγουμε στο αλλοτινό άντρο ρομαντικών και κατασκόπων που λεγόταν Οδησσός, εκεί από όπου ξεκίνησε ο Καντίνσκι και ο Τρότσκι, εκεί όπου έζησαν ο Μπούνιν, ο Μπάμπελ, ο Κατάγιεφ.

Εικόνες, εικόνες… Ο Τόμας Μαν ξοδεύει ατέλειωτες ώρες στα νοσοκομεία του Μονάχου μελετώντας ακτινογραφίες φθισικών, για να είναι απόλυτα ακριβής στις συγκλονιστικές περιγραφές των ασθενών του Μαγικού βουνού. Ο Μίκα Βάλταρι επιστρέφει στο Ελσίνκι γράφοντας ανάμεσα σε νοσηλείες κατάθλιψης αμέτρητα ιστορικά μυθιστορήματα ως άλλοθι για να μιλήσει για τον εαυτό του και την κρίση της Ευρώπης. Ο Τολστόι γράφει επί δέκα χρόνια σε ένα χαμηλό τραπεζάκι με μικροσκοπική καρέκλα στην Γιασνάγια Παλιάνα το Πόλεμος και Ειρήνη, προτού ζήσει σαν πληβείος τα τελευταία χρόνια της ζωής του και πεθάνει από πνευμονία λόγω βαριάς νεροποντής σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Η πνευματικά καθυστερημένη κόρη του Τζέιμς Τζόις αναρωτιέται, λίγο μετά την ταφή του πατέρα της «Τι κάνει ο ανόητος κάτω από το χώμα; Πότε θα αποφασίσει να βγει από εκεί μέσα;». Νεαροί μαύροι και Πορτορικανοί τα μεσημέρια πουλούν κοκαΐνη έξω από τη Γουόλ Στρητ στους εξουθενωμένους γιάπηδες του χρηματιστηρίου, στο κατά Ντον Ντελίλο σηματολόγιο του μεγάλου κοιμητηρίου που το λέμε 20ό αιώνα, τη Νέα Υόρκη.

Γκράφιτι: Τα τραύματα μιας εποχής καταντούν κουτσομπολιά του επόμενου αιώνα. // Πάνω στους τόπους και πάνω στα βιβλία και τα κείμενα βρίσκεται χαραγμένο το οικόσημο της φαντασίας. // Η ιστορία της εποχής μας γράφεται με σφαίρες (Τσου Εν Λάι). // Δεν υπάρχει χειρότερη εξορία από το σπίτι σου (Ούμπα Θάντο Μιτσιμκούλο) // Ο χρόνος μεταβάλλει τον τρόμο σε στατιστική.// Η ιστορία της αποικιοκρατίας γράφεται στα μπαρ των μεγάλων ξενοδοχείων (γκαρσόνι του μπαρ των συγγραφέων στη Σιγκαπούρη).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Κομοτηνή, 1952. Ποιητής, πεζογράφος (Φάσματα φθοράς (αφηγήματα), Πεκίνο (Το ρόδο και ο λωτός), Η κοίτη του χρόνου (Τόποι, πόλεις, άνθρωποι), Το τρένο της λογοτεχνίας), δοκιμιογράφος (Η κρίση και η καταστολή, Οι σημαίες του αναχρονισμού, Ex libris), μεταφραστής, κριτικός λογοτεχνίας, αρθρογράφος και γραφιτέχνης. Πολιτικός συντάκτης και αρχισυντάκτης της καθημερινής ελληνοαμερικανικής εφημερίδας Πρωινή στη Νέα Υόρκη (1983-1988).

Αποσπάσματα:
Η φοβερότερη λέξη για το τίποτα είναι ισπανική: nada. Σαν μαύρη τρύπα στο διάστημα. Την είπε ο Γκόγια, λες και αποκάλυπτε το όνομα του δαίμονά του, πέρασε στην κεντρική Ευρώπη, έγινε ο εφιάλτης πρώτα του Κάφκα κι έπειτα του Μπροχ, κι έριξε τον Πάουλ Τσέλαν στο σκοτάδι του Σηκουάνα το 1970, την ημέρα των γενεθλίων του Χίτλερ. Να η εποχή των δολοφόνων χωρίς τον Ρεμπό. Nada. (σ. 180)

Αν «το λίκνο αιωρείται πάνω από την άβυσσο, τότε, όπως γράφει ο Μπρόντσκι στο Χρονικό μιας μετονομασμένης πόλης, «όταν σκέφτεσαι την Πετρούπολη, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το φανταστικό από το πραγματικό». Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση μιλάει ο αυτοεξόριστος, όμως η χειρότερη μορφή εξορίας είναι εκείνη που εκατό χρόνια νωρίτερα με παγερή απελπισία όρισε ο Γκόγκολ: εξορία σημαίνει να είσαι ξενος στην ίδια σου τη χώρα…
Αν δεν έχεις δει την Πετρούπολη, δύσκολα αντιλαμβάνεσαι το ρόλο που παίζει η τοπογραφία στα μυθιστορήματα του Ντοστογέφσκι. Μόλις όμως κάνεις την πρώτη βόλτα στη λεωφόρο Νιέφσκι, ο Κιρίλοφ, ο Σταβρόγκιν, ο Ρασκόλνικοφ, ο Μαρμελαντόφ, όλοι οι ήρωες εκείνου του επιληπτικού άρχοντα και οργισμένου πληβείου, που τη μια στιγμή γονάτιζε συντετριμμένος μπροστά στα εικονίσματα και την αμέσως επόμενη ακουμπούσε στη ρουλέτα τα χρήματα που κέρδισε γράφοντας με φρενήρεις ρυθμούς τα αριστουργήματά του, περνούν από δίπλα σου ή κρύβονται στην είσοδο ενός απόμερου κτιρίου, για να μοιράσουν σε ίσα μερίδια το περιεχόμενο μιας μπουκάλας βότκα που μόλις αγόρασαν ρεφενέ… (σ. 53-54).

Επίγραμμα: Ο Βιστωνίτης ελπίζει ο αναγνώστης να έχει την ευχέρεια να συμπληρώσει ή να προεκτείνει τον δικό του περίπλου κατά βούληση, ακόμα και να τον αλλάξει. Πραγματικά, ο καθένας μας μπορεί και αξίζει να φτιάξει μια δική του, παρόμοια βίβλο γεωγραφίας, αυτής της «κατεξοχήν περιοχής της μνήμης». Αυτό το πολύτιμο τομάκι, που χωράει σε μια τσέπη, γίνεται το ιδανικότερο διαβατήριο – εγχειρίδιο για να μάθουμε να βλέπουμε ταξιδεύοντας. Εδώ το μότο του Πολ Μοράν ταιριάζει όσο ποτέ: Όλες αυτές οι Λάικα, οι Τσάις – δεν έχουν πια μάτια οι άνθρωποι;

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2007, σ. 256. Περιλαμβάνεται το ποίημά του Adagio (από την συλλογή Ο ήλιος στην τάφρο).

Πρώτη δημοσίευση εδώ. Στις φωτογραφίες: Ντανίλο Κις, Τόμας Μαν, Γιόζεφ Μπρόντσκι (Λένινγκραντ, 1964) και ο συγγραφέας.