Αρχείο για 13 Φεβρουαρίου 2008

13
Φεβ.
08

Original Soundtracks / Κινηματογραφική μουσική

Δεν μιλάνε γι αυτά τα πράγματα!

Επιμένω, όντως δε μιλάνε γι αυτά τα πράγματα! Όχι μόνο επειδή έτσι τιτλοφορείται το όμορφο σάουντρακ μιας ταινίας που δεν είδα ποτέ [De Eso No Se Habla, μουσική Nicola Piovani], αλλά και επειδή η κινηματογραφική μουσική είναι αδύνατο να περιγραφεί. Mπορώ να ανακαλέσω μυριάδες εικόνες που μου φέρνει στο νου (των ταινιών που γράφτηκε για να χαϊδέψει, άλλων που παρείσφρυσαν ακάλεστες στο μνημονικό, προσωπικών σκηνών που δε γύρισε ποτέ κανείς αλλά τις έχουμε δει μυριάδες φορές στον μίνι εγκεφαλική μας οθόνη) αλλά αυτό δεν μπορεί να ενδιαφέρει έναν αναγνώστη εδώ. Μπορεί όμως να τον ενδιαφέρει και μόνο η αναφορά, άρα και εξεύρεση, των τίτλων – και αν πλοηγηθεί σε παράλληλες μ’ εμένα συγκινήσεις τότε αξίζει τον κόπο! Δυστυχώς η συλλογή μου βρίσκεται διασκορπισμένη στους 3 ανέμους. Τα βινυλιακά (κυρίως από το «Φιλοντίσκ» και το παλαιό «Σόλωνος και Μασσαλίας») στο πατρικό, τα ψηφιακά εδώ τριγύρω, οι κασέτες σε ένα πατάρι. Μόνο μου σκονάκι για άλλη μια φορά, η μνήμη μαζί με έναν και μοναδικό φάκελο σε έναν σκληρό δίσκο. Ό, τι γράψω θα ναι μια κι έξω και από μνήμης και δε θέλω να το ξανακοιτάξω, θα έχω αφήσει τα εννιά δέκατα.

Α. Οι δίσκοι
1. ANASTASIA (ANASTACUJA) – Before the rain
2. NYMAN Michael – Wonderland
3. RABEEN Peer – Berlin Alexanderplatz
4. PIOVANI Nicola – O re
5. MORRICONE Ennio- Il prato
6. COSMA Vladimir – L’ homme du Suez
7. UMEBAYASHI Shigeru – 2046
8. SYREWICZ Stanislas- Stalin
9. PIOVANI Nicola – Kaos
10. MORRICONE Ennio – The untouchables
11. RABEEN Peer – Lili Marlen
12. YEONG-WOOK Jo – Old boy
13. PIOVANI Nicola – Il Marchese Del Grillo
14. GOLDSMITH Jerry – Under fire
Αξίζει η γνωριμία με όλα τα έργα των Piovani, Morricone, Rabeen, Νyman. Έχουν ένα μοναδικό και αναγνωρίσιμο στυλ, από τον ευρωπαϊκό εξπρεσιονισμό του μόνιμου συνοδού του R.W. Fassbinder (μουσική σαν του Βerlin Alexanderplatz ή του Lili Marlen, (με τα δύο αξεπέραστα βαλς, δύσκολα ξαναγράφεται), ως τις καρδιοθραυσματικές μελωδίες του Padre Ennio.
Ο Morricone στο «Λιβάδι» των αδελφών Taviani βουτάει όσο ποτέ άλλοτε σε έναν σπαρακτικό λυρισμό. Τον βοηθάει το ίδιο το έργο, το ερωτικό τρίγωνο, η ετοιμοθάνατη γυναίκα, η ομορφιά της φύσης, το ανεκπλήρωτο των πάντων. Θυμάμαι σαν τώρα και ένα μαγικό τραγούδι που τραγουδούσε σχεδόν τελετουργικά μια μεγάλη παρέα εξαντλημένων εξαθλιωμένων, επιστρέφοντας από την εκδρομή στο λιβάδι. Δυστυχώς δεν υπάρχει στο σάουντρακ. Με τους «Αδιάφθορους» του De Palma φτάνει στο άλλο άκρο. Σε βάζει αντικριστά με το θάνατο (Death Theme) και την έξαψη (Al Capone) και με υπέρτατη επικότητα σε κάνει έναν από τους 4 ιδιαίτερους ήρωές του στα ομώνυμα θέματα.
Μόνιμη επένδυση στη δική μου ζωή αποτελεί το έργο του αξιότιμου κυρίου Nicola Piovani, που συνεχίζει με μνημειώδη έμπνευση να ομορφαίνει κάθε ταινία απανταχού της γης, κάθε άγνωστου ή/και ποιοτικού σκηνοθέτη. Προσπαθώ να μαζέψω όλα του τα έργα του και είναι δύσκολο, αν υπολογίσει κανείς και μερικά εξίσου αριστουργηματικά κομμάτια που έγραψε και γράφει για θεατρικές παραστάσεις (όπως το Ι 7 re di Roma του Luigi Magni). Κανείς συνεργάτης εκεί έξω; Με τον Piovani γίνεσαι ένας άλλος «ήρωας». Της καθημερινότητας που μπορεί να είναι από ανελέητη ως παραμυθένια, και ενός ρεαλισμού που μόνο μαγικός δεν είναι. Ή μήπως είναι; Ποιος ξεχνά τον Φεγγαροχτυπημένο και την τελετουργική έξοδο των καταπιεσμένων εργατών στην αυλή του φεουδάρχη (La Jarre: Don Lolo La Jarre: Danse et final) στο αξεπέραστο «Χάος» των Taviani; Ποιος δεν μπαίνει στο άδυτο της Ιστορίας παρέα με τις διεστραμμένες περσόνες του Μαρκησίου Ντελ Γκρίλλο (Mario Monicelli) και των φανφαρόνικων μαρς του;

Από Έλληνες, πανέμορφα μουσικά θέματα (και μάλιστα παραπάνω του ενός) έγραψαν οι Γιώργος Χατζηνάσιος (Γλυκειά Συμμορία, Πρωινή Περίπολος) και Νίκος Κυπουργός (Black Out, Ο Δραπέτης). Ο Κώστας Καπνίσης έγραψε πάνω από 100 σάουντρακς, ορισμένα από τα οποία είχαν εκπληκτικά κομμάτια (Οι γενναίοι του βορρά, Με φόβο και πάθος, Αγάπη και αίμα).

Β. Τα αποσπάσματα
Με πολλούς γνωστούς μουσικογράφους συμβαίνει το παράδοξο πολλές όμορφες στιγμές τους να προέρχονται από ταινίες που δε σου γεμίζουν τα μάτια. Προτιμήστε αποσπάσματα του Wojciech Kilar από το Portrait of a lady, του Μaurice Jarre από το Α Witness, του John Barry από το High Road to China, του Gabriel Yared από το Sylvia, του Ηans Zimmer από το Τhe Last Samurai, του Vladimir Cosma από το Les grandes familles.
Η συνεργασία του Werner Hertzog με τους Popol Vuh έφτασε στο απόγειο με τις φοβερές ψαλμωδίες του Cobra Verde. Ο Pino Donaggio έφτιαξε μερικά δυνατά θέματα για τα θρίλερ που του ανέθεταν, αλλά οι κορυφαίες του στιγμές είναι τα τελειώματα του Don’t look back know (η γνωστή νοσηρή μεταφυσική ιστορία της Βενετίας) και κυρίως τα έξοχα Love affair και The inn από το The berlin affair, ενώ ο John Williams έφτασε μάλλον το αποκορύφωμά του στο βασικό θέμα του Schindler’s List. Εικονικοί ύμνοι τα Persuaders (John Barry, ΤV) και Blade Runner (Vangelis). Σχεδόν έχουμε συνδέσει βιβλικές σκηνές με το Jesus of Nazareth του Maurice Jarre και τα Πάσχα μας είναι άρρηκτα δεμένα με το έτερο κλασικό Theme of exodus του Ernest Gold (Exodus). Συναρπαστική περίπτωση από μόνος του ο Michel Polnareff, αξίζει να ανακαλυφθεί πρώτα με τα Theme d’amour/Theme myosotis (La folie des grandeurs), ενώ ο Angelo Badalamenti νομίζω έφτασε το αποκορύφωμά του στο City of lost children. Για την μουσική τού «Πριν τη βροχή» έγραψα στην στήλη Ηχώ στο χάος, αρ. 2. Ιδού σε αξιολογική σειρά αυστηρά της στιγμής ορισμένα ακόμα αποσπάσματα που αξίζει να ντύσουν προσωπικές ανθολογίες. Σε παρένθεση το σάουντρακ, ενώ όπου δεν υπάρχει πρόκειται για το ομώνυμο του αποσπάσματος.
1. Philippe Sarde – Les choses de la vie
2. Jerry Goldsmith – (Theme from) papillon (Papillon)
3. Nicola Piovani – Rosaria (Il camorrista)
4. John Barry – Smile (Charlie)
5. Michael Nyman – Chasing sheep is best left to shepherds (The draughtsman’s contract)
6. Hans Zimmer – Regarding Henry
7. Ennio Morricone – La tragedia di un uomo ridicolo
8. Elmer Bernstein – Carhumba (Grifters)
9. Craig Armstrong – Rochester (Plunckett and Macleane)
10. James Horner – Looking For The Next Great Idea (A beautiful mind)
11. Bruno Coulais – Pepinot (Petits chanteurs de Saint Marc)
12.Ennio Morricone- The Family Of The Poor (City of Joy)
13. Michael Nyman – Knowing the ropes (Drowning by numbers)
14. Ennio Morricone  – Tema di marco (Marco Polo, TV)
15. Tangerine Dream – Forgiveness (Legend)
16. Zbigniew Preisner – Andy and moons theme (Α prayer in the fields of lord)
17. Patrick Doyle – L’adoption (Indochine)
18. Nikita Μikhalkov – Friendship (Τhe barber of Siberia)
19. Mason Daring – Lounge de los incas (Men with guns)
20. James Horner – Closing credits (Glory)
21. Ennio Morricone – Act of faith (Bugsy)
22. Henry Zimmer – Ritz II (Regarding Henry)
23. David Holdridge – Finale (Old Gringo)
24. Jerry Goldsmith – Remember this (Sleeping with the enemy)
25. Angelo Badalamenti – Montage (Cousin)
Γ. Τα τραγούδια
Aπό χορωδιακά μέρη, ευδαιμονικές στιγμές μου δίνουν τα Πιοβανικά Nel nome del padre, Amico mio, Domani accandra από τα αντίστοιχα έργα, και το Les avions en papier κι όχι μόνο από το Petits chanteurs de Saint Marc (Coulais). Όσον αφορά τραγούδια, το μπουκέτο των 5 τραγουδιών του Georges Delerue που τραγουδούν με διαδοχικά οι κυρίες του 8 femmes, το γνωστό Ja volim te jos στις ενοποιημένες δύο δόσεις του [Bregociv, Black cat white cat], το σπαρακτικό La chanson d’ Helene της Ρόμυ Σνάιντερ [Sarde, Les choses de la vie], το παιγνιώδες La Canzone Di Pinocchio με τον Μπενινάκο [Piovani, Pinocchio], οι μικρές τσούπρες στο ολοφώτιστο Stars of the sea [Νyman, The Actors, εδώ με μουσική από Conor McPherson], η ονειροπόλα Paola Sapora στο Talor io canto [Piovani, Il sole anche la notte], ο Αλμοδοβαρικός ερωτισμός των Puro teatro [La Lupe, Women on the verge of a nervous breakdown] και Encanedados [Lucho Gatica, Dark Habits]. Eκτός συναγωνισμού, η υπέρτατη κατά Όσκαρ Ουάιλντ αλήθεια, δια χειλών της Jeanne Moreau : το φασμπιντερικό Each man kills the things he loves από το Querelle. Η παραπάνω φράση μου φαινόταν ένας ευφημισμός, ένα τετριμμένο τσιτάτο για κοινή χρήση. Σχεδόν έκθαμβός βλέπω τους κυρίους Wilde και Fassbinder να μου βγάζουν τη γλώσσα κρατώντας ντοκουμέντα. Από τη δική μου ταινία, συγνώμη, ζωή ήθελα να πω.
Δ. Οι σκηνές
Στιγμές, στιγμές… O Serpico/Al Pacino παρατημένος από όλους κάθεται στην άκρη του λιμανιού. Πίσω του ένα τεράστιο πλοίο, ίσα για να τον δείχνει μικρότατο. Έχει απολυθεί από τη δουλειά, έχει χάσει τους φίλους του, πλήρωσε κάθε δυνατό τίμημα. Δίπλα του ο σκύλος που του άφησε η αγαπημένη του – προτού τον εγκαταλείψει κι αυτή. Οι τίτλοι τέλους πέφτουν – Unhappy end. [Mikis Theodorakis – Theme from Serpico]. Ο Giancarlo Giannini, για καιρό κρυμμένος μέσα στο πορνείο ξεσπάει βγαίνοντας στο πολύβουο σοκάκι φωνάζοντας Viva l’ anarchia, την την ώρα που οι καραμπινιέροι τον κυνηγούν ανάμεσα στους πάγκους – είναι η ώρα που μπαίνει το Canzone Arrabbiata [Nino Rota, Film d’ amore e d’ anarchia]. Φυσικά θα τον λιανίσουν. Η οικογένεια που παίζει στα χαλάσματα του πολέμου και αντιμετωπίζει με ασύλληπτο χιούμορ τους βομβαρδισμούς στο Hope and glory (έξοχη μουσική του Peter Martin).
Ο Brad Davies στο νυχτερινό αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης καρδιοχτυπά από την αγωνία, ζωσμένος ναρκωτικά – ένας κύκλος στρατιωτών τριγύρω του προτάσσει σε κλάσματα δευτερολέπτου τα όπλα του. Οι πρώτες νότες του κομματιού. Και οι πρώτες στιγμές της ασύλληπτα δραματικής εξέλιξης της ζωής του, λίγο πριν βρεθεί στα μπουντρούμια της βυζαντινής φυλακής. Το κομμάτι ξανακούγεται στο τέλος, λίγο πριν την εξίσου καρδιοχτυπούσα και απρόσμενη ευκαιρία απόδρασης του ήρωα. Υπόκρουση στα πρώτα βήματα ελευθερίας του και όταν πέφτουν οι μαυρόασπρες (αληθινές) φωτογραφίες του ήρωα [Giorgio Moroder – Midnight Express]. Ο κύριος Sam Lowry/Jonathan Price συνθλίβεται από τις τεράστιες σκιές των πανύψηλων πολυκατοικιών αλλά ονειρεύεται πως πετάει ψηλά τους [Michael Kamen, Brazil]. Η σιωπή των παλαιών εραστών μπροστά στην απεραντοσύνη της ερήμου [Ryuchi Sakamoto – The sheltering sky].

Τα απανωτά φλας μπακ μιας ολόκληρης ζωής, όχι με τη σειρά αλλά σε σκόρπια θραύσματα, η προδοσία του χρόνου στο πρόσωπο του Noodles/Robert de Niro [Ennio Morricone – Once upon a time in America]. O Charles Bronson βάζει μια φυσαρμόνικα στο στόμα του ψυχορραγούντος Henry Fonda, ικανοποιώντας την αρχέγονη επιθυμία της δίκαιης εκδίκησης [Ennio Morricone – The man with the harmonica/Once upon a time in the west]. Και αλήθεια, πως τολμάει ένας πελάτης μας να έρχεται μόνος και να μη χαζολογεί με παρέες; Πώς τολμάει να διαβάζει την ώρα του φαγητού; Θα του χύσουμε τη σούπα, θα του πετάξουμε μακριά το βιβλίο του. Ένας από τους βιαιότερους (κυρίως με τα λόγια) χαρακτήρες του αγγλικού σινεμά, ο Mr. Spica/Michael Gabbon, (όταν δεν κρατάει σφιχτά το λαιμό της γυναίκας του) βγαίνει με πομπώδη βήματα από τις τεράστιες αναγεννησιακές κουζίνες του εστιατορίου του, έτοιμος να συνθλίψει τον μοναχικό και μοναδικό αξιοπρεπή του πελάτη [Michael Nyman – Memorial/The cook, the thief, his wife and her lover].


Αλλά στο βάθος παραμένω μια τρυφερή ρομαντική ψυχή. Θέλω η τελευταία εικόνα να είναι του Captain Fourillo και της αγαπημένης τους εισαγγελέως στο κρεβάτι, καθώς την αγκαλιάζει από πίσω και συζητούν τις περιπέτειες της ημέρας, στην κλασική και απαράλλαχτη τελευταία σκηνή κάθε επεισοδίου του Αστυνομικού Τμήματος Χιλλ Στρήτ. Το πλάνο βγαίνει από το παράθυρο και οι δρόμοι είναι πάλι βρεγμένοι. (Mike Post – Hill Street Blues). Let’s be careful out there!

Υ.Γ. Αν θέλετε να αναθυμηθείτε, ανακαλύψετε ή απλώς σκάψετε στην ατέλειωτη θάλασσα των κινηματογραφικών μουσικών, βουτήξτε στο soundtrackcollector.com. Εξαιρετικά πλήρης βάση, που περιλαμβάνει άπειρους τίτλους, συνθέτες, τραγούδια, εξώφυλλα αλλά και όλες τις διαφορετικές εκδόσεις κάθε σάουντρακ. Τα θέλω όλα!

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/Team.asp?id=12935

Advertisements
13
Φεβ.
08

Κρεγκ Τόμσον – Blankets

Μπορεί κανείς να βάλει φωτιά μέσα στον κόρφο του και τα ρούχα του να μην καούν; (σ. 315).
Χαρτογράφηση: Πόσες φορές δεν έχουμε κλείσει την τελευταία σελίδα ενός κόμικς άλμπουμ επιθυμώντας να διαρκούσε περισσότερο; Πόσες φορές δε ρουφήξαμε λαίμαργα τις εικόνες του με την ευχή να πολλαπλασιάζονταν σε μια εικονογραφημένη ιστορία με τα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία μυθιστορήματος ή έστω νουβέλας; Αυτήν ακριβώς την επιθυμία ικανοποιεί ένα «νέο» είδος γραφής, το graphic novel ή αλλιώς «γραφικό» ή εικονογραφημένο μυθιστόρημα. Πρόκειται για είδος που καθιερώνεται ταχύτατα, αποτελώντας εναλλακτική μορφή λογοτεχνίας αλλά με υπολογίσιμο εμπορικό αντίκρισμα. Στη χώρα μας ήδη κυκλοφορούν τα Palestine του Joe Sacco και Χαιρετίσματα στη Σερβία του Aleksandar Zograf (επίσης από τις εκδ. ΚΨΜ), αμφότερα με προφανές θέμα, τα δύο Περσέπολις της Μαριάνε Σατράπι (η ενηλικίωση μια κοπέλας στο φονταμενταλιστικό Ιράν, εκδ. Ηλίβατον), ενώ μέσα στον επόμενο χρόνο αναμένεται το Logicomix των Δοξιάδη – Παπαδημητρίου – Παπαδάτου – di Donna, με «επιστημονικό» περιεχόμενο. Είναι αξιοσημείωτο που η εν λόγω έξαρση συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, από τη στιγμή που το Maus του Art Spiegelman (με θέμα το Ολοκαύτωμα και τον αντίκτυπό του στις μετέπειτα ζωές) είχε κάνει θραύση ήδη το 1992.

Τοπογραφικό: Παγωμένη αμερικανική ενδοχώρα, Ουισκόνσιν και Μίτσιγκαν σε ατέλειωτο χειμώνα, θρησκευτικές κατασκηνώσεις, σχολικές αντι-κοινότητες, οικογενειακές εστίες χωρίς ίχνος ζέστης. Χιονισμένα τοπία και έρημοι δρόμοι με διαφημιστικές πινακίδες «Ο Ιησούς είναι η μόνη ασφάλεια πυρός».

Πλοκή: Το Blankets αποτελεί ένα τυπικό και εν μέρει αυτοβιογραφικό «μυθιστόρημα ενηλικίωσης». Οι συμπληγάδες που πρέπει να διασχίσει ο Κρεγκ μέχρι την ενηλικίωσή του είναι ισχυρές: από τη μια οι προσδοκίες των γονέων του κι από την άλλη τα αυστηρά μέχρι παραλογισμού διδάγματα της Εκκλησίας (με την καλλιέργεια ενοχών και τύψεων για οτιδήποτε αφορά το σώμα και την άρνηση κάθε επίγειας απόλαυσης ή καλλιτεχνικής δημιουργίας). Μόνο που οι πηγές της πίστης είναι ύποπτες, εφόσον οι ίδιοι οι φορείς της την ερμηνεύουν όπως τους συμφέρει. Για πόσο καιρό θα τον πείθουν οι γονείς του πως η εικόνα του Ιησού κλαίει κάθε φορά που αυτός κάνει μια μιαρή πράξη, όπως λ.χ. το να σκιτσάρει μια γυμνή γυναίκα; Ξέρεις τι μας κάνει να νιώθουμε αυτή σου η πράξη; Πώς νομίζεις ότι νιώθει ο Ιησούς;

Στην επτασέλιδη εισαγωγή o Γιάννης Κουκουλάς εύστοχα παρομοιάζει το έργο με το «Πορτρέτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρή Ηλικία» του Τζέημς Τζόυς, όσον αφορά το μυθοπλασικό πυρήνα και τη νεωτερικότητα της μορφής του, αλλά και στο ότι ο ίδιος μοιάζει να γράφει «σε μια παραζάλη, θαρρείς εν υπνώσει αυτόματης αφήγησης». Πράγματι, η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ο πρώτος καταλύτης που αν δεν τον απελευθερώνει από τον ασφυκτικό του κλοιό, σίγουρα τον οδηγεί στην ωριμότητα. Το δεύτερο κλειδί είναι ο έρωτας με την Ράινα, που ζει με μια άλλη προβληματική οικογένεια στον αντίποδα της δικής του: δυο υιοθετημένα αδέλφια ειδικών αναγκών/ικανοτήτων και δυο γονείς που αδυνατούν να χωρίσουν εφόσον αυτό αντιφάσκει με την ευαγγελική τους δογματική. Καλλιτεχνική έκφραση και σεξουαλικότητα θα συγκρουστούν (Παρουσία της Μούσας μου δεν είχα πια ΑΝΑΓΚΗ να ζωγραφίσω. Γιατί να ασχολούμαι με γραμμές και χρώματα, όταν μου έφτανε να την παρατηρώ; ) αλλά και θα συμβαδίσουν μέχρι τη φυγή του ήρωα προς την πραγματική ζωή. Κατά μεγάλη ειρωνεία ο Κρεγκ θα βρει ακόμα και στη Βίβλο δείκτες ερωτικής έκφρασης – όχι όμως στον απαισιόδοξο Εκκλησιαστή αλλά στο απαγορευμένο Άσμα Ασμάτων. «Σ’ ευχαριστώ Θεέ, για το τέλειο δημιούργημά σου. Δέρμα τόσο απαλό και λευκό σαν το φεγγαρόφωτο, κόκαλα κάτω από το δέρμα που μπλέκονται και ξεμπλέκονται, που υψώνονται ψηλά ως τα λαγόνια και βυθίζονται στην κλείδα.[…] Σ’ ευχαριστώ για τον ρυθμό των κινήσεών της, -κουλουριασμένη, απλωμένη- οι καμπύλες της κύματα που τυλίγουν τις ΚΟΥΒΕΡΤΕΣ. Είναι δική σου. Είναι τέλεια. Ένας ΝΑΟΣ.

Γραφιστικά: Η απομυθοποίηση της δήθεν μαγικής παιδικής ηλικίας και του ασφαλούς οικογενειακού σπιτικού εικονογραφείται περίτεχνα. Υπάρχουν συγκλονιστικά κάδρα, όπως εκείνο του σμικρυνσμένου μικρού παιδιού που κάθεται ανάμεσα στις πελώριες γονεϊκές φιγούρες, που του λένε πόσο τους απογοήτευσε. Όταν χρόνια μετά θα γυρίσει στο πατρικό του για να τους δει θα σκεφτεί: παρόλο που οι γονείς μου δε μπορούσαν να με τιμωρήσουν ή να μου απαγορεύσουν την έξοδο εξακολουθούσα να αισθάνομαι ευάλωτος κοντά τους.

Τα ασπρόμαυρα σχέδια του Thompson αποτυπώνουν με εξαιρετικό σιωπηλό τρόπο τις γλυκόπικρες εκφράσεις προσώπων αλλά και τις στιγμές της καλλιτεχνικής παρόρμησης – η δε ερωτική πράξη περιγράφεται ελλειπτικά. Οι κουβέρτες φούσκωσαν και πάφλασαν. Με μαγνήτισε η απεικόνιση λεπτομερειών στο χώρο, ακόμα και άψυχων αντικειμένων που λες και παρακολουθούν αυτά που συμβαίνουν ή δε συμβαίνουν. Ένα κεφάλι ελαφιού στον τοίχο, τα χάπια στο φαρμακείο του μπάνιου, το πλυντήριο πιάτων σε λειτουργία. Και κυρίως οι κουβέρτες, που εξελικτικά αποκτούν διαφορετικές σημασίες: προστασία στη δύσκολη παιδική ζωή, αυτοσχέδιο αντίσκηνο σε υποτιθέμενες καταιγίδες, ερωτικό πεδίο αλλά και συναισθηματική αιχμαλωσία σε έναν έρωτα. Όταν δεν καλύπτονται κάτω από αυτές οι δύο ήρωες βγαίνουν στο χιόνι. Στο αφιλόξενο έξω είναι περισσότερο οι εαυτοί τους. Μοιράζονται στιγμές που η αίσθηση του χώρου, του βάθους, χάνεται, καθώς οι νιφάδες πέφτουν σε σχηματισμό και το πρώτο τους φιλί είναι σχεδόν απόκοσμο. Σε μια δύσκολη στιγμή θα φορέσουν τα παλτά πάνω από τις πιτζάμες τους και θα ξεχυθούν στο λευκό τοπίο. Κρύο; Δεν κάνει κρύο…απλώς πρέπει να κινείσαι συνέχεια. Κάποια κάδρα μου έφεραν στο νου τις τελευταίες σκηνές του Old Boy: αγνότητα. Νιώθω καθαρός και άσπιλος σαν χιόνι.

Γκράφιτι: Ένοιωσα και πάλι μόνος, και χρησιμοποίησα αυτήν τη μοναξιά για καύσιμο. // Έβλεπα το σώμα μου μόνο ως το σκεύος της ψυχής μου. // Μου αρέσουν τα «ή». Η αμφισβήτηση είναι καθησυχαστική. // Ακουγόμαστε τόσο ΜΕΓΑΛΟΙ. //- Δείχνεις σαν να κοιτάς τα αστέρια. – Τα κοιτάω. – Μπορείς να δεις μέσα από το ταβάνι;- Ναι. (σ. 435).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Craig Ringwalt Thompson (γενν. 1975, Michigan). Πριν το Blankets, που πήρε κάθε κόμικς βραβείο (Harvey, Eisner κ.λπ.), έχει προηγηθεί το πρώτο του graphic novel το Good-Bye, Chunky Rice (1999), τα μικρότερα Bible Doodles (2000) και Doot Doot Garden (2001) και το travelogue Carnet de Voyage (2004), ενώ κυκλοφόρησε από κοινού με τη βασική του επιρροή James Kochalka το μίνι άλμπουμ-μπροσούρα Conversations (με σύντομους αφορισμούς περί τέχνης και αισθητικής). Συνεργάζεται με το Nickelodeon Magazine. Η επόμενη δουλειά είναι το Habibi όπου η αραβική καλλιγραφία και η ισλαμική μυθολογία θα του δώσουν την ευκαιρία να «ζωγραφίσει» την αντίστοιχη με το Blankets επιρροή του Ισλάμ στους ψυχισμούς απλών ανθρώπων. Προσωπική ιστοσελίδα και μπλόγκ αντίστοιχα: dootdootgarden.com και blog.dootdootgarden.com.

Μουσική: Tracker – Recordings For The Illustrated Novel, Blankets (Top Shelf). Δίσκος που φτιάχτηκε από την ευρύτερη παρέα του Blankets, που εμπνεύστηκε από την ανάγνωσή του και σχεδιάστηκε να ταιριάζει με αυτήν. Με παραγωγή του John Askew και 9 instrumental ηχογραφήσεις από τους συντοπίτες Tracker, με σχεδιασμένο εξώφυλλο από τον ίδιο τον Thompson αλλά και μερικά στριπάκια που δεν βρίσκονται στο βιβλίο του.

Συντεταγμένες: Blankets. An illustrated novel by Craig Thomson, 2005. Πλήρης τίτλος sτα ελληνικά: Blankets. Ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα από τον Craig Thomson, εκδ. ΚΨΜ 2006. Μτφ.: Μπέλλα Σπυροπούλου. Πρόλογος-επιμέλεια: Γιάννης Κουκουλάς. 598 σελ.

Πόσο ικανοποιητικό είναι ν’ αφήνεις τα ίχνη σου σε μια λευκή επιφάνεια. Να χαρτογραφείς την πορεία σου – όσο προσωρινή κι αν είναι.

Ένα 600σέλιδο καλλιτέχνημα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14119
13
Φεβ.
08

Gnac – The arrival of the fog (LTM, 2007)

Κάθε δίσκος των Gnac είναι γλυκόπιοτος, υπέροχα μελωδικός και, για να αρχίσω με το πρώτο κλισέ, εγκληματικά άγνωστος. Αυτό το προσωπικό σχήμα του Mark Tranmer φτιάχνει εδώ και οκτώ χρόνια και πέντε δίσκους μια μουσική που οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν απλώς … instrumental. Για να δούμε, εμείς θα καταφέρουμε να την αιχμαλωτίσουμε στα δίχτυα των λέξεων; Τι δεδομένα έχουμε;
Ένα όνομα που εμπνεύστηκαν από μια ιστορία από το Μαρκοβάλντο του μεγάλου Ιταλού παραμυθά Ίταλο Καλβίνο. Ένας δημιουργός που αποτελεί ήδη το ένα μισό των Montgolfier Brothers, μαζί με τον Roger Quigley (κοινώς, δύο ονόματα που αποτελούν τον ορισμό της low profile dream pop). Ένας καλλιτέχνης που κυκλοφορεί τους δίσκους του σε διαφορετικές εταιρίες, με βάση τις εκλεκτικές συγγένειες που νοιώθει να τον συνδέουν: το ντεμπούτο Friend Sleeping (1999) στην Vespertine (παραμένει το αγαπημένο μου), το Sevens την ίδια χρονιά στη Rocket Girl (συλλογή με τα πρώτα του επτάιντσα και πρόσθετο υλικό), το Biscuit Barrel Fashion στην Poptones (2001), το Twelve Sidelong Glances (2006) στην Darla, πρώιμα σίνγκλ στην Earworm κ.λπ.
Ας προχωρήσουμε στο δεύτερο κλισέ: η μουσική των Gnac είναι αμιγώς κινηματογραφική, με τη θετικότερη δυνατή έννοια που μπορείτε να φανταστείτε. Επένδυσε τηλεοπτικά προγράμματα όπως κάποια Omnibus (με τον David Hockney να συζητά τη χρήση τεχνικής φακών στη ζωγραφική του ή ένα αφιέρωμα στον κατασκοπογράφο John Le Carre), «δηλώνει» πως θέλει να συνοδεύσει αναγνώσεις αστυνομικών μυθιστορημάτων (με τίτλους όπως Armchair Thriller – ίσως γι’ αυτό τη χαρακτηρίζουν murder mystery music…) και μοιάζει σαφώς επηρεασμένη από μεγάλους μαιτρ του ευρωπαϊκού κινηματογραφικού ήχου, όπως o Michel Legrand, o George Delerue (κυρίως δηλαδή εκπρόσωποι του γαλλικού ήχου των 60ς – 70ς) αλλά και o John Barry.
Αυτός ο εκλεπτυσμένος αλλά και τόσο εκλεκτικός ήχος μου θυμίζει κάτι παραπάνω: τη μουσική που έβγαζαν εταιρίες όπως η Crammed και η Les Disques du Crepuscule. Άραγε έχει ακούσει εκείνες τις κυκλοφορίες; Μια συνέντευξή του με εξέπληξε ευχάριστα: όχι απλώς τις γνώριζε αλλά και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις μουσικές του κατευθύνσεις. Πρώτα ήρθε σε επαφή με το The Missionary των Josef Κ και κατόπιν με τα δύο άγνωστα κομμάτια των Durutti Column που υπήρχαν στο compilation From Brussels With Love, με το οποία συμπτωματικώς ασχοληθήκαμε στο πρόσφατο αφιέρωμά μας στις συλλογές! Εκεί ανακαλύπτει και τους Wim Mertens, Antena, Michael Nyman και Harold Budd και μπαίνει στον κόσμο τους. Χρόνια αργότερα θα καλούσε τον καλλιτέχνη των εξωφύλλων της Crepuscule, Benoit Hennebert, να φιλοτεχνήσει τις κυκλοφορίες του.
Με αυτά ακριβώς τα δύο κλειδιά ανοίγουν οι Gnac το δικό τους music box για να φτιάξουν βινιέτες που συνδυάζουν το ρομαντισμό με την electronica, το easy listening με τον πειραματισμό, τον Satie με τον Vini Reilly, την κλασική παράδοση με την ηλεκτρονική. Μπορούν τη μία στιγμή να ακούγονται σαν Morricone (Bright days in winter), σαν Eno (Winter blanket), σαν Steven Brown (Vetchinsky backdrop), μένοντας πιστοί στον ήχο της Vespertine (από τη μαγική συλλογή της οποίας An Evening in the Company of the Vespertine (1997) τους πρωτογνώρισα) και στο δικό τους προσωπικότατο ύφος (όπως το πανέμορφο Nautical Episodes). Όμως οι εκπλήξεις από τον Μ.Τ. συνεχίζονται… Μαθαίνω πως μεταξύ 1989 και 1990 συμμετείχε στις ζωντανές εμφανίσεις των St. Christopher, μάλλον του πιο ιδιαίτερου γκρουπ της Sarah Records! Σήμερα δεν του αρκούν τα δύο ιδιαίτερα σχήματά του και δοκιμάζει περαιτέρω συνεργασίες, όπως εκείνη με τον Ian Masters των Pale Saints, αλλά και ακόμα μοναχικότερες πορείες, όπως το σόλο Scoop of Ice-Cream Moon (2004) στην Kooky.
Και πώς διάλεξε αυτό το αγνώστου προφοράς όνομα; Για να διασκεδάζει με τις διάφορες φωνητικές εκδοχές από τον καθένα μας. Εμείς όμως που κρυφοκοιτάξαμε την ιστορία του Καλβίνο (που με τη σειρά του μας κοιτάζει εδώ μέσα από το παράθυρο) διαπιστώσαμε πως ο ήρωάς της εργάζεται σε ένα εργοστάσιο κονιάκ… Νιακ λοιπόν.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=14469
13
Φεβ.
08

M83: Προτού η αυγή μας θεραπεύσει

Για μένα που η electronica αποτελεί τη μόνη πια περιπετειώδη περιπλάνηση στους ήχους, δεν υπάρχει ιδανικότερο εξωτερικό μέρος για παρόμοιες ακροάσεις από τις διαδρομές στον υπόγειο μετρόδρομο. Κι έτσι οι 3 δίσκοι και κάτι υπολείμματα των M83 αποτελούν μόνιμη συνοδεία μου στην υποτιθέμενη πόλη κάτω από την πόλη. Τα τεχνητά φώτα αποτελούνιδανικό περίβλημα για την ακρόασή τους, η αίσθηση του ταχύτατου κυλίσματος στις ράγες ολοκληρώνει την ρευστή αίσθηση από τα ηλεκτρονικά τους όργανα, η ηχητική τους παραζάλη
δένει με το δικό μου υποτασικό παραπάτημα στις πλατφόρμες. Στην περσινή λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς είχα βάλει χωρίς δεύτερη σκέψη το «Before the dawn heals us». Μαζί με όσους τους είχαμε σημειωμένους πρώτη πρώτη σελίδα στο electronica σημειωματάριό μας, οποίοι τρέξαμε να το κατεβάσουμε 3 μήνες πριν τη λήξη του έτους, καθώς οι συνθέσεις είχαν ήδη διασκορπιστεί στο ψηφιακό σύμπαν. Τελικά ο δίσκος επίσημα κυκλοφόρησε αρχές του 2005, πράγμα που με βολεύει, γιατί θέλω να στολίσει και τη φετινή μου λίστα. Αairινοι κι αυτοί, Γάλλοι κι αυτοί, ντουέτο κι αυτοί (Nicolas Fromageau, Anthony Gonzalez), οι M83 φτιάχτηκαν το 2001 στην Αντίμπ.

M83 (S/T) (2001)

1. Last Saturday, 2. Night, 3. At The Party, 4. Kelly, 5. Sitting, 6. Facing That, 7. Violet Tree, 8. Staring At Me, 9. I Am Getting Closer, 10. She Stands Up, 11. Caressness, 12. Slowly, 13. My Face, 14. I’m Happy She Said

Τώρα μπορώ να πάψω να θεωρώ τους Autechre το πιο ολοκληρωμένο αμιγώς ηλεκτρονικό σχήμα. Μπορώ να σταματήσω να ψάχνω διαμάντια μέσα στους δίσκους των Boards of Canada ή να επιστρέφω στους αστρικούς πειραματισμούς των Τangerine Dream. Τέρμα οι χρονοβόρες αναζητήσεις θερμών μελωδημάτων στις αλλεπάλληλες κυκλοφορίες της Morr, τέρμα οι εικασίες για το πώς πως θα ήταν οι δίσκοι των Notwist χωρίς φωνή. Και δε θα φορτώνω τις ποπ προσδοκίες μου στους οποιουσδήποτε Air. Όπως σε κάθε άρτιο ηλεκτρονικό δίσκο, κάθε κομμάτι των M83 είναι αδύνατο να δεχτεί φωνή και λόγια γιατί λέει από μόνο τους όσα χρειάζονται.

Ο ομώνυμος δίσκος τους εκτός από το ότι φαίνεται να γνωρίζει όλα τα προαναφερθέντα, εκπέμπει μία εκπληκτικά απλή μέσα στην πολυπλοκότητά της έμπνευση. Τα περίτεχνα και δαιδαλώδη στραφταλίσματα των πλήκτρων στα Night και Staring at me θυμίζουν την περσινή εκπληκτική keyboard συνεργασία των B. Fleischmann Herbert Weixelbaum στην Morr (και γενικότερα τις δουλειές του πρώτου). H παιχνιδιάρικη digital έκσταση του Sitting με αυτές τις απότομες διακοπές (που θα αποτελεί στάνταρ τέχνασμά τους εις το εξής), οι διακριτικές ωδές τιμής στους παρεξηγημένους ηλεκτρονικάδες των τελών των 70ς και δη στον σερ Giorgio Moroder (Facing That) και τον μεσιέ Jean Michel Jarre (Ι’m getting closer), η μουσική μαγεία του κορυφαίου Caresses, η βιντεοσινεματική μελοδραματικότητα του Ι’m happy, she said, όλα σε αφήνουν με την πολυπόθητη αίσθηση πληρότητας.

Dead Cities, Red Seas & Lost Ghosts (2003)

1. Birds, 2. Unrecorded, 3. Run Into Flowers, 4. In Church, 5. America, 6. On A White Lake, 7. Noise, 8. Be Wild, 9. Cyborg, 10. 0078h, 11. Gone, 12. Beauties Can Die

Κάπως έτσι ήταν και είναι ο κόσμος (τους) τα πρώτα χρόνια της χιλιετίας μας. Πόλεις νεκρές, κόκκινες θάλασσες (αίμα, κάποια περιβαλλοντική αναταραχή ή ένα από τα συνήθη οράματα του κυρίου Μπάροουζ;) και αναρίθμητα άφαντα φαντάσματα που μας κυνηγούν ή κυνηγιούνται από τον καθένα μας. Ένα από τα καταιγιστικότερα keyboard albums. Τα πλήκτρα τους ντρονάρουν και αντηχούν, κτίζουν παχύρευστους τοίχους, ζωγραφίζουν πάνω τους πολύχρωμα γκράφιτι ή κοφτές φράσεις, βαθιές μονοχρωμίες και ολόλαμπες διχρωμίες, χιλιάδες εικόνες. Η α λα Sweet Hereafter εικόνα τους εξωφύλλου παραπλανεί με την ψυχρή ακινησία της: αυτή η φιλόδοξη σινεματική μπαρόκ υπερηλεκτρονική μουσική μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στους συνθετητές αλλά δε χρειάζεται τίποτα άλλο γιατί απλούστατα δε χωράει, κανένα άλλο όργανο στην ομορφιά της. Νοιώθω πως μια lead φωνή θα διέσπαγε αυτό το αύταρκες σύμπαν.

Η ιδανικότερη 4άδα για να αποπλανηθείτε είναι : το 0078H που σε ταξιδεύει σε συνονόματο συρμό με επιβάτες τα πρόσωπα στα οποία καθημερινά βυθίζεις σα ναρκωμένος το βλέμμα σου, το Noise, η έξαρση του οποίου αποδίδει επιτέλους τον κακόπαθο όρο σε ταιριαστή επένδυση, η η σχεδόν τεχνο ροκ πανδαισία του On a white lake near a green mountain και το αδιαφιλονίκητο Run into flowers, όπου όλοι εμείς οι αφοσιωμένοι post-rockers απολαμβάνουμε το είδος άνευ κιθάρας! Σημειωτέον, η κυκλοφορία του ως single/ΕP περιλαμβάνει 3 εντελώς διαφορετικές έως και αγνώριστες remix εκτελέσεις, μα όλες ιδιαίτερα όμορφες – περίεργο.

Before the Dawn Heals Us (2005)
1. Moonchild, 2. Don’t Save Us Fom The Fames, 3. In The Cold I’m Standing, 4. Farewell / Goodbye, 5. Fields, Shorelines And Hunters, 6. *, 7. I Guess I’m Foating, 8. Teen Angst, 9. Can’t Stop, 10. Safe, 11. Let Men Burn Stars, 12. Car Chase Terror!, 13. Slight Night Shivern, 14. A Guitar And A Heart, 15. Lower Your Eyelids To Die With The Sun

Mε την α λα Blade Runner μεγαλουπολική εικόνα στο εξώφυλλο με τα ψηλά, ηλεκτροφωτισμένα κτίρια του εξώφυλλου το πιάσαμε το υπονοούμενο: κάθε κομμάτι κι ένα ηχητικό κρεσέντο, κάθε προσθήκη ακουστικών οργάνων γίνεται στο πολλαπλάσιο, κάθε κιθαριστικό τοίχος υψώνεται το ίδιο ψηλά με τα πιο εκκωφαντικά ηλεκτρονικά εφφέ. Περισσότερο από πριν, το ανθρώπινο στοιχείο ρέει παλλόμενο και σε αφθονία. Τα drums είναι live και η κιθάρα θερίζει με το αφιονισμένο Bloody Valentine δρεπάνι της, που κόβει φέτες τις παγωμένες ριπές στυλ Sigur Ros. H παραπάνω αλλαγή είναι φανερή, καθότι οι δύο φίλοι χωρίζουν καλλιτεχνικά. Ο Fromageau αποχωρεί προς σόλο κατεύθυνση κι ο Gonzales συνεχίζει με το όνομα, αλλά η στροφή είναι καθοριστική.
Τέρμα οι χαμηλές αιθέριες πτήσεις των προηγούμενων δίσκων, τώρα ανεβοκατεβαίνεις σαν να είσαι στο σφυρί του λούνα παρκ. Εδώ όλα γίνονται ένα αδιαπέραστο σύνολο : η Floyddική οχλαγωγή, η Hawkwindική χαολογία, η πρώιμη Mobyική ηλεκτρολογία, η Mogwaiνή post rock εντροπία. Τα πλήκτρα ακούγονται καταιγιστικά, λες και παίζονται από αεικίνητα δάχτυλα. Αλλεπάλληλα στρώματα κήμπορντς έβαλαν σε πειρασμό ορισμένους να ξαναβγάλουν από τα συρτάρια όρους όπως shoegaze analog ή digital ecstasy. Ακούστε μόνο το ξεκίνημα και το τελείωμα και θα καταλάβετε για τι πράγμα μιλάμε.
Στο ενδιάμεσο συμβαίνουν πολλά και άξια αποκρυπτογράφησης. Ο δίσκος δεν κλείνει με το «Farewell/Goodbye (με τον Ben από τους Cyann & Ben και την Lisa Papineau από τους Big Sir στα φωνητικά) που είναι το μελοδραματικότερο, πλέον μελίρρυτο τραγούδι που ακούσαμε τα τελευταία χρόνια από electronica δίσκο, ένα κομμάτι που οι Air δε νομίζω να γράψουν. Το Teen Angst στέλνει για μεροκάματο κάθε «indie» κιθαριστικό σχήμα. Η (ηθοποιός) Kate Moran που μας προτρέπει στο ξεκίνημα raise your arms the highest they can, so the whole universe will glow, αργότερα ξανακούγεται στο μόνο παράταιρο κομμάτι εδώ : στο κινηματογραφικό της παραλήρημα του Car Chase Terror. Ομολογουμένως μεταδίδει κυριολεκτικό τρόμο αλλά προσωπικά μου χαλάει το δόσιμό μου στο σερί άκουσμα του δίσκου. Επίσης, έλεος πια με τα διάφορα γεμίσματα με τις φωνές παιδιών ή άλλους σκόρπιους τελεβιζιονικούς ήχους. Όχι άλλες τηλεοπτικές εικόνες!

Συνεπώς, μη μας σώσετε από τις φλόγες**

Ταιριαστά αναγνώσματα:
Don Dellilo, Λευκός Θόρυβος [White Noise], εκδ. Εστία
Philip Dick, Τώρα Περίμενε Το Χτες [Now Wait Last Year], εκδ. Λυχνάρι
Νίκος Βλαντής/Παύλος Μπαλτάς -Επόμενη Στάση – Χαμένες λεωφόροι. εκδ. Futura

* Ο τίτλος του τρίτου δίσκου τους ταιριάζει στην περίπτωση μου, καθώς δεν τον άκουσα ποτέ με το φως της ημέρας. Κι αυτό από το οποίο θα με «θεραπεύσει» η αυγή είναι η ηλεκτρονική παραζάλη στην οποία με βουτάνε αλλά και το αδιάσπαστο ταίριασμα της electronica με την περιπλάνηση σε σκοτάδι και στα τεχνητά του φώτα. Μήπως έχω φτάσει σε ανίατο σημείο αποκλειστικής ακρόασης τέτοιων δίσκων κάθε νύχτα;

** Το «Don’t Save Us From the Flames» διακόπτει τον σαρκαστικό αποκαλυψιακό του λόγο για μία φράση από τον J.G. Ballard : «A piece of brain in my hair/ (and) the wheels are melting

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/Stili.asp?id=28597



Φεβρουαρίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
2526272829  

Blog Stats

  • 991.415 hits

Αρχείο

Advertisements