Αρχείο για 15 Φεβρουαρίου 2008

15
Φεβ.
08

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχη 1-11

5- ok Εμείς τα μυθόβια όντα οι ποιητές / που βλέπουμε τις ράχες / που βλέπουμε τις κορφές / και λέμε βουνοκύματα / δεν θα καταλαγιάσουμε. / Από αγάπη στο αδέκαστο κενό / από αλλαφροσύνη για ένα ξέφωτο / θα περιπολούμε. Τη χαραυγή τις πιο πολλές φορές / κοιμόμαστε.

Κάθε φορά που διαβάζω το Κοντά στον κάθε ήλιο του Νίκου Καρούζου, το μυαλό μου πηγαίνει στους πάσης φύσεως ασίγαστους κι αφανείς δημιουργούς. Τώρα που το ξανασυναντώ στο τρίτο τεύχος των (δε)κάτων, δε μπορώ να φανταστώ πιο ταιριαστούς αποδέκτες από τους «χειρωνάκτες» ορισμένων μουσικών και λογοτεχνικών περιοδικών και fanzines, που χωρίς κανένα όφελος φωτίζουν τους πιο γοητευτικούς και λιγότερο φανερούς δρόμους στα σχετικά τοπία.

Τα (δε)κατά ξεκίνησαν την άνοιξη του 2005 κι έχουν βγάλει μέχρι σήμερα 12 τεύχη. Εκδίδονται τέσσερις φορές το χρόνο (ανά μία εποχή) από τον ποιητή, πεζογράφο και μεταφραστή (αλλά και διπλωμάτη, εκδότη άλλων λογοτεχνικών περιοδικών στα αγγλικά και ελληνικά, όπως το Ρεύματα) Ντίνο Σιώτη και έφεραν μια εντελώς νέα εικόνα στο χώρο των λογοτεχνικών περιοδικών. Με εξαιρετικά μοντέρνα αισθητική από τη μία, αλλά με το αυθεντικό, «ερασιτεχνικό» πάθος από την άλλη. Πόσες φορές δεν θυμήθηκα την ελεύθερη fanzine διάθεση, από την σελίδα της συνδρομής μέχρι τα καυστικά σχόλια των συνεργατών στις back pages. Κάθε τεύχος τονίζει έμμεσα ένα χρώμα, που εισχωρεί διακριτικά στις σελίδες, οι οποίες, μεγάλες και τετράγωνες, αφήνουν γράμματα και μάτι να αναπνεύσουν.

Διηγήματα: Οι πνεύμονες ενός λογοτεχνικού περιοδικού είναι τα διηγήματά και τα αφηγήματά του κι εδώ έχουμε ένα πλούσιο σύνολο από άξιες στο είδος τους πένες. Μεταξύ όσων διάβασα και ξαναδιάβασα, ενδεικτικά αναφέρω τους δικούς μας Σ. Τριανταφύλλου, Σ. Σερέφα, Γ. Ευσταθιάδη, Κ. Μαυρουδή, Λ. Διβάνη και Γ. Σκαμπαρδώνη (με το ασύλληπτο Ο συνοδηγός, με δικό μου υπότιτλο το Ένας αρουραίος στο αμάξι μου), τους Joan Didion, G.G.Marquez, Elizabeth Tippens, Ludmila Ulitskaya και τον εκπληκτικό Χιλιανό Roberto Bolano.
Αγαπημένο απόσπασμα: Μακάρι οι ζωές να μπορούσαν να παίζονταν στις οθόνες των κινηματογράφων, μακάρι να μπορούσα να ξαναμπώ στη «σκηνή» τη στιγμή εκείνη ακριβώς που ο Λένι Κλάιν ήρθε να με πάρει για πρώτη φορά και να την επιμεληθώ ξανά αυτήν τη σκηνή (Dani Shapiro, Η μαιτρέσα).
Αφιερώματα: Ενίοτε η καρδιά των (δε)κατων χτυπά στο ρυθμό ενός αφιερώματος που τιτλοφορείται Φάκελος: «Απιστία» (με γερά κείμενα τεχνιτών όπως οι Raymond Carver, Ivan Klima, Nicanor Parra, Έ. Σωτηροπούλου, Κ. Αθανασιάδης, ξανά ο Γ. Σκαμπαρδώνης, κ.ά.), «Ντεμπούτο 10 Συγγραφέων» (μεταξύ των οποίων και οι Γ. Γλυκοφρύδης, Λ.Κιτσοπούλου, Γ. Καπλάνι, Ν. Μάντης με τους οποίους θα ασχοληθούμε σύντομα), διακεκριμένοι νήσοι όπως η Τήνος και η Μύκονος και φυσικά «Ποίηση». Εδώ σύγχρονοι και παλαιότεροι Έλληνες και ξένοι ποιητές μιλάνε με τους στίχους τους, σε μια χορταστικότατη ανθολόγηση, χωρίς αναλύσεις και περιττολογίες. Το πιο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου αφιερωτήριο αφορά τον «Βρόμικο ρεαλισμό», το βορειοαμερικανικό λογοτεχνικό κίνημα / αποπαίδι του μινιμαλισμού που εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’70 με νονό τον Μπουκόφσκι και εκλεκτά μέλη τους R. Carver, T.C. Boyle, T. Wolf κ.ά. Το τεύχος που μόλις εκδόθηκε (και θα καλύψουμε σύντομα) φακελώνει την «Αστυνομική λογοτεχνία».
Αγαπημένο απόσπασμα, δια χειρός Τζακ Κέρουακ, τον Αύγουστο του 1949, από το φετινό καλοκαιρινό τεύχος με θέμα «Θερινά αναγνώσματα»: Θέλω να επικοινωνήσω με τον Ντοστογέφσκι στον ουρανό και να ρωτήσω τον Μέλβιλ αν είναι ακόμα αποκαρδιωμένος και τον Γουλφ γιατί άφησε τον εαυτό του να πεθάνει στα τριάντα οκτώ. Υπόσχομαι ότι δε θα τα παρατήσω ποτέ, και ότι θα πεθάνω ουρλιάζοντας και γελώντας.

Πρόσωπα: Η αγαπημένη μου ομότιτλη στάση σε κάθε τεύχος, όπου φωτίζονται ενδιαφέρουσες πλευρές εκλεκτών προσώπων. Ν. Βαλαωρίτης, Ν. Καρούζος, Θ. Γκόρπας, Ε.Χ. Γονατάς, Γ. Ιωάννου, Σάμ Πέκινπα, Σλάβοϊ Ζίζεκ, Φερνάντο Αραμπάλ, Τσαρλς Μπουκόφσκι και η ανυπάκουη Περσεπολίτισσα Μαργιάν Σατράπι. Στις περισσότερες περιπτώσεις γράφονται από τους ιδανικότερους γνώστες του θέματος: ποιος είναι καταλληλότερος να γράψει για τον Ίταλο Καλβίνο από τον χρόνιο μεταφραστή του Ανταίο Χρυσοστομίδη ή για τον «Μαθητευόμενο της οδύνης» Νίκο Εγγονοπουλο από τον Λεωνίδα Χρηστάκη;

 Αγαπημένο κομμάτι από εδώ οι 6 σελίδες του Charles McGrath για τα σκαμπανεβάσματα της λογοτεχνικής φήμης. Γιατί διαβάζουμε ακόμα Χέμινγουεϊ και Φιτζέραλντ και όχι άλλους που έχαιραν της ίδιας φήμης με εκείνους; Το σοκαριστικό αυτό κείμενο επικεντρώνεται στον Robert Lowell, που όταν πέθανε το 1977 μέσα σ’ ένα ταξί ήταν ο διασημότερος αμερικανός ποιητής της εποχής του και με μεγάλη διαφορά. Πώς γίνεται ο ροκ σταρ της αμερικανικής λογοτεχνίας να είναι παντελώς άγνωστος σήμερα;

Μαγνητόφωνο: Οι συνεντεύξεις είναι (ευτυχώς) σύντομες αλλά πολύ προσωπικές. K. Δημουλά, Κ. Αγγελάκη – Ρουκ, Κ. Μουρσελάς, Κ. Παπαγεωργίου, Π. Τατσόπουλος, Έ. Σωτηροπούλου, Κ. Βόνεγκατ, J. Didion, Γ.Αρζούνι κ.ά. Κόλλησα στη φράση του Νάνου Βαλαωρίτη «Όλοι οι άνθρωποι είναι ποιητές στα όνειρά τους» αλλά και στη χρήσιμη συμβουλή του Τίτου Πατρίκιου προς τους νέους δημιουργούς, που αφορά κι όλους εμάς εδώ: «…τη δύναμη την αποκτάμε πολύ δύσκολα, όχι με το να συσσωρεύουμε γραπτά αλλά με το να αφαιρούμε γραπτά. Το πιο δύσκολο πράγμα είναι η αφαίρεση από αυτά που γράφουμε. Γράφοντας δημιουργούμε μια ναρκισσιστική σχέση με το γραπτό και δύσκολα μπορούμε να κόψουμε, να το περιορίσουμε. Το ίδιο το γράψιμο απαιτεί αφαιρέσεις, γράφουμε συνήθως περισσότερα απ’ όσα χρειάζονται. Από την άλλη μεριά όμως δεν πρέπει να πετάμε τίποτα, πρέπει να αφαιρούμε αλλά να τα βάζουμε στην άκρη, για να μπορούμε να τα δούμε μετά από καιρό και να έχουμε συνείδηση της διαδρομής που κάναμε».

Εισιτήρια – εξιτήρια: Ένα δεύτερο γερό χαρτί είναι το «Γράμμα από το ….» που κοσμεί δύο και τρεις φορές κάθε τεύχος. Κάθε φορά ένας συνεργάτης αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα (λογοτεχνική αλλά όχι μόνο) πτυχή ενός τόπου. Συνταξιδεύουμε σε Βηρυτό, Μπούενος Άιρες, Σιδώνα, Κάιρο, Σαν Φρανσίσκο, Αγία Πετρούπολη, Μανχάταν, Κωνσταντινούπολη (συνάντηση Ορχάν Παμούκ, Άρθουρ Μίλερ και Χάρολντ Πίντερ), Τόκυο και … Φάρσαλα, από τα πορθμεία της δουλείας του Αμαζονίου στην γέφυρα των αυτοκτονιών της Καλιφόρνια, από το Νεπάλ και τη Χιλή, στην Περσία και το Μεξικό μιας συγκλονιστικής ιστορίας 100 γυναικών. Ο κατεξοχήν ταξιδογράφος Γιώργος Βέης Ασίας και Αφρικής μας ξεναγεί με τον γνώριμο ποιητικό του τρόπο σε Σουδάν και Μακάο και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος σκαρώνει μια πρωτότυπη τελωνειακή ανθολογία!
Το Παρίσι όπου πάντοτε τα οδοφράγματα έμοιαζαν με κήπους έχει τη μερίδα του λέοντος με εμφάνιση σε τρία τεύχη. Αγαπημένο μου κομμάτι εκείνο του δεύτερου τεύχους, που αφορά το θρυλικό βιβλιοπωλείο Shakespeare & Co, όπου Χέμινγουεϊ, Τζόις, Πάουντ, Γουλφ, Φιτζέραλντ, Ντος Πάσος, Στάιν και άλλοι της Lost Generation ξεφύλλισαν τα βιβλία του, διάβασαν τα έργα τους, όπου 10.000 άλλοι συγγραφείς φιλοξενήθηκαν σε ένα μικροσκοπικό δωματιάκι, έγραψαν στο γραφείο του, μαγείρεψαν, εργάστηκαν και όλοι ανεξαιρέτως έγραψαν κάτι στο λεύκωμα του ιδιοκτήτη. Έκλεισε όταν η ιδιοκτήτρια αρνήθηκε να πουλήσει το τελευταίο αντίτυπο του Finnegan’s Wake σε υψηλόβαθμο Γερμανό αξιωματικό αλλά απελευθερώθηκε από τον ίδιο τον Χέμινγουέϊ με το τζιπ του το 1944!

Συνοδευτικά: Η ύλη εμπλουτίζεται με σελίδες ημερολογίου (Tennessee Williams, Susan Sontag), κείμενα για το θέατρο (Σ. Σερέφας), δοκίμια (μεταξύ των οποίων κι ένα δυνατό κομμάτι του Don DeLillo με τίτλο Αντίστιξη, όπου συμπλέκονται Glen Gould, Thelonious Monk και Thomas Bernhart, αναρίθμητα ποιήματα, πολλές καλλιτεχνικές φωτογραφίες που ταιριάζουν με τα κείμενα, φωτογραφικά λογοτεχνικά κουίζ και τακτικές στήλες όπως ο (δε)κατοδείκτης με απίστευτες στατιστικές πληροφορίες, οι πειστικές προτάσεις του εκδότη και το διασκεδαστικό έως σκωπτικότατο Από στόμα σε στόμα.
Χρήσιμα είναι τα αποσπάσματα από μυθιστορήματα υπό έκδοση ή μόλις εκδοθέντα (Zadie Smith, Δ. Τζουμάκας, Δ. Κολλιάκου, Δ. Καλοκύρης, Γ. Σκαμπαρδώνης, Μ. Μήτσορα κ.ά.), εφόσον με τον τρόπο αυτό παίρνουμε χορταστική γεύση γραφής από βιβλία, πράγμα που δεν είναι πάντα εύκολο στους άβολους χώρους των περισσότερων βιβλιοπωλείων (και, προσωπικά, κάπως έτσι συχνά αποτυγχάνω στις επιλογές μου). Στις βιβλιοκριτικές, όπως γράφεται και στην προμετωπίδα, οι συνεργάτες των (δε)κάτων παρουσιάζουν βιβλία με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο: πρώτα τα διαβάζουν. Στα credits του τέλους, οι συνεργάτες («συνήθεις ύποπτοι») μεταφραστές και λοιποί συγγενείς αποκαλύπτουν μόνο μια πλευρά τους – την καλύτερη.

Επίγραμμα: Όλη αυτή η αναφορά στην πρώτη ενδεκάδα των (δε)κατων γίνεται επειδή θεωρούμε πως η ζωή ενός τεύχους δεν σταματά όταν βγει το επόμενο, από τη στιγμή μάλιστα που μπορεί κανείς πάντα να το προμηθεύεται από τα γραφεία της έκδοσής του. Τα αυθεντικά περιοδικά δεν αναπνέουν μόνο τον μήνα ή το τρίμηνο της κυκλοφορίας τους. Εξάλλου, στην ιστοσελίδα http://www.dekata.gr μπορεί κανείς να δει τα περιεχόμενα του κάθε τεύχους αλλά και να διαβάσει πολλά από τα κείμενά τους!

Κι όταν καμιά φορά μας τύχει / κατηφορίζοντας απ’ τις πολυκατοικίες / να πάμε κάπως μακριά να περπατήσουμε πέρα / και να κοιτάξουμε κανένα / ηλιοβασίλεμα / το αποτέλεσμα τζίφος./ Έχουμε πρόχειρο το σκοτάδι / και έχουμε πρόχειρο το φως – ανάλογα./ Πιστεύουμε σ’ εκατομμύρια γητειές /κι αφιερωνόμαστε στους ίσκιους / Έχουμε τη μανία να καρποφορήσουμε / κυριεύοντας τις λέξεις. / Τι κουφή ρουλέτα./ Και θέλουμε να ξεφουσκώσουμε τον ουρανό / σα να’τανε παιχνίδι./ τι είναι ρίγος; / Άντε να το πεις με λέξεις…
Τα (δε)κατα το λένε με λέξεις – τα κατάφεραν. Το πιο γοητευτικό (και – καθαρά προσωπική γνώμη – το πιο ροκ εντ ρολλ) λογοτεχνικό περιοδικό.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14700
Advertisements
15
Φεβ.
08

Beth Gibbons & Rustin Man – Out of season (Go Beat, 2002)

Τα Χριστούγεννα βρέθηκα σε μια πόλη του βορρά. Όλα ήταν παγωμένα, ακόμα και το σπίτι που έμεινα. Θυμάμαι τα χνωτισμένα τζάμια, τη μυρωδιά του κρύου και την μεγάλη επιθυμία για εξοστρακισμό εκείνου του παγωμένου αέρα. Υπήρχε όμως κι η θαλπωρούχα φωνή της Beth Gibbons κι οι γλυκόπιοτες δημιουργίες της. Με τύλιγαν ζεστά και μ’ αγκάλιαζαν, επιβίωσα! Λένε πως όταν συμπαθήσεις κάποιον μετά δεν είσαι ποτέ αυστηρός μαζί του. Και είσαι πολύ θετικά διακείμενος απέναντι σ’ οποιοδήποτε νέο του πόνημα. Έτσι δεν βλέπω κανέναν στη γωνία να περιμένει τη Beth…
Σα να τη βλέπω να ρουφά νωχελικά τον καπνό της, να κοιτάζει έξω απ’ το χνωτισμένο τζάμι και να μειδιά ελαφρά. «The thing that I’m into is the philosophy of the music. I love the surprise of things, the accidents… just the sound of a word, to try to express them in the best way, so that the emotion is totally revealed» λέει. Ο σκουριασμένος άντρας δίπλα της δηλώνει πως θέλανε να βγάλουν ένα δίσκο με ήχους από 40ς έως 70ς αλλά που συγχρόνως να έμοιαζε πως μόνο σήμερα θα μπορούσε να ηχογραφηθεί. Το οξύμωρο έπιασε. Beth Gibbons (Portishead, 1994-1998) and Paul Webb ή αλλιώς Rustin’ Man (Talk Talk) λοιπόν μαζί, σ’ έναν αποπλανητικό δίσκο. Φίλοι απ’ την εποχή που η Beth είχε κάνει audition για την post-Talk Talk μπάντα του Paul, τους O’rang, εμπνεύστηκαν κι έγραψαν το περισσότερο υλικό του «Out Of Season» στα σπίτια τους στις εξοχές του Devon και του Essex. Με αναφορές στη φύση και τις εποχές («Funny Time Of Year», «Resolve», «Sand River»), απ’ τις οποίες πάντα εμπνέεται, λέγοντας μας χαρακτηριστικά «while seasons stay the same, we nevertheless grow with age», αλλά με τον τρόπο που μπορεί να μιλά και για τα δικά μας αστικά περιβάλλοντα.
Δε μπορείς να μη γίνεις σκεφτικός, να μη μελαγχολήσεις, ίσως αντιτείνουν μερικοί. Η Beth υπεραμύνεται: «I find it really hard to write a happy song without it sounding somehow melancholic». Για τον Webb ο δίσκος ήταν η ευκαιρία ξεφύγει από τις ρυθμικές ντραμ εμμονές των O’ rang. Αλλά για την Gibbons (και εν αναμονή της νέας Portishead εμφάνισης) το δόσιμό της εδώ δε μπορεί να’ναι μια απλή περίπτωση. Είναι εκφραστικότατη, θερμή, δοσμένη. Πρώτο υλικό της εδώ και 5 τουλάχιστον χρόνια, το «Out of season» είναι ένα όντως εκτός εποχής μαγικό χαρμάνι μεταμεσονύκτιας τζαζ, γλυκών ψιθύρων, πικρών απολογισμών, σόουλ αγγιγμάτων, φολκ χαμηλόφωνων ραψωδιών, αρτ τεχνοτροπιών, με την ευφυιώς ταιριαστή «αναλογική» παραγωγή. Άλλωστε διακριτικά η  παρέα των Portishead ακολουθεί το ύφος των δυο μαγεμένων : o Adrian Utley είναι και στην κιθάρα και σε κάποιες ιδέες στην παραγωγή αλλά κι ο drummer Clive Deamer κι ο πιανίστας John Baggott από την live μπάντα των P. Από τους Τalk Τalk που τελικά είχαν όλοι τους πολύ παραπάνω ψωμί να δώσουν, οι Lee Harris και Simon Edwards. Έγχορδα, χάμμοντς, πιάνα, Wurlitzer, φυσαρμόνικες κι άλα εφφέ στέκουν ακίνητα μπροστά από τις σκούρες ορχηστρικές κουρτίνες του φόντου – σα νάσαι σ’ένα μικρό πανδοχείο στη μέση του πουθενά, σε κάποια βόρεια ευρωπαϊκή πόλη.

Φυσικά τα κοινά με τους Porties σταματάν σε δυο κομμάτια : τα «Romance» και «Rustin Man». Γιατί στα υπόλοιπα 8 κομμάτια (λίγα πράγματι, αλλά όλα ένα κι ένα) η Beth εμβαθύνει σε τόσες διαφορετικές φωνές, αντιμετωπίζει το κάθε της κομμάτι σαν νέο ρόλο, αγγίζοντας παλιά κλίματα της Billie Holiday, της Johnny Mitchel, του Nick Drake (έχει ένα κομμάτι ολόδικό του, το ομώνυμο!), του Έλβις (στο κορυφαίο «Τom the model»). Παρέα με την ακουστική κιθάρα της, τις μικρές πρέζες ηλεκτρικής, και τις 40ς ορχηστικές υποκρούσεις η Μπέθ ξεφεύγει απ’ τις τριπ χοπ αγχολογίες της και απλώνει πάνω τους τη λειωμένη βουτυρένια της φωνή. «And the moments that I enjoy / a place of love and mystery / I’ll be there anytime» ψιθυρίζει με τον αισθαντικότερο δυνατό τρόπο η Beth στο «Mysteries», ένα απ’ τα ομορφότερα τραγούδια της, για να συνεχίσει : «God knows, how I adore life / When the wind turns on the shores lies another day».

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
15
Φεβ.
08

Destroyer – Destroyer’s Rubies (Merge, 2006)

destroyersrubies.jpgΕίναι ο έβδομος δίσκος των Destroyer, ύστερα από τα We’llBuild Them a Golden Bridge (1996, Tinker), Thief (2000, Catsup Plate), Streethawk: A Seduction (2001, Misra), This Night (2002, Merge), Your Blues (2004, Merge), Notorious Lightning And Other Works (2005, Merge). Τους γνώρισα με αυτόν εδώ, και σε αντίθεση με άλλους ομότεχνους, μου αρέσει σφοδρά να παραδέχομαι ότι γνώρισα ένα συγκρότημα στον τρίτο, έβδομο ή εικοστό δίσκο του. Ότι δεν το παρακολούθησα από τα σπάργανα, ότι δεν το εντόπισα όταν πρωτόβγαινε. Όχι μόνο δε νοιώθω καμία ενοχή γι’ αυτό, αλλά και χαίρομαι, σκεπτόμενος τι μουσικές έχουν βγει και παραβγεί, περιμένοντας απλώς να τις ανακαλύψουμε. Όπως με τα βιβλία τελικά.
Το πρόσωπο πίσω από το σχήμα είναι ο Dan Bejar (Βανκούβερ, Καναδάς), μέλος των εξαιρετικών σε ορισμένες περιστάσεις The New Pornographers (στους οποίους πάντως ο ίδιος δε θεωρεί τον εαυτό του επίσημο μέλος, ενώ και πρακτικά δεν συμμετέχει σε οτιδήποτε κάνουν). Η σαρδόνια ποπ του κυρίου αυτού κάνει το πρέπον στους δύο δασκάλους του: τον Μπάουι και τον Ντύλαν: τους θυμάται και μετά τους πετάει στη γωνία. Στην ουσία δεν είναι παρόμοιες οι φωνές, αλλά η ερμηνεία και κάτι περισσότερο: η αίσθηση της ερμηνείας. Εδώ κάπου μπαίνει η αβάσταχτη γοητεία της glam και folk παρακμής. Ο Tyrannosaurus Rex είναι για μένα ο συνδετικός κρίκος των πάντων εδώ.
destroyer.jpgΈτσι, με τέτοια γκλαμάτη φόρτιση και μεενίοτε θεατρικά φωνητικά, όταν σε κάθε κομμάτι κάπου στο μέσο μας αρχίζει τα «la la la» ή «ba ba ba» όχι μόνο δεν γίνεται ενοχλητικός, αλλά απολαυστικός. Αν πρέπει να διαλέξω οπωσδήποτε κάτι, παίρνω αμέσως το κορυφαίο Dangerous Woman Up to a Point (που ξεκινά με την ηρωίδα να συζητά σε μια πλατεία περί λογοτεχνίας), το εναρκτήριο δεκάλεπτο Rubies και τον τρόπο με τον οποίο αφήνει ένα jazz-piano να οδηγήσει ένα γκροτέσκο Looters’ Follies στα τάρταρα. Θα μας πετάξει και το 3000 Flowers, απλώς σα δείγμα τι ροκ κομμάτια μπορεί να συνθέσει και θα πάρει Neil Young/Crazy Horse κλίση στο κλείσιμο.
Με όλα αυτά, μου δημιουργήθηκε η εικόνα ενός τύπου που στέκεται στην άκρη του λιμανιού και παραληρεί ανάμεσα σε μπουκαλιές κρασί. Γι’ αυτό και ο τύπος μου θυμίζει, χωρίς να μου τον θυμίζει, τον καλό μου Nikki Sudden. Αν και σε ένα χυμώδες λογοπαίγνιο κάπου σε ένα blog διάβασα πως συν τοις άλλοις ο Bejar γυροφέρνει ανάμεσα σε 4 Κέβιν: Coyne, Ayers, Rowlands, Junior. Δεν θα έπαιρνα όρκο για τους δύο τελευταίους πάντως, αλλά ο blogger φαίνεται πως ξέρει από μουσική.Εδώ και μία δεκαετία ο κύριος αυτός γράφει, ηχογραφεί και παίζει ως Destroyer, με διάφορες μετακινήσεις, αλλαγές και αλλαξοκωλιές. Όμως, δεν έχουμε εδώ one man show, εφόσον κάθε φορά οι διαφορετικοί μουσικοί δίνουν γερό στίγμα. Ίσως γι’ αυτό και ο κάθε δίσκος του έχει ειδοποιούς -αν και λεπτεπίλεπτες- διαφορές από τους προηγούμενους, απ’ ό,τι διαβάζω. Όλοι δε ψηφίζουν ως περισσότερο πιασάρικο το Streethawk: A Seduction.
Ακόμα και μέσα σε όλο αυτό το παρακμιακό μπαράζ, ο τύπος διατηρεί την ισορροπία μεταξύ εκκεντρικότητας και κομψότητας. Οι πυκνές και απολαυστικές συνεντεύξεις του προοιωνίζουν  ορισμένους πολύ γερούς στίχους, στους οποίους δεν διστάζει να βάλει και τη βία πάσης φύσεως – ειδικώς τη βία που έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις. Σαν συγγραφέας, μάλιστα, ξαναβάζει τον ήρωα ενός προηγούμενου κομματιού σε κάποιο μεθεπόμενο, άρα ξαναβρίσκουμε τους ίδιους ζωγράφους, ιερείς, ερωτομανείς ή ερωτολειπείς. Αυτοί που περνούν βέβαια τα πάνδεινα στις ιστορίες του είναι οι κριτικοί («You can huff and you can puff but you’ll never destroy that stuff» και άλλα συναφή). Ευτυχώς, δεν ανήκω στο είδος, αν και δε θα με χαλούσε καθόλου να στιχουργηθώ με τέτοιες μουσικάρες.
Πρώτη δημοσίευση εδώ.



Φεβρουαρίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
2526272829  

Blog Stats

  • 999.202 hits

Αρχείο

Advertisements