Αρχείο για 8 Φεβρουαρίου 2008

08
Φεβ.
08

Βλάντιμιρ Κάμινερ – Ρώσικη ντίσκο

Πλοκή: Η φήμη κυκλοφόρησε στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1990: Ο Χόνεκερ δέχεται Εβραίους από τη Σοβιετική Ένωση, ένα είδος επανόρθωσης για το ότι η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας ουδέποτε είχε συμμετάσχει στις γερμανικές αποζημιώσεις προς το Ισραήλ. Σύμφωνα με την επίσημη ανατολικογερμανική προπαγάνδα, βλέπεις, ανεξαιρέτως οι πάλαι ποτέ ναζί ζούσαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας…Δεν άργησε να βουίξει ο κόσμος· όλοι ήταν ενήμεροι – όλοι, πλην ίσως του ίδιου του Χόνεκερ…Νέοι καιροί είχαν ανατείλει. Το να είσαι Εβραίος ισοδυναμούσε πια με κάρτα ελευθέρας εισόδου για τον απέραντο κόσμο, με πρόσκληση για μια καινούργια αρχή.
Κι έτσι αρχίζει η περιπέτεια του Βλάντιμιρ. Μαζί με τον αγαπημένο του φίλο Μίσα παίρνουν το τρένο για Βερολίνο – βλέπετε, τον καιρό εκείνο οι Ρώσοι πραματευτές που είχαν βγει στη γύρα ήταν ακόμα λιγοστοί, κι έτσι το μισό τρένο ήταν γεμάτο από ρομαντικούς, σαν κι εμάς, που κυνηγούσαν την περιπέτεια. Συνταξιδεύουν με ένα γέρο καθηγητή που είχε κάνει τις μετρήσεις του εξωτερικού μεταλλικού περιβλήματος των ρωσικών Σπούτνικ και δεν είχε μείνει άνθρωπος που να μην του το ’χει πει και προλαβαίνουν να πιούν τη βότκα μάρκας Έχε Γειά. Βέβαια το μόνο ενθύμιο που μπόρεσαν να πάρουν από την Ρωσία (μια χλωμή μπάμπουσκα σε ένα φέρετρο) χάνεται μυστηριωδώς αλλά δεν πειράζει, μια νέα ζωή τους περιμένει και περιλαμβάνει, κυριολεκτικά, τα πάντα.
Τοπογραφικό: Η λίστα των τόπων διαμονής και διανυκτέρευσης των μεταναστών είναι συνήθως διψήφια. Πρώτα συγκεντρώνονται σε ένα κτίριο που χρησιμοποιούσε Στάζι ως κέντρο αναψυχής και αργότερα μοιράζονται, ο ένας στο κέντρο φιλοξενίας αλλοδαπών μαζί με βιετναμέζους κι ο δεύτερος σ’ ένα πρώην ανατολικογερμανικό στρατόπεδο μαζί με τσιγγάνους. Κάποτε φτάνουν στο Πρενστλάουερ Μπεργκ, μια περιοχή γεμάτη σπίτια που είχαν μείνει άδεια καθώς οι ντόπιοι έφευγαν σωρηδόν προς τη Δύση – ένας παράδεισος για τον μετανάστη! Ο κολλητός του επιλέγει ένα σπίτι χωρίς τουαλέτα αλλά με το ξακουστό RFT ανατολικογερμανικό στερεοφωνικό. Έτσι πραγματοποιείται το πρώτο βασικό μεταναστευτικό όνειρο: είκοσι πέντε ολόκληρα τετραγωνικά όλα δικά σου. Οι περισσότεροι νέοι ένοικοι του P.B. (που σύντομα το οργανωμένο γερμανικό κράτος τους επιτρέπει να κατοικούν στα διαμερίσματα έναντι μικρού ενοικίου!) είναι εικαστικοί καλλιτέχνες, μουσικοί ή ποιητές που ο Βλάντιμιρ ήδη γνώριζε από τη Μόσχα: αιωνίως μεταξύ σφυριού και δρεπανιού, λίγο κουρελήδες τώρα πια. Συναντιούνται στις κουζίνες του ενός ή του άλλου και λένε τις ανεξάντλητες ιστορίες τους.

Γοητεία: Υποκλίνομαι στις ζωτικές δυνάμεις του συγγραφέα. Με την έννοια ότι, όχι απλώς πολέμησε καθημερινά ώστε να φτιάξει μια ολοκαίνουργια ζωή σε δύσκολες συνθήκες, αλλά και μετέτρεψε την περιπέτεια της ζωής του σε γραφή. Ξεκίνησε με ελάχιστα υπάρχοντα, χωρίς να γνωρίζει ούτε λέξη από γερμανικά και έφτασε να επιβιώνει κάνοντας κάθε δημιουργική δουλειά που του άρεσε: γράψιμο σε εφημερίδες (όπου και μια στήλη με αξιοπερίεργα συμβάντα της Βερολινέζικης καθημερινότητας αλλά και εξιστόρηση της καθημερινότητας ενός μετανάστη στην ενοποιούμενη Γερμανία), αναγνώσεις βιβλίων, ραδιόφωνο.

Από την άλλη, δε μπορώ να μην αναγνωρίσω τον ίδιο τον ρόλο της πόλης του Βερολίνου και του οργανωμένου τουλάχιστο στον τομέα αυτό γερμανικού κράτους (χαρακτηριστική η περίπτωση του γραφείου που τον ρωτούσε τι θα του άρεσε να κάνει ως επάγγελμα). Αυτή η πόλη αποδεικνύεται εντελώς φιλική προς τον χρήστη: ακόμα και ο πατέρας του, κουρασμένος να καραδοκεί οπλισμένος μες το σπίτι του επίδοξους ληστές στην παρακμιακή Μόσχα, εντάχτηκε αμέσως στους Εκρηκτικούς Μπουρδολόγους, ένα καμπαρέ όπου άτομα τρίτης ηλικίας σχολιάζουν σε δικές τους παραστάσεις την πολιτική και την κοινωνική επικαιρότητα!

Όμως τα προβλήματα ενός μετανάστη δεν έχουν τελειωμό και ο συγγραφέας τα εξιστορεί με πικρό χιούμορ και χαμογελαστή διάθεση. Όταν θέλει να κατακεραυνώσει, το κάνει με τις πιο φωτεινές λέξεις. Στο τέλος ξέρει πως ναι μεν τα κατάφερε, αλλά συνεχώς θα βρίσκει μπροστά του νέες σουρεαλιστικές καταστάσεις. Μαζί με τους ημέτερούς του αγωνίζονται να «εξευρωπαϊστούν», να επιβιώσουν στήνοντας απίστευτες επιχειρήσεις, αναζητούν σεξουαλικές ή γαμήλιες συντρόφους (όπως ο πρώην σημαιοφόρος του ρωσικού στρατού που βάζει αγγελία «Χαδιάρης αρκούδος ζητά χαδιάρικο ποντικάκι») και αφορμές να γιορτάζουν οτιδήποτε. Και η δυσκολότερη απόφαση είναι αν θα πολιτογραφηθεί ή όχι Γερμανός.

Γραφιστικά: Το βιβλίο χωρίζεται σε πενήντα μικρά, τρισέλιδα ή τετρασέλιδα κεφάλαια. Το καθένα έχει το δικό του θέμα, κι όλα συναποτελούν τις ψηφίδες της νέας ζωής του Βλάντιμιρ. Γραμμένα με εύκολη και κουβεντιαστή αλλά καθόλου πρόχειρη γλώσσα διαβάζονται μονορούφι, όπως ακούς τις περιπέτειες και τις αστείες ιστορίες ενός αγαπημένου φίλου.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Μόσχα, 1967. Ηχολήπτης σε θέατρο και ραδιόφωνο, σπουδές δραματουργίας στη Μόσχα, μετανάστευση στο Ανατολικό Βερολίνο, όπως αναφέραμε, το 1990. Σήμερα ένας από τους πιο πλέον δημοφιλείς συγγραφείς της νέας γενιάς της ρώσικης και γερμανικής λογοτεχνίας. Ανάμεσα στα 12 βιβλία του (η Ρώσικη Ντίσκο ήταν το πρώτο) αξίζει να αναφερθούν τα Military music, ένας χιουμοριστικός επιτάφιος για την παλαιά Σοβιετική Ένωση, Legends and misconceptions of the 20th century: There was no sex in Socialism και I am not a Berliner: A travel guide for lazy tourists – τα δύο τελευταία με ευνόητο περιεχόμενο… Σήμερα έχει δική του ραδιοφωνική εκπομπή (Ο κόσμος του Βλάντιμιρ), τηλεοπτικό χρόνο, δικό του dance club και εξακολουθεί να ζει στο Prenzlauer Berg με την οικογένειά του. Θα τους ήθελα για γείτονες!

Μουσική: Και ποια είναι η Ρώσικη Ντίσκο; Το αποκορύφωμα των δραστηριοτήτων του Kaminer, που μαζί με τον Ουκρανό συνεργάτη του Yury Gurdzhi οργάνωσαν μαζί μια βραδιά στο Kaffee Burger για να γιορτάσουν την επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης με polka punk, klezmer ska και balalaika rock. Οι αρχικές βραδιές δεν πήγαιναν πάντα καλά και το μυστήριο ποτό Πούσκιν – Λάιτ δεν καταναλωνόταν, εφόσον οι περισσότεροι Ρώσοι τηρούσαν την παράδοση: έφερναν τα ποτά τους μαζί. Όμως με τον καιρό η εκδήλωση έγινε εβδομαδιαία και ιδιαίτερα αγαπητή στους κατοίκους της πόλης (πόσο μάλλον στους Ρώσους μετανάστες) και σήμερα έχει μόνιμη στέγη και κυκλοφορίες δίσκων όπως το Russendisko: Hits (2003), με συμμετοχές σχημάτων μεταναστευμένων στην Αμερική (Red Elvises ‘s Cosmonaut Petrov) ή το Άμστερνταμ αλλά κι όσων έμεινα πίσω, ονόματα όπως St Petersburg Ska-Jazz Review, διασκευές Kraftwerk (The Robots) και άλλα απερίγραπτα.

Αποσπάσματα:
Κάποια μέρα ιδιοκτήτης του σπιτιού εξαφανίστηκε κι άφησε τις γυναίκες μόνες. Το μπορντέλο έκλεισε. Μες την απόγνωσή της η Ντιάνα τηλεφώνησε στους δύο και μοναδικούς τακτικούς πελάτες της: πρώτα στο μάνατζερ ενός βερολινέζικου κλαμπ και μετά στον τεχνικό εξαερισμού… Αυτή τη φορά αποδέχτηκε την πρόταση γάμου. Ο τεχνικός εξαερισμού πήρε για μια βδομάδα αναρρωτική άδεια καθώς κι ένα δάνειο ύψους 5.000 μάρκων από τη Noris Bank. Στη συνέχεια, πήγαν μαζί στη Λευκορωσία, στο Γκοτσίκι, για να παντρευτούν. Εκεί ο Φρανκ ήρθε απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή αντιμέτωπος με τα άγρια λευκορωσικά έθιμα. Από το σταθμό ακόμα τους έκλεψαν τις αποσκευές τους. Οι παράνυφες κατηγόρησαν την Ντιάνα για εσχάτη προδοσία και της μαύρισαν το μάτι. Αλλά κι ο Φρανκ δέχτηκε επίθεση από κάτι ντόπιους, για πατριωτικούς επίσης λόγους. Μετά όμως έγιναν όλοι καλοί φίλοι. Ο γάμος έγινε στη μεγαλύτερη αίθουσα του χωριού, στο γυμναστήριο του δημοτικού σχολείο. Ο Φράνκ αγόρασε πέντε κιβώτια βότκα για τους άντρες και πέντε κιβώτια πορτό για τις γυναίκες. Το γλέντι κράτησε δύο μέρες και θα κράταγε κι άλλο, αν δε τα χάλαγε όλα ο πατέρας της Ντιάνας. Μεθυσμένος από την πολλή χαρά και τη βότκα πήγε να πάρει ένα μπανάκι στον ποταμό Γκοτσίκι – και δεν ξαναγύρισε… Χωρίς να το πολυκαταλάβουν, ο γάμος κατέληξε σε κηδεία. (σ. 62-63)

Και ιδού πόσο καλά γνωρίζει η Γερμανία να πουλάει την Ιστορία της:
Είδαμε όλα όσα έχει να επιδείξει η πολιτιστική πρωτεύουσα [Βαϊμάρη]: τα φρεσκοβαμμένα παραπήγματα και τους αναστηλωμένους φούρνους του Μπούχενβαλντ, τα είκοσι ένα σκονισμένα φέρετρα του Σίλερ και του Γκαίτε, τα οποία και έβλεπες έναντι 10 μάρκων, όπως επίσης και τα διάφορα σπίτια τους. Και επιπλέον, την προσωπική συλλογή έργων τέχνης του Χίτλερ, το αρχείο Νίτσε αλλά και το Μουσείο Μελισσοκομίας καθώς και μια επετειακή έκθεση για το κυνηγοσκυλο της Θουριγγίας. Πήχτρα ο τόπος από τουρίστες. Κάθε κεντράκι και «αίθουσα Γκαίτε», κάθε WC και αναμνηστική ταμπελίτσα. (σ. 101-102)

Επισκεπτήρια: www.russentext.de/kaminer, http://www.russendisko.de/.

Συντεταγμένες: Wladimir Kaminer, Russendisko, 2000. Στα ελληνικά: εκδόσεις Κέδρος, 2006, σελ. 184. Μετάφραση: Σοφία Μιχαηλίδου, Βασιλική Τραχάνη

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14810

Advertisements
08
Φεβ.
08

Μάλκολμ Μπράντμπερυ – Δόκτωρ Κριμινάλε

Η χώρα σας είναι τυχερή, οι ζωές σας απλές, δεν χρειάστηκε να υποφέρετε από την Ιστορία όπως εμείς (…) Ίσως δεν ξέρετε τι σημαίνει να βρίσκεσαι σ’ ένα κόσμο όπου η Ιστορία αλλάζει όλη την ώρα, όπου μια ιδέα ή μια πλευρά τη μια μέρα είναι σωστή και την άλλη λάθος, όπου κάθε επιλογή, κάθε σκέψη είναι ένα στοίχημα που μπορεί να το κερδίσεις ή να το χάσεις, όπου αυτό που είναι πατριωτικό τώρα είναι προδοσία αργότερα. (σ. 109)
Φάκελος φιλοξενούμενου: Τέκνο του Sheffield, Yorkshire (1932 – 2000), βασικός εκπρόσωπος του campus novel/ ακαδημαϊκού (ή πανεπιστημιακού) μυθιστορήματος, συγγραφέας προσιτών επιστημονικών βιβλίων (μεταξύ των οποίων τα περίφημα Phogey!, or how to have class in a classless society (1960), All dressed up and nowhere to go: The poor man’s guide to the affluent society (1962)) και θεατρικών έργων. Θεωρητικός της λογοτεχνίας, πανεπιστημιακός δάσκαλος, κριτικός, τηλεοπτικός σεναριογράφος. Συν-εμπνευστής του πανεπιστημιακού προγράμματος δημιουργικής γραφής (1965), λίκνου μιας ολόκληρης γενιά νέων Άγγλων συγγραφέων και του New British writing (Ian McEwan, Kazuo Ishiguro κ.ά.).
Πλοκή: Ένας τυπικός δημοσιογράφος των 90ς προσπαθεί να ερευνήσει τη ζωή και τον μύθο του δόκτορα Κριμινάλε, ενός διάσημου φιλοσόφου και πολιτικού στοχαστή με αμφίβολο παρελθόν. Τον αναζητά λαχανιασμένος σε διάφορες ευρωπαϊκές κυρίως πόλεις όπου εκείνος συνεχώς τού διαφεύγει κυριολεκτικά και μεταφορικά, και περιπλανιέται στα παρασκήνια της πολιτικής και πολιτιστικής ζωής της Ευρώπης. Καθώς αυτή η μυστηριώδης προσωπικότητα υπάρχει μέσα από τα γραπτά της και τις αλλεπάλληλες ερμηνείες και διαδόσεις τους, αποτελεί ένα κείμενο που επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει για να κατανοήσει. Θα τα καταφέρει μέσα σε αυτόν το ρευστό κόσμο όπου τα ιδεολογικά ρεύματα των τελευταίων δεκαετιών του αιώνα αποκαθηλώνονται και οι πάντες και τα πάντα συνδέονται και διαπλέκονται;
Ήρωες: Δύο διαφορετικοί κόσμοι αλώνουν την Ευρώπη σε ένα ιδιόμορφο κυνήγι. Ο φιλόσοφος είναι πανταχού παρών και πάντα εξαφανισμένος, δημιουργώντας σύγχυση γύρω από το πρόσωπό του: διανοητής ή αυτοκράτωρ; Έχει περάσει από τα ακαδημαϊκά γήπεδα των πανεπιστήμιων – μεγαθηρίων (Βερολίνο, Μόσχα και Χάρβαρντ), έχει αναιρέσει Μαρξ, Χάιντεγκερ και Αντόρνο, έχει φτάσει στην κορυφή της διανόησης. Ο δημοσιογράφος – λυσσαλέος κυνηγός των θεμάτων του, «νεοφώτιστος φιλελεύθερος ανθρωπιστής» όπως αυτοαποκαλείται, και σπουδαγμένος της αποδόμησης (απομυθοποιούσαμε, απομυστηριοποιούσαμε, αποκανονικοποιούσαμε, αποκωδικοποιούσαμε, απο-δοκιμάζαμε, απο-ανθρωπίζαμε) έχει τις δικές του εσωτερικές αντιφάσεις: φυσική περιέργεια και όρεξη να φτάσει στον πυρήνα των πραγμάτων αλλά και τη γνωστή δημοσιογραφική έπαρση. Τη μια νοιάζεται να φτιάξει το ντοκιμαντέρ του σύμφωνα με τους αμείλικτους τηλεοπτικούς κανόνες, την άλλη προβληματίζεται πώς να κινηθεί σε όλο το σύγχρονο χαοτικό μίγμα ανοχής, ανεκτικότητας, ηθικής αβεβαιότητας, παγκόσμιου άγχους και αποδομητικού σκεπτικισμού. Και όπως κάθε λογοτεχνικός ήρωας που σέβεται τον εαυτό του, βρίσκεται σε μπερδεμένη έως ελεεινή οικονομική και αισθηματική κατάσταση.
Γοητεία: Ποιες θεωρίες κυριάρχησαν στην ήπειρό μας τα έτη 1950 – 2000 και σε τι χρησιμεύουν πλέον; Ποιος παράγει τις ιδέες σήμερα και πώς διαδίδονται ή επιβάλλονται; Υπάρχει διαφορά στο μάρκετινγκ του πολιτισμού και των άλλων προϊόντων της αγοράς; Ποιοι γεμίζουν τα think tanks; Ποιος ο ρόλος των γκουρού της διανόησης και τι παραχωρήσεις χρειάζονται για να μπεις στο jet set της; Τι καθιστά κάποιον αναγνωρισμένη αυθεντία;
Είναι απίστευτο πόσα φύλλα ξεδιπλώνει ο συγγραφέας σε όλο αυτό το στοχαστικό διακειμενικό του ταξίδι, με ταχύτατη αφήγηση και εναλλαγή τόπων και προσώπων. Καθώς μεταπηδάει άνετα από το μυθιστόρημα του στενού ακαδημαϊκού κύκλου (ένα είδος που ποτέ δε συμπάθησα) σε ένα αμιγές μυθιστόρημα δρόμου ή μάλλον δρόμων και δη αστικών, νοιώθεις πως από μια άποψη πρωταγωνιστούν οι ίδιοι οι τόποι: Βιέννη, Βουδαπέστη, Βόρεια Ιταλία, Μπουένος Άιρες, Λωζάνη. Ο Μπράντμπερυ γίνεται ικανός ανθρωπογεωγράφος της Νέας Ευρώπης με τα πεσμένα τείχη και τις καταιγιστικές αλλαγές και της εποχής των πάντων και του τίποτε, όπου ο πολιτισμός γίνεται πολιτική και ιλουστρασιόν ανταλλάξιμο αγαθό.
Γραφιστικά: Τυπικά βρετανική γραφή στα καλύτερά της: ειρωνικά αφελής, φλεγματικά χιουμοριστική, με άνετη απεικόνιση της ατμόσφαιρας. Οι κριτικές ταμπέλες έγραψαν: «καυστική σάτιρα ιδεών». Ευτυχώς που πέρα από όλο αυτό το φαινομενικά βαρύ στοχαστικό οικοδόμημα υπάρχει άφθονο ερωτικό και αστυνομικό υλικό.
Γκράφιτι: Το μέλλον είναι απλώς αυτό που εφευρίσκουμε στο παρόν για να βάλουμε μια τάξη στο παρελθόν. // Μη ζείτε για το μέλλον, θα διαλέξετε απλώς λάθος φατρία και τους λάθος φίλους. // Είναι τόσο χάλια που θα ήμασταν τρελοί αν δε το προβάλαμε (για τηλεοπτική εμφάνιση). // Αν θέλετε, μπορείτε να καπνίσετε. Εδώ δεν είναι Δύση, είναι ελεύθερη χώρα. // Οι νέοι συχνά νοσταλγούν περισσότερο το παρελθόν που δεν έχουν ακόμα αποκτήσει.
Απoσπάσματα: Δεν ξέρετε ότι η φιλοσοφία έχει πεθάνει; Ούτε μια σκέψη δεν έχει απομείνει στον κόσμο. Εδώ τη σκότωσε ο μαρξισμός-λενινισμός, στη Δύση η αποδόμηση. Εμείς είχαμε υπερβολικά πολλή θεωρία της πραγματικότητας, εσείς δεν είχατε αρκετή. (σ. 146-147)
Δεν είναι αλήθεια ότι ζούμε όχι στους μοντέρνους αλλά στους μεταμοντέρνους καιρούς όπου κυριαρχεί ο πλουραλισμός των τεχνοτροπιών, η φόρμα ως παρωδία, η τέχνη ως παραπομπή, η εποχή της κουλτούρας ως διεθνούς έκθεσης; Στο Βερολίνο το τείχος του Χόνεκερ κατέρρεε και γινόταν έργο τέχνης, παντού η πολιτική και ο πολιτισμός γινόταν θέαμα. Έτσι λοιπόν, εκείνον τον Ιούλιο … μια σοπράνο διεθνούς φήμης τραγούδησε τη Μασσαλιώτιδα και στα Ηλύσια Πεδία Αιγύπτιες χορεύτριες της κοιλιάς περιστρέφονταν μαζί με χορευτές του limbo από την Καραϊβική, γκέι χόρευαν με λεσβίες, δομιστές φιλόσοφοι χοροπηδούσαν με φεμινίστριες κριτικούς, Ούγγροι σεκιουριτάδες λικνίζονταν σε τανγκό με Γάλλους ζητάδες, σε μια απέραντη ποικιλία εικόνων και στυλ και πολιτισμών και φύλων, ώστε τα πάντα ήταν τα πάντα και τίποτα ταυτοχρόνως. (σ. 128).
Επίγραμμα: Ένα απολαυστικό magical mystery tour σε μια Ευρώπη που κινείται επικίνδυνα προς άγνωστη κατεύθυνση, σηκώνοντας παράλληλα το αβάσταχτο βάρος των θριάμβων και των ντροπών της.
Μυθιστοριογραφία: Eating people is wrong/ Δεν κάνει να τρώμε ανθρώπους (1959), Stepping Westward (διηγήματα, 1965), The History Man/ Ο άνθρωπος Ιστορία (1975), Rates of Exchange/ Τιμές συναλλάγματος (1982), Why come to Slaka? (1986), Cuts (1987), Doctor Criminale/ Δόκτωρ Κριμινάλε (1992), To the Hermitage/ Στο δρόμο για το Ερμιτάζ (2000).
Συντεταγμένες: Εκδόσεις Πόλις, μτφ. Τίνα Θέου, σ. 464 και δεκασέλιδες σημειώσεις.
Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
08
Φεβ.
08

Δημήτρης Καλοκύρης – Το χέρι του σημαιοφόρου

«Ευτυχώς που, τουλάχιστον, η μεταβλητότητα των γεγονότων παρέμεινε σταθερά.» (σ. 52).
Προσωπικό ημερολόγιο: Εδώ και κάποια χρόνια συναντώ το όνομά του συνεχώς μπροστά μου, όλως τυχαίως σε πράγματα που μου αρέσουν. Σε κορυφαίες μεταφράσεις, σχολιασμούς και εξωφυλλώματα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Στα δύο λογοτεχνικά περιοδικά που αγάπησα περισσότερο, τον ανεπανάληπτο Χάρτη και το Τραμ (υπήρξε εκδότης και δημιουργός και των δύο, τις περιόδους 1982-1987 και 1971-1978 (πρώτη περίοδός του) αντίστοιχα). Ακόμα και σε ένα αισθητικότατο εξώφυλλο βιβλίου είμαι σχεδόν βέβαιος ότι δίπλα στα μακέτα άνω και κάτω τελεία θα είναι το όνομά του. To πανδοχείο επιλέγει να είναι ο πρώτος έλληνας φιλοξενούμενός του. Μέγιστη τιμή! (για εμάς εννοώ).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Ρεθύμνης (1948), σπούδαγμα Θεσσαλονίκης, επιβάτης Αθηνών. Υποπτεύομαι ότι έχει παραπάνω από μία ζωές, εφόσον γράφει και εκδίδει αναρίθμητες ποιητικές συλλογές (τα Φανταστικά Φουγάρα με έκαναν να ξαναδιαβάσω ποίηση), πεζογραφία [Ποικίλη ιστορία (1991), Μπεθ – Ένα αρχείο για τον Μπόρχες (1992), Φωτορομάντσο, (argumenta) Αθήνα (1993), Η ανακάλυψη της Ομηρικής και άλλες φαντασμαγορίες (διηγήσεις) (1995), ΕπέΚινα (1996), Τα ελιξήρια της φωνής τους (Ύψιλον, 1997), το Μουσείο των Αριθμών (2001)], μελέτες [Νεοελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά (από την Παλιγγενεσία στον Παλιμπαιδισμό) (1995), Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου- Νίκος Καββαδίας (1995)], παιδικά, ανθολογίες και αυτοανθολογήσεις, ασχολείται διακαώς με γραφικές τέχνες, επιμελείται εκδόσεις, μεταφράζει λογοτεχνίες και σχεδιάζει οτιδήποτε έχει εξώφυλλο (βιβλίο, δίσκο, περιοδικό), όψη (αφίσα, πρόγραμμα, ημερολόγιο) ή εμφάνιση (καλλιτεχνικές εκδόσεις), όλα κατακόρυφης ποιότητας. Εκτός των προαναφερθέντων στο «προσωπικό ημερολόγιο», διηύθυνε το περιοδικό Τέταρτο (1985-1987), κάποτε, και τις λογοτεχνικές εκδόσεις του Τραμ, τότε.

Ήρωες: Αναρίθμητα πρόσωπα που δεν θα μαρτυρήσω. Λάτρεψα όμως την αισχρότατη Αμαντίν και τη Ζωή Χαρισάμενη. Επίσης: βυσσινόμαυρα ημερολόγια και γιγαντιαία οχηματαγωγά, αποκόμματα, εισιτήρια και καιόμενοι τρούλοι, κατάλογοι εμπορικών επιμελητηρίων και επαρχιακά πρακτορεία τύπου, θηριώδη ζέπελιν που πετούν φωτισμένα τη νύχτα και τρομοκράτες – καταστροφείς αγαλμάτων. Γυναίκες που βάφονται προσεκτικά, αναζητώντας την γωνία προσπτώσεως της απόλυτης μεσημβρινής σκιάς και άντρες που μονομαχούν για ζητήματα βαθμολογίας της εγχώριας ρακής έναντι της εισαγόμενης βότκας. Ήρωες που καταλαβαίνουν ότι έχει φτάσει ο καιρός να ξεφύγουν από τη σελίδα τους και το προσπαθούν. Νύχτες που εξελίσσονται συχνά σε πανδαισία. Η Μοίρα που χτυπά το κουδούνι του σπιτιού και μπαίνει βιαστική, νευριασμένη και σε χαστουκίζει. Γυναίκες που ξυπνούν από κώματα και δηλώνουν πως νυστάζουν ή παραμένουν παρθένες σαν αφρικάνικο δάσος των αρχών του 19ου αιώνα.

Γοητεία: Προσπαθώ να φανταστώ τα συρτάρια του γραφείου του Δ.Κ. Εκεί που οι άλλοι έχουν μολύβια και χαρτοκόπτες, αυτός θα έχει λογοτεχνικά ευρήματα, λογικές και παράλογα, αφορισμούς και συνειρμούς, λίστες και καταλόγους, θρυμματισμένες εγκυκλοπαίδειες και λεξικά, μεταφορές και μετακομίσεις, μύθους, ιστορίες και Ιστορίες. Η γραφή γίνεται παίγνιο και τα πάντα λογοπαίγνιο. Μόνο που δεν αρκεί να είσαι συλλέκτης όλων αυτών. Κάτω από όλο αυτό το συναρπαστικό τσίρκο της γραφής του υπάρχουν τόσο όμορφες εικονογραφημένες ιστορίες (με άλλες επιμέρους ή ως μικρά υποσύνολα άλλων) και τέτοια πολύχρωμα πανοράματα ζωής που έχεις την αίσθηση πως πετάς με αερόστατο πάνω από εποχές, γεγονότα, καταστάσεις. Τα χρονικά άλματα είναι ιλιγγιώδη αλλά δεν σε πιάνει ναυτία, η ευφυής και φιλήδονη αναζήτηση της κατάλληλης λέξης είναι απολαυστική, οι ερωτικές πολιορκίες μετονομάζονται σε προσεγγίσεις ανοικτού πρωτοκόλλου και η ερωτική έλξη ως φύτευμα ανθισμένων λεμονιών στα φύλλα της ψυχής άκρη άκρη.

Τιμητής αλλά όχι μιμητής του Μπόρχες, του Εμπειρίκου, του Κάφκα, του Καλβίνο, και παλιμ-ψήστης πάντων των άξιων λογοτεχνών, ο Καλοκύρης είναι και ένας μαιτρ της παρωδίας. Σε παλαιότερό του κείμενο ο Ευγένιος Αρανίτσης αποκαλώντας τον μάλιστα τιμητικά δάσκαλό του γράφει πως «εκείνο που παρωδείται δεν είναι πλέον κάποιο κείμενο, ούτε η ζωή (δεν πρόκειται για σάτιρα), αλλά η ζωή ως κείμενο». Στο ίδιο κείμενο βλέπω πως έχω βάλει σε κύκλο τον χαρακτηρισμό «διασκεδαστική λογοτεχνία». Υιοθετώ τούτο τον ταιριαστό όρο: πράγματι είναι λογοτεχνία που σου προκαλεί εγκεφαλική ψυχαγωγία αλλά και την αίσθηση πως και ο ίδιος καταδιασκέδασε πλέκοντας όλα αυτά τα λεκτικά αραβουργήματα.

Γραφιστικά: Στην ίδια σελίδα που αναπτύσσεται το μυθιστόρημα, στο κάτω της πλαίσιο μπορεί να αναπτύσσεται μία παράλληλη γραφή, άλλων τόπων και προσώπων, σατανικώς όμως καθρεφτιζόμενη στην άνω της. Επίσης σε πλαϊνές στήλες λημματογραφούνται πρόσωπα και έννοιες, και προτείνονται συνταγές με καλλιγραφημένες γραμματοσειρές (κομμάτι για ανθολογία το Συνταγή για φιλήματα). Σχέδια, πορτραίτα, φωτογραφίες, ρητά, επιγράμματα, ένθετα κείμενα κι οτιδήποτε άλλο τέρπει μία καλλιτεχνική ψυχή βρίσκουν τον χώρο τους στις σελίδες της σημαιοφόρου χειρός.

Γκράφιτι: Η μόνο διαφορά ανάμεσα στο μύθο και στην Ιστορία είναι ότι η δεύτερη επικαλείται αληθοφανή ονόματα, ενώ ο πρώτος αληθοφανείς ιδέες. // Ανέκαθεν το επάγγελμα των θεών ήταν να προστατεύουν ανοήτους. // Η Ιστορία αποδείχτηκε βαμμένη, φιλοχρήματη κουκουλοφόρα.

Θα ήθελα ακόμη να τονίσω τα εξής:
1. Πάντα έψαχνα λογοτεχνικές σελίδες ακόλαστων ερωτικών περιγραφών για προσωπική ανθολόγηση. Εδώ δε δυσκολεύτηκα, βρήκα έτοιμο υλικό στην πρώτη κιόλας σελίδα.
2. Η σκηνή με εικονικές ναυμαχίες σε μία ήρεμη λίμνη, όπου οι αντίπαλοι, παίζοντας, αλληλοεκσφενδόνιζαν με καταπέλτες πορτοκάλια και ζουμερά λεμόνια από μεγάλες βάρκες προφανώς πρέπει άμεσα να γυριστεί από τον Ντούσαν Μακαβέγιεφ προτού την προλάβει ο Εμίρης Κουστουρίτσα – σε αυτόν ας δώσουμε τη σκηνή της εκφοράς που ακολουθείται από πλήθος περιστεριών που τάιζε ο νεκρός. Ενώ η αδιανόητη σύνδεση ενός απομακρυσμένου χωριού με την θάλασσα με δρόμο ανάμεσα στο τίποτα και στο κύμα, συνδέοντας τον αδρανή ελαιώνα με τις ακτές δικαιωματικά δίνεται στους αδελφούς Ταβιάνι.
3. Η Πέμπτη Ήπειρος, όπου «το 83.5 % των μονοθεϊστικών δημοκρατιών κατοικείται από υπερήφανους, πατριδολάγνους και θρησκομανείς δραπέτες της ευρωπαϊκής βιομηχανικής επανάστασης» ευτυχώς αποκλείεται να είμαστε εμείς. Ενώ ο λαός σκοτωμένων νικητών μάλλον είμαστε εμείς.
4. Κανείς ιστορικός δεν έγραψε πως στις πολιορκίες κάποιας πόλης ανέβαζαν νεαρές ιερόδουλες στα τείχη να χορεύουν ολόγυμνες για τη μαγική αποτροπή του εχθρού, με ικανοποιητικές, όπως φαίνεται, ένθεν και ένθεν, επιπτώσεις.
5. Αν οι εγκυκλοπαίδειες γράφονταν έτσι, θα γέμιζα το σπίτι μου.

Απόσπασμα: Θα αστειεύεστε.

Συντεταγμένες: Πλήρης τίτλος: Το χέρι του σημαιοφόρου. Χρονοδιάγραμμα με προσθήκη του απαγορευμένου κεφαλαίου 14. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006. Αναφέρεται ως το πρώτο μυθιστόρημα του. Εξώφυλλο μαντέψτε ποιος.

Υψικάμινη λογοτεχνία.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=13760
08
Φεβ.
08

Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες – Η βρόμικη τριλογία της Αβάνας

Εκείνη η επίμονη αναζήτηση της εσωτερικής γαλήνης μου είχε κάνει ζημιά. Δεν ξέρω ποιος στο καλό μού έβαλε αυτή την ιδέα στο κεφάλι. Για να ζήσεις με εσωτερική γαλήνη πρέπει να είσαι ηλίθιος. Ή όχι; (σ. 52)
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννηση στην Κούβα (Ματάνσας, 1950). Η 26ετής δημοσιογραφική και εκφωνητική θητεία του στην κουβανέζικη ραδιοτηλεόραση διακόπηκε μετά από το ταξίδι του στη Βαρκελώνη για την προώθηση του βιβλίου αυτού (1998). Απολύθηκε χωρίς καμία εξήγηση, ενώ οι συνάδελφοί του στην τηλεόραση σταμάτησαν να τον χαιρετούν στο δρόμο και να αισθάνεται «ένα φάντασμα της Αβάνας». Έτσι η Βρόμικη τριλογία απαγορεύτηκε στη χώρα, ενώ το τελευταίο του Animal Tropical (κυκλοφορεί από τις ίδιες εκδόσεις με τίτλο Ο έρωτας νοστάλγησε την Κούβα) μοσχοπουλάει και εκεί, αναγκάζοντάς μας να συμπεράνουμε πως οι ερωτικές μυθιστορίες ποτέ δεν ενοχλούσαν τους Κουβανούς, αρκεί να μην συνδυάζονται με πολιτικές αμφισβητήσεις του παραδείσου τους.
Χρονoγραφικό: 1994-1997, στην καρδιά της περιόδου οικονομικής κατάρρευσης της χώρας και κατακόρυφης πτώσης του βιοτικού επιπέδου των Κουβανών λόγω της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης και της παύσης κάθε οικονομικής βοήθειας.
Ήρωες: Η πάντα ευπρόσδεκτη ταύτιση συγγραφέα-αφηγητή-ήρωα εδώ βρίσκει την κυριολεξία της. Αυτό είναι το πρώτο δυνατό χαρτί του Γκουτιέρες: η απόλυτη σύμπτωση ζωής και γραφής. Εξιστορεί αυτά που ζει και βιώνει αυτά που γράφει. Σε μια από τις φωτογραφίες εδώ τον βλέπουμε στο εσωτερικό μπαλκόνι του κτιρίου όπου κατοικεί, έναν χώρο όπου καμία αίσθηση δεν μένει παραπονεμένη: ακούει συνεχώς από παντού δυνατή μουσική ή πάσης φύσεως καυγάδες. Μυρίζει τη μόνιμη δυσωδία από κάτουρο, βρόμα και τα καθημερινά ξερατά ενός μέθυσου στον τέταρτο όροφο. Βλέπει καθημερινά αγνώστους να πηγαινοέρχονται, αν και όχι πάντα, εφόσον συχνά οι γείτονες κλέβουν τις λάμπες και το κτίριο σκοτεινιάζει. Αγγίζει τις ολοένα και περισσότερες (με κάθε νεροποντή της Καραϊβικής) ρωγμές στους τοίχους. Γύρω του, ένας τρίχρωμος πληθυσμός γεμάτος από: χινετέρας και χινετέρος (εκπορνευόμενες νέες και νέοι, τυπικά και ουσιαστικά αποδεκτοί από την κοινωνία λόγω της ανέχειας). Αναπολητές περασμένων μεγαλείων και παραιτημένους ένοικους των χαμόσπιτων, που κάθε πρωί μετράνε τις απώλειες από τις επιδρομές των αρουραίων. Θρησκόληπτους και μυστικιστές της διπλανής πόρτας. Επίδοξους σχεδια-στές (αυτοί που σχεδιάζουν να αποδράσουν με αυτοσχέδιες σχεδίες προς το Μαϊάμι). Ηδονοβλεψίες που κοντοστέκουν έξω από τις αυλές για να ακούσουν τα βογκητά των τελευταίων ηδονών που απέμειναν στους γηγενείς. Εθισμένους στο φτηνό ρούμι με γεύση πετρελαίου. Ηλικιωμένους που φυλάνε τα καλά τους ρούχα για την ημέρα που θα αλλάξουν όλα.
Πλοκή: Ο Πέδρο εξιστορεί πώς είναι να ζει κανείς σε αυτήν τη μυθική πλέον χώρα. Έχει μάθει να μην έχει την παραμικρή απαίτηση από αυτή τη ζωή. Ζει στο καλύτερο δυνατό σημείο του κόσμου: στην ταράτσα ενός παλιού οκταώροφου κτιρίου στην Μαλεκόν, την παραλιακή λεωφόρο της Αβάνας, και περιμένει το σούρουπο για να κοιτάξει τις δυο όψεις της πόλης (παλαιά – σύγχρονη), να αναπνεύσει την αρμύρα των παλιών σπιτιών, να κατεβάσει ρούμι όπως άλλοι πίνουμε νερό και να σκεφτεί με διαύγεια, πετώντας μακριά από τον εαυτό του, παρατηρώντας τον από μακριά. Μόνο που εδώ δεν έχουμε κανέναν εκκεντρικό υμνητή των γνωστών κλισέ (περιπλάνηση, έρωτες, ποτό, φιλοσοφίες), κάποιον που τα κάνει για να τα κάνει, μα επειδή έτσι έχει μάθει να ζει και δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Tον ακολουθώ σε μία από τις περιπλανήσεις του. Περνάει από το σπίτι του σπουδαίου Κουβανού συγγραφέα Λεσάμα Λίμα που όμως είναι άγνωστος εκεί. «Α, ένας ηλικιωμένος χοντρός που ζούσε εδώ; Κυκλοφορούσε πάντα με κουστούμι και γραβάτι κι η γυναίκα του ήταν τρελή. Πούστης δεν ήταν αυτός;». Σταματάει σε μια πιτσαρία που δεν έχει πλέον καύσιμα ψησίματος. Ακούει τις βλαστήμιες των γυναικών από ένα σολάρ, καθώς καθαρίζουν για άλλη μια φορά τους διαδρόμους από τον ξεχειλισμένο βόθρο. Παρακολουθεί τη σύλληψη ενός πλανόδιου πωλητή κρέατος (για την ακρίβεια ανθρώπινου, από το νεκροτομείο) αλλά κι έναν αστυνομικό να βοηθά τέσσερις τύπους να δέσουν καλύτερα τη σχεδία της απόδρασης. Κοιμάται μεθυσμένος σε κάποιο παγκάκι και νοιώθει κάθε μισή ώρα κάποιον να τον ψαχουλεύει. Σκέφτεται τις ερωτικές του περιπλανήσεις και μονολογεί: έμαθα τόσα πολλά που ίσως κάποια μέρα να γράψω έναν Οδηγό Διαστροφής. Αυτός ο σεξουαλικά αχόρταγος και «φιλοσοφημένος» σεξιστής, λατρεύει ή χρησιμοποιεί τις γυναίκες για τους δικούς του λόγους. Αρνείται να συμβιβαστεί με τις μοναδικές τρεις ιδιότητες με τις οποίες μπορεί κανείς να επιβιώσει στην Αβάνα: τρελός, μεθυσμένος ή κοιμισμένος – αν και το δεύτερο το συζητάει. Συχνά αποχαιρετά τους δικούς του φίλους.
Σε μια από τις πιο γερές σκηνές αποχαιρετισμού, ο συγγραφέας βλέπει πως αυτή που φεύγει για την άλλη πλευρά είχε αφήσει ορισμένα αντικείμενα αξίας σκορπισμένα στο δωμάτιο.
-Θα τα αφήσεις όλα αυτά;
-Ναι. Είναι όλα άχρηστα.
-Μόνο άχρηστα δεν είναι. Οι λαστιχένιες σαγιονάρες, το σαμπουάν, το σαπούνι, το μπλοκ σημειώσεων, η ξυριστική μιας χρήσης. Εδώ όλα είναι χρήσιμα…
Λίγο αργότερα κάναμε την αποχαιρετιστήρια βόλτα στην Μαλεκόν. Μου είχε ήδη πει ότι την πονούσε πολύ να βλέπει όλο αυτό το πολιτικό θέατρο που παιζόταν προκειμένου να συγκαλυφθεί η εξαθλίωση. Καθίσαμε για λίγη ώρα να ακούσουμε τη θάλασσα. Εκείνη τη μύριζε. Εγώ όχι. …Έφυγα περπατώντας, κρατώντας τη σακούλα, προς το σπίτι μου. Αργά. (σ. 46-47)
Γκράφιτι: Ήταν άνθρωποι πολύ απελπισμένοι. Και ίσως γενναίοι ή αδαείς. Υποψιάζομαι ότι η γενναιότητα και η άγνοια πάνε χέρι χέρι. // Τίποτα δεν κρατάει για πάντα. // Ήμασταν πολύ νέοι τότε κι όταν είναι κανείς νέος σπαταλάει τα πάντα επειδή πιστεύει ότι τίποτα δεν πρόκειται να τελειώσει. Και πολύ καλά κάνει. Όπως και να ‘χει, όταν γεράσεις, πάλι δεν θα έχεις τίποτα, όσο κι αν έχεις κάνει οικονομία.
Γοητεία: Μιλήσαμε ήδη για τη σαγήνη της πρωτογενούς βιωματικής αφήγησης. Το δεύτερο δυνατό χαρτί του συγγραφέα είναι η προσωπική του καταβύθιση σε μια καθημερινή έως ωμή σεξουαλικότητα – όχι μόνο τη δική του αλλά και ενός ολόκληρου λαού. Δεν περιμέναμε φυσικά να φτάσουμε στο 2006 για να διαβάσουμε απροκάλυπτες σεξουαλικές σκηνές. Όμως, εκτός από τη δόση της αυθεντικότητας που υπάρχει κι εδώ, υπάρχει κάτι ακόμα: ο Πέδρο, κι ως φαίνεται η πλειονότητα των Κουβανών, κάνει σεξ όπως άλλοι λαοί αναπνέουν, τρώνε ή προσκυνάνε θεούς: αυτονόητα, βιωματικά και ανενδοίαστα. «Εμείς δεν είμαστε Αγγλοσάξονες, Γερμανοί ή Γάλλοι. Είμαστε Κουβανοί, και για μας το σεξ είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου… Το σεξ δεν είναι για ανθρώπους με αναστολές… είναι ανταλλαγή υγρών, ρευστών, σάλιου, ανάσας και δυνατών μυρουδιών, ούρων, σπέρματος, σκατών, ιδρώτα, μικροβίων, βακτηρίων. Αλλιώς δεν είναι. Εάν είναι μόνο τρυφερότητα κα αιθέρια πνευματικότητα, τότε περιορίζεται σε μια στείρα παρωδία του τι θα μπορούσε να είναι… Χρησιμοποιώ το σεξ στην αφήγησή μου μόνο ως δραματουργικό στοιχείο. Άλλοι συγγραφείς δολοφονούν τους ήρωές τους για να ανεβάσουν την ένταση. Εγώ τους βάζω να κάνουν έρωτα. Νομίζω πως είναι πολύ πιο ευχάριστο να χύνεις σπέρμα από το να χύνεις αίμα» (από συνομιλία του στο περιοδικό Highlights 17/2005).
Γραφιστικά: Μυθιστόρημα και διήγημα συγχέονται σε 3 μέρη με 20 ιστορίες το καθένα. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει άλλος τρόπος να ειπωθούν όλα αυτά, πέρα από την άγρια, μινιμαλιστική και κοφτερή αφήγηση. Με απλά λόγια, λιτές περιγραφές και σκληρές ατάκες, χωρίς το παραμικρό στολίδι, χωρίς «λογοτεχνίζουσες» περιγραφές. Συχνές επαναλήψεις, λογική συνέπεια της προφορικότητας του λόγου. Τον ανεβοκατεβάζουν ως Μπουκόφσκι της Καραϊβικής ενώ ο ίδιος αναγνωρίζει περισσότερες οφειλές στους Τρούμαν Καπότε και Ρέιμοντ Κάρβερ. Μην ξεχνάμε και τον Χένρι Μίλερ, φίλτατε Πέδρο.
Απόσπασμα: Αλλά η σάρκα είναι ασθενής…Και υποθέτω σε όλους το ίδιο συμβαίνει με τις σάρκες τους, αλλά δεν αρέσει στους ανθρώπους να το συνειδητοποιούν, σε βαθμό που εφηύραν τις έννοιες της ηθικότητας και της ανηθικότητας. Μόνο που κανείς δεν ξέρει να προσδιορίσει πού ακριβώς βρίσκονται τα όρια που διαχωρίζουν τους ηθικούς από τους ανήθικους (σ. 74)
Η Τσίτσα πέρασε όλη τη νύχτα χεσμένη από το φόβο της, ακούγοντας έναν μεγάλο και γεροδεμένο αρουραίο να ψαχουλεύει ανάμεσα στα κατσαρολικά. Ο αρουραίος συμπεριφερόταν με θράσος, λες και ήταν στο σπίτι του. Ερχόταν από το υπόγειο, από έναν παλιό και σάπιο σωλήνα. Ανέβαινε οχτώ ορόφους μέσα στο σωλήνα μέχρι να βγει στο φως. Τότε πηδούσε στην ταράτσα του κτιρίου και ριχνόταν στην ανασκαφή των άφθονων σκουπιδιών ή έμπαινε σε κάποιο από τα δωμάτια. Συνολικά πρέπει να είναι γύρω στα πενήντα άτομα, αν όχι περισσότερα, στοιβαγμένα στα εφτά δωμάτια, τα οποία έχουν χτιστεί σιγά σιγά, σε διάστημα τριάντα χρόνων, στην ταράτσα. Αυτό εξασφαλίζει επαρκείς κρυψώνες και υπολείμματα φαγητού. … Στην πραγματικότητα, πίσω από εκείνο τον αθληταρά αρουραίο ανέβαιναν πολλοί ακόμη και τα βράδια γίνονταν οι άρχοντες της ταράτσας… Τελικά ξημέρωσε και η Τσίτσα σηκώθηκε να επιθεωρήσει τις απώλειες. Ο αρουραίος είχε ξεσκεπάσει την κατσαρόλα με τις πατάτες και τα φασόλια που είχαν περισσέψει. Το έφαγε σχεδόν όλο και, σαν να μην έφτανε αυτό, έχεσε και πάνω στο τραπέζι…Η Τσίτσα ήταν πάντα βρομιάρα και ατημέλητη αλλά αυτό πια πήγαινε πολύ. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της. Έβγαλε έξω την κατσαρόλα και την γέμισε νερό… (σ. 460-461)
Ίσως, για καλή μας τύχη, η νοσταλγία να μπορεί να μεταμορφωθεί από κάτι καταθλιπτικό και θλιβερό σε έναν μικρό σπινθήρα που θα μας εκτοξεύσει στο καινούργιο, που θα μας παραδώσει σε άλλη αγάπη, σε άλλη πόλη, σε άλλο χρόνο, που μπορεί να είναι καλύτερο ή χειρότερο, αλλά δεν έχει σημασία, θα είναι διαφορετικό. Κι αυτό είναι εκείνο που αναζητούμε όλοι καθημερινά: να μη σπαταλήσουμε τη ζωή μας μονάχοι … να απολαύσουμε το κομμάτι της γιορτής που μας αναλογεί. (σ. 77-78).
Συντεταγμένες: Pedro Juan Gutierrez, Trilogia sucia de la Habana, 2005. Στα ελληνικά: Μτφ.: Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, Μεταίχμιο, 2006. 485 σελ. συν άλλες 5 με σημειώσεις της μεταφράστριας.
Πρώτη δημοσίευση εδώ.
08
Φεβ.
08

Μηνάς Βιντιάδης – Ο δράκος κόκορας

Κοιμόμαστε και βλέπω εφιάλτες με βιβλία που πετάνε σαν αερόστατα, θέλω να τα διαβάσω, θέλω να πετάξω, μα δεν τα φτάνω.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Αιγύπτου (1957, Πορτ Σάιντ), θρέμμα Κάσου, βίωμα Αθήνας. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα Τι είπα στην Κλαούντια (1996), Οι τρεις Μαρίες (1999) και Το δεξί Πόδι του Θεού (2003), τον θεατρικό μονόλογο Τάρτα ροδάκινο και διηγήματα σε διάφορες συλλογές. Στο προσωπικό του μπλόγκ (vintiadis.blogspot.com) συστήνεται ως συγγραφέας μυθοπλασιών και άλλων απωθημένων, προσθέτοντας : τα απωθημένα κυκλοφορούν (δυστυχώς) όπου κι εγώ. Δημοσιογράφος.

Προσωπικό ημερολόγιο:
Δηλώνω πιστός αναγνώστης διηγημάτων, όμως το είδος είναι από μόνο του δύσκολο και απαιτητικό: δεν αρκεί να εκφράσεις με λέξεις το επιλεγμένο γεγονός/εικόνα/σκέψη αλλά και να το κάνεις με τα λιγότερα δυνατά στον λιγότερο δυνατό χωροχρόνο. Κυρίως επειδή πρέπει να συμπυκνώσεις την ιστορία σου τονίζοντας τα καίρια στοιχεία και να βάλεις τον αναγνώστη ταχύτατα μες την ατμόσφαιρα που θέλεις. Αν αργήσεις, έχουν περάσει οι σελίδες κι έχει βρεθεί αμήχανος στο επόμενο. Έχω σταμπάρει τον Μ.Β. από παλαιότερα κομμάτια του και καταφέρνει ακριβώς αυτό: σε βάζει μέσα στις ιστορίες του – ενίοτε σου βουτάει το κεφάλι μέσα στο νερό τους. Τον θυμάμαι κυρίως από το Γούρι (που κυκλοφορεί ήδη και σε γερμανική συλλογή) και το Η Σβετλάνα και η Σταματία που ευτυχώς αναδημοσιεύεται εδώ.
Ήρωες: Οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί (και αξίζει!) να γίνει ο πρωταγωνιστής ενός απολαυστικού διηγήματος. Εδώ την τυχερή ομήγυρη αποτελούν ένας φετιχιστής ιατροδικαστής, ένας βοσκός που ερωτεύεται ένα μεταλλικό χελιδόνι, ένας ευαίσθητος πιτσιρικάς που ενηλικιώνεται βίαια, η κοπέλα του φούρνου, ένα πρόστυχο ζεύγος γερόντων, μια Ρωσίδα από τα Τρίκαλα, μια μαρμάρινη μούσα, ένας Άγιος Βασίλης αεροδρομίου, δύο απελπισμένοι μοιχευόμενοι, ένας μοναχικός εργένης που συμπαθεί με την πρώτη ματιά τις πρωταγωνίστριες ερωτικών ταινιών χωρίς να τις θέλει για το κρεβάτι του αλλά δίπλα του, να μείνουν μαζί του στο χωριό, να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά. Και πρώτος μεταξύ ίσων, ο Αρίσταρχος Φουντουκίδης! Όχι ο γνωστός δικέφαλος αλλά ο προϊστάμενος νησιωτικού αεροδρομίου και οι προσωπικές του ενασχολήσεις.

Γοητεία:
Με τον εξομολογητικό τόνο στο φουλ και την προσφιλή μας εναλλαγή μεταξύ σκληρότητας και τρυφερότητας ο Μ.Β. σκιτσάρει επιτυχώς προσωπικές στιγμές (που θα μπορούσαν ν’ ανήκουν στον καθένα), λεπτομέρειες της καθημερινότητας, μικρά και μεγάλα συμβάντα των ζωών μας. Ισορροπεί ανάμεσα σε σκέψεις και παρορμήσεις και, κυρίως, μεταξύ ελαφρότητας και βάρους. Κάποιες φορές γράφει με την σκέψη μικρού παιδιού, και καταλαβαίνετε τι κόντρες ευαισθησίας και σκληρότητας μπορεί να προκαλέσει αυτό. Εντοπίζει το καθημερινό, το παίρνει με χειρουργική λαβίδα, σε παίρνει από το χέρι και αρχίζει την διήγηση. Όπως οι φωτογράφοι έχει τα δικά του φίλτρα: το λυρικό, το κωμικοτραγικό, το παράδοξο. Εκτός από τις καθημερινές ιστορίες υπάρχουν και οι στιγμές που βγαίνεις από αυτό που πρέπει να είσαι, τότε δηλαδή που οι ψυχές αρχίζουν να πριονίζουν τα πήλινα πόδια των ενοχών και να καίνε τις χάρτινες τύψεις για ό, τι έχεις κάνει κι ό, τι ετοιμάζεσαι να κάνεις… Σε αντίθεση όμως με άπειρα διηγήματα που απλώς φωτογραφίζουν στιγμές και στιγμιοτυπούν καταστάσεις, οι ιστορίες του Βιντιάδη έχουν απρόοπτη εξέλιξη και αναπάντεχο τέλος. Συχνά σε κάνει να τρέχεις την ανάγνωση για να δεις την αντεστραμμένη εξέλιξη, που τις περισσότερες φορές δύσκολα μαντεύεται. Το διπλά απρόσμενο τέλος του Ξέρεις από φόβο; είναι χαρακτηριστικό. Τα παρελθοντικά τραύματα του παρελθόντος δεν θάβονται αλλά καίγονται με οινόπνευμα. Και μια εκδρομή Φαρμακευτικού Συλλόγου στην Αλεξανδρούπολη μπορεί να γίνει εξελιχθεί σε λιβιδική πλημμύρα (κομμάτι για ανθολογία ο συντονισμός της ερωτικής συνεύρεσης με τον αναβόσβημα του φάρου). Κορυφαία διηγήματα τα Πλασιέ με ασθενική μνήμη και Η τελευταία έκθεση με θέμα το Θεό. Και επιτέλους, επιτέλους ένα κείμενο για εκείνους που λατρεύουν τα δάχτυλα των γυναικείων ποδιών!
Γραφιστικά: Εδώ στο μόλο που τους κρυφοκοιτάζω… Εφόσον ο Μ.Β. διηγείται εξομολογούμενος, κάποτε επιθυμεί να μιλήσει και με τον αναγνώστη του. Θα διακόψει τον Δράκο κόκορα για να μας πει ότι ξέρει τι μπορεί να σκεφτόμαστε, ενώ λίγο πιο κάτω θα μας αποκαλύψει την διαφωνία συγγραφέα και αφηγητή της ιστορίας. Στο διακειμενικό του παιχνίδι μπαίνουν απρόσκλητοι ο ποιητής Γιάννης Υφαντής και οι Rolling Stones. Απλή γλώσσα, κουβεντιαστή γραφή, δημοσιογραφική γραφίδα.
Απόσπασμα: Λίγα μέτρα από μένα παραμονεύει μια αφορμή για να μελαγχολήσω. Μια εικόνα συνηθισμένη, πολλές φορές, σε βραχυκυκλώνει, μοιάζει σαν ένα κακομούτσουνο σήμερα να χωνεύει το αγαπημένο σου χθες. Άνθρωποι άγνωστοι, ξένοι, μορφές και σχήματα ασύνδετα, αδιάφορα, αιωρούνται σαν ξένα σωματίδια στο δικό σου πεδίο, σαν απρόσκλητοι κομπάρσοι τρυπώνουν στη σκηνή του δικού σου θεάτρου, της μνήμης σου, ρε γαμώτο, και αρχίζουν τους αυτοσχεδιασμούς, υπαγορεύοντάς σου αναμνήσεις. Εσύ ξέρεις πως μιλάνε μια δική τους γλώσσα, ότι αισθάνονται άλλα πράγματα, μα ένα αόρατο χέρι σε καθηλώνει για να δεις στα πρόσωπά τους εσένα κι αυτά που δε ζεις πια, πολλές φορές αυτά που έχασες οριστικά… Από τους εκατό περίπου υποψήφιους επιβάτες που συνωστίζονται στην αίθουσα αναμονής «νούμερο πέντε», αυτοί οι δύο άρπαξαν με το έτσι θέλω τους ρόλους των πρωταγωνιστών, έγιναν οι ιερείς της αταίριαστης με το χώρο και το χρόνο ηδονής, σε μια μικρή κοινωνία μισοκοιμισμένων πιστών. (σ. 145, 147)
Συντεταγμένες: 18 διηγήματα, τα 12 αναδημοσιεύσεις από λογοτεχνικά ή άλλα περιοδικά (Το Δέντρο, Η Λέξη, Εξώπολις), εφημερίδες, συλλογές διηγημάτων κλπ. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006, 148. σελ.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=13768
08
Φεβ.
08

Βίκτωρ Γεροφέγιεφ – Ο καλός Στάλιν

Ο Στάλιν περνούσε όλους τους Ρώσους για παιδιά και αυτοί ήταν πράγματι παιδιά.
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα και πτυχιούχος Μόσχας (1947 – φιλολογία), μελετητής του Ντοστογιέφσκι, εκδότης των έργων τού μέχρι πρότινος απαγορευμένου Nabokov, ένας από τους δυνατότερους συγγραφείς της μετακομμουνιστικής Ρωσίας και ίσως ο γνωστότερος στο εξωτερικό, με δωδεκάδα πολυμεταφρασμένων μυθιστορημάτων. Η κατακόρυφα ανοδική του πορεία συμπίπτει με την αντίστοιχη «πτώση» του πατέρα του και αυτός ακριβώς είναι ο μυθοπλαστικός πυρήνας του Καλού Στάλιν.
Πλοκή: Πώς ξεκίνησαν όλα; Το 1979 μια ομάδα νεαρών σοβιετικών λογοτεχνών (εκτός του Β.Ε. συμμετείχαν ακόμη οι Vassili Axionow, Andrei Bitov, Jevgeni Popov και Fasil Iskander) εξέδωσαν μια συλλογή διηγημάτων και ποιημάτων («Μητρόπολη»), αγνοώντας λογοκρισίες και κρατικούς ελέγχους και βγάζοντας τη γλώσσα στις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Τα καταιγιστικά γεγονότα που ακολούθησαν την αντίδραση του καθεστώτος (που περιγράφονται στην αρχή και το τέλος του βιβλίου) είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή πατέρα και γιου. Με τη μόνη διαφορά πως για τον Βίκτορ η στέρηση της θέσης του στην Ένωση Συγγραφέων (άρα και κάθε ενδεχόμενου έκδοσης των έργων του) διάρκεσε μονάχα λίγα χρόνια. Σήμερα είναι μια αναγνωρισμένη περσόνα που απολαμβάνει τη γραφή στα Die Zeit και New York Review of Books και διασκεδάζει με δική του εκπομπή σε ραδιόφωνο και τηλεόραση. Αντίθετα, για τον πατέρα, υψηλόβαθμο Σοβιετικό διπλωμάτη και πρώην επίσημο διερμηνέα του Στάλιν για τα γαλλικά, αυτό σήμαινε όχι απλώς την ανάκληση από τη θέση του ως πρέσβη αλλά και την πλήρη καταστροφή της διπλωματικής του καριέρας -σύντομα θα διοριζόταν υφυπουργός Εξωτερικών- εφόσον αρνήθηκε να αποκηρύξει το γιο του. Έτσι, το κοινωνικά και λογοτεχνικά αρχέγονο δίδυμο του κακού πατέρα και του καλού ηρωικού γιου αντιστρέφεται και ο Β.Ε. μυθιστορεί όλη την πορεία των γεγονότων, από την παιδική του ηλικία μέχρι την παράδοξη αυτή αντι-στροφή.
Τοπο/χρονογραφικό: Σοβιετική Ένωση, Παρίσι, Βαρσοβία, Ρωσία, 20ος αιώνας.
Αντιήρωες:Ο Βίτια μίλησε! φωνάζει η μαμά. – Θα καταντήσει αντιφρονών, κουνάει το κεφάλι του ο Αντρέι Μιχαήλοβιτς Αγκέντοφ, μελλοντικός βοηθός του Μπρέζνιεφ. (σ. 52).
Κάπως έτσι άρχιζε τις πρώτες του λέξεις ο μικρός Βίτια, προτού βυθιστεί σε μια προνομιούχο νεότητα (ένα κοινό σημείο με τον αγαπημένο του Ναμπόκοφ). Μια περίοδο χωρίς ιδιαίτερες έγνοιες αλλά με προσεκτική παρατήρηση του πατέρα του, που ανά πάσα στιγμή δεχτεί τηλεφώνημα μες τη νύχτα τρέχει στον «πατερούλη» τού Κρεμλίνου (απολαυστική η σκηνή όπου γλιστράει τρέχοντας στον καλογυαλισμένο διάδρομο του ανακτόρου, κατά τη συνεδρίαση κρύβει το ματωμένο του χέρι, αλλά ο Στάλιν το έχει ήδη εντοπίσει και ειδοποιεί με μυστικό κουμπί κάτω από το τραπέζι τον 24ωρης ετοιμότητας γιατρό!). Στην ουσία ο Βίκτορ καλοπερνούσε: έκανε διακοπές σε ντάτσα, είχε προσωπικές νταντάδες (που τον μύησαν στις θωπείες του γυναικείου σώματος, όπως περιγράφει σε μια σπαρταριστή σκηνή στα «μπάνια») και έζησε και στο Παρίσι ακολουθώντας τον πατέρα του – μια πόλη που δεν ήταν απλώς ο παράδεισος των μικρών πραγμάτων αλλά και ένας τόπος γνωριμιών με προσωπικότητες όπως ο Πικάσο, ο Αραγκόν, ο Υβ Μοντάν, η Σιμόν Σινιορέ. Έτσι, αυτός ο νεαρός ευνοούμενος του καθεστώτος δεν επαναστατεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Στην ουσία αφυπνίζεται σταδιακάκαι αναπόφευκτα, με μόνους οδηγούς τη λογική και την ορθή σκέψη. Του είναι αδύνατο να μην τις χρησιμοποιεί, μόνο που αυτές είναι κάτι άγνωστο στους υπόλοιπους. Ως ενήλικος πλέον θα σαρκάζει σε κάθε ευκαιρία την επιθυμία του ρωσικού λαού να έχει έναν καλό, αυστηρό «πατέρα» ή, κατά παράδοση, να θεωρεί τον ηγέτη του ως θεό. Σε πρόσφατη συνέντευξή του τονίζει πως με τον Πούτιν το βιολί συνεχίζεται. Ο άλλος αντιήρωας, ο πατέρας, αποτελεί ένα υπόδειγμα ψυχραιμίας και μοιρολατρίας, σε σημείο να συγχωρήσει με παροιμιώδη ευκολία το γιο του, αποδεχόμενος τη μοίρα του, όπως έκανε πάντα.
Το να είσαι ελεύθερος στην πιο γελοία χώρα του κόσμου είναι απαράμιλλα διασκεδαστικό. Σε άλλες χώρες ζούνε σοβαροί άνθρωποι, που φέρουν το βάρος των ευθυνών τους, σαν καλογεμισμένοι νεροκουβάδες, σε μας όμως ζούνε αστείοι, αμετάφραστοι σε άλλες γλώσσες μουζίκοι, κυράτσες, αστυνόμοι, διανοούμενοι, κολχόζνικοι, πρεζόνια, ηλίθιοι, προϊστάμενοι και άλλοι παρόμοιοι μαλάκες. Οι γελοίοι άνθρωποι δεν χρειάζονται ελευθερία … Όποια ιδιοφυή ιδέα και να επινόησε Ρώσος, πάντα ήταν ιδιοφυώς γελοία. Βάλθηκαν να στήσουν την Τρίτη Ρώμη, να αναστήσουν τους προγόνους τους, να χτίσουν τον κομμουνισμό. Και σε τι δεν πίστεψαν! Στον τσάρο, στους λευκούς αγγέλους, στην ιδέα της Ευρώπης, της Αμερικής, στην ορθοδοξία, στο ΝΚVD, στην οικουμενικότητα, στην οπστσίνα, στην επανάσταση, στην αποκλειστικότητα του έθνους τους – σε όλα και σε όλους πίστεψαν εκτός απ’ τους ίδιους τους εαυτούς τους. (σ. 14)
Εργαστήρι: Ο Γεροφέγιεφ στέκεται απέναντι σε κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας και ευγενικής γραφής. Ανασύρει τα γεγονότα απευθείας από τη μνήμη του και τα περνάει αμέσως στο χαρτί. Μπορεί να πηγαίνει από το ένα θέμα στο άλλο, να αναπαριστά διαλόγους, να περιγράφει εικόνες, όλα υπό μορφή ενός προφορικού ημερολογίου. Παραδόξως αρνείται πως αυτοβιογραφείται και το χαρακτηρίζει ως απλό μυθιστόρημα.
Γοητεία: Η Ιστορία μένει διακριτικά στο πίσω μέρος της σκηνής, εισχωρώντας ύπουλα στην καθημερινότητα της οικογένειάς του – κι ίσως έτσι (ή σίγουρα και έτσι) θα πρέπει να μελετώνται οι σύγχρονες Ιστορίες. Έτσι έχουμε την ευκαιρία να κρυφοκοιτάξουμε ορισμένες απίστευτες ιστορίες του καθεστώτος: την καθαίρεση του Χρουστσόφ από τον Στάλιν λόγω έλλειψης δημοσίων αποχωρητηρίων, την επιμονή του τελευταίου να καλλιεργήσει λεμόνια ανθεκτικά στην παγωνιά («μια μεταφυσική απαίτηση, αντάξια ενός πρώην υποτρόφου ιεροδιδασκαλείου»), την ανεπιτυχή προσπάθεια του Μόλοτοφ να αλλοιώσει τα γραπτά του Έρενμπουργκ και το συναρπαστικό μεταξύ τους διάλογο, αλλά και τη σαδιστική συνήθεια του Μ. να συλλαμβάνει τις γυναίκες των ανωτέρων υπαλλήλων με επινοημένες κατηγορίες για να τον παρακαλούν απελπισμένοι και να τους απαντά να μη στενοχωριούνται, θα τους βρει άλλη γυναίκα! Νάτην η Ζεμζούτσινα τη μια μέρα να πίνει σαμπάνια στη δεξίωση του Κρεμλίνου με το βαθύ της ντεκολτέ …και την επόμενη στη Λουμπιάνκα να τεντώνει, γυμνή, τον ποπό της στον γιατρό της φυλακής (σ. 138).
Ο αντίλογος σε αυτό το καυστικό ρωσογράφημα αφορά το γεγονός ότι ο συγγραφέας πνέει τα μένεα κατά του καθεστώτος, έχοντας στο έπακρο ωφεληθεί από τα προνόμια που του παρείχε. Δεκτόν, αλλά ακόμα κι έτσι τον προτιμώ: ως έναν average αντιήρωα που δε διατείνεται στον σπουδαίο, αλλά διαλαλεί τις αδυναμίες του, τις φαυλότητές του, ακόμα και μια έλλειψη ηθικών αρχών. Που το μόνο που ψάχνει είναι να δώσει μια απάντηση πώς γίνεται και σήμερα ο Στάλιν παραμένει ο θετικότερος ήρωας των Ρώσων και ορισμένοι φιλούν ακόμα τις προτομές του, όπως βλέπω δίπλα. Τουλάχιστο φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά την αενάως ρευστή θέση μας μέσα στην Ιστορία: Ποιος είμαι εγώ που θα κρίνει τα σημεία του 20ου αιώνα; Ένας πυροβολισμός ή μια φουρνιά ακόμα στο Άουσβιτς και μπορεί και να μην υπήρχα. Οι αυτοθυσίες δεν μετράνε εκ των υστέρων. (σ. 72)
Απoσπάσματα: Οι σοσιαλρεαλιστές είχαν καταλάβει τη ρωσική ψυχή, το ανεξάντλητο απόθεμα ενθουσιασμού της, με το οποίο θα μπορούσε κανείς να κάνει τον γύρο του κόσμου σαράντα φορές. (σ. 129)
Ο μπαμπάς μου δεν αρρώσταινε ποτέ. Το να αρρωστήσεις στην γραμματεία του Μόλοτοφ θεωρούνταν ένα είδος διατάραξης της κομματικής πειθαρχίας και ο μπαμπάς ήταν πειθαρχημένος κομμουνιστής. – Ο πειθαρχημένος άνθρωπος, έλεγε ο Μόλοτοφ στους συνεργάτες του, δεν κρυολογεί ποτέ, γιατί διαχειρίζεται το ρουχισμό του και την συμπεριφορά του με υπεύθυνο τρόπο. Δεν πρόκειται ποτέ να κάτσει στο ρεύμα ή να βγει έξω στο κρύο χωρίς παλτό. (σ. 116)

Η απεριόριστη εξουσία μεθάει τον κόσμο. Η συναναστροφή με τον εξουσιαστή σημαίνει να είσαι ένας απ’ τους εκλεκτούς, να ανήκεις στην αφρόκρεμα της ιστορίας. Όταν σκέφτομαι λογικά, καταλαβαίνω ότι όλα αυτά τα δειλά κατακάθια, τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου που χαμογελάνε στον πατέρα, όλοι αυτοί οι Βοροσίλοφ, οι Καγκανόβιτς, οι Μπέρια δεν είναι παρά μια αγέλη λύκων που αν βρίσκονταν σε ένα ξέφωτο, στο φεγγαρόφωτο, μέσα στα χιόνια θα μπορούσαν να ξεσκίσουν τον πατέρα μου σε χίλια κομμάτια. Ακούω τα ουρλιαχτά τους.. Τι θα τους έκανα; Θα τους σκότωνα. Δεν έχω να πω τίποτα μαζί τους. Παρ’ όλα αυτά όμως λιώνω, νιώθω μια γλύκα. Είναι κάτι σαν οργασμική αυταπάτη. (σ. 120-121)

Συντεταγμένες: Viktor Erofeyev, Good Stalin, 2004. Ελληνική μετάφραση: Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, σ. 476, εκδ. Ποταμός 2004./Πρώτη δημοσίευση εδώ.
08
Φεβ.
08

Αναστάσης Βιστωνίτης – Λογοτεχνική γεωγραφία. Τόποι, πόλεις, άνθρωποι

Να πιστεύετε τους ποιητές της νεότερης εποχής μόνο όταν οι ίδιοι πιστεύουν στα ψέματά τους, σαν αυτόν τον δύσθυμο αρλεκίνο, τον αστρολόγο ανύπαρκτων αστερισμών, που έζησε και πέθανε μέσα στα γραπτά του, φοβερίζοντας τους ήρωες που ο ίδιος δημιούργησε ότι θα τους πάρει μαζί του στον τάφο (σ. 183, Λισαβόνα. Από τον Πεσόα στον Καμόενς).

Εισιτήριο: Στην λογοτεχνική αυτή γεωγραφία συγκεντρώνονται κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο Βήμα (2004 – 2005). Ο συγγραφέας ήδη από την εισαγωγή μας κάνει φανερό σε ποιο είδος ταξιδιώτη ανήκει: του αρέσει να αφήνεται στην σύμπτωση, στην περιπέτεια του τυχαίου, δεν χρησιμοποιεί χάρτες ή οδηγούς, δεν προγραμματίζει τίποτα. Με αυτή την κίνηση από τον πραγματικό στον επινοημένο κόσμο και αντίστροφα επικεντρώνει στην αδιόρατη αλλά πλέον γοητευτική πλευρά των πόλεων: εκείνη των συγγραφέων και των έργων τους. Αν ο περιπατητής, ο πλάνης, αυτός που περνάει άσκοπα και αθόρυβα μέσα από τον αδιόρατο ιστό της πόλης, είναι εκείνος που μπορεί να οικειοποιηθεί τη λεπτομέρεια και το αφανές, τότε ο Βιστωνίτης γίνεται ο ιδανικότερος ξεναγός μας σε αυτή την πρωτότυπη χάρτινη περιπλάνηση.

Χαρτογράφηση: Πόλεις των συγγραφέων – σπλάχνων τους: το Βερολίνο του Μπρεχτ και του Ντέμπλιν, το Άμστερνταμ των Μούλις και Νοότεμποομ, το Παρίσι του Καμί και του Σαρτρ, το Λονδίνο της Γουλφ και του Ντίκενς, η Βαρσοβία του Σίνγκερ και του Λεμ, η Ρίγα του Αϊζεστάιν και του Μπερλίν, η Βιένη του Μπέρχαρντ και του Χάντκε, η Λισαβόνα του Πεσόα και του Καμόενς, η Κωνσταντινούπολη του Γιασάρ Κεμάλ, η Ζυρίχη του Ντίρενματ και του Μαξ Φρις, η Τεργέστη του Σβέβο και του Μάγκρις, η Βουδαπέστη του Λούκατς, η Ρώμη της Μοράντε, του Μοράβια και του Παζολίνι, το Βελιγράδι του Πάβιτς, το Μεξικό του Οκτάβιο Πας, το Όσλο του Χάμσουν, η Μόσχα του Τσέχοφ, η Πράγα του Κάφκα, του Χράμπαλ και του Κούντερα.

Αλλά και πόλεις των συγγραφέων – επισκεπτών τους: η Μαδρίτη του Κέσλερ, του Μαλρό, του Χεμινγουέι και του Όργουελ, το Σικάγο του Μπέλοου και του Ντράιζερ, η Βαρκελώνη του Γκαρσία Μάρκες και του Βάργκας Λιόσα, το Κάιρο του Γκρέιβς, η Βενετία του Μπρόντσκι και του Ώντεν, το Κογιοακάν του Τρότσκι και του Βικτόρ Σερζ, το Μεξικό του Κάλας και του Μάλκολμ Λόουρι, η Νέα Ορλεάνη του Φώκνερ και του Καπότε. Και, τέλος, πόλεις των κινημάτων: η Βαρκελώνη του μοντερνισμού και των πειραμάτων, η Ζυρίχη του νταντά και του Καμπαρέ Βολτέρ. Κι ακόμη, Δουβλίνο και Πάδοβα, Μόναχο και Βίλνιους, Κέιπ Τάουν και Μπαλί, Σίδνεϊ και Κογιοακάν, Πεκίνο και Γάνδη. Πόλεις μήτρες και πόλεις καταφύγια. Και η Πετρούπολη δεν ανήκει μόνο στον Ντοστογιέφσκι και στον Μπλοκ αλλά και στους κυνηγημένους Μαντελστάμ, Αχμάτοβα, Μπρόντσκι.

Γοητεία: Με τα μάτια του Βιστωνίτη βλέπω τις πλατείες της Λουμπλιάνα όπου δεσπόζουν όχι αγάλματα πολιτικών και στρατηγών αλλά ποιητών και πεζογράφων. Τον ακολουθώ καθώς αναζητά στην Τεργέστη τα εννιά σπίτι όπου έζησε κι εμπνεύστηκε τον Οδυσσέα ο Τζόις, καθόμαστε στο καφέ όπου σχεδόν ζούσε ο Σνίτσλερ και ψάχνουμε ματαίως στην Βοϊβοντίνα τα ίχνη των τόπων και των ανθρώπων που περιγράφει ο Ντανίλο Κις. Βιώνουμε την απόλυτη ησυχία ένα βράδυ στο Ελσίνκι, που αντιστρέφοντας τον Μπρόντσκι, θα έλεγες πως μπορούσες να ακούσεις τον ήχο ενός κουταλιού που πέφτει στην Πετρούπολη. Κι ένα βράδυ στο Κίεβο του 1983 αναζητούμε το σπίτι του Μπουλγκάκοφ, ο ταξιτζής μας αφήνει σε άλλο σημείο (δεν κατάλαβε ή έκανε πως δεν κατάλαβε) και κάποια στιγμή πίσω από τα βαριά κτίσματα και τις αφώτιστες εκκλησίες βλέπουμε σκηνές από τη ζωή του συγγραφέα. Ειδικά εκείνο το τηλεφώνημα που του έκανε νύχτα, όπως το συνήθιζε, ο Στάλιν απορώντας, δήθεν, για ποιο λόγο δεν κυκλοφορούν τα βιβλία του. Και καταφεύγουμε στο αλλοτινό άντρο ρομαντικών και κατασκόπων που λεγόταν Οδησσός, εκεί από όπου ξεκίνησε ο Καντίνσκι και ο Τρότσκι, εκεί όπου έζησαν ο Μπούνιν, ο Μπάμπελ, ο Κατάγιεφ.

Εικόνες, εικόνες… Ο Τόμας Μαν ξοδεύει ατέλειωτες ώρες στα νοσοκομεία του Μονάχου μελετώντας ακτινογραφίες φθισικών, για να είναι απόλυτα ακριβής στις συγκλονιστικές περιγραφές των ασθενών του Μαγικού βουνού. Ο Μίκα Βάλταρι επιστρέφει στο Ελσίνκι γράφοντας ανάμεσα σε νοσηλείες κατάθλιψης αμέτρητα ιστορικά μυθιστορήματα ως άλλοθι για να μιλήσει για τον εαυτό του και την κρίση της Ευρώπης. Ο Τολστόι γράφει επί δέκα χρόνια σε ένα χαμηλό τραπεζάκι με μικροσκοπική καρέκλα στην Γιασνάγια Παλιάνα το Πόλεμος και Ειρήνη, προτού ζήσει σαν πληβείος τα τελευταία χρόνια της ζωής του και πεθάνει από πνευμονία λόγω βαριάς νεροποντής σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Η πνευματικά καθυστερημένη κόρη του Τζέιμς Τζόις αναρωτιέται, λίγο μετά την ταφή του πατέρα της «Τι κάνει ο ανόητος κάτω από το χώμα; Πότε θα αποφασίσει να βγει από εκεί μέσα;». Νεαροί μαύροι και Πορτορικανοί τα μεσημέρια πουλούν κοκαΐνη έξω από τη Γουόλ Στρητ στους εξουθενωμένους γιάπηδες του χρηματιστηρίου, στο κατά Ντον Ντελίλο σηματολόγιο του μεγάλου κοιμητηρίου που το λέμε 20ό αιώνα, τη Νέα Υόρκη.

Γκράφιτι: Τα τραύματα μιας εποχής καταντούν κουτσομπολιά του επόμενου αιώνα. // Πάνω στους τόπους και πάνω στα βιβλία και τα κείμενα βρίσκεται χαραγμένο το οικόσημο της φαντασίας. // Η ιστορία της εποχής μας γράφεται με σφαίρες (Τσου Εν Λάι). // Δεν υπάρχει χειρότερη εξορία από το σπίτι σου (Ούμπα Θάντο Μιτσιμκούλο) // Ο χρόνος μεταβάλλει τον τρόμο σε στατιστική.// Η ιστορία της αποικιοκρατίας γράφεται στα μπαρ των μεγάλων ξενοδοχείων (γκαρσόνι του μπαρ των συγγραφέων στη Σιγκαπούρη).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Κομοτηνή, 1952. Ποιητής, πεζογράφος (Φάσματα φθοράς (αφηγήματα), Πεκίνο (Το ρόδο και ο λωτός), Η κοίτη του χρόνου (Τόποι, πόλεις, άνθρωποι), Το τρένο της λογοτεχνίας), δοκιμιογράφος (Η κρίση και η καταστολή, Οι σημαίες του αναχρονισμού, Ex libris), μεταφραστής, κριτικός λογοτεχνίας, αρθρογράφος και γραφιτέχνης. Πολιτικός συντάκτης και αρχισυντάκτης της καθημερινής ελληνοαμερικανικής εφημερίδας Πρωινή στη Νέα Υόρκη (1983-1988).

Αποσπάσματα:
Η φοβερότερη λέξη για το τίποτα είναι ισπανική: nada. Σαν μαύρη τρύπα στο διάστημα. Την είπε ο Γκόγια, λες και αποκάλυπτε το όνομα του δαίμονά του, πέρασε στην κεντρική Ευρώπη, έγινε ο εφιάλτης πρώτα του Κάφκα κι έπειτα του Μπροχ, κι έριξε τον Πάουλ Τσέλαν στο σκοτάδι του Σηκουάνα το 1970, την ημέρα των γενεθλίων του Χίτλερ. Να η εποχή των δολοφόνων χωρίς τον Ρεμπό. Nada. (σ. 180)

Αν «το λίκνο αιωρείται πάνω από την άβυσσο, τότε, όπως γράφει ο Μπρόντσκι στο Χρονικό μιας μετονομασμένης πόλης, «όταν σκέφτεσαι την Πετρούπολη, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το φανταστικό από το πραγματικό». Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση μιλάει ο αυτοεξόριστος, όμως η χειρότερη μορφή εξορίας είναι εκείνη που εκατό χρόνια νωρίτερα με παγερή απελπισία όρισε ο Γκόγκολ: εξορία σημαίνει να είσαι ξενος στην ίδια σου τη χώρα…
Αν δεν έχεις δει την Πετρούπολη, δύσκολα αντιλαμβάνεσαι το ρόλο που παίζει η τοπογραφία στα μυθιστορήματα του Ντοστογέφσκι. Μόλις όμως κάνεις την πρώτη βόλτα στη λεωφόρο Νιέφσκι, ο Κιρίλοφ, ο Σταβρόγκιν, ο Ρασκόλνικοφ, ο Μαρμελαντόφ, όλοι οι ήρωες εκείνου του επιληπτικού άρχοντα και οργισμένου πληβείου, που τη μια στιγμή γονάτιζε συντετριμμένος μπροστά στα εικονίσματα και την αμέσως επόμενη ακουμπούσε στη ρουλέτα τα χρήματα που κέρδισε γράφοντας με φρενήρεις ρυθμούς τα αριστουργήματά του, περνούν από δίπλα σου ή κρύβονται στην είσοδο ενός απόμερου κτιρίου, για να μοιράσουν σε ίσα μερίδια το περιεχόμενο μιας μπουκάλας βότκα που μόλις αγόρασαν ρεφενέ… (σ. 53-54).

Επίγραμμα: Ο Βιστωνίτης ελπίζει ο αναγνώστης να έχει την ευχέρεια να συμπληρώσει ή να προεκτείνει τον δικό του περίπλου κατά βούληση, ακόμα και να τον αλλάξει. Πραγματικά, ο καθένας μας μπορεί και αξίζει να φτιάξει μια δική του, παρόμοια βίβλο γεωγραφίας, αυτής της «κατεξοχήν περιοχής της μνήμης». Αυτό το πολύτιμο τομάκι, που χωράει σε μια τσέπη, γίνεται το ιδανικότερο διαβατήριο – εγχειρίδιο για να μάθουμε να βλέπουμε ταξιδεύοντας. Εδώ το μότο του Πολ Μοράν ταιριάζει όσο ποτέ: Όλες αυτές οι Λάικα, οι Τσάις – δεν έχουν πια μάτια οι άνθρωποι;

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2007, σ. 256. Περιλαμβάνεται το ποίημά του Adagio (από την συλλογή Ο ήλιος στην τάφρο).

Πρώτη δημοσίευση εδώ. Στις φωτογραφίες: Ντανίλο Κις, Τόμας Μαν, Γιόζεφ Μπρόντσκι (Λένινγκραντ, 1964) και ο συγγραφέας.



Φεβρουαρίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
2526272829  

Blog Stats

  • 999.231 hits

Αρχείο

Advertisements