Phillip Boa & the Voodoo Club – Diamonds Fall (Constrictor, 2009)

 

Είκοσι και παραπάνω χρόνια πίσω, μεσημέρι στο Happening, ο ήλιος μπαίνει από τα μικρά παράθυρα ψηλά στον τοίχο, κι εγώ βρίσκομαι τραγικά αναποφάσιστος ανάμεσα στα βινύλια. Με παίρνει μόνο για ένα, που θα πρέπει να με συντροφεύει για το επόμενο εξάμηνο κι έχω ήδη βάλει στην άκρη 5-6 – μέχρι που βλέπω το ζωγραφισμένο εξώφυλλο των Philip Boa & the Voodoo Club. Τους έχω ακούσει από τους Νυχτερινούς του Τρίτου (με τους αξέχαστους τίτλους – σιδηρόδρομους), με έχουν κερδίσει, ορμάω. Αργότερα κατάλαβα πως είχα στα χέρια μου την Γερμανική έκδοση (Philister) κι όχι την αγγλική, που ακολούθησε ένα χρόνο μετά (Philistrines). Αρχικά με ξένισε αλλά μετά έμαθα στη γοητεία του αρχικού πρωτότυπου – εθίστηκα άλλωστε τόσο σ’ εκείνο όσο και στο Aristocracy που βγήκε ένα έτος αργότερα.

Ξεκίνησαν το 1985 στην Δυτική – φυσικά – Γερμανία το 1985 από τον Philip Boa, την τραγουδίστρια / κημπορντίστρια Pia Lund, τον κρουστοφόρο Voodoo και τον προγραμματιστή Der Rabe, κυκλοφορούσαν στην δική τους Constrictor αλλά σύντομα η Γερμανική Rough Trade τους γνώρισε στην Red Flame που τους διέσπειρε στα ποπ βασίλεια, και δεν σταμάτησαν όλα αυτά τα χρόνια να κυκλοφορούν δίσκους ποιοτικά άνισους μεταξύ τους αλλά πιστούς στο αρχικό τους στιλ. Εκείνη η πανέξυπνη ποπ με τα γκροτέσκα στοιχεία, την εκκεντρική εκφορά, τους τραγικωμικούς (όχι κωμικοτραγικούς!) στίχους και τα αξέχαστα ιλουστρασιόν ρεφρέν υπήρξε πάντοτε το στοιχείο τους.

B52s αστειότητες, Talking Heads ρυθμολαγνεία, Can εκτροχιασμοί, Fall ανορθοδοξία, XTC ποπ, Wire σοφιστικε-ία, Wolfsheim ηλεκτρονικότητα, πιθανώς όλα απορροφήθηκαν στον τίτλο της Pop Avant Garde που έκτοτε τον συνοδεύει. Έτσι κι εδώ, όπου τους βρίσκουμε όμως στον γνωστό δυισμό τους: από τη μία οι όμορφες ευκολομνημονευτότατες μελωδίες τους ξεχειλίζουν από παντού, αλλά συχνά τις σπαταλούν έως καίνε ως πρόχειρα ρεφρέν σε σχεδόν παιδικά τραγούδια, που σε κερδίζουν μα όχι ολοκληρωτικά– όπως π.χ. στο ομώνυμο, το DJ Baron Cabdriver, το The Race is over (πιο ποπ εκδοχή των Apoptygma), το Valerian.

Όταν όμως αποφασίσουν να κατρακυλήσουν σε μια πιο σκοτεινή πλευρά της ποπ, που με το ένα μάτι κοιτάζει το φως και με το άλλο τα βάραθρα, τότε εκεί τα πράγματα γίνονται πολύ πιο ενδιαφέροντα, αν λάβει κανείς υπόψη κι όλες αυτές τις στοιχειωτικές μεταφορές των ιστοριών του. Τότε ο κόσμος πραγματικά γίνεται απειλητικός κι όχι άπιστος – όπως στο The World has been unfaithful (δεν μοιάζει να βγαίνει από το Ocean Rain των Bunnymen;), η ρυθμολογία του Coppergirl θα θυμίσει τους ύστερους Wire, και η γοητεία του Jane Wyman θα κρατήσει κι άλλο τον Colin Newman αλλά προς τους συγγενείς του Minimal Compact. Κατόπιν η (αυτοβιογραφική;) Ballad of Pia and Toett θα σας δείξει από πού εμπνέονται οι Ladytron, που εκστασιάζουν τον κόσμο με εκείνα που έκανε ο Boa είκοσι χρόνια πριν, αλλά that’s how the story goes. Κι εγώ στο εξής θα πετάω πάνω απ’ την πόλη με το Lord have Mercy with the 1-eyed, το απόλυτο αιωρο-τράγουδο!

Δεχόμαστε τις ανεπάρκειές σας Φίλιππε Βόα, Ρωμαίε της Γερμανικής Ποπ, και Πία Λούνδα, Ιέρεια της Συγκλήτου του. Και πάντα σας κρατάμε ανοιχτό το Μαύρο Φως, όπως μας ζητάτε στο τελευταίο σας μαγευτικό τραγούδι.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Κάρλος Σαμπάγιο, Τη χρονιά που δραπέτευσε το λιοντάρι

Ο Carlos Sampayo (Μπουένος Αϊρες, 1943) μάς είναι γνωστός από την συνεργασία του με τον Αργεντινό σχεδιαστή Jose Munoz (βλ. τις κόμικ σειρές Alan Sinner, Le Bar a Joe και το άλμπουμ Billie Holiday). Εξόριστος στην Ευρώπη από τη δεκαετία του ’70 (Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία, όπου ζει σήμερα), ασχολείται ευρύτερα με το σενάριο και την κριτική λογοτεχνίας και μουσικής, παλαιότερα και με την ποίηση. Όπως είναι αναμενόμενο, η πλούσια σκευή του είναι εμφανέστατη σ’ ετούτο το πρώτο του, βαθύτατα πολιτικό μυθιστόρημα. Η πλοκή (πυρήνα της οποίας αποτελεί η αναζήτηση ενός ναζί εγκληματία από τρεις ιδεαλιστές ανατολικοευρωπαίους «πράκτορες») εμποτίζεται με στοιχεία νουάρ, αστυνομικού και κατασκοπικού μυθιστορήματος αλλά και μαύρης κωμωδίας, ενώ η περιγραφή της ταυτόχρονης και παράλληλης δράσης των ηρώων συχνά θυμίζει κινηματογραφικές τεχνικές.

Τα πρόσωπα του μύθου αποτελούν ένα σύνολο από εξαιρετικά ενδιαφέροντες χαρακτήρες: από τον Λεόν Φερράρα επιδέξιο χορευτή ταγκό και πορτοφολά μέχρι τους δίδυμους Αλεξ και Αδόλφο, αυτόκλητους εξυγιαντές της κοινωνίας (αποστολή που περιορίζεται όμως στις μικρότερες κλίμακες του εγκλήματος) και από τις σενιόρες και σενιορίτες της πανσιόν όπου ζουν οι περισσότεροι μέχρι τα τρία διαφορετικά πορτρέτα των αστυνομικών: του έντιμου Κασάρες, του διεφθαρμένου Μαργαρίδα και του δουλικού Λαρρανιάγα – αποφεύγοντας έξυπνα το στερεότυπο του αρνητικού καθεστωτικού αστυνομικού. Οι περισσότεροι είναι γνώστες της γλώσσας των παραβατών, σαρκάζουν και αυτοσαρκάζονται ανελέητα, μαθαίνουν να ασκούνται στην αναμονή ακόμα κι όταν όλα εξελίσσονται ανεξάρτητα από τη θέλησή τους, ενώ στις δύσκολες στιγμές τους εύχονται να ήταν απλά ιδιοκτήτες καπνοπωλείου ή διευθυντές στιλβωτηρίου ή απλά αφήνονται στις εμμονές τους (ο Φερράρα συχνά ακούει τανγκό μέχρι να κάψει τις λυχνίες του Wincofon του).

Ανάμεσά τους κυκλοφορεί ένα …λιοντάρι, περιφερόμενος δραπέτης του τσίρκου, περισσότερο αμήχανος παρά απειλητικός. Πέρα από προφανείς συμβολισμούς (οι πραγματικά επικίνδυνοι υποδεικνύουν άλλους ως τέτοιους, το άγριο θηρίο προκαλεί λιγότερους κινδύνους από ορισμένους ανθρώπους) και παραλληλισμούς (ορισμένοι χαρακτήρες φαίνονται εξίσου μοναχικοί ή και κυνηγημένοι, όπως κι εκείνο), το λιοντάρι αποτελεί έναν ιδιότυπο μάρτυρα των θλιβερών τεκταινόμενων στους δρόμους και τα οικόπεδα της πόλης. Η φευγαλέα διασταύρωσή του με κάποια πρόσωπα φέρνει στην επιφάνεια τις φοβίες ή προκαλεί τα πικρόχολα σχόλιά τους, ενώ η επιστροφή του στο τσίρκο δεν μπορεί παρά να είναι και αυτή συμβολική: οι αγριότητες που διαπράττονται στα πεδία της «ελευθερίας» μοιάζουν χειρότερες από εκείνες του εγκλεισμού του.

Όμως ο Μουνιόζ δεν περιορίζεται σε μια λογοτεχνική μετάπλαση των εικαστικών του εμμονών, αλλά τις χρησιμοποιεί να γράψει για την αγαπημένη του πόλη και τις ανεπανόρθωτες πληγές που της προκάλεσε η ζοφερή πολιτική της μοίρα. Εδώ το Μπουένος Αϊρες απογυμνώνεται από την λογοτεχνική του αίγλη, για να βυθιστεί σε μια ρεαλιστική, παρακμιακή απεικόνιση. Το ποτάμι αναδίνει αναθυμιάσεις αποσύνθεσης και τα προάστια είναι θλιβερά, με απρόσωπα σπίτια και έρημους δρόμους. Στο Μπούενος Άιρες του 1957 ένα άλλο στρατιωτικό καθεστώς έχει αντικαταστήσει τη δικτατορία του Χουάν Περόν. Η χώρα αποτελεί τον μεταπολεμικό υποδοχέα των ευρωπαίων φασιστών.

Η σκιαγράφηση των φανερών αλλά και των λιγότερο προφανών όψεων του ολοκληρωτισμού, από το κλίμα διάχυτου φόβου και μελαγχολίας έως την καθοριστική τους συμβολή στην ανθρώπινη ζωή, αποτελεί το γοητευτικότερο στοιχείο του μυθιστορήματος. Οι ριπές αυτόματων όπλων από ελεύθερους σκοπευτές (που προφανώς επιθυμούν να εκκαθαρίσουν την πόλη από κάθε αντιφρονούντα) δεν είναι παρά ένα ακόμα ακουστικό στοιχείο του περιβάλλοντος. Η διαφθορά απλώνεται παντού, ομάδες εκτελεστών δρουν ανεξέλεγκτα, η πρέσα του βιβλιοδέτη (ως όργανο βασανισμού) αποτελεί μόνιμη απειλή για κάθε παραβάτη.

Κάθε ανάλογο καθεστώς έχει ανάγκη από εχθρούς: από τον «Φυγάδα Τύρρανο» (ο Περόν ποτέ δεν κατονομάζεται) που όλοι θεωρούν υπεύθυνο για την άθλια κατάσταση της χώρας μέχρι εκείνους που απολαμβάνουν παράνομα τον έρωτα. Ο Μαργαρίδα μπαίνει χωρίς ένταλμα στα επιπλωμένα δωμάτια – ερωτικές φωλιές των ζευγαριών για να διαπιστώσει τη νομιμότητα του ζευγαρώματος. Είναι άλλωστε γνωστή η εμμονή των φασιστικών καθεστώτων με τον έλεγχο της δημόσιας «ηθικής» και την απέχθεια προς οτιδήποτε σχετίζεται με την ερωτική ζωή και τη σεξουαλικότητα.

Η έκφραση της διαβρωτικής παρουσίας του ολοκληρωτισμού δεν περιορίζεται στις καθημερινές του εκδηλώσεις στην λατινοαμερικανική χούντα, ούτε στους ελάσσονες φορείς του. Οι διώκτες των ναζί έχουν ανάλογα κυνηγηθεί από τον σταλινισμό· δεν έχουν απλά πληγωθεί από τα ματαιωμένα τους οράματά του παρελθόντος, αλλά τα μικρόβια του φόβου και της καχυποψίας συχνά καθορίζουν το παρόν τους. Ένας από αυτούς, ο Βάλτερ, εξαιτίας μια σατανικής σύμπτωσης θα αποδιώξει τον νέο του έρωτα, βέβαιος πως πρόκειται για διατεταγμένο πρόσωπο των σοβιετικών υπηρεσιών. Τα παραπάνω αποτελούν το αντικείμενο του συναρπαστικού πέμπτου, παρενθετικού κεφαλαίου, όπου και οι πρωταγωνιστές προβληματίζονται πάνω στην εκδίκηση. «Ας μην τους σκοτώσουμε, αλλά ας τους εμποδίσουμε να ξεχάσουν».

Στο τέλος το λιοντάρι έχει μεν «παραδοθεί» αλλά διαδίδεται πως κυκλοφορεί ελεύθερη η λέαινα. Η απόδρασή της είναι σχεδόν απαραίτητη, εφόσον ένας ακόμα αποδιοπομπαίος τράγος θα χρεωθεί μερικούς φόνους και ο απλός κόσμος θα πρέπει να συζητά για κάτι – η κυκλοφορία εφτά περιοδικών σινερομάντζων δεν αρκεί. Όμως παραβάτες θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Γιατί «με τέτοιους εκπρόσωπους της τάξης, θα υπάρχουν πάντα κλέφτες και παράνομοι» (σ. 114).

Συντεταγμένες: Κάρλος Σαμπάγιο, Τη χρονιά που δραπέτευσε το λιοντάρι, εκδόσεις Πόλις, μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, σελ. 320.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 17 (άνοιξη 2009).