Ντέιβιντ Πις – Καταραμένη ομάδα

Ο Μπράιαν Κλαφ υπήρξε μια συναρπαστική όσο και «δύσκολη» προσωπικότητα. Όσοι «ανατραφήκαμε» με το αγγλικό ποδόσφαιρο τον γνωρίσαμε ως προπονητή της Ντέρμπυ και της Νόττινχαμ Φόρεστ, ομάδες που οδήγησε από την δεύτερη κατηγορία στην κορυφή του πρωταθλήματος Αγγλίας και Ευρώπης αντίστοιχα. Σε αυτή την πορεία από την κορυφή στον παράδεισο και τανάπαλιν, η παρουσία του ήταν καταλυτική. Εμψυχωτής δικτάτωρ, αθυρόστομος πότης και οργισμένος εγωιστής, εκτόξευε «πληρωμένες» απαντήσεις αλλά και φώναζε αλήθειες που μέχρι τότε ελάχιστοι είχαν εκστομίσει. Από τότε έμοιαζε ιδανική λογοτεχνική φιγούρα.

Ο Πις δεν συντάσσει απλώς την μυθιστορηματική βιογραφία ενός ποδοσφαιριστή που σταμάτησε νεότατος το άθλημα εξαιτίας τραυματισμού, προτού γίνει ένας αριστοτέχνης προπονητής. Εδώ έχουμε την ιστορία ενός αμφιλεγόμενου εκκεντρικού, αντιφατικού ανάμεσα στην σκληρότητα των μαθημάτων του και στην τρυφερότητα για τους παίκτες του, επιτιθέμενου με φαρμακερές λεκτικές επιθέσεις και αμυνόμενου απέναντι στους εχθρικούς αριστοκράτες του ποδοσφαίρου· ενός δηλωμένου άθεου και σοσιαλιστή (που υποστήριζε την Anti – Nazi League, προσέφερε χρηματικά ποσά σε εργατικά συνδικάτα και φρόντιζε για τους μισθούς των παικτών) μέσα στις σκληρές αρένες των γηπέδων και των συνεντεύξεων τύπου. Ο παραληρηματικός του λόγος θρυμματίζεται τριπλά σε δυο πρωτοπρόσωπες και μια δευτεροπρόσωπη γραφή (γεγονότα και σκέψεις του παρόντος και μνήμες του παρελθόντος αντίστοιχα), υπερβαίνοντας το κάπως «στατικό» υμνολόγιο της Άρσεναλ που επιχειρούσε ο Νικ Χόρνμπι στον Πυρετό της Μπάλας.

Παράλληλα με την προσωπογραφία του ως ανεπιθύμητου μέλους της ποδοσφαιρικής κοινότητας, ανοίγονται οι κλειστές πόρτες των αποδυτηρίων του ποδοσφαίρου εκθέτοντας τις στρεβλώσεις του. Ο Κλαφ πολεμούσε εναντίον των διεφθαρμένων παραγόντων για τίμιο και καθαρό άθλημα, εναντίον του φόβου των τραυματισμών και του αλκοολισμού, αλλά και για ρήξη με το παρελθόν. Ίσως γι’ αυτό ο συγγραφέας εστιάζει περισσότερο στις 44 ημέρες του στο τιμόνι της Λιντς (1974), όταν επιχειρούσε να σβήσει την «παρουσία» του προκατόχου του Ντον Ρέβι και των ύποπτων τακτικών πρωταθλητισμού. Ήταν ο μόνος αγώνας που έχασε: το παρελθόν αποδεικνύεται ο δυσκολότερος αντίπαλος.

Σε μια εποχή που οι προπονητές ήταν αδιάφορες περσόνες για τα μίντια, εκείνος ο «θαυματοποιός» τεχνικός έστρεψε πάνω του τα φώτα και, όσο κι αν διατράνωνε πως κάθε νίκη είναι μια μικρή καθυστέρηση της ήττας, τα έκανε όλα με τον δικό του τρόπο του. Στην κηδεία του το 2004 χιλιάδες οπαδοί, μισητοί μεταξύ τους αντίπαλοι, τού τραγούδησαν παρέα.

Ο Ντέιβιντ Πις (Δυτ. Γιόρκσαϊρ, 1967) έχει συμπεριληφθεί στην λίστα του Granta (2003) κι έχει εκδώσει τα The Red Riding Quartet, Tokyo Trilogy (αστυνομική τετραλογία και τριλογία αντίστοιχα) και GB84.

Τα τελευταία λόγια του Μπράιαν Κλαφ προτού αποχωρήσει ήταν: «Είναι μια απαίσια μέρα…για την Λιντς».

Συντεταγμένες: Εκδ. Τόπος, 2008, μτφ. Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, 493 σελ. (David Peace, The Damned Utd, 2006)

Επισκεπτήριο: http://www.brianclough.com/. Απολαυστικές ατάκες του εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 543, 6.3.2009

Διασκεδάσεις στην καλύτερη διασκευασία (Αφιέρωμα: διασκευές)

Δεν θα διαλέξω διασκευές που «έμειναν κλασικές» αλλά εκείνες που συνεχίζω ν’ ακούω με πάθος και σήμερα. Θα επικρατήσει, δηλαδή, και πάλι ο θρίαμβος του υποκειμενισμού, κατά τον αενάως επίκαιρο Guy Debord.

Να ξεμπερδέψω πρώτα με τα αυτονόητα ντυλανικά: το «Mr Tambourine man» τραγουδισμένο απ’ τους Byrds και το «Like a rolling stone» απ’ τους Rolling Stones (απ’ το «Stripped» του ’95). Απ’ τα Μπρεχτικά/ Bαϊλικά δε νομίζω να υπάρξει «ιδανικότερο» του «Alabama Song (Whiskey Bar)» απ’ τη φωνή του Jim Morrison – όταν το είπε ο Bowie ήταν πλέον αργά και γέρος. Ένα κομμάτι όμως που ύμνησε ο Λεπτός Αδύνατος Δούκας, το «Heroes», τραγουδιέται «αλλιώς» απ’ τη Nico στο «Drama of exile» του ’81. Μια άλλη ιέρεια ξεχωρίζει απ’ όλα τα χιλιοδιασκευασμένα Στοουνικά: η Marianne Faithfull όπως περιγράφει το «As tears go by» στο «Strange weather» της (1987). Είχε και κάποια σχέση μαζί τους, αν δε κάνω λάθος…

Δυο συναρπαστικές διασκευές παραδοσιακών τραγουδιών και δη ρώσικων κοκκινοστρατιωτικών έθελξαν την καρδιά μου: το «The carnival is over» των Νick Cave and the Bad Seeds απ’ τον υποδειγματικό διασκευόδισκο «Kicking against the pricks» και το «Red Army Blues» των Waterboys (στο «Pagan Place» του ’84). Ο Cave στον ίδιο δίσκο εκτοξεύει κι άλλες καταστροφικές για την ηρεμία μας ρουκέτες: το «Running scared» του Roy Orbinson και, φυσικά, την οριστική απoδόμηση του «All tomorrows’ Parties» των Velvets. Ίσως όμως η πλέον απόλυτη γυμνή κλοπή του Μαυροκόρακα ήταν στο κυκλοφορημένο μόνο σε σινγκλ «In the Ghetto», το οριστικό Elvis τραγούδι.

Στα ίδια μαυροκλίματα: ηδυπαθής γίνεται η διασκευή του «Τhe Song of slurs» του σατανικού ζεύγους Anita Lane – Mick Harvey και τον παραγνωρισμένο «Intoxicated man» (1995) δίσκο του τελευταίου, γεμάτο με Serge Gainsbourg επαναγνώσεις. Μιλώντας για δίσκους – διασκευές ολόκληρων δίσκων, στο αμήχανο… μπητλικό «Let it be» (1988) των τευτονικών υμνωδών Laibach υπάρχει ένα ασύλληπτο «Two of us». Παραμένοντας στις σκοτεινές πλαγιές της ανθρώπινης ψυχής, αδυνατώ να ξεχάσω την εφιαλτικότερη-δε-γίνεται μετατροπή του «I walked with a zombie» του Roky Erickson στο παρθενικό LP των Vietnam Veterans. Όσο για τα παραγνωρισμένα γλαμ 70ς, παίρνουν μια μικρή δικαίωση με το «Cum on feel the noise» των Slade απ’ τους χαρντ ρόκερς Quiet Riot.

Προχωρώντας χρονικά, ίσως θα ήταν αδικία να μη βάλουμε και μια διασκευή που κατά πολλούς επικάλυπτε το πρωτότυπο, καθώς ο δεύτερος ζούσε όσα απλώς τραγουδούσε ο πρώτος: o Ferry ήταν περισσότερο «Jealous Guy» απ’ τον Lennon και συν τοις άλλοις σηματοδοτούσε τις αρχές των 80ς. Μπορεί μια διασκευή να αποτελέσει τον δραματικό ύμνο μιας μεταγενέστερης γενιάς; Το «That suicide is painless» (Altman/Mandel, theme from «Mash») απ’ τους Manic Street Preachers (ως σινγκλ και μετά σε συλλογές) το έκανε.

Mπορεί ένα ολόκληρο σάουντρακ να βασιστεί σ’ ένα easy listening κομμάτι σε διάφορες όψεις διαθέσεων υπέροχων ως μελλοντολογικώς εφιαλτικών; O Michael Kamen στην ταινία – σταθμό των 80ς, το Brazil του Terry Gilliam, το έκανε. Πάντως αν καθήσουμε και υπολογίσουμε πόσες διασκευές κλασσικών ή λιγότερο κλασσικών κομματιών (ιδίως 60ς) έχουμε απολαύσει, τελειωμό δε θα ’χουμε. Το ίδιο θα γινόταν κι αν πιάναμε τις ψυχεδελικές μπάντες των 60ς. Παράδειγμα η διασκευή του «In the past» των We the people (;) στο «Inner Mystique» των Chocolate Watchband – ίσως σ’ ένα άλλο αφιέρωμα αυτά. Αφήστε δε τα προσωπικά classics του καθενός μας – π.χ. το δικό μου κουμπί που λέγεται «Ring of fire» (Johnny Cash) από ποιόν να το πρωτοδιαλέξω; Από Αnimals ή Country Joe and the Fish; Ακόμα κι από πλανόδιο αν τ’ ακούω, «φεύγω».

Κι απ’ τους τελευταίους των Μοϊκανών; Αφού έχουμε το άλλοθι της υποκειμενικότητας ας μνημονεύσουμε τις «συγκινητικές» διασκευές έκαναν οι πολυαγαπημένοι μας Triffids. Ποιος αντιστέκεται στο «Can’t help falling in love» (Creatore/Peretti/Weiss) έστω κι αν το βρίσκει στα rarities τους; Ή στην απρόσμενη του «Rent» των … Pet Shop Boys, ξεπερνώντας το πρωτότυπο;

Άφησα για το τέλος τα δυο κορυφαία κατ’ εμέ διασκευάσματα. Το ένα το βρήκα στο «Catfish Eyes and Tales» (1988) των ασύλληπτων Γάλλων ψυχεδελιστών Vietnam Veterans. Ήταν μια ατέλειωτη στα λεπτά μαγική ψυχεδελοποίηση του φολκ «The Days of Pearly Spencer» του David McWilliams, πλημμυρισμένη φαζ, όργανα, εφφέ, παραισθησιογόνα. Το άλλο, γνωστό τοις πάσι, μετέτρεπε σκωπτικά και υμνητικά ένα δακρύβρεχτο χιτ σε ροκ εντ ρολλ λάβαρο. Και ξέρω πολλούς που το έκαναν μανιφέστο στη σύντομη αλλά συναρπαστική ζωή τους, όπως κι ο ίδιος ο αυτουργός Sid Vicious και το «My way» του. Άλλωστε ταιριάζει και για επίλογο εδώ, καθώς όλοι οι παραπάνω κλέφτες did it their way.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ, ως μέρος ευρύτερου αφιερώματος του mic. gr στις διασκευές. Στις φωτ.: N. Cave, M. Harvey, V. Veterans.