Κάρλος Φουέντες – Κονστάνσια και άλλες ιστορίες για παρθένους

Περικυκλωμένοι από το αίνιγμα

Όλα πρέπει να έχουν μια εξήγηση, λέει ο επιστήμονας μέσα μου· όλα πρέπει να έχουν μια φαντασία, λέει ο ματαιωμένος άνθρωπος των γραμμάτων που είμαι. Παρηγορώ τον εαυτό μου με τη σκέψη ότι αυτές οι δυο δραστηριότητες αλληλοσυμπληρώνονται, δεν αλληλοαποκλείονται. (σ. 69)

Ο συλλογισμός του κεντρικού χαρακτήρα της νουβέλας «Κονστάνσια» αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τους θαυμαστούς μυθιστορηματικούς κόσμους του Φουέντες. Όσοι τους περιδιαβαίνουν δεν καλούνται απλώς να κινηθούν ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, αλλά και να αποδεχτούν την συνύπαρξή τους. Έτσι και εκείνος, ζώντας «στην πιο φασματική πόλη του Νότου», με την Ισπανίδα σύζυγό του, που διακρίνεται από ένα με σχεδόν διεστραμμένο πάθος για υπακοή αλλά απόλυτη άρνηση να αποτελέσει ποτέ την ασθενή του. Όταν κάποια στιγμή η «Ανδαλουσιάνα Γαλάτειά του», που παραδίνεται σε ανάρμοστες σεξουαλικές απολαύσεις μετά τις πολύωρες μοναχικές της προσευχές μοιάζει να ακροβατεί, κλινήρης, ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, η γνωριμία του με τον Ρώσο γείτονά του θα ανοίξει μια σειρά από μυστηριώδεις πόρτες στο παρελθόν της.

Ο Φουέντες χρησιμοποιεί τους διαλόγους τους για να διατυπώσει συναρπαστικούς στοχασμούς πάνω σε οριακά θέματα, όπως η μετανάστευση (θέτοντας ως δραματικό ζητούμενο την αποδοχή όχι απλώς του ίδιου του μετανάστη αλλά και της μνήμης του) και η σκληρή εξορία από την γλώσσα, η λογοτεχνία η πολιτική, τα γηρατειά, ως μια αλυσίδα απαρνήσεων αυτών που αγαπούσαμε στη νιότη μας, η αγάπη (μια αγάπη που διαθέτει απόλυτη βεβαιότητα δεν είναι αληθινή…· μοιάζει υπερβολικά με ασφάλεια ζωής, ή, ακόμα χειρότερα, με πιστοποιητικό κοσμίας διαγωγής) αλλά και ειδικότερα ζητήματα, όπως η τραγική κατάληξη των ρώσων συγγραφέων και καλλιτεχνών που καταδικάστηκαν σε θάνατο ή σιωπή.

Αν «η Άμοιρη (La Desdichada)», μια κούκλα βιτρίνας – αντικείμενο του πόθου δυο νεαρών αποτελεί, με τη σειρά της, την πρόφαση για διασταύρωση και αλληλοαναίρεση απόψεων για την φύση του έρωτα, ο «Φυλακισμένος του Λας Λόμας» αποτελεί σαφώς την νουβέλα με την περισσότερο κοινωνική χροιά. Εδώ ο ήρωας, υπεύθυνος για την φυλάκιση ενός μεξικάνου χωρικού, υφίσταται από τους συγγενείς την ιδιότυπη λαϊκή ποινή του κατ’ οίκον περιορισμού, χρονικής διάρκειας αντίστοιχης με εκείνη της φυλάκισης του χωρικού. Ο εγκλεισμός του συνοδεύεται από την παρεπόμενη ποινή της διαμονής τους στον κήπο του, χωρίς να του αρνούνται οποιαδήποτε ελευθερία κοινωνικής συναναστροφής. Έτσι ο κωμικοτραγικός ήρωας ζει ακριβώς όπως πάντα ήθελε, «αιχμάλωτος των συνηθειών του, της άνεσής του, των εύκολων συναλλαγών του, των ακόμα ευκολότερων ερώτων του», με τη διαφορά πως η κατάστασή του δεν αποτελεί πια έργο δικής του θέλησης.

Εμφανώς ποιητικότερη γλώσσα διαθέτει το «Να ζήσει η φήμη μου», αποτελώντας έναν ακόμα μυθοπλαστικό καμβά για να ξεδιπλωθούν νέα βαθύτατα ζητήματα, από την τέχνη και την θρησκεία μέχρι την επιβίωση του καλλιτεχνικού έργου και της φήμης του καλλιτέχνη. Πρόσωπα του ιστορικού παρελθόντος (ο Γκόγια, το μοντέλο του και ο εραστής της, διάσημος ταυρομάχος) διασταυρώνονται με «σύγχρονους» χαρακτήρες, όπως η ηθοποιός Ελίσια που κάνει θέατρο για αισθάνονται οι θεατές πως αποτελούν κομμάτι της ή ένας σύγχρονος ταυρομάχος του οποίου η αληθινή θωράκιση δεν είναι παρά η καρδιά του, οφείλει να διαπεραστεί από τον ταύρο για να χάσει την παρθενία του, προκαλεί τον θάνατο ως νικητής λαός αλλά και αντίστροφα, «εφόσον ο κόσμος περιμένει να σε ξεκοιλιάσει ο ταύρος της ζωής και να σε πετάξουν στα σκουπίδια»,

Στην πλέον φιλόδοξη νουβέλα της συλλογής, οι κατά Φουέντες «Άνθρωποι της λογικής», νοιώθουν ικανοί για Έργα, Θαύματα και Έρωτες (όπως, αντίστοιχα, τα τρία μέρη της) αλλά μοιάζουν να πλέουν ανήμποροι μέσα στην ίδια την ιστορία και την προσωπική τους μοίρα. Εδώ ο διακεκριμένος καθηγητής αρχιτεκτονικής Σαντιάγο Φεργκούσον, σύμβολο της μορφής του παλαιού δασκάλου που θεωρεί ως κληρονόμους του και τους μαθητές του, επιθυμεί να μεταδώσει την σοφία του παρελθόντος σε δυο εκλεκτούς εξ αυτών δίδυμους. Αν η αρχιτεκτονική πρέπει να ευνοήσει την μοναξιά (απαραίτητη τόσο για την τέχνη όσο και για την αυτογνωσία), αν η επιστροφή στον τοίχο (ενάντια στο γυαλί, το τσιμέντο ή την πλαστή καθετότητα) θα μας επιτρέψει να κινηθούμε σε σχέση με τον ορίζοντα, τότε εκείνοι καλούνται ως αρχιτέκτονες – κατεξοχήν «οργανωτές του χάους» στην πιο παλιά πόλη του Νέου Κόσμου στο Μεξικό, στο όριο Παλαιού και Μοντέρνου – δίπολο που τον απασχόλησε πρώτιστα στο magnum opus του «Terra Nostra» – στην πόλη που χαρακτηρίζεται «Φελλίνι εκ του φυσικού», στο σημείο εκείνο στο χώρο όπου η αρχιτεκτονική οργανώνει, έστω και προσωρινά, το νόημα των πραγμάτων (σ. 344).

Με αφορμή την διάδοση ενός θαύματος (την εμφάνιση ενός μικρού Ιησού σε ένα αχανές εργοτάξιο) η αφήγηση εκτροχιάζεται σε ονειρικές εικόνες και παράλογα στοιχεία, προτού ενωθεί αξεδιάλυτα με τον αρχικό μύθο. Στο τέλος, η κόρη του καθηγητή, διακαής πόθος των δύο αδελφών, συνομιλήτρια του πατέρα της αλλά και σύντροφός του σε μια ιδιάζουσα αιμομικτική σχέση επινόησης διαφορετικών κάθε φορά αρχετυπικών σχημάτων, ενώνεται, μετά τον θάνατό του, μαζί τους σε «αδελφική τριάδα», και γίνονται θεματοφύλακες των μυστικών του, με μια παθιασμένη ταπεινότητα μπροστά στα μυστήρια της ζωής. Και εδώ η αδιανόητη ιστορία διανθίζεται από σκέψεις πάνω στην τελειότητα, που δεν υπάρχει παρά στην προσέγγισή της, στην συντροφικότητα της μαθητείας, τα όρια της δημιουργίας, την αποστολή της αρχιτεκτονικής, την φύση της αληθινής πατρίδας.

Αν, όπως διατείνεται ένας Φουεντικός χαρακτήρας, το μυθιστόρημα ζει κάθε φορά που διαβάζεται και έχει το παρελθόν των νεκρών αναγνωστών του, το παρόν των ζωντανών αναγνωστών του και το μέλλον των επερχόμενων αναγνωστών του, τότε η παρούσα συλλογή, παρά τον μη μυθιστορηματικό χαρακτήρα της, εντασσόμενη πλήρως στο έργο του Φουέντες, μοιάζει, πράγματι, να τον δικαιώνει.

Εκδ. Άγρα, 2007, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 430.

Πρώτη δημοσίευση σε: Εντευκτήριο, τεύχος 84 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2009, κυκλοφορία Μάιος 2009).

Ανάμεσα σε λογοτεχνία και επιστήμη. Συνομιλία με τον Γκούσταβ Μούριν

Είστε ταυτόχρονα επιστήμονας και συγγραφέας. Είναι αυτές οι ιδιότητες αντίθετες μεταξύ τους ή μπορούν να συνδυαστούν; Με ποιο τρόπο η πρώτη προσδιορίζει την γραφή σας; 

Ευτυχώς δεν είμαι ο μόνος με αυτή την φαινομενικά σχιζοφρενική ύπαρξη – αρκεί να αναφέρω τον Νομπελίστα Pete Medawer, τον Umberto Ecco ή τον Τσέχο ανοσολόγο και ποιητή Miroslav Holub. Ο τελευταίος στην Πράγα κάποτε μου είπε ότι δεν πρόκειται για δυο διαφορετικές δραστηριότητες αλλά για μια, με δυο διαφορετικές οπτικές γωνίες. Και οι δυο μελετούν τη ζωή με διαφορετικά εργαλεία και αμφότερες απαιτούν ατέρμονη περιέργεια. Η επιστήμη με έμαθε να έχω υπομονή να συλλέγω όλο το υποστηρικτικό υλικό και να το επιλέγω σωστά προτού αρχίσω να γράφω. Το μετά είναι μια άλλη ιστορία…

Μπορεί να υπάρξει σχέση ανάμεσα στη γραφή και στις Θετικές Επιστήμες και την Βιολογία ειδικότερα; Μπορείτε να θυμηθείτε περιπτώσεις όπου οι τελευταίες επηρέασαν την έμπνευσή σας, την επιλογή του θέματος, τον τρόπο γραφής ή και την γλώσσα σας;

Η λογοτεχνία είναι ένα ιδανικό μέρος για να τοποθετήσεις τις ιδέες εκείνες που δεν μπορείς να εκφράσεις στην επιστήμη, εξαιτίας των ορίων των επιστημονικών μεθόδων ή της έλλειψης οικονομικών πόρων για να προχωρήσεις. Η επιστημονική επικοινωνία είναι αυστηρά περιχαρακωμένη και η λογοτεχνία σε βοηθάει να δώσεις φωνή σε ιδέες που δεν μπορείς να παρουσιάσεις σε επιστημονικά κείμενα λόγω του ευάλωτου τους στα γεγονότα ή του απαραίτητου επιστημονικού σκεπτικισμού. Η λογοτεχνία μου δίνει μια ελευθερία να πετάω μέσα στο μυαλό μου, αλλά η επιστήμη αποτελεί μια σταθερή βάση για να προσγειώνομαι όταν είναι αναγκαίο.

Είναι εφικτή η αντίθετη λειτουργία, δηλαδή η επίδραση της Λογοτεχνίας στις Επιστήμες; 

Υπήρχαν ελπίδες ότι η επιστημονική φαντασία θα αποτελέσει ένα υποσχόμενο πεδίο πειραματισμών πάνω σε ιδέες (με την ευκαιρία, μια δημοφιλής μέθοδος εργασίας του Αϊνστάιν) που αργότερα μπορούν να διερευνηθούν από την επιστήμη. Φοβάμαι πως η επιστήμη κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο απ’ όσο ονειρεύτηκαν ποτέ οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας. Πρόκειται για την ιδέα του βιβλίου μου Just Like the Gods, με πολλά παραδείγματα από τις καθημερινές μας ζωές. Και στο δοκίμιό μου Poetry of Information παρουσιάζω τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη επηρεάζει ακόμα και το λεξιλόγιο της ποίησης. Τώρα φαίνεται σαν μονόδρομος, αλλά ποιος ξέρει… 
Η ανάγνωση κειμένων σου μπροστά σε ακροατήριο προσδίδει ‘προφορικές’ εκδοχές του; Σε ποια έκταση αποτελεί αυτό μια διαφορετική λειτουργία όσον αφορά την λογοτεχνική πρόσληψη και κατανόηση;  
Είχα κάποιες αναγνώσεις στο εξωτερικό με ενδιαφέρουσα ανταπόκριση από το ακροατήριο. Αλλά πρέπει να ομολογήσω πως δεν μου αρέσει να διαβάζω τις ιστορίες μου. Προτιμώ το story-telling. Μου προσφέρει μια ευθεία επικοινωνία με το κοινό και η ιστορία μοιάζει να επαναδημιουργείται την δεδομένη χρονική στιγμή και για τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Εξάλλου οι αντιδράσεις τους μου δείχνουν στοιχεία για καίρια σημεία του κειμένου και με οδηγούν σε σωστές λύσεις. Έτσι, εκείνες τις στιγμές, το ακροατήριο γίνεται ο συν-συγγραφέας των ιστοριών μου.

Και δυο ακόμα αμετάφραστες ερωταποκρίσεις αποκλειστικά για το Πανδοχείο μας: About festivals as this one: are they beneficial for writers andreaders and how?

I had opportunity to participe at several writers festivals and found it refreshing in my writer´s work. First of all you meet interesting colleagues, learn how to present your work and meet readers in nice atmosphere. After the months of authors solitude, it is welcomed.

Reciting your text in front of some audience: Do you often give ‘oral aspects’ of your work and why? In what extent is it a different procedure as regards literature engaging and understanding?

I had quit a bit of readings abroad with a good response from audience. But I must say that I do not like to read my stories, I prefer story-telling. It gives to me a direct contact with audience and in optimal situation it looks like the story is re-born just now and just for these people. Beside the fact that their reactions are showing me an important parts of the story and leading me to the right points. So, for that moment audience is like co-author of my stories.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 554, 29.5.2009 (με εξαίρεση τις 2 τελευταίες ερωταποκρίσεις). Σχετικά με τον Μούριν και το λογοτεχνικό φεστιβάλ όπου συμμετείχε, βλ. εδώ.