Στο αίθριο του Πανδοχείου, 21. Λεία Βιτάλη

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.

Όλοι όσοι γράφουν με το αίμα τους και δεν φοβούνται την αλήθεια όσο κι αν πονάει. Σ’ όσους μπορείς να διακρίνεις τις υπόγειες διαδρομές του νου και της σκοτεινής επιθυμίας. Όσοι κατορθώνουν να ξεφύγουν από τα όρια. Ντοστογιέφσκι. Καζαντζάκης. Άμος Οζ. Και πόσοι άλλοι.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία. 

Έγκλημα και τιμωρία. Ο τελευταίος πειρασμός. Η ιστορία του ματιού. Ιστορία αγάπης και σκότους…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα του Βιζυηνού.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Τελευταία ο Νίκος Δαββέτας.

 Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Ρασκόλνικοφ καθόρισε την εφηβεία μου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Κάποτε ένας φίλος με ρώτησε αν έχω κάνει έρωτα μ’ έναν ήρωά μου, τον Ιουβενάλιο. Απάντησα αυθόρμητα: Ναι! Νομίζω ότι το ίδιο συμβαίνει με όλους τους ήρωές μου. Ο ένας εμπεριέχεται μέσα στον άλλον αφού καθένας προέρχεται από τον άλλον όντας καρπός ενός έρωτα. Έτσι είναι όλοι τους πάντα πλάι μου και τα λέμε.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μ’ αρέσουν τα πάρκα, η θάλασσα, τα σκοτεινά υπόγεια, τα καράβια… Κι όταν είμαι στο γραφείο μου δεν κοιτάζω ποτέ έξω απ’ το παράθυρο. Μ’ αρέσει ο χώρος να με περιβάλλει ολοκληρωτικά, να μην έχω τρόπο διαφυγής.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στο κρεβάτι πριν κοιμηθώ έρχονται σκέψεις που με κρατούν ξύπνια μέχρι το πρωί. Αν συμβεί αυτό, έχω μια καλή ιδέα.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ακούω πολύ σιγανούς ήχους όταν γράφω, σαν να υπάρχουν και να μην υπάρχουν την ίδια στιγμή. Δεν ακούω μουσική. Στην πραγματική μου όμως ζωή λατρεύω το ροκ, την κλασσική μουσική, και τα ρεμπέτικα.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Στο «Παραμύθι του Μεγάλου Φόβου» ο Ιουβενάλιος, ένας Βυζαντινός τρομοκράτης, πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα του μεσαιωνικού σκοταδισμού και της εκκλησίας, καταλήγει παγιδευμένος στον πάτο της θάλασσας με μια πέτρα δεμένη στο κορμί του. Ένα βιβλίο από τα πιο αγαπημένα μου. Στην «Κοιλιά της Μεταφράστριας» μια γυναίκα, η Μαρία, στη σύγχρονη Αθήνα εγκυμονεί το παιδί που περιμένει να… υιοθετήσει. Έχω ματώσει μαζί της. Στην «Ιερή Παγίδα» με παρέσυρε ένας 14χρονος πανέμορφος πρίγκιπας που έγινε το ερωτικό αντικείμενο του πόθου του Μωάμεθ του Πορθητή. Το χαρακτήρισαν αιρετικό και λάγνο, εγώ απλώς ήθελα να γράψω για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.   

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

«Ο μικρός μου αδελφός δολοφονήθηκε πριν από πέντε χρόνια, δυο μήνες μετά που έγινε στην πατρίδα το κακό. Τώρα είναι πάλι ζωντανός!

Βενετία, το έτος 6966 από κτίσεως κόσμου». Έτσι ανοίγει η θύρα της «Ιερής Παγίδας» και υποδέχεται τον αναγνώστη της.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Πάνω στο γραφείο μου, στις καρέκλες, και στο πάτωμα είναι ανοιχτά καμιά εικοσαριά βιβλία, ελληνικά και ξένα, που αφορούν τον Βενιζέλο και την εποχή του.

Τι γράφετε τώρα;

Προετοιμάζομαι για τον καινούριο μου έρωτα. 

Ασχοληθήκατε με την συγγραφή θεατρικών έργων. Μπορείτε να ορίσετε με λέξεις τυχόν διαφορετικές ηδονές που προσφέρουν σε σχέση με των μυθιστορημάτων;

Η ηδονή είναι μια: Δημιουργείς ανθρώπους! Κι όσο πιο πολύ ρουφάνε το αίμα σου, τόσο πιο ζωντανοί γίνονται. Και τότε έχεις την πιο μεγάλη ηδονή.

Θεατρικό έργο Rock Story. Περί τίνος πρόκειται; Με ποιο τρόπο αγκαλιάζει το ροκ;

Είναι ένα έργο για το ροκ. Όχι απλώς το μουσικό είδος αλλά τη στάση ζωής. Η ροκ στάση ζωής είναι αντισυμβατική έτσι κι αλλιώς. Πρότυπό μου ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος, αλλά μεγάλωσε σε διαστάσεις και ακολούθησε υπόγειες διαδρομές. Έτσι συναντηθήκαμε. Το ROCK STORY είναι το δέκατο θεατρικό μου έργο, αλλά είναι αυτό που αγάπησα πιο πολύ και που θα ‘θελα να το ξαναδώ στη σκηνή για ν’ αποκτήσει τις αληθινές του διαστάσεις. Μια φορά δεν ήταν αρκετή.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.

Μμμ… Έχω περάσει ωραίες στιγμές. Υπάρχουν μοναδικοί άνθρωποι εκεί έξω. Αλλά δεν βγαίνουν εύκολα οι μάσκες. Κατά τα άλλα ακολουθείται το πρότυπο της παραδοσιακής κοινωνίας με τα καλά της και τα κακά της αλλά σε γρήγορες ταχύτητες.

Ηλεκτρονική εργογραφία κ.ά. = http://users.otenet.gr/~vitalix/index.htm

Δημοσίευση και εδώ.

Γιώργος Ρωμανός – Καζαμπλάνκα καφέ

Πορθμείο για την ουσία της ύπαρξης

Η αναζήτηση της απόλυτης ελευθερίας, η επιθυμία βίωσης των ουσιωδών στοιχείων της ζωής και η φυγή από τα προσωπικά αδιέξοδα προς μια ουδέτερη ζώνη ωθούν τον αυτοπρόσωπο αφηγητή του Καφέ Καζαμπλάνκα, έναν συνηθισμένο άνδρα μέσης ηλικίας, στο αναμενόμενο: ένα μακρινό ταξίδι φυγής και περισυλλογής ως τους αντίποδες του κόσμου, από την Μεσόγειο στον Περσικό και τον Νότιο Ειρηνικό μέχρι τα νότια της Νέας Ζηλανδίας. Στα πολλαπλά καταστρώματα της πλωτής πλέον καθημερινότητας ο άλλοτε εργάτης ορυχείων και νυν ειδικός βιβλιοθηκονόμος και γνώστης της παλαιάς τυπογραφίας επιθυμεί να βρεθεί στην άλλη πλευρά των πραγμάτων, να δει τον εαυτό του στην ολότητά του, να γίνει η θάλασσα γίνεται το επιθυμητό «άγραφο χαρτί» της ζωής του.

Σε αυτό το «μόνον της ζωής του ταξείδιον» μετατρέπεται σταδιακά σε αδηφάγο εξερευνητή κάθε σπιθαμής του σώματος του πλοίου και αυτόπτη παρατηρητή οριακών ή μη καταστάσεων, σε μια απελπισμένη επιθυμία να ξεφύγει από την μονομανία του θανάτου. Πιστεύει σε οτιδήποτε αποτελεί αντινομία στη φθορά και τον χλευάζει ως ένα «είκασμα της ανυπαρξίας». Αντιλαμβάνεται πως τα πιο απύθμενα βάθη δεν βρίσκονται στον πάτο των χρηματοκιβωτίων, της πολιτικής ή των ωκεανών, αλλά στο άπατο του κορμιού και της επιθυμίας. Με το «ξεχασμένο μάγμα των επιθυμιών του» έτοιμο για ηφαιστειακή έκρηξη, περιφέρει την υπερωκεάνια απόγνωσή του προς τον απώτατο τερματισμό της υπέρβασης των ασφυκτικών συνόρων του εαυτού του. Υφίσταται τις αλλαγές του τρόπου ζωής του «με τη φυσικότητα ενός φιδιού που αλλάζει πουκάμισα» και, έχοντας καταργήσει το χρόνο, προσπαθεί να διατηρήσει το μεταίσθημα της αιθερικής του ανυπαρξίας μέσα σε έναν άδειο αδιάρθρωτο χώρο. Σε αυτή την περιπλάνηση οι δορυφορικά κινούμενοι γύρω από αυτόν ετερόκλητοι χαρακτήρες, μια σπορά ανθρώπινων κορμιών πάνω σε έναν ου τόπο, αποτελούν σταθμούς παράλληλους με εκείνους του πλου ανά τον κόσμο, κατ’ αντιστοιχία και με τους ραδιοφωνικούς σταθμούς ενός φορητού ραδιοφώνου όπου συχνά καταφεύγει. Ποτέ άλλοτε ο κοσμοπολιτισμός δεν ήταν τόσο μοναχικός.

Καθώς τα πάντα μετεωρίζονται διαρκώς ανάμεσα στα άκρα πλείστων διπολισμών (διεθνή εξωτερικά ύδατα – μοναχικός εσωτερικός κόσμος, απόλυτη συναισθηματική αποφόρτιση – έντονη ερωτική διάθεση, φαινομενικό – διφορούμενο) ο ήρωας, ωτακουστής των ίδιων του των λόγων και χαυνωμένος στους φασματικούς ή πραγματικούς έρωτες, επιχειρεί να συλλάβει τις διαφορετικές και ταυτόχρονες εκδοχές μέσα στο χρόνο της πραγματικότητας ενός ανείκαστου κόσμου. Μήπως τελικά το σύνορο φαντασίας και πραγματικότητας δεν νοείται οριζοντίως, ως μια άλλη αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά καθέτως, τέμνοντας κατακόρυφα τον χώρο αλλά και τον εαυτό μας στη μέση;

Το τριπλής διαρρύθμισης συγγραφικό εργαστήρι του συγγραφέα, με χώρους διηγηματογράφησης (πέντε συλλογές), έκδοσης λογοτεχνικού περιοδικού (Πανδώρα) και διδασκαλίας συγγραφής διηγήματος και θεωρίας της λογοτεχνίας, σαφώς αντανακλά σε αυτή την επί ρευστού μυθοπλαστική περιπέτεια: τόσο κατά τηνσυμπληρωματική ή παραπληρωματική εξισορρόπηση των «ειδών» (νουάρ, ερωτογραφήματος, θρίλερ, φιλοσοφικής, αστυνομικής, ταξιδιωτικής, φανταστικής ή ενδοσκοπικής γραφής) όσο και στην γλώσσα. Οι λέξεις μοιάζουν να έχουν επιλεγεί με την λαβίδα των γραμματοσήμων και ελεγχθεί με τον μεγεθυντικό φακό, εσωκλείοντας παρηχήσεις φθόγγων και αρμονίες ήχων. Η ποιητική της γλώσσας (γνώριμη εμμονή του συγγραφέα) ξεκινάει πάντοτε από την «απτή» πραγματικότητα και καταλήγει σε αρχικά ανεπαίσθητες νοηματικές και θεματικές υπερβάσεις, σαν να επιθυμεί να διαρρήξει τα όρια των αντιληπτών διαστάσεων του κόσμου μας. Οι λέξεις του γίνονται οι ίδιες θέμα μέσα στη φράση και η φράση θέμα μέσα στην κάθε ιστορία. Ο Ρωμανός δουλεύει την γλώσσα σαν γλύπτης, φροντίζοντας τόσο το αποτέλεσμα όσο και την ίδια την ακουστικότητα του καλεμιού του.

Παρά την καταλυτική παρουσία του ερωτικού στοιχείου, η πλοήγηση του ανώνυμου πλοίου συγγενεύει περισσότερο με τον κατά Γκομπρόβιτς Υπερ-ατλαντικό, παρά τον Εμπειρίκειο Μεγάλο Ανατολικό. Όμως είναι ακριβώς το «ετεροβίωμα» στο οποίο κατά καιρούς έχει αναφερθεί ο Ρωμανός (η διαφορά μεταξύ των κειμένων αυτοβιογραφικής έμπνευσης και των βιωμένων με συγγραφικές τεχνικές και παραμέτρους) που αναμφισβήτητα προσδίδει στο μυθιστόρημα έναν κατά κυριολεξία κοσμικό, οικουμενικό χαρακτήρα. Το πλοίο γίνεται το ίδιο μια θάλασσα διαμάχης ερωτισμού, διανοητικής επιβίωσης, φθοράς και αφθαρσίας, και ταυτόχρονης συνύπαρξης σκληρού ρεαλισμού και μαγικής ποιητικής προσώπων, καταστάσεων και εικόνων, που καταλήγουν στο δέλτα μιας πάντοτε εικαζόμενης «πραγματικότητας». Το ευρηματικότατο διπλό τέλος ουδόλως αναιρεί την απόλυτη επικράτηση του έρωτα πάνω στον θάνατο. Μόνον ο έρωτας αποτελεί το μοναδικό ατελεύτητο ταξίδι πέρα από το τέρμα κάθε προορισμού και ο ήρωας έχει πλέον μάθει να μετράει έναν έναν τους κόκκους της κλεψύδρας του έρωτα, να μην αφήσει κανέναν να πάει χαμένος.

Εκδ. Άγκυρα, 2009, σελ. 203.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 582, 11.12.2009 (και εδώ) .

Για το έργο και τις προτιμήσεις του συγγραφέα, βλ. Αίθριο του Πανδοχείου, αρ. 8 (εδώ).