Λογοτεχνείο, αρ. 51

Τόμας Μπέρνχαρντ, Μπετόν, εκδ. Εστία, 1996, μτφ. Αλέξανδρος Ίσαρης, πρόλογος – εργοβιογραφία Hannelore Ochs, σ. 132-134 (Thomas Berhnard, Beton, 1982).

Έρχεται κάποια στιγμή που βλέπουμε τελείως καθαρά όλους εκείνους που μας περιστοιχίζουν και ξαφνικά τους μισούμε και τους αποφεύγουμε ή συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, κι αυτό επειδή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βλέπει ο ένας άνθρωπος τον άλλον άνθρωπο πάρα πολύ καθαρά, οπότε αποτραβιέται οριστικά από κοντά του. Επί ολόκληρες δεκαετίες πίστευα πως δεν θα μπορούσα να ζήσω μονάχος, πως όλος αυτός ο κόσμος μού ήταν απαραίτητος, ενώ στο βάθος δεν μου ήταν καθόλου απαραίτητος, μπόρεσα να ζήσω και χωρίς αυτόν. Οι άνθρωποι έρχονται κοντά σου απλώς για να εκτονωθούν, για να σε φορτώσουν όλη τους την αθλιότητα, όλα τους τα βάσανα, αλλά και τη βρωμιά που τα συνοδεύουν. Εμείς πιστεύουμε πως, αν τους καλέσουμε κοντά μας, εκείνοι θα μας φέρουν κάτι ευχάριστο, κάτι ανανεωτικό, όμως συμβαίνει το αντίθετο: έρχονται και μας παίρνουν ό,τι έχουμε και δεν έχουμε. Μας στριμώχνουν σε κάποια γωνιά του ίδιου μας του σπιτιού, απ’ όπου είναι αδύνατον να ξεφύγεις και μας ξεζουμίζουν με τον πλέον αδίστακτο τρόπο έως ότου δεν μείνει τίποτα μέσα μας ή μάλλον μόνο μια έντονη αηδία για το άτομό τους. Στο τέλος φεύγουν κι εμείς μένουμε μονάχοι με όλη μας τη φρίκη. Όταν τους καλούμε να μας επισκεφτούν, είναι σα να φέρνουμε τους βασανιστές μας μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, όμως δεν έχουμε άλλη εκλογή από το να καλούμε πάντοτε αυτούς που κυριολεκτικά μας ξεγυμνώνουν και όταν στο τέλος στεκόμαστε ολόγυμνοι μπροστά τους εκείνοι μας περιγελούν. Όποιος σκέφτεται μ’ αυτό τον τρόπο, δεν πρέπει φυσικά να απορεί που σιγά σιγά απομονώνεται εντελώς από τον έξω κόσμο, που κάποια μέρα βρίσκεται εντελώς μόνος, με όλες τις συνέπειες που έχει ένα τέτοιο γεγονός. Μια ζωή λέμε πως ξανά και ξανά πως θα τραβήξουμε τη γραμμή του τέλους, αν και ξέρουμε πως δεν είμαστε σε θέση να το κάνουμε.

Όταν μας έχει βρει κάποια αρρώστια, προσέχουμε πόσο θορυβώδεις είναι οι άνθρωποι και πόσο ασυναίσθητα θορυβούν. Οι άνθρωπο είναι χυδαίοι και εκχυδαΐζουν τα πάντα. Κάνουν θόρυβο όταν ξυπνάνε, κάνουν θόρυβο όπου κι αν βρεθούν, κάνουν θόρυβο κι όταν παν να κοιμηθούν. Επιπλέον μιλούν δυνατά και ασταμάτητα. Είναι τόσο απασχολημένοι με τον εαυτό τους, που δεν προσέχουν διόλου ότι όσα λένε ή κάνουν πληγώνουν τους άλλους, τους αρρώστους, όλους εκείνους που είναι σαν εμένα. Έτσι, μας στριμώχνουν σιγά σιγά στο περιθώριο, μέχρι που δεν μας παίρνει κανένας είδηση ότι υπάρχουμε. Αλλά κι ο κάθε άρρωστος αποσύρεται στο δικό του περιθώριο. Γιατί  η κάθε ζωή, η κάθε ύπαρξη, ανήκει αποκλειστικά σε έναν και μοναδικό άνθρωπο, και κανείς άλλος δεν έχει το δικαίωμα να εκτοπίσει, να απωθήσει, να εξωστρακίσει από τη ζωή τον άνθρωπο αυτόν. Εμείς φεύγουμε έτσι κι αλλιώς από μόνοι μας, ανήκει κι αυτό στα δικαιώματά μας.

Στον Αλέξανδρο Ασωνίτη

Μια πόλη στη λογοτεχνία. Βόλος. Επιλογή κειμένων: Κώστας Ακρίβος

Μα πώς έστριψα έτσι λέει κι εννοεί τη ζωή του, πώς γλίστρησα πάνω στις μουσικές και βρέθηκα στο αντίθετο ρεύμα, τι την ήθελα εγώ την μετωπική σύγκρουση, έφαγα μια ζωή σε διαδρομές, απ’ τον Pachelbel προς τα κάτω, πάρ’ τε την από μπροστά μου, ποιος ξέρει πώς την λέν’ τη μουσική που θα με περιμένει κάπου, τι θα μου ζητήσει….και παίρνει τη στροφή κάπως πιο ανοιχτά, πιο ατημέλητα από άλλοτε, και τότε το βλέπει να ’ρχεται μ’ όλα τα φώτα του αναμμένα, κόρνα σε ντο μείζονα, καρδούλες στο παρμπρίζ, τι δουλειά έχει μες στο καλοκαίρι αυτό το χριστουγεννιάτικο δέντρο σκέφτεται, κι αφήνεται να βυθιστεί εκκωφαντικά στο πιο εκθαμβωτικό heavy metal.

… έγραφε στο «Μουσικό θέμα για Road Movie» ο Αχιλλέας Κυριακίδης, καθώς ο οδηγός έμπαινε με τα χίλια στο Βόλο, γιατί όπως άλλωστε λέει κι ο Κώστας Ακρίβος, γέννημα θρέμμα της ανθολογημένης μεσο-πολης, απαραίτητη προϋπόθεση μιας οδοιπορίας στις πόλεις είναι ακριβώς να ανακαλύψεις τα περάσματα που οδηγούν σ’ αυτές, τους δρόμους – εισόδους που υποδέχονται και τους δρόμους – εξόδους – πειρασμούς για αποκοπή του ομφάλιου λώρου. Γι’ αυτό και το εισοδιακό κείμενό του αποκαλύπτει διηγηματικώς έξι τρόπους εισχώρησης στον ιδιαίτατο Βόλο.

Και μετά την σκυτάλη παίρνουν τα γεννήματα / θρέμματα της πόλης όπως ο Μ. Μήτρας («είναι ο θόρυβος που φτάνει σε σημείο εκκωφαντικής σιωπής»), ο Λ. Παπαστάθης, η Λ. Διβάνη, η Σ. Σταυρακοπούλου (για έναν λίβα που κρατούσε τα παιδιά και τα μάθαινε διάφορους τρόπους για να χαίρονται) και ξανά ο ανθολόγος, οι ποιητές Θ. Κωσταβάρας και Β. Στεριάδης και άλλοι. Βέβαια οι πόλεις, οι ιστορίες των ανθρώπων που δεν έφυγαν, όσο κι αν «έφευγαν», εξ ου και το αφήγημα του Κίτσου Μακρή για τα ταξίδια ενός αταξίδευτου ζωγράφου του ταρσανά, που έγραψε την πιο σύντομη χειρόγραφη αυτοβιογραφία και που όλα του τα ταξίδια ήταν περίπατοι μέχρι τα κοντινά του Βόλου. Από την απέναντι ακτή ο Μιχάλης Δήμου ιστορεί ιστορίες που δε μάθαμε: για μια κοινή γυναίκα το όνομα της οποίας έπρεπε να χαραχτεί σε Μνημείο Εθνικής Συμφιλίωσης, προκαλώντας ιερή φρικίαση και διαλογικό αναβρασμό στην πόλη…

Από άλλο δρόμο καταφτάνουν οι αλλότοποι Φ. Δρακονταειδής, Θ. Βαλτινός, Γ. Πάνου, Μ. Κουμανταρέας, Μ. Δούκα, Μ. Τσιρογιάννη, κι όλη η παλιοσειρά του 30, ο Βασίλης ο Αρβανίτης, ο Θάνος Βλέκας, τα Παιδιά της Νιόβης, ο Ιάσωνας του Βασιλικού, η Τυφλόμυγα της Φακίνου και η Σκιά του Σκαμπαρδώνη ενώ από μια αγνή αφήγηση από το εργαστήρι προφορικής αφήγησης του Στέλιου Πελασγού βγαίνει ένα κορίτσι κοκαλωμένο με μια οβίδα καρφωμένη στο φόρεμά της, πίσω στις σκληρές εποχές. Δεν λείπουν φυσικά ούτε οι αλλοεθνείς πρεσβευτές: η Christa Wolf με την Μήδεια της, περιηγητές και ταξιδιώτες κι ο Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο με πολλές Αναμνήσεις, γιατί εδώ γεννήθηκε κι έζησε παιδικά – κι ίσως γι’ αυτό σα να ακούω τις μελωδίες του Κυπουργού απ’ το αφιερωμένο στον ζωγράφο Aenigma Est.

Μένω και ξαναμένω στα δυο κείμενα του εντόπιου Θανάση Νιάρχου: για τις του Δημοτικού δασκάλες του και για «Για όλα όσα τελείωσαν χωρίς ελπίδα πια», μια ελεγειακή λίστα ενθυμημάτων, βιβλίων, κειμένων, εικόνων και περιστατικών, με μαθήτριες εκπορνευόμενες, με περιπτερούχους και βοθροκαθαριστές αξιομνημόνευτους, με τον μόνιμο και μοναδικό επισκέπτη της βιβλιοθήκης και για όσους οφείλουμε να σπονδεύουμε κατά τον στίχο του Νίκου Φωκά: Μια τρυφερότητα για τους νεκρούς/Μιας άλλης Ιστορίας έστω/για τις χαμένες τις γενιές.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2001, 2η εμπλουτ. έκδ. 2007, με παλαιότερες και σύγχρονες φωτογραφίες. 307 σελ.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή εδώ. Οι φωτογραφίες από την εξαιρετική ιστοσελίδα του Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου.