Αρχείο για Μαρτίου 2010



13
Μαρ.
10

Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 173-174 (χειμώνας 2009 – 2010)

Χαμένοι στη μετάφραση

Δεν υπάρχει απόλυτη αξία σε μια εικόνα. Οι εικόνες και οι ήχοι νοηματοδοτούνται μόνο με τη χρήση, για την οποία εσύ τα προορίζεις. / Οι θόρυβοι πρέπει να γίνονται μουσική / Το κοινό δεν ξέρει τι θέλει. Επίβαλλέ του τις επιθυμίες σου, τις ανάγκες σου… (Ρομπέρ Μπρεσόν, Σημειώσεις για τον κινηματογράφο).

Πώς φτάνει σήμερα σ’ εμάς η ξένη λογοτεχνία; Σε τι είδους ελληνικά μεταφράζονται τα αξιανάγνωστα κείμενα της παγκόσμιας γραφής; Τι δείγματα πρωτότυπων, νέων, δύσκολων ή αναμενόμενων μεταφράσεων παρουσιάζουν οι έγκυροι διάκονοι του είδους; Πώς αντιμετωπίζουν το ορθάνοιχτο ζήτημα της μεταφοράς μιας ξένης γλώσσας στο δικό τους γλωσσικό ήθος; Μια απάντηση επιχειρούν να δώσουν εδώ μια ευρεία γκάμα δειγμάτων γραφής και μια συζήτηση με κάποιους εξ αυτών στο σχετικό αφιέρωμα.

Ξεκινώντας από το μνημειακό Περί μαγείας του συναρπαστικότερου φιλοσόφου της ύστερης Αναγέννησης Τζορντάνο Μπρούνο και καταλήγοντας στους μπρεσονικούς αφορισμούς μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα για το πώς υποδέχτηκαν δύσκολα, δύσβατα ή απλώς διαρκή κείμενα των Ίταλο Σβέβο, Ιβάν Μπούνιν, Ζιλιέν Γκριν, Ν.Χ. Λόρενς, Ίταλο Καλβίνο, Γκιγιέρμο Αράγια, Γκεόργκ Τρακλ, Ρεϊμόν Κενό, Ρολάν Μπαρτ, Εδουάρδο Γκαλεάνο, Τζόν Μπέργκερ, Λόρενς Ντάρελ, Ιρέν Νεμιρόβσκι, Ρεϊνάλντο Μοντέρο και άλλων οι Φίλιππος Δρακονταειδής, Σεσίλ Ιγγλέση – Μαργέλλου, Μίλτος Φραγκόπουλος, Γιώργος Δεπάστας, Έφη Καλλιφατίδη, Γιώργος Μπλάνας, Θωμάς Σκάσσης, Μπερλής, Αλέξης Καλοφωλιάς, Χίλντα Παπαδημητρίου, Νάννα Παπανικολάου, Οντέτ Βαρών Βασάρ, Άννα Παπασταύρου κ.ά.

Απόλαυσα ιδιαίτερα τον διάλογο μεταξύ Ε. Σάμπατο – Χ.Λ. Μπόρχες πάνω σε αιώνια λογοτεχνικά θέματα, το εφιαλτικό διήγημα του Γκιγιέρμο Αράγια (σεναριογράφου των ταινιών «Σκυλίσιοι έρωτες», «Βαβέλ», «21 γραμμάρια» και «Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα», που αρχίζει το βιογραφικό του λέγοντας: Δεν καπνίζω ούτε πίνω. Απεχθάνομαι όσους λένε: «Δεν εμπιστεύομαι αυτούς που δεν πίνουν αλκοόλ») και το περί διαδικτυακού έρωτα κομμάτι του Μισέλ Φέιμπερ, εμπνευσμένο απ’ το ταξίδι του στην Ουκρανία με τους «Γιατρούς χωρίς Σύνορα». Και κράτησα τη φράση του εξόριστου στην Κεντρική Ευρώπη Βελιγραδιανού ήρωα του Ντράγκαν Βέλιτς: Ζούμε αόρατα, με το βήμα των δειχτών του ρολογιού. Βιτρίνες βιβλιοπωλείων με ημερολόγια, μπλοκάκια, τετράδια πολυτελείας, μια ολόκληρη βιομηχανία υπενθυμίσεων.

Στην γαλαρία, ο Αμίν Μααλούφ δοκιμιο-γράφοντας Έναν Κόσμο Χωρίς Κανόνες επικρίνει τις περίφημες θέσεις για τις ημερομηνίες 9-11 και 11-9 (Τείχος Βερολίνου – Δίδυμοι Πύργοι) ως Τέλους της Ιστορίας και ως Πολιτισμικής Σύγκρουσης αντίστοιχα ως δημοσιογραφικές απλουστεύσεις και εστιάζει στην ανικανότητα της Δύσης να δημιουργήσει κανόνες αξιών, δημοκρατίας και ευημερίας παρά την επιβολή του μοντέλου της. Πιο δίπλα ο Μάρτιν Βάλζερ προτιμάει να αντλεί από το ανεξάντλητο υλικό του απώτερου παρελθόντος: ξαναγράφει τις επιστολές του Γκέτε για μια νεαρή, ζώντας ο ίδιος εκ νέου τον έρωτά τους, θέμα που…χμ…κατέχει καλά κι έχει λογοτεχνήσει ακόμα καλύτερα.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στην φωτ. ο Γάλλος Σκηνοπλάστης.
Advertisements
11
Μαρ.
10

Χόρχε Βόλπι – Το τέλος της τρέλας

Συσσώρευε από νέος μια επίμονη έλλειψη ύπνου η οποία στην αρχή όχι μόνο δεν τον στενοχωρούσε, αλλά και του έδινε ένα πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του. Στη διάρκεια πρώτα της φυλάκισής του στην Ίσλα ντε Πίνιος, ύστερα της εξορίας του στο Μεξικό, όπου προετοίμαζε την εξέγερση κατά του Μπατίστα, και τέλος των μαχών του στη Σιέρρα Μαέστρα, η ικανότητά του να μένει ξάγρυπνος δεκαεννιά και είκοσι ώρες την ημέρα είχε αποβεί πολύ χρήσιμη και σε όφελός του. Όταν ωστόσο ήρθε η πολυπόθητη νίκη, εκείνος δεν μπόρεσε ν’ απαλλαγεί από αυτή τη συνήθεια. Αν τους πρώτους μήνες της ανόδου του στην εξουσία ήταν απλό να περνάει τον πλεονάζοντα χρόνο του διαβάζοντας αναφορές – πάνω από πενήντα τη μέρα -, καλώντας σε συσκέψεις τους συνεργάτες του τις πιο απίθανες ώρες ή ακόμα και ξεφυλλίζοντας ρομαντικά μυθιστορήματα, αργότερα ο βρόχος τόσων ωρών αγρύπνιας είχε αρχίσει να τον στραγγαλίζει. Όπως ο Μακμπέθ, έτσι κι αυτός είχε σκοτώσει τον ύπνο, τον αθώον ύπνο. (σ. 209)

Είναι φανερό πως το φιλοδοξότατο σχέδιο του Βόλπι (πόλη του Μεξικού, 1968) ήταν ένα πεζογράφημα όπου θέση θα έχουν όλοι οι κάτοικοι του προσωπικού του πνευματικού σύμπαντος, όλες οι προσωπικότητες που καθόρισαν την δική του διά-νοια αλλά κι ένα αντίστοιχο κομμάτι της Ιστορίας εκείνων που άναψαν τις ιδεολογίες, θέρμαναν με τις ανάσες τους τις πολιτικές αναταραχές, έγραψαν και κατέγραψαν τέχνες και αισθητικές. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν γίνεται ο κεντρικός ήρωας (εδώ ο μεξικανός ψυχαναλυτής Ανίμπαλ Κεβέδο) να μην πλάθεται από πλήθος πραγματικών και φανταστικών στοιχείων, να μην περιπλανιέται στα κέντρα των μεγάλων στιγμών – εξ ου και η αφετηρία του Παρισινού Μαΐου, να μην κινηθεί στους τόπους που έρευσαν επαναστατικές θερμάνσεις.

Με διαδρομές μπροστά και πίσω στον αιώνα του, ο Κεβέδο θα αναπνεύσει στο σύμπαν όπου διασκορπιζόταν η σκέψη των Λακάν, Αλτουσέρ, Φουκώ, Μπαρτ και θα συνυπάρξει με μορφές όπως ο Κάστρο, ο Αγιέντε κι ο Ραφαέλ Γκιγιέν (ο σημερινός υποδιοικητής Μάρκος), καταλήγοντας σε μια πρώτη κορυφή, εκείνη της συνύπαρξης έρωτα, επανάστασης και περιπλάνησης. Όταν αυτά ολοκληρώσουν ένα κύκλο που δεν γίνεται να είναι αέναος, επιστρέφει στο Μεξικό με το όραμα της εφαρμογής τους στην πατρίδα του. Η αναζήτηση ενός νέου κέντρου τους στην ζούγκλα της Τσιάπας όπου βρίσκεται ως «εμπειρογνώμονας της κοινωνίας των πολιτών στη διερεύνηση ενός εγκλήματος των παραστρατιωτικών», θα αποτελέσει τον πρώτο κρίκο μιας αλυσίδας που καταλήγει στην δύναμη της δύναμης, στους νεοφιλελεύθερους εξουσιαστές, στην συνεννόηση πνεύματος και εξουσίας, σε αυτό που όλοι βλέπουν ως προδοσία, ενώ ο φορέας του αδυνατεί.

Φυσικά όλες αυτές οι προσωπικότητες που εδώ συναρμονίζονται με τις ιδέες και τα αληθή λεγόμενά τους δεν παύουν να είναι άνθρωποι αδύναμοι και ανασφαλείς, κι εδώ ο συγγραφέας μοιάζει να απολαμβάνει σε φαρσικές μεταφορές και ποικίλες μορφές των κεφαλαίων όλη αυτή την απομυθοποιητική αποκαθήλωση των επαναστατών του είδους τους, όπως και την μετατροπή του λάτρη τεχνών και λογοτεχνιών σε περίβλεπτο κριτικό, έχοντας πλέον απέναντί του εκείνους τους δημιουργούς. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Βόλπι (νομικός, δρ. Ισπανικής Λογοτεχνίας) συνθέτει ένα τέτοιο βαθύπνευστο εγχείρημα. Στην ουσία πρόκειται για μέρος μιας τριλογίας, που ξεκίνησε από το Αναζητώντας τον Κλίνγκσορ (Ωκεανίδα 2001) και τελείωσε στο No sera la tierra (2006), που κάλυψαν αντίστοιχα τον Μεγάλο Πόλεμο και την Σοσιαλιστική Κατάρρευση. Κοινό σημείο, το τέλος πασών των ουτοπιών. Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα συνυπέγραψε μαζί με άλλους Μεξικανούς συγγραφείς ένα μανιφέστο ρήξης με τον μαγικό ρεαλισμό της εγχώριας πεζογραφίας των Μαρκές, Φουέντες και σία. Ίσως κάτι μου διαφεύγει, αλλά απορώ για το όνομα του Φουέντες, που έχει γράψει σκληρά, αμιγώς πολιτικά και καθόλου μαγικά έργα για τη χώρα του.

… η μοναξιά, αυτή η αποτρόπαιη συντροφιά που μερικές φορές έως μ’ αποναρκώνει (δεν ξέρεις πόση γαλήνη βρήκα όταν έμαθα επιτέλους, σαν σε αποκάλυψη, ότι θα ήμουν πάντα μόνος), η μοναξιά που επιβάλλεται ως ίδιον του ανθρώπου, που είναι η κλίση του και η ανταμοιβή του, προπάντων όταν κάποιος γράφει και κατανοεί ότι δεν υπάρχει ποτέ κανείς, κανείς, ανάμεσα στη σελίδα και στην πένα, ανάμεσα στο μάτι και στη σελίδα, ανάμεσα στο εγώ που σου γράφει και στο εσύ που με διαβάζει…. (σ. 173).

Η βιβλιογραφία με τίτλους των Roland Barthes, Maurice Blanchot, Guy Debord, Gilles Deleuze, Carlos Fuentes, Adolfo Garcia Ortega, Gustavo Gerrero, Anselm Jappe, Julia Kristeva, Greil Marcus – Lipstick Traces, Octavio Paz, Anibal Quevedo, Philippe Sollers, Susan Sontag, Tzvetan Todorov, Raul Vaneigem υπονοεί το αχανές διάβασμα που απαιτούσε ένα τέτοιο μυθιστόρημα. / Eκδ. Αλεξάνδρεια, 2008, μτφ. Μελίνα Παναγιωτίδου, σελ. 447 (Jorge Wolpi, El fin de la locura, 2003).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr

09
Μαρ.
10

Τομ ΜακΚάρθι – Απομεινάρια

Λίγα πράγματα μπορώ να πω για το ατύχημα. Σχεδόν τίποτα. …Μπλε φως, κιγκλιδώματα, άλλα χρωματιστά φώτα, εγώ πάνω σ’ ένα είδος φορείου ή πάνω σε ένα κρεβάτι. ποιος μπορεί να μου πει ότι όλα αυτά εν είναι κατασκευάσματα του μυαλού μου, ή ότι δεν τα έχω ανασύρει από κάπου αλλού, κάποια άλλη χαραμάδα και δεν τα χρησιμοποίησα για να καλύψω το κενό – τον κρατήρα – που προκάλεσε το ατύχημα Το μυαλό είναι πολυμήχανο και πανούργο. Σωστός κίνδυνος.

Ένας ανώνυμος Λονδρέζος του Μπρίξτον συνέρχεται από ένα σοβαρό ατύχημα με επιλεκτική αμνησία – και αυτήν ακριβώς καλείται να διατηρήσει, με αντίτιμο μια θηριώδη χρηματική αμοιβή και μόνη υποχρέωση να μην αναζητήσει λόγους και αιτίες. Ακόμα κι αν φτάσουν στη μνήμη, οι συνθήκες του ατυχήματός του πρέπει να μείνουν μυστικές. «Ο Διακανονισμός έμοιαζε μ’ ένα μέλλον τόσο δυνατό που εξισορροπούσε τη μη-ύπαρξη του παρελθόντος μου», μονολογεί. Άραγε όλοι θα μέναμε σ’ αυτό; Θα αρκούμασταν στην μερική επαναφορά ενός παρελθόντος σαν περίληψη παλιών επεισοδίων μιας κοινότοπης σαπουνόπερας;

Η ζωή του είναι πλέον διαφορετική. Πρώτα κατανοεί, μετά ενεργεί. Είναι αδύνατο να κάνει οποιαδήποτε κίνηση αν προηγουμένως δεν την σκεφτεί. Ακόμα και οι φαντασιώσεις του είναι ατελείς και ψεύτικες. Και βέβαια πρέπει να αποφασίσει τι θα κάνει τα χρήματα της αποζημίωσης. Η φίλη του Κάθριν του προτείνει επενδύσεις στην ανάπτυξη της Αφρικής. «Όλες οι αγορές είναι παγκόσμιες. Γιατί να μην παγκοσμιοποιηθεί και η συνείδησή μας;». Αλλά ο απαγορευμένος καρπός δεν είναι δυνατό να παραμείνει απροσπέλαστος, όταν πρόκειται για την ίδια σου τη ζωή. Αδυνατεί να ξεχάσει και να προχωρήσει σα να μη συνέβη τίποτα, δεν μπορεί να μην κυνηγήσει την αυθεντικότητα που δικαιούται, ακόμα κι αν χρειαστεί να γίνει βίαιος ή καταστροφικός. Η δημιουργία ενός ολόκληρου κτιρίου με ενοίκους που πληρώνονται για να βοηθήσουν στην «επαναχάραξη» του υπολειπόμενου τμήματος του εγκεφάλου είναι το πρώτο βήμα. Και αρκεί μια ρωγμή στον τοίχο μιας τουαλέτας (που και …. στην πραγματικότητα ενέπνευσε τον Μακάρθι για το μυθιστόρημα) για να αρχίσει να ξεχύνεται η παλιά προς τη νέα ζωή. Αλλά οι ταχύτητες που αναπτύσσει είναι ιλιγγιώδεις και οποιοσδήποτε και οτιδήποτε επιχειρήσει να τον ανακόψει στην πορεία προς τη συνείδηση, κινδυνεύει, κινδυνεύει άσχημα!

Το δονκιχωτικό κλίμα, η υπαρξιακο-φιλοσοφική αντανάκλαση της Σαρτρικής Ναυτίας, η επιχείρηση παρελθοντικής ανάπλασης ενός σκοτεινού παρελθόντος (γνώριμο μοτίβο των Κάφκα, Κόνραντ και των Άλλων του Μοντερνισμού), εδώ συναντούν πολλά σύγχρονα λογοτεχνικά στοιχεία, πέρα από μια καλώς εννοούμενη ταχεία ρυθμολογία. Το πρώτο του αυτό βιβλίο απορρίφθηκε από αρκετούς εκδότες αλλά εκδόθηκε από τον Παριζιάνο Metronome των επιλεκτικών εκδόσεων, μέχρι που οι ζεστές κριτικές ενημερωμένων blogs και on line περιοδικών (όπως το 3: Α.Μ), προφανώς των μόνων πλέον ανεπηρέαστων-από-άλλα κειμενογράφων, το διασκόρπισαν ευρύτατα στο σύμπαν της αποδοχής. Μυθιστόρημα της χρονιάς για το περιοδικό The Believer και για μια ευρύτατη κοινότητα ιστολόγων, στην χώρα μας δεν ασχολήθηκε απολύτως κανείς, με εξαίρεση τον συγγραφέα Θεόδωρο Γρηγοριάδη που ψάχνει όλες τις αγγλοσαξονικές λογοτεχνικές αξίες και που όπως έγραψε στο μπλογκ του, το διάβασε «και στις δυο γλώσσες με θαυμαστή αμηχανία».

Εικαστικός καλλιτέχνης, ιδρυτής και γραμματέας της International Necronautical Society, μιας «πρωτοποριακής» καλλιτεχνι­κής ομάδας που συνδυάζει πλείστες μορφές λόγου και τέχνης, ο Μακάρθι (γέννημα – θρέμμα νότιου Λονδίνου, 1969, τέκνο της Οξφόρδης) αποτελεί μια από τις φρέσκες λογοτεχνικές δυνάμεις. Ενδιαφέρουσα ακούγεται η μελέτη του «Ο Τεν-Τεν και το Μυστικό της Λογοτεχνίας», μια άλλη «ανάγνωση» του βελγικού κόμικ, όπου οι αφηγήσεις του Ερζέ αναλύονται με την συνδρομή του … Ρολάν Μπαρτ. / Εκδ. Πάπυρος, 2007, μτφ. Όλγα Γεράκη, σελ. 307 (Tom McCarthy, The Remainder, 2006).

Τα εγκληματολογικά αρχεία είναι μια μορφή τέχνης, τίποτα λιγότερο. Ή μάλλον όχι, θα τολμήσω να πω ότι είναι υψηλότερη, πιο εξευγενισμένη από κάθε άλλο είδος τέχνης. Γιατί; Επειδή είναι αληθινά. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα κομμάτι τους – τα διαγράμματα: με όλα αυτά τα περιγράμματα, τα βέλη και τα σκιασμένα κουτάκια μοιάζουν με πρωτοποριακούς πίνακες αφηρημένης τέχνης του περασμένου αιώνα – με ένα χορό από σχήματα και γραμμές, τόσο προσεγμένες και καλοσχεδιασμένες που θυμίζουν τα σχέδια στα φτερά μιας πεταλούδας. Δεν έχουν όμως τίποτε το αφηρημένο. Πρόκειται για καταγραφές στυγερών εγκλημάτων. Κάθε γραμμή, κάθε σύμβολο, κάθε γωνία – ακόμα και το ίδιο το μελάνι δονούνται από μια σχεδόν ανείπωτη βία, βγάζοντας σκοτεινές κραυγές μέσα από την ησυχία της λευκής κόλλας: κάτι συνέβη εδώ, κάποιος πέθανε. (σ. 185)

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς το τελευταίο απόσπασμα): mic.gr.

07
Μαρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 53

Μισέλ Σνεντέρ, «Συγχωρήστε με για τη σκόνη. Ντόροθυ Πάρκερ, 7 Ιουνίου 1967», από το: Φανταστικοί θάνατοι, εκδ. Καστανιώτη, 2005, μτφ. Γιάννης Στρίγκος, σ. 280-281 (Michel Schneider, Morts imaginaires, 2003)

«Είναι η στιγμή όπου η ψυχή που καταρρέει διστάζει, καθώς ζαλίζεται, ανάμεσα στην παλιά και την καινούργια μέρα, μην τολμώντας ούτε να αντιμετωπίσει τη μία ούτε να θυμηθεί την άλλη. Είναι η ώρα που οτιδήποτε γνωρίζουμε, όπως και ό,τι δεν γνωρίζουμε, συνθλίβει το πνεύμα σαν σιδερένιος μανδύας, όπου όλοι οι δρόμοι, πολυσύχναστοι ή απάτητοι, υποχωρούν κάτω από τα πόδια που τρεκλίζουν, όπου τα πάντα είναι μαύρα μπροστά στα μάτια που προσπαθούν να δουν. Το σκοτάδι είναι εδώ, το σκοτάδι είναι παντού. Είναι η ώρα της φρίκης, η τρομακτική ώρα του νικηφόρου σκότους». Έρχεται επιτέλους για την Ντόροθυ Πάρκερ η ώρα για την οποία τόσο συχνά είχε γράψει, η ζοφερή ώρα (dusk). Ή μήπως η ώρα της σκόνης (dust);

Στον τάφο της Ντόροθυ Πάρκερ υπάρχουν χαραγμένες αυτές οι τρεις λέξεις: Excuse my dust (Συγχωρήστε με για τη σκόνη).

Στην Λεία Βιτάλη

06
Μαρ.
10

Χριστόφορος Λιοντάκης (επιλ. κειμ.) – Μια πόλη στη λογοτεχνία. Ηράκλειο

 

Αποφεύγοντας τις μηχανές της ρητορείας και του μύθου

Κάθε τόσο οι δρόμοι ανοίγονταν σε δημοτικές πλατείες περιστοιχισμένες από τρελά κτίρια αφιερωμένα στο νόμο, τη διοίκηση, την εκκλησία, την εκπαίδευση, τους άρρωστους και τους τρελούς. Στο εκτυφλωτικό ηλιόφως μια λεπτομέρεια, όπως μια καγκελωτή πόρτα ή μια έπαλξη που μένει χωρίς υπερασπιστή, τονίζεται με θαυμαστή ακρίβεια τέτοια που βρίσκει κανείς μόνο στα ζωγραφικά έργα είτε των πολύ μεγάλων είτε των τρελών… Είναι μια πόλη σε σύγχυση, εφιαλτική, ολότελα ανώμαλη, ολότελα ετερογενής, ένας τόπος ονείρου που αιωρείται στο κενό ανάμεσα Ευρώπης και Αφρικής…

… έγραφε για το Ηράκλειο ο Χένρυ Μίλερ στον Κολοσσό του Μαρουσιού, στο ένα από τα δυο κείμενα ξένων λογοτεχνών που ανθολογούνται εδώ. Αν όμως ο Μίλερ απολαμβάνει έκπληκτος τις αντιφάσεις του τόπου αλλά και την σχεδόν μεσσιανική του αποδοχή από τους εντόπιους (άλλοτε λόγω του γεγονότος ότι έφτασε με αεροπλάνο, άλλοτε λόγω της αμερικανικής, δημοσιογραφικής ή συγγραφικής ταυτότητας), ο Ζαν Κοκτώ στο Ελληνικό του Ημερολόγιο περιορίζεται σε αποκλειστικά αρνητικές εντυπώσεις από μια πόλη «όπου τα πάντα είναι χυδαία, και περήφανα που είναι έτσι».

Πόλη παλίμψηστη και πολυώνυμη, με τους χυμούς των αιώνων να κυκλοφορούν υπόγεια και με τον Μινώταυρο πάντα ανάμεσά μας ή στα όνειρά μας, πόλη που αντιστέκεται στους βιαστικούς και κρύβεται στις περίκλειστες αυλές, σύμφωνα με τον ανθολόγο της σε «Είκοσι τέσσερις ψηφίδες για τον Χάνδακα» Χριστόφορο Λιοντάκη, το Ηράκλειο του κεντρόφυγου αεροδρομίου, της θεωρητικής ευρυχωρίας και της εδαφικής στενότητας κατά την Κλαίρη Μιτσοτάκη είναι …

Μια πόλη πιο δυνατή απ’ τους ανθρώπους της. Έχει ένα τρόπο να επιβάλλει τη δική της προσωπικότητα και αφήνει τα πράγματα και τα πρόσωπα στη σκιά. Κανένας δεν μπορεί να την εκπροσωπήσει, κανένας δεν μπορεί να την καταχραστεί. Έχει τόσους πολιτισμούς και χρόνια πίσω της, τόσα ονόματα και τόσες εξαρτήσεις, τόσες εκτινάξεις, που πάντα μ’ έναν τρόπο θα παραμένει απόρθητη, πόλη πολλών πόλεων, πολλών προσωπείων, πολλών μεταμφιέσεων….Γι’ αυτό δεν είναι παράξενο που περισσότερο από λογοτεχνία ή πόλη αυτή παράγει ζωγραφική… αποφεύγοντας τις μηχανές της ρητορείας και του μύθου.

Από την παλαιότερη λογοτεχνία ανθολογούνται φυσικά σπουδαίες μορφές του τόπου όπως οι Έλλη Αλεξίου, Λεφτέρης Αλεξίου, Μηνάς Δημάκης, Λιλή Ζωγράφου, Γαλάτεια Καζαντζάκη, και ακόμα οι Ιωάννης Δαμβέργης, Άγγελος Σικελιανός, Γιάννης Σφακιανάκης, Διονύσιος Ρώμας, Οδυσσέας Ελύτης, Άρης Δικταίος, ενώ η σύγχρονη γραφή περιορίζεται, εκτός από τους προαναφερθέντες, στους Γιώργη Γιατρομανωλάκη, Ρέα Γαλανάκη, Γιώργο Ξενάριο και Άρη Σφακιανάκη, που με το γνωστό του απολαυστικό ταξιδιωτικό κειμενο-ύφος συνδέει την τουριστική περιήγηση με το ερωτικό ημερολόγιο.

Σε μια μελλοντική επανέκδοση θα πρότεινα στον εκλεκτό ποιητή να συμπεριλάβει και αποσπάσματα από την πληθώρα των βιβλίων εντόπιων και εν γένει Κρητών (έστω και λιγότερο «προβεβλημένων») λογοτεχνών και όσων έγραψαν με λογοτεχνικές αξιώσεις για την πόλη – αναφέρω ενδεικτικά: Μανόλης Δερμιτζάκης, Από όσα θυμούμαι: Το παλιό κάστρο. Μια βόλτα στο Ηράκλειο των αρχών του 20ού αιώνα, Α΄ – Β΄ (Ηράκλειο, 1962-1963), Νικόδημος Κριτσωτάκης, Σημαδιακά χρόνια (εκδ. Δωρικός, 1979), Μαρίκα Φρέρη, Το κάστρο μας. Κρητικό ηθογραφικό χρονικό, εκδ. Καστανιώτη, 1979, Στέλιος Παπαδομιχελάκης – Θ’ ανθρωπέψει ο άνθρωπος (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985), Κώστας Αρβανιτάκης – Τάξις τρίτη. Σχολικόν ενθύμιον (εκδ. Η Τόλμη, χ.χ.), Μανόλης Καρέλλης – Το βιβλίο των επιτηδευμάτων (εκδ. Κάκτος, 2001) – έστω και κατ’ ανάγκη με μείωση των 40 σελίδων (σε σύνολο 219, δηλαδή σχεδόν το ένα πέμπτο του βιβλίου) που αφιερώνονται στον Νίκο Καζαντζάκη με ανθολόγηση των ούτως ή άλλως κλασικών «Καπετάν Μιχάλης» και «Αναφορά στον Γκρέκο» ή των ταξιδιωτικών των «ογκόλιθων» της Γενιάς του Τριάντα (Μυριβήλη, Θεοτοκά, Βενέζη).

Ας φύγουμε με τον Αντώνη Σανουδάκη: Αιφνίδια ανατολή των Νεωρίων. Επί πώλου εισέρχεται ισόβιος γαμπρός εντός σου ο Κορνάρος κομίζων μες στο στόμα του το Ερωτικόν Έπος της φυλής. Αναδυομένη η ποίηση του Χορτάτζη, ξεκαρδιστή ή κλαίουσα, στον κόλπο του Δερματά, κραυγή πολιορκημένων εορταστών του Φώσκολου ο Φορτουνάτος, μια πεταλούδα ο χρωστήρας του Θεοτοκόπουλου, αναγγέλλων την Ανατολή της Εσπερίας, ύδραυλος παλμική στον Άγιο Τίτο ο Λεονταρίτης… Προώρως επέλεξα το θόλο σου, όπως ο εραστής τη χαίτη της νεάνιδος που ορχούται στην ιερή σκιά του Γιούχτα. Καλημερίζω την ηχώ των ερειπίων σου, μαργαριτάρια που μέλπουν στα χαλάσματα…

Εκδ. Μεταίχμιο, 2001, 219 σελ.

02
Μαρ.
10

Σήλα Στήβενσον – Δρόμος μακρύς

Θέατρο Ορφέας. Σκηνή Ανδρέας Βουτσινάς

Σ’ ένα διήγημα του Κάρλος Φουέντες απ’ το Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μια μητέρα αλληλογραφεί με τον δολοφόνο της κόρης της, με την επιθυμία να του γνωρίσει ποια πραγματικά ήταν. Τόσο εκείνη όσο και ο φυλακισμένος συναντήθηκαν στον κοινό δρόμο προς μια νέα ζωή. Εδώ είναι ο γιος της οικογένειας εκείνος που δολοφονήθηκε από μια νεαρή γυναίκα και ήδη από την έναρξη – που κατακλύζεται από μια επαναληπτική, βιομηχανική μουσική – τα τρία εναπομείναντα μέλη (μητέρα – πατέρας – δεύτερος γιος) και η αυτουργός μονολογούν για την δραματική μεταλλαγή της ζωής τους.

Πώς χειρίζεται κανείς κάτι τέτοιο; Η μητέρα είναι σαστισμένη και οργισμένη, θέλει να εξαφανίσει από προσώπου γης την γυναίκα. Διατηρεί την στάχτη του νεκρού, βλέπει ανταύγειες μέσα της, βέβαιη πως εκείνος λάμπει ακόμα κι έτσι. Κρατάει τα ρούχα του γιατί δεν αποκλείει την επιστροφή του. Ο πατέρας εκπλήσσεται με την χολή που βγαίνει απ’ το στόμα του, αισθάνεται παγιδευμένος στον εαυτό του, δεν τον αναγνωρίζει. Ήλπιζε πως υπάρχει κάποιο κατάλληλο χάπι για την περίσταση αλλά τίποτα…η μόνη λύση είναι να τρέχει συνεχώς. Πρώτα σαν άσκηση, μετά σαν λαχανιαστή πανικόβλητη φυγή απ’ τις σκέψεις, μέχρι να στραφεί εξαντλημένος στο ποτό. Δεκάδες ερωτήματα τρυπούν την σκέψη τους. Τι γίνεται όταν σε μαχαιρώνουν; εκκρίνεται αδρεναλίνη όπως λένε, σαρώνουν οι ορμόνες; Αν είναι τώρα με τον Θεό, όπως του λένε, γιατί ο Θεός δεν τον προστάτεψε προηγουμένως; Γιατί ο κόσμος αλλάζει πεζοδρόμιο και κανείς δεν ξέρει τι να σου πει, μόνο ρίχνει κλεφτές ματιές οίκτου; Και οι ειδικοί που καλούνται να βοηθήσουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Μαλάκες που πίνουν το τσάι τους και σε ρωτάνε πώς νοιώθεις. Ζουν από τη θλίψη σου.

Μόνο ο γιος προσπαθεί να κρατηθεί την επιφάνεια, αντιλαμβανόμενος πως δεν μπορεί για πολύ να συνεχιστεί η ζωή σ’ αυτό το καταθλιπτικό μαυσωλείο. Προσπαθεί να τους ξυπνήσει, φωνάζει πως η ζωή πρέπει να συνεχιστεί, να μην κάνει ένας νεκρός κουμάντο στη ζωή μας! Πως η αυτουργός λες κι έχει πάρει τη θέση του, έγινε κομμάτι απ’ την ζωή τους, μόνο που δεν έχει μετακομίσει σπίτι τους. Όταν η μητέρα συνειδητοποιήσει πως είναι πλέον αναπόσπαστα δεμένη με εκείνη, τολμάει το ατόλμητο. Αν εκείνος είναι περισσότερο παρών από ποτέ – και εντελώς απών, τότε ίσως εκείνη πρέπει να μετατραπεί σε κάτι άλλο. Ο δρόμος προς την συνάντησή τους θα είναι μακρύς και δύσβατος.

Η Βρετανίδα συγγραφέας (που ξεκίνησε με θεατρικά έργα για το ραδιόφωνο του BBC και συνέχισε προς το σανίδι το 1996 με το επιτυχές The memory of water/Η μνήμη του νερού κ.ά.) βεβαιώθηκε πως οι περισσότεροι από τους κρατούμενους είχαν υποστεί σημαντική ζημιά πολύ προτού καταλήξουν τελικά στη φυλακή (προερχόμενοι συνήθως από ένα χαοτικό και δηλητηριώδες κοκτέιλ δραματικών συγκυριών) και συμμετείχε στον αγώνα ορισμένων να κατανοήσουν και να αντιληφθούν τα εγκλήματά τους. Ο Μακρύς Δρόμος γράφτηκε μετά από πολύχρονη έρευνα στις φυλακές του Λονδίνου και σε συνεργασία με το Πρόγραμμα της Συγχώρεσης του αγγλικού Υπουργείου Δικαιοσύνης (άσχετο με θρησκείες και εκκλησίες) που λειτουργεί σε φυλακές, σχολεία, κοινότητες επανένταξης, ενδιαφερόμενες ομάδες κ.λπ. και επικεντρώνεται στην πρακτική, όχι θεωρητική, συγχώρηση, συμφιλίωση και επίλυση διαφορών. Στο σχετικό σάιτ περιλαμβάνονται οι ιστορίες που ακούγονται στις εκδηλώσεις τους ή εξομολογούνται οι ίδιοι οι κρατούμενοι.

Σ’ ένα τέτοιο έργο, που γράφτηκε για να παιχτεί και στις φυλακές, εξ ου και η συχνή κι επιτατική στροφή προς το κοινό, όπου καίει συνεχώς το ερώτημα πώς μπορεί τελικά να λειτουργήσει η συγχώρεση για τους κρατούμενους και πώς να ξεκινήσει μια νέα ζωή για «θύτες» και «θύματα», το σκηνικό ενός απλού τραπεζιού ήταν αρκετό, καθώς το έργο εναλλασσόταν ανάμεσα στο σπίτι τους και στη φυλακή της (οι όροι μπορούν και να αντιστραφούν), οι ηθοποιοί υπήρξαν ως την άκρη πειστικοί και το κείμενο μοίραζε γερές μαχαιριές στο μυαλό.

Σκηνοθ. Χρήστος Καρχαδάκης, μτφ.: Δημήτρης Μοθωναίος – Βάσια Παναγοπούλου, σκην. – κοστ.: Μυρτώ Αναστασοπούλου, φωτ.: Κατερίνα Μαραγκουδάκη, βοηθ. σκηνοθ. Αρσένης Γρίμμας. / Παίζουν (αλφαβ.): Κατερίνα Διδασκάλου, Χρήστος Καρτέρης, Μέλπω Κωστή, Αγγελική Λάμπρη, Χριστόδουλος Στυλιανού. / Θέατρο Ορφέας, Σκηνή Ανδρέας Βουτσινάς / Δευτ – Τρ. 21:15 / 90΄ / (Sheilagh Stephenson, The Long Road, 2008).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
01
Μαρ.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 26. Ανταίος Χρυστοστομίδης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Ο Κόνραντ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Σβέβο, ο Ζέμπαλντ, ο Λιόσα, ο Τσίρκας. Και εκατοντάδες άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Το κόκκινο και το μαύρο. Ο Ξένος του Καμύ. Οι Αόρατες πόλεις του Καλβίνο. Τα 100 χρόνια μοναξιάς του Μάρκες. Το όπλο του σπιτιού της Γκόρντιμερ. Η τριλογία του Τσίρκα. Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Τα περισσότερα διηγήματα του Μπάσεβις Σίνγκερ. Και βέβαια τα διηγήματα του Ταμπούκι.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Ο Ζιβάγκο, ως μονάδα μέσα σε ένα επαναστατημένο πλήθος. Βεβαίως ο Ρασκόλνικοφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Λόγω δουλειάς, προτιμώ να αποφύγω την απάντηση.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους «μεταφρασμένους» σας χαρακτήρες; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ανυπομονώ να γνωρίσω καινούργιους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική;
Όταν μεταφράζω; Κλασική μουσική, κυρίως μουσική δωματίου. Από Μότσαρτ μέχρι Σοστακόβιτς.
Κατά τα άλλα καμιά ιδιαίτερη διαδικασία. Απλώς φροντίζω πριν αρχίσω μια μετάφραση να ξέρω τα πάντα για τον συγγραφέα και την εποχή του.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Πολλά πράγματα μαζί. Ποίηση (Σιμπόρσκα), πολιτική (ένα βιβλίο για τον Ζαχαριάδη), λογοτεχνία. Πάντα όμως μπήγω και σφήνες με ένα καλό αστυνομικό.

Τι μεταφράζετε τώρα;
Ουμπέρτο Έκο «Η ομορφιά της λίστας» μαζί με τη Δήμητρα Δότση. Πριν λίγες μέρες παρέδωσα ένα από τα λίγα αμετάφραστα ακόμα βιβλία του Καλβίνο, το «Τελευταίο έρχεται το κοράκι».

Ασχολείστε επισταμένα με την μετάφραση, την κριτική λογοτεχνίας και την επιμέλεια της σειράς ξένης πεζογραφίας στις εκδόσεις Καστανιώτη. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Πώς διαμοιράζετε αναίμακτα τις τρεις τούτες ηδονές;
Διαγράψτε το «κριτική λογοτεχνίας» και βάλτε στη θέση της τις «Κεραίες της εποχής μας» για την ΕΤ1. Όχι δεν έχω συγκεκριμένο πλάνο δουλειάς. Κι επειδή ευτυχώς και οι τρεις δραστηριότητες κινούνται στον ίδιο χώρο, δεν κινδυνεύω να τις μπερδέψω και να κάνω τραγικά λάθη.

Μπορείτε να θυμηθείτε κάποια μετάφραση που σας εξουθένωσε; Κάποια που απολαύσατε περισσότερο από άλλες; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον μεταφραζόμενο συγγραφέα;
Η πιο δύσκολη μετάφραση που έχω κάνει είναι αναμφισβήτητα το «Πάλομαρ» του Καλβίνο. Πρέπει να πω όμως ότι και το «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» δεν πήγε πίσω.
Για τη σχέση μεταφραστή-συγγραφέα; Όλα πάνε καλά αρκεί ο μεταφραστής να μην αισθάνεται υποτιμητικά απέναντι στον συγγραφέα, και ο συγγραφέας να μη ζηλεύει τον μεταφραστή.

Υπήρξατε ο βασικός μας μυητής στον Ίταλο Καλβίνο. Τι θα προτείνατε σε κάποιον που ετοιμάζεται να εισχωρήσει στο σύμπαν του; Από πού να αρχίσει, τι να έχει μαζί του;
Να ξεκινήσει από το πιο βατό του έργο: τους «Δύσκολους έρωτες».

Υπήρξατε ο βασικός μας μυητής και στον Αντόνιο Ταμπούκι. Τι σας έθελξε περισσότερο σε αυτόν τον συγγραφέα;
Οι βουβές πλοκές των έργων του. Η εκπληκτική του γλώσσα που μοιάζει ένα τίποτα κι είναι τα πάντα. Η ηθική του στάση απέναντι στα σύγχρονα προβλήματα. Και η άποψή του ότι το καθετί σέρνει πίσω του και το αντίστροφό του.

Με τον Ταμπούκι σας συνέδεσε βαθύτατη και ισότιμη σχέση. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με την σπανίζουσα αυτή διαρκή συνομιλία;
Να διηγηθώ απλώς ότι είμαι ευτυχής που εννιά χρόνια τώρα, την ίδια εβδομάδα και την ίδια εποχή του χρόνου, βρισκόμαστε στα Χανιά, στο ξενοδοχείο «Το δώμα», και περνάμε δέκα μέρες μαζί.

Για τις μεταφράσεις του Ανταίου Χρυστοστομίδη βλ. τις βάσεις των ΕΚΕΜΕΛ και Βιβλιονέτ.
Δημοσίευση και εδώ.



Μαρτίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.   Απρ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 955.396 hits

Αρχείο

Advertisements