Χόρχε Βόλπι – Το τέλος της τρέλας

Συσσώρευε από νέος μια επίμονη έλλειψη ύπνου η οποία στην αρχή όχι μόνο δεν τον στενοχωρούσε, αλλά και του έδινε ένα πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του. Στη διάρκεια πρώτα της φυλάκισής του στην Ίσλα ντε Πίνιος, ύστερα της εξορίας του στο Μεξικό, όπου προετοίμαζε την εξέγερση κατά του Μπατίστα, και τέλος των μαχών του στη Σιέρρα Μαέστρα, η ικανότητά του να μένει ξάγρυπνος δεκαεννιά και είκοσι ώρες την ημέρα είχε αποβεί πολύ χρήσιμη και σε όφελός του. Όταν ωστόσο ήρθε η πολυπόθητη νίκη, εκείνος δεν μπόρεσε ν’ απαλλαγεί από αυτή τη συνήθεια. Αν τους πρώτους μήνες της ανόδου του στην εξουσία ήταν απλό να περνάει τον πλεονάζοντα χρόνο του διαβάζοντας αναφορές – πάνω από πενήντα τη μέρα -, καλώντας σε συσκέψεις τους συνεργάτες του τις πιο απίθανες ώρες ή ακόμα και ξεφυλλίζοντας ρομαντικά μυθιστορήματα, αργότερα ο βρόχος τόσων ωρών αγρύπνιας είχε αρχίσει να τον στραγγαλίζει. Όπως ο Μακμπέθ, έτσι κι αυτός είχε σκοτώσει τον ύπνο, τον αθώον ύπνο. (σ. 209)

Είναι φανερό πως το φιλοδοξότατο σχέδιο του Βόλπι (πόλη του Μεξικού, 1968) ήταν ένα πεζογράφημα όπου θέση θα έχουν όλοι οι κάτοικοι του προσωπικού του πνευματικού σύμπαντος, όλες οι προσωπικότητες που καθόρισαν την δική του διά-νοια αλλά κι ένα αντίστοιχο κομμάτι της Ιστορίας εκείνων που άναψαν τις ιδεολογίες, θέρμαναν με τις ανάσες τους τις πολιτικές αναταραχές, έγραψαν και κατέγραψαν τέχνες και αισθητικές. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν γίνεται ο κεντρικός ήρωας (εδώ ο μεξικανός ψυχαναλυτής Ανίμπαλ Κεβέδο) να μην πλάθεται από πλήθος πραγματικών και φανταστικών στοιχείων, να μην περιπλανιέται στα κέντρα των μεγάλων στιγμών – εξ ου και η αφετηρία του Παρισινού Μαΐου, να μην κινηθεί στους τόπους που έρευσαν επαναστατικές θερμάνσεις.

Με διαδρομές μπροστά και πίσω στον αιώνα του, ο Κεβέδο θα αναπνεύσει στο σύμπαν όπου διασκορπιζόταν η σκέψη των Λακάν, Αλτουσέρ, Φουκώ, Μπαρτ και θα συνυπάρξει με μορφές όπως ο Κάστρο, ο Αγιέντε κι ο Ραφαέλ Γκιγιέν (ο σημερινός υποδιοικητής Μάρκος), καταλήγοντας σε μια πρώτη κορυφή, εκείνη της συνύπαρξης έρωτα, επανάστασης και περιπλάνησης. Όταν αυτά ολοκληρώσουν ένα κύκλο που δεν γίνεται να είναι αέναος, επιστρέφει στο Μεξικό με το όραμα της εφαρμογής τους στην πατρίδα του. Η αναζήτηση ενός νέου κέντρου τους στην ζούγκλα της Τσιάπας όπου βρίσκεται ως «εμπειρογνώμονας της κοινωνίας των πολιτών στη διερεύνηση ενός εγκλήματος των παραστρατιωτικών», θα αποτελέσει τον πρώτο κρίκο μιας αλυσίδας που καταλήγει στην δύναμη της δύναμης, στους νεοφιλελεύθερους εξουσιαστές, στην συνεννόηση πνεύματος και εξουσίας, σε αυτό που όλοι βλέπουν ως προδοσία, ενώ ο φορέας του αδυνατεί.

Φυσικά όλες αυτές οι προσωπικότητες που εδώ συναρμονίζονται με τις ιδέες και τα αληθή λεγόμενά τους δεν παύουν να είναι άνθρωποι αδύναμοι και ανασφαλείς, κι εδώ ο συγγραφέας μοιάζει να απολαμβάνει σε φαρσικές μεταφορές και ποικίλες μορφές των κεφαλαίων όλη αυτή την απομυθοποιητική αποκαθήλωση των επαναστατών του είδους τους, όπως και την μετατροπή του λάτρη τεχνών και λογοτεχνιών σε περίβλεπτο κριτικό, έχοντας πλέον απέναντί του εκείνους τους δημιουργούς. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Βόλπι (νομικός, δρ. Ισπανικής Λογοτεχνίας) συνθέτει ένα τέτοιο βαθύπνευστο εγχείρημα. Στην ουσία πρόκειται για μέρος μιας τριλογίας, που ξεκίνησε από το Αναζητώντας τον Κλίνγκσορ (Ωκεανίδα 2001) και τελείωσε στο No sera la tierra (2006), που κάλυψαν αντίστοιχα τον Μεγάλο Πόλεμο και την Σοσιαλιστική Κατάρρευση. Κοινό σημείο, το τέλος πασών των ουτοπιών. Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα συνυπέγραψε μαζί με άλλους Μεξικανούς συγγραφείς ένα μανιφέστο ρήξης με τον μαγικό ρεαλισμό της εγχώριας πεζογραφίας των Μαρκές, Φουέντες και σία. Ίσως κάτι μου διαφεύγει, αλλά απορώ για το όνομα του Φουέντες, που έχει γράψει σκληρά, αμιγώς πολιτικά και καθόλου μαγικά έργα για τη χώρα του.

… η μοναξιά, αυτή η αποτρόπαιη συντροφιά που μερικές φορές έως μ’ αποναρκώνει (δεν ξέρεις πόση γαλήνη βρήκα όταν έμαθα επιτέλους, σαν σε αποκάλυψη, ότι θα ήμουν πάντα μόνος), η μοναξιά που επιβάλλεται ως ίδιον του ανθρώπου, που είναι η κλίση του και η ανταμοιβή του, προπάντων όταν κάποιος γράφει και κατανοεί ότι δεν υπάρχει ποτέ κανείς, κανείς, ανάμεσα στη σελίδα και στην πένα, ανάμεσα στο μάτι και στη σελίδα, ανάμεσα στο εγώ που σου γράφει και στο εσύ που με διαβάζει…. (σ. 173).

Η βιβλιογραφία με τίτλους των Roland Barthes, Maurice Blanchot, Guy Debord, Gilles Deleuze, Carlos Fuentes, Adolfo Garcia Ortega, Gustavo Gerrero, Anselm Jappe, Julia Kristeva, Greil Marcus – Lipstick Traces, Octavio Paz, Anibal Quevedo, Philippe Sollers, Susan Sontag, Tzvetan Todorov, Raul Vaneigem υπονοεί το αχανές διάβασμα που απαιτούσε ένα τέτοιο μυθιστόρημα. / Eκδ. Αλεξάνδρεια, 2008, μτφ. Μελίνα Παναγιωτίδου, σελ. 447 (Jorge Wolpi, El fin de la locura, 2003).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr

Τομ ΜακΚάρθι – Απομεινάρια

Λίγα πράγματα μπορώ να πω για το ατύχημα. Σχεδόν τίποτα. …Μπλε φως, κιγκλιδώματα, άλλα χρωματιστά φώτα, εγώ πάνω σ’ ένα είδος φορείου ή πάνω σε ένα κρεβάτι. ποιος μπορεί να μου πει ότι όλα αυτά εν είναι κατασκευάσματα του μυαλού μου, ή ότι δεν τα έχω ανασύρει από κάπου αλλού, κάποια άλλη χαραμάδα και δεν τα χρησιμοποίησα για να καλύψω το κενό – τον κρατήρα – που προκάλεσε το ατύχημα Το μυαλό είναι πολυμήχανο και πανούργο. Σωστός κίνδυνος.

Ένας ανώνυμος Λονδρέζος του Μπρίξτον συνέρχεται από ένα σοβαρό ατύχημα με επιλεκτική αμνησία – και αυτήν ακριβώς καλείται να διατηρήσει, με αντίτιμο μια θηριώδη χρηματική αμοιβή και μόνη υποχρέωση να μην αναζητήσει λόγους και αιτίες. Ακόμα κι αν φτάσουν στη μνήμη, οι συνθήκες του ατυχήματός του πρέπει να μείνουν μυστικές. «Ο Διακανονισμός έμοιαζε μ’ ένα μέλλον τόσο δυνατό που εξισορροπούσε τη μη-ύπαρξη του παρελθόντος μου», μονολογεί. Άραγε όλοι θα μέναμε σ’ αυτό; Θα αρκούμασταν στην μερική επαναφορά ενός παρελθόντος σαν περίληψη παλιών επεισοδίων μιας κοινότοπης σαπουνόπερας;

Η ζωή του είναι πλέον διαφορετική. Πρώτα κατανοεί, μετά ενεργεί. Είναι αδύνατο να κάνει οποιαδήποτε κίνηση αν προηγουμένως δεν την σκεφτεί. Ακόμα και οι φαντασιώσεις του είναι ατελείς και ψεύτικες. Και βέβαια πρέπει να αποφασίσει τι θα κάνει τα χρήματα της αποζημίωσης. Η φίλη του Κάθριν του προτείνει επενδύσεις στην ανάπτυξη της Αφρικής. «Όλες οι αγορές είναι παγκόσμιες. Γιατί να μην παγκοσμιοποιηθεί και η συνείδησή μας;». Αλλά ο απαγορευμένος καρπός δεν είναι δυνατό να παραμείνει απροσπέλαστος, όταν πρόκειται για την ίδια σου τη ζωή. Αδυνατεί να ξεχάσει και να προχωρήσει σα να μη συνέβη τίποτα, δεν μπορεί να μην κυνηγήσει την αυθεντικότητα που δικαιούται, ακόμα κι αν χρειαστεί να γίνει βίαιος ή καταστροφικός. Η δημιουργία ενός ολόκληρου κτιρίου με ενοίκους που πληρώνονται για να βοηθήσουν στην «επαναχάραξη» του υπολειπόμενου τμήματος του εγκεφάλου είναι το πρώτο βήμα. Και αρκεί μια ρωγμή στον τοίχο μιας τουαλέτας (που και …. στην πραγματικότητα ενέπνευσε τον Μακάρθι για το μυθιστόρημα) για να αρχίσει να ξεχύνεται η παλιά προς τη νέα ζωή. Αλλά οι ταχύτητες που αναπτύσσει είναι ιλιγγιώδεις και οποιοσδήποτε και οτιδήποτε επιχειρήσει να τον ανακόψει στην πορεία προς τη συνείδηση, κινδυνεύει, κινδυνεύει άσχημα!

Το δονκιχωτικό κλίμα, η υπαρξιακο-φιλοσοφική αντανάκλαση της Σαρτρικής Ναυτίας, η επιχείρηση παρελθοντικής ανάπλασης ενός σκοτεινού παρελθόντος (γνώριμο μοτίβο των Κάφκα, Κόνραντ και των Άλλων του Μοντερνισμού), εδώ συναντούν πολλά σύγχρονα λογοτεχνικά στοιχεία, πέρα από μια καλώς εννοούμενη ταχεία ρυθμολογία. Το πρώτο του αυτό βιβλίο απορρίφθηκε από αρκετούς εκδότες αλλά εκδόθηκε από τον Παριζιάνο Metronome των επιλεκτικών εκδόσεων, μέχρι που οι ζεστές κριτικές ενημερωμένων blogs και on line περιοδικών (όπως το 3: Α.Μ), προφανώς των μόνων πλέον ανεπηρέαστων-από-άλλα κειμενογράφων, το διασκόρπισαν ευρύτατα στο σύμπαν της αποδοχής. Μυθιστόρημα της χρονιάς για το περιοδικό The Believer και για μια ευρύτατη κοινότητα ιστολόγων, στην χώρα μας δεν ασχολήθηκε απολύτως κανείς, με εξαίρεση τον συγγραφέα Θεόδωρο Γρηγοριάδη που ψάχνει όλες τις αγγλοσαξονικές λογοτεχνικές αξίες και που όπως έγραψε στο μπλογκ του, το διάβασε «και στις δυο γλώσσες με θαυμαστή αμηχανία».

Εικαστικός καλλιτέχνης, ιδρυτής και γραμματέας της International Necronautical Society, μιας «πρωτοποριακής» καλλιτεχνι­κής ομάδας που συνδυάζει πλείστες μορφές λόγου και τέχνης, ο Μακάρθι (γέννημα – θρέμμα νότιου Λονδίνου, 1969, τέκνο της Οξφόρδης) αποτελεί μια από τις φρέσκες λογοτεχνικές δυνάμεις. Ενδιαφέρουσα ακούγεται η μελέτη του «Ο Τεν-Τεν και το Μυστικό της Λογοτεχνίας», μια άλλη «ανάγνωση» του βελγικού κόμικ, όπου οι αφηγήσεις του Ερζέ αναλύονται με την συνδρομή του … Ρολάν Μπαρτ. / Εκδ. Πάπυρος, 2007, μτφ. Όλγα Γεράκη, σελ. 307 (Tom McCarthy, The Remainder, 2006).

Τα εγκληματολογικά αρχεία είναι μια μορφή τέχνης, τίποτα λιγότερο. Ή μάλλον όχι, θα τολμήσω να πω ότι είναι υψηλότερη, πιο εξευγενισμένη από κάθε άλλο είδος τέχνης. Γιατί; Επειδή είναι αληθινά. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα κομμάτι τους – τα διαγράμματα: με όλα αυτά τα περιγράμματα, τα βέλη και τα σκιασμένα κουτάκια μοιάζουν με πρωτοποριακούς πίνακες αφηρημένης τέχνης του περασμένου αιώνα – με ένα χορό από σχήματα και γραμμές, τόσο προσεγμένες και καλοσχεδιασμένες που θυμίζουν τα σχέδια στα φτερά μιας πεταλούδας. Δεν έχουν όμως τίποτε το αφηρημένο. Πρόκειται για καταγραφές στυγερών εγκλημάτων. Κάθε γραμμή, κάθε σύμβολο, κάθε γωνία – ακόμα και το ίδιο το μελάνι δονούνται από μια σχεδόν ανείπωτη βία, βγάζοντας σκοτεινές κραυγές μέσα από την ησυχία της λευκής κόλλας: κάτι συνέβη εδώ, κάποιος πέθανε. (σ. 185)

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς το τελευταίο απόσπασμα): mic.gr.