Anderson / Wakeman – The Living Tree (Voiceprint, 2010)

 

Υπήρξα τέκνο των 80s, συνεπώς η γνωριμία μου με τον Jon Anderson δεν έγινε από τους Yes (τους οποίους άλλωστε εκπαιδευτήκαμε να απορρίπτουμε ως δεινοσαύρους του τεχνορόκ των 70s) αλλά μέσω εκείνου του ιδιαίτερα ενδιαφέροντος και μάλλον παραγνωρισμένου διδύμου με τον Vangelis (Παπαθανασίου). Το The Friends of Mr Cairo υπήρξε ένας από τους πρώτους δίσκους που αγόρασα, μια απροσδόκητη συναστρία δυο μουσικών από διαφορετικούς κόσμους – ή έτσι μου φαινόταν τότε. Η μετρονομημένη, κρυφά επική μουσική του ενός προσπαθούσε να τιθασεύσει την ανάλαφρη, ξεφεύγουσα φωνή του αλλουνού. Θα έλεγα πως εκείνη η συνεργασία ίσως ήταν η καλύτερη στιγμή του αν και για πολλούς δύσκολα αντιπαραβάλλεται με το μέγεθος των Yes (που πάντα μου φαίνονταν υπερβολικά φλύαροι – απ’ όλη την progressive φουρνιά πρώτης γραμμής προτιμούσα το πιο παραμυθένιο χάσιμο των Moody Blues).

O Anderson συνέχισε όλα αυτά τα χρόνια να συνεργάζεται με δίδυμες μουσικές ψυχές αλλά πρώτη φορά μουσικολογεί αποκλειστικά με τον Rick Wakeman (χωρίς βέβαια να συμπεριληφθούν οι δίσκοι των Yes αλλά και οι δυο κυκλοφορίες ως τετράδας μαζί με τους Bruford και Howe). Περιττό να πούμε πως ο δεύτερος αναλαμβάνει πιάνο, πλήκτρα, έγχορδα, φλάουτα, όλα για την φωνή του χρόνιου φίλου του. Το αποτέλεσμα είναι ένα ηρεμιστικό, αρμονικό songbook, με τραγούδια που μοιάζουν να υπακούουν σε μια φυσική ροή και να κυλάνε το ένα μετά το άλλο, σαν ένα φυσικό τοπίο που δεν έχει πολλές εναλλαγές αλλά ανεπαίσθητες μεταβολές που αναδεικνύουν την ουσία του. Κανένα τραγούδι δεν στέκεται πάνω απ’ τα υπόλοιπα, όπως και κανένα δεν φιλοδοξεί να σφυριχτεί στο δρόμο ή στο πρωινό ξύπνημα – αν και τα ομότιτλα κι ένα δυο ακόμα ξεχωρίζουν κατά τι.

Φυσικά το αποτέλεσμα οφείλει πολλά στην αγγελική, απόκοσμη φωνή του Anderson, που αναγνωρίζεις ανάμεσα σε χίλιες, που δεν μπερδεύεις με καμία άλλη. Ο δίσκος αποτελεί ένα βαθιά προσωπικό και πνευματικό concept album, με επίκεντρο τον «Κήπο» (“The Garden”), έναν ιδεατό φιλοσοφημένο χώρο φιλοσοφίας και γαλήνης που τον θεράπευσε όταν το 2008 βρέθηκε πολύ κοντά στον θάνατο, από οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, που την ακολούθησε μακρά νοσηλεία. Ο Jon δεν μπορούσε να τραγουδήσει για 6 μήνες – απλώς ζωγράφιζε ή άκουγε και παρακολουθούσε τη φύση. Συνεχίζεται δηλαδή εδώ το πολύχρονο θεματολογικό ενδιαφέρον του σε θέματα της φύσης, του πλανήτη, της ψυχικής σύνδεσης με την γη, της γαλήνης με τον εαυτό.

H δημιουργία του Living Tree ήταν, όπως πλέον σε πολλές περιπτώσεις, τρανσατλαντική: ο Wakeman έστελνε μουσική από το ένα άκρο της θάλασσας κι ο Anderson άρχιζε να τραγουδά πάνω της, συχνά μάλιστα χωρίς να ακούει ολόκληρο το κομμάτι αλλά μόνο τις πρώτες νότες. Οι στίχοι γράφονταν με τον ίδιο τρόπο, με την «έναρξη» της φωνητικής έκφρασης, στην πρώτη ακρόαση. O J. εδώ και μια επταετία εργάζεται έτσι, με ανθρώπους από παντού στον κόσμο. Η τελική εννιάδα επιλέχτηκε από ένα πολύ μεγαλύτερο κατάλογο κομματιών, ενώ το αρχικό πλάνο περιελάμβανε και ορισμένα κομμάτια των Yes παιγμένα αλλιώς, που ήδη παίχτηκαν σε κοινή τουρ (Anderson/Wakeman Project 360).

Από την Αγγλία ο Rick, από τις ΗΠΑ ο Jon συναντιούνται στην κορυφή ενός προσωπικού διηπειρωτικού αγωνίσματος με μουσική ιδανική για περισυλλογή και αποκάθαρση των εντάσεων. Όσο κι αν ο κυνισμός μέσα μου με τραβάει μακριά από τέτοιες ηρεμισμένες μουσικές και πολυφορεμένες θεματικές, δεν μπόρεσα να μη σταθώ λίγο εδώ, να ακούσω τον δίσκο πολλές φορές και να μου φανεί σαν βάλσαμο μέσα στην φρικιαστική φετινή κακοφωνία.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Λογοτεχνείο, αρ. 80

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Το ζωντανό πόδι, εφημ. Ελευθεροτυπία 25.9.1994 (και στο: Πάλι κεντάει ο στρατηγός, εκδ. Καστανιώτη, 1996) 

O Μονοκύλινδρος μετά το ατύχημα δεν παραπονέθηκε ποτέ, δεν αποθαρρύνθηκε, δεν άλλαξε καθόλου συμπεριφορά. Συνεχίζει πάντα να είναι ο ίδιος και χειρότερος, οδηγάει μηχανάκια και μηχανές όλο και μεγαλύτερες, όλο και περισσότερων κυβικών. Λίγο καιρό μετά τον ακρωτηριασμό άρχισε να εκπαιδεύεται κι έφτασε, ενώ περνάει καβάλα στην «HONDA» του δίπλα από σκουπίδια, ν’ απλώνει το ξύλινο πόδι και, με μια κυκλική, αριστοτεχνική κίνηση, να μαγκώνει τις μαύρες, γεμάτες σακούλες και να τις πετάει ψηλοκρεμαστά πίσω, καταπάνω στα αυτοκίνητα που έρχονται – μια φορά πάει να δοκιμάσει το ίδιο κόλπο με το γερό πόδι, πέφτει πάνω σε σακούλα γεμάτη  μάρμαρα και σπάει και το πόδι το καλό.

Πριν από τρεις μήνες περίπου, μεθυσμένος, καβάλησε το πεζοδρόμιο και μπήκε μέσα στο ζαχαροπλαστείο «ΗΒΗ», εδώ παρακάτω, κατέβασε ολόκληρη τη βιτρίνα, μπουκάρισε με τη μηχανή μες τα ψυγεία κι αιμόφυρτος απ’ τα σπασμένα τζάμια σωριάστηκε στο δάπεδο, τρέχει ένα γκαρσόν, του λέει με αγωνία: «Πώς είσαι, είσαι καλά;»

«Μια χαρά είμαι», απαντάει ο Μονοκύλινδρος, μέσα στα αίματα, «φέρε μου ένα προφιτερόλ» (…)

Ξεκινάει αναστατωμένος και απρόσεκτος, οδηγώντας τη μηχανή με το ένα χέρι και κοιτάζοντας, σκυμμένος, το πόδι του (…) κάνει μερικά ζιγκ ζαγκ και στα εκατό μέτρα γλιστράει η «HONDA» πλάγια και ο Μονοκύλινδρος πέφτει κάτω, του φεύγει το ξύλινο πόδι μαζί με το παπούτσι, σέρνεται για καμιά εικοσαριά μέτρα στην άσφαλτο και πάει στριφογυρίζοντας μόνο του και σταματάει στο κέντρο της διασταύρωσης. Είναι ένα σωρό κόσμος γύρω που κοιτάζει άναυδος, ανατριχιάζοντας, το πόδι, όλοι νομίζουν ότι είναι ζωντανό και κόπηκε με το πέσιμο – σηκώνεται ψύχραιμα ο Μονοκύλινδρος και, χοροπηδώντας χαρωπά με το καλό πόδι, σαν να παίζει κουτσό, πάει, μαζεύει το ψεύτικο και το ξαναφοράει άνετα φωνάζοντας «μη φοβάστε, παιδιά, ταινία γυρίζουμε».

Μνήμη Νάσου Θεοφίλου