Ντάριο Φο – Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού

Θέατρο «Αλέκος Αλεξανδράκης»

Ελάχιστες σημερινές παραστάσεις σε αποχαιρετούν με σφιγμένο στομάχι, κι ας είναι πειστικές, κι ας αποτελούν τέλεια δείγματα μιας σκληρής εποχής όπως αυτή. Που δεν σε αφήνουν απλώς προβληματισμένο (συμπληρώνοντας έναν ούτως ή άλλως καθημερινό προβληματισμό) αλλά σου καρφώνουν ύπουλα το ερώτημα: πόσο πιο Άδικη μπορεί να είναι η Δικαιοσύνη; Αυτή η παράσταση ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία: είναι σπαρταριστή κωμωδία αλλά σου παγώνει το γέλιο στα χείλη. Ρίχνει σαν πολυβόλο τις σπαρταριστές ατάκες αλλά δεν τολμάς να σκεφτείς ότι αυτά συνέβησαν, συμβαίνουν και θα συμβαίνουν. Άρα τι κάνουμε, σοβαρεύουμε ή ξεκαρδιζόμαστε;

O Φο πάντα προτείνει την εναλλαγή σοβαρού και αστείου. Υπήρξε ανέκαθεν ενοχλητικός και ανεπιθύμητος σε κάθε εξουσία ήδη από την δεκαετία του ’50, οπότε και ακυρώθηκε η ραδιοφωνική του εκπομπή στη RAI (Κοκορίκο, με σατιρικούς μονολόγους που μετέτρεπαν βιβλικές ιστορίες σε πολιτική σάτιρα) κι αργότερα απαγορεύτηκε κάθε εμφάνισή του στο κανάλι για τα επόμενα 15 χρόνια. Στη συνέχεια κινούνταν διαρκώς κυνηγημένος και απειλούμενος, η θεατρική του ομάδα δεν έβρισκε θέατρο να παίξει, αντιμετώπισε τις λογοκρισίες όλου του κόσμου αλλά δεν υποτάχθηκε ποτέ. Αντίθετα, όσα και να τράβηξε, τους έπαιρνε πάντα τα σώβρακα, μετατρέποντας ακόμα και τις πραγματικές του συλλήψεις σε πνευματικές συλλήψεις πνευματωδών έργων. Ο Φο γνωρίζει πως δεν υπάρχει υποταγή του χιούμορ σε καμία αρχή και σε κανένα νόμο. Η συνεχής επιβολή του νόμου πάνω στον ίδιο και στον Γελωτοποιό του τον έκανε ατρόμητο απέναντί του. «Από εδώ και πέρα η γλώσσα μου θα τρυπάει και θα καθαρίζει σα μαχαίρι, θα ξαναδώσει το δικαίωμα στο γέλιο».

Κάπως έτσι μετατρέπει τις πάσης φύσεως αντίξοες συνθήκες σε απολαυστική διασκέδαση ο «τυχαίος» σχιζοφρενής πρωταγωνιστής που εξαπατά τον κόσμο παριστάνοντας διάφορους κοινωνικούς ρόλους και συνεπώς μπαινοβγαίνει στα αστυνομικά τμήματα, έχοντας όμως την ασφάλεια του ακαταλόγιστου. Του αρέσει να παίζει θέατρο, κι επειδή «το θέατρό του είναι το θέατρο της πραγματικότητας,» θέλει οι «συνάδελφοι ηθοποιοί» να είναι πραγματικοί άνθρωποι, να παίζουν στα έργα του αλλά χωρίς να το ξέρουν. Κάποια στιγμή βρίσκεται μόνος του σε ένα γραφείο, όπου αναμένεται η ανάκριση για τον «τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού».

Τα (και πραγματικά) γεγονότα: Τέλη του 1969 το ιταλικό κράτος μέσω μυστικών υπηρεσιών και ακροδεξιών κύκλων, στο πλαίσιο της «στρατηγικής της έντασης» (συνομωσία δυσφήμησης αναρχικών και εργατικών οργανώσεων μέσω απόδοσης κατευθυνόμενων τρομοκρατικών ενεργειών σε αυτούς), πυροδότησε μια βόμβα στην τράπεζα στην πλατεία Φοντάνα στο Μιλάνο σκοτώνοντας 19 άτομα. Για την βόμβα συνελήφθησαν οι αναρχικοί Πιέτρο Βαλπρέντα και Τζιουζέπε «Πίνο» Πινέλι. Ο δεύτερος εκπαραθυρώθηκε από τον τέταρτο όροφο – οι αυτόπτες μάρτυρες είδαν την πτώση 12 και 2 αλλά το ασθενοφόρο είχε δεχτεί κλήση…5 λεπτά νωρίτερα… Ο πρώτος φορτώθηκε την ιστορία, δικάστηκε, φυλακίστηκε, απελευθερώθηκε με κλονισμένη υγεία, έγινε σύμβολο σαν τους Σάκο και Βαντσέτι. Στην αποτεφρωτική του κηδεία παίχτηκαν κλασική και τζαζ μουσική και αναρχικά τραγούδια, όπως το είχε ζητήσει.

Πίσω στο έργο: ο τρελός εκμεταλλεύεται και προσποιείται τον δικαστικό που έρχεται να ερευνήσει το θέμα, απλά και μόνο για να διασκεδάσει. Αλλά ακόμα κι αυτός διακρίνει την βρωμιά κι εκεί αρχίζει το πρώτο μεγάλο πανηγύρι: μαζεύει τους μπλεγμένους αστυνομικούς και τους ψαρώνει, ξεγυμνώνει, εκθέτει, τρομάζει, ταπώνει, μπερδεύει, πανικοβάλλει, εξαναγκάζει σε αναπαράσταση των συμβάντων, σε αλληλοκατηγορίες, σε γελοιοποίηση. Ειρωνεύεται την ξαφνική τους φιλαλήθεια, τους κάνει να μην γνωρίζουν πότε σοβαρολογεί και πότε κοροϊδεύει, να παίξουν τρενάκι όλοι μαζί, να τραγουδήσουν την bandiera rossa – όλα με την αμυδρή υπόσχεση πως μόνο έτσι θα τους σώσει και θα σωθούν. Ακόμα κι όταν τους λέει «Εγώ στη θέση σας θα πήδαγα απ’ το παράθυρο» εκείνοι το σκέφτονται.

Στο δεύτερο μέρος ο τρελός κυριολεκτικά «αφιερώνει». Εισέρχεται ως διαφορετικά μεταμφιεσμένος αξιωματούχος, μονόφθαλμος, μονόχειρ και μονομανής, κι αρχίζει με γλώσσα ροδάνι και τρυπάνι, να δουλεύει αυτή τη φορά την δημοσιογράφο, αλλά με τρόπο χειρουργικά μελετημένο και κοφτερό, οδηγώντας εκείνη στην αλήθεια και τα πάντα στο χάος. Ο Σ. Παπαδόπουλος ενσαρκώνει αγρίως κωμικά τον αεικίνητο και διαρκώς ομιλούντα σχιζοφρενή, που τελικά είναι ο λογικότερος και δικαιότερος μεταξύ απατεώνων. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο της Κομούνας στο Μιλάνο το 1970 και ο τρόπος που αντιμετώπισε το αληθινό εκείνο γεγονός βοήθησε στην καθοδήγηση της κοινής γνώμης για την διαλεύκανση πολιτικών και άλλων εγκλημάτων της ίδιας περιόδου. Για την ιστορία (και παραπλεύρως του έργου): το 1972 ο ύποπτος επιθεωρητής Καλαμπρέζι δολοφονείται από πυρά αγνώστων, όπως νωρίτερα κι ο ταξιτζής που ενοχοποίησε τον Βαλπρέντα, το 1988 κάποιοι βολικοί συνελήφθησαν ως υπαίτιοι, το 2001 ένα δικαστήριο καταδίκασε τρία άτομα για εκείνη την εκπαραθύρωση, ο τέταρτος ανήκε στην CIA και την γλίτωσε.

Σημ.: Καθημερινά 30 θέσεις για την παράσταση προσφέρονται σε ανέργους. Κυψέλης 54, Αθήνα, τηλ. 7707227, 8827000. Παίζουν: Σπύρος Παπαδόπουλος, Κώστας Αποστολάκης, Αντώνης Καρυστινός, Αλέξανδρος Καλπακίδης, Στέλιος Πέτσος, Δήμητρα Στογιάννη. / Σκηνοθ. Σπύρος Παπαδόπουλος, μτφ. Άννα Βαρβαρέσου, σκην. – κοστ. Σάββας Πασχαλίδης, μουσ.- τραγ. Κίτρινα ποδήλατα, φωτ. Ανδρέας Μπέλλης.

[Dario Fo – Morte accidentale di un anarchico, 1970]

Πρώτη δημοσίευση: micgr, εδώ.

The Coral – Butterfly House (Deltasonic,2010)

 

Καθώς ακούω τους Κοραλένιους φίλους μου αναθυμούμαι κι αναθυμώνω μ’ εκείνους που πομπώδικα αντιδρούσαν στην αναβίωση της ψυχεδέλειας και του γκαράζ εκεί γύρω στα μέσα των 80ς. «Τι αναχρονισμός, τι αντιγραφή, τι μιμητισμός, τι έλλειψη προσαρμογής στο σήμερα, μουσικώς και περιβαλλοντικώς», έσκιζαν σχεδόν όλοι τα ρούχα τους. Τώρα οι ίδιοι ακριβώς χύνουν (μελάνι κυρίως) με τους διάφορους νεωκόρους του 2010, και είναι η σειρά μου να βάλω τα γέλια. Κοιτώ λοιπόν τις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς, έστω τις προτάσεις που βγαίνουν από τον μέσο όρο εντύπων, μπλογκς και συναφών εξωτερικεύσεων. Εδώ δε μιλάμε μόνο για ανυπαρξία τραγουδιών αλλά και για ωμέγα ποιότητος αντιγραφή μιας εποχής που πλάκα πλάκα είναι κι αυτή πίσω, αλλά όχι απλώς 20 (όπως ήταν η νεοψυχεδέλεια του 85) αλλά 30 χρόνια πριν!

Ε όχι. Αν είναι να υποστώ τους ανυπόφορους αναχρονισμούς των διαφόρων Drums. Yeasayer, Vampire Weekend, Hot Chip, These New Puritans, Gorillaz, MGMT, Caribou που βλέπω πως κοσμούν τις απελπισμένες ετήσιες ανασκοπήσεις, χίλιες φορές οι ευάεροι, ευήλιοι, μπουμπουκιασμένοι, ψυχεδελιασμένοι και ψυλλιασμένοι περί της σωστής ψυχεδελικής ποπ Coral. Χίλιες φορές η 60ς κομψοτεχνουργία τους, παρά η όποια επιλογή μεταξύ τόσο ξεκαρδιστικών κυκλοφοριών. Αυτοεξαιρούμαι από κάθε Ανασκόπηση του τίποτα.

Στον πέμπτο του δίσκο λοιπόν (χωρίς να υπολογίσουμε βέβαια την συλλογή με τα singles ούτε το ξεσαλωτικό μινάκι Nightfreak and the Sons of Becker) ύστερα από δίχρονη πίεση συνθέσεων και ετοιμασιών, το σχήμα απ’ το Merseyside, Wirral (στην παραέξω πλευρά του Liverpool) συνεχίζει μ’ έναν κιθαρίστα μείον (ο Bill Ryder-Jones έφυγε μετά το Roots and Echoes) αν και δεν διέκρινα καμία απολύτως διαφορά στις κιθάρες. Τα πέντε μέλη βρίσκονται ακόμα στην δεύτερη δεκαετία της ζωής τους: καμία έκπληξη, αυτή η μουσική πάντα έβγαινε από πολύ νεανικές καρδιές.

Απολαμβάνω λοιπόν τον συνδυασμό Αριζονικής σκόνης και αλαζονικής χίπικης αυθάδειας του More Than A Lover, το α λα The Byrds καμπάνισμα του Roving Jewel, την ελάττωση ταχύτητας αλλά αύξηση παλμών του Walking In The Winter. Ακούω μια κλασική βρετανική μπάντα ακριβώς του μέσου της δεκαετίας του 60, που αραδιάζει τρίλεπτα που μένουν στο μυαλό, κατρακυλάν προς τα χείλη, ανοίγουν χρώματα και ουρανούς. Ακούω δυο τυπικά σούπερ σινγκλάκια (Sandhills, Two Faces), αλλά τι λέω; Σχεδόν όλα εδώ μέσα είναι υποψήφια σιγκλάκια (με την έννοια των 60ς), με εξαίρεση τελικά αυτό που βγήκε ως σινγκλάκι, το 1000 Years. Μου μυρίζουν περάσματα από Beach Boys, Zombies, Scott Walker, μου αρέσει η ηρεμία της ταραχής τους με φολκ και κάντρι επιρροές. Και προσοχή στους πιτσιρικάδες που θυμούνται, λέει, τους Stone Roses. Δεν έχουν ακούσει ποτέ Love, δεν ξέρουν τι ακουγόταν στο San Francisco του 1967, δεν έμαθαν ποτέ για Mersey Ρεύματα και Βρετανικές Εισβολές.

Πολλοί αποδίδουν εύσημα στον παράγωντα (με ωμέγα πάντα) John Leckie αλλά δε μπορώ να φανταστώ τι παραπάνω έκανε ο τύπος απ’ το τυπικό καθήκον.Σε τέτοιου είδους μπάντες η θέση του κόουτς είναι απλώς να συγκρατεί τις ορμές των κιθαριστών, να ισορροπεί τα όργανα, να φροντίζει για τη σωστή δόση εφέ και φυσικά να λουστράρει τον ήχο. Μια περιορισμένη έκδοση του δίσκου περιλαμβάνει μια εξάδα κομματιών προς φολκ κατεύθυνση.

Βέβαια όπως πάντα το θέμα αλλάζει αν έχω να διαλέξω γενικώς δίσκους απ’ το είδος. Για άλλη μια φορά το πρωτότυπο κυριαρχεί οριστικά, και είναι τόσο ανεξάντλητη τη δεξαμενή του, είναι τόσο αχανής η παραγωγή τέτοιων δίσκων στα 60ς και στα 70ς, και πιστέψτε με, εκεί βρίσκονται ακόμα άγνωστα αριστουργήματα, που τα ακούει κανείς και αναρωτιέται τι κάνουμε μ’ όλους τους «σύγχρονους» εδώ μέσα….

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr