Ανταίος Χρυσοστομίδης – Οι κεραίες της εποχής μου

Τα κατά (σπουδαίων) συγγραφέων ευαγγέλια

«Τι είναι η μυθοπλασία; Είναι να γράφεις μια απλή ιστορία με κοινότοπους ανθρώπους αλλά να τη γράφεις τόσο ζωντανά, με τόση ένταση και τόση αυτοσυγκέντρωση, ώστε ο αναγνώστης να τη νιώθει, να την κάνει δική του. […] Αυτό κάνει ο καλλιτέχνης με τον κόσμο. Παίρνει κάτι το συνηθισμένο και, μολονότι δεν το μετατρέπει σε κάτι ασυνήθιστο, δείχνει καθαρά πόσο ασυνήθιστο είναι το κάθε αντικείμενο στην κοινοτοπία του. Αυτή είναι τελικά η δουλειά της τέχνης: να δείχνει πόσο εκπληκτική είναι η κοινή εμπειρία». (Τζον Μπάνβιλ, σ. 44)

Πώς γεννιέται ένας συγγραφέας και γιατί αρχίζει να γράφει; Επειδή του αρέσει να διηγείται ιστορίες ή επειδή θέλει να μιλήσει για τον εαυτό του μέσω των ιστοριών που επινοεί;  Πώς επιλέγει τα θέματά του και πώς καταλαβαίνει ότι μια ιδέα μπορεί να γίνει μυθιστόρημα και μια άλλη όχι; Ξεκινάει το γράψιμο ενός βιβλίου έχοντας την πλοκή ή την ιδεολογία του; Όταν γράφει σκέφτεται τον αναγνώστη; Πότε η βιογραφία γίνεται λογοτεχνία; Πότε αυτό που εμείς έχουμε ζήσει αποκτά ενδιαφέρον και για τους άλλους; Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία; Επειδή θέλουμε να ζήσουμε μια ζωή άλλη από την αληθινή μας; Μήπως επειδή θέλουμε να μάθουμε μέσα από τις ζωές άλλων τι είναι η ζωή; Μια ολόκληρη σειρά ερεθιστικών ερωτημάτων οδηγούν στις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συνομιλίες που μεταγράφονται εδώ από την γνωστή τηλεοπτική εκπομπή που παρουσιάζει από το 2006 ο Α.Χ. είτε μόνος του είτε με την Μικέλα Χαρτουλάρη.

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα πιστεύειπως αν έχεις διαβάσει καλή λογοτεχνία, ο τρόπος με τον οποίο βιώνεις π.χ. τον έρωτα είναι πιο πλούσιος σε σχέση με αυτόν που δεν έχει μια τέτοια εμπειρία: «Η λογοτεχνία έχει αντίχτυπο στη ζωή μας, στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα: αναπτύσσουμε μια περισσότερο κριτική στάση, δεν μένουμε ικανοποιημένοι από το αληθινό κόσμο, θέλουμε να τον αλλάξουμε. Γι’ αυτό και όλοι οι δικτάτορες, αριστεροί και δεξιοί, προσπαθούν πάντα να ελέγχουν τη λογοτεχνία». Η Μάργαρετ Άτγουντ υποστηρίζει πως το διάβασμα επιτρέπει στους ανθρώπους να κοιτάξουν τη δική τους ζωή με πιο προσεκτικό τρόπο, τους δίνει ένα μέτρο σύγκρισης, ακόμα και τη σκέψη πως η δική τους ζωή είναι καλύτερη, πως μπορούν να αισθάνονται ευτυχείς εφόσον αυτό που διαβάζουν – τουλάχιστον όσον αφορά δυστυχείς καταστάσεις – δεν τους έχει συμβεί ακόμα.

Για τον Ίνγκο Σούλτσε η λογοτεχνία γεννά κάτι το εντελώς καθημερινό που έχει όμως ταυτόχρονα τη δύναμη να ξεπερνά τον εαυτό του και να διασπά το αυτονόητο της καθημερινότητας: «Και τότε, ξαφνικά, αντιλαμβάνεται κανείς το θαύμα της ζωής, πόσο μεγάλο θαύμα είναι ότι ζούμε, ότι ακούμε, βλέπουμε, γευόμαστε, αισθανόμαστε – πράγμα που ούτε καν σκεφτόμαστε στην καθημερινότητά μας». Για τον Αντόνιο Ταμπούκι η λογοτεχνία προσφέρει «αυτό το κάτι περισσότερο σε σχέση με αυτά που η ζωή μας παραχωρεί – εδώ συμπεριλαμβάνεται η ετερότητα, το μικρό θαύμα που μας επιτρέπει να βγούμε από τον εαυτό μας και να γίνουμε «άλλοι». Μας βάζει να ταξιδεύουμε στον κόσμο, στις ζωές των άλλων, στον ίδιο μας τον εαυτό».

«Το μυθιστόρημα είναι ένα από τα ελάχιστα μέρη στον κόσμο όπου δύο άγνωστοι συναντιούνται κάτω από απολύτως οικείους όρους. Αναφέρομαι στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Μαζί φτιάχνουν το βιβλίο. Δεν είναι μόνο ο συγγραφέας. Είναι και ο αναγνώστης που επινοεί ένα βιβλίο. Κάθε αναγνώστης διαβάζει ένα διαφορετικό βιβλίο. Διότι φέρνεις όλη σου τη ζωή σε ό,τι διαβάζεις» λέει ο Πολ Όστερ και οι περισσότεροι συγγραφείς συμφωνούν για την αυτονομία της κάθε ανάγνωσης. Σύμφωνα με τον Χάρι Μούλις το βιβλίο δεν ανήκει τον συγγραφέα, αλλά στον αναγνώστη: «Το χαρακτηριστικό ενός καλού μυθιστορήματος είναι ότι μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί ποτέ να είναι σωστό ή λάθος, όπως μια επιστημονική πραγματεία». Για τον Μάρτιν Βάλζερ ο κάθε αναγνώστης διαβάζοντας το μυθιστόρημα κάποιου άλλου δημιουργεί το δικό του μυθιστόρημα. «Μου γράφουν συχνά πολυσέλιδα γράμματα για κάποιο μυθιστόρημα μου: είναι άντρες και γυναίκες κάθε επαγγέλματος και καταγωγής, που πιστεύουν ότι μου γράφουν σχετικά με κάποιο κείμενό μου. Στην πραγματικότητα μου γράφουν για τον εαυτό τους, γι’ αυτό που οι ίδιοι νιώθουν σημαντικό όταν διαβάζουν ένα μυθιστόρημά μου».

Όσον αφορά τη σχέση Ιστορίας και λογοτεχνίας, ο Χαβιέρ Θέρκας υποστηρίζει ότι υπάρχει μεν μια αλήθεια, αλλά κατά πάσα πιθανότητα είναι το άθροισμα όλων των εκδοχών της πραγματικότητας. «Αυτό μπορεί να ισχύει για την Ιστορία, δεν ισχύει όμως για την ηθική: υπάρχει μια τεράστια ποικιλία ηθικών αληθειών. Εκεί δεν υπάρχει μια αλήθεια, αλλά πολλές. Εξαρτάται από την εποχή, την οπτική γωνία, το πρόσωπο που διερευνά». Ο ίδιος ομολογεί πως στα βιβλία του τον ενδιαφέρει περισσότερο να κατανοήσει (αλλά όχι και δικαιολογήσει) τους εχθρούς του, παρά τους φίλους του και να ερευνήσει γιατί οι καλύτερες προθέσεις και τα καλύτερα ιδανικά μετατράπηκαν σε τερατωδίες και δημιούργησαν μια επίγεια κόλαση αλλά και ποιος είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει τους ανθρώπους σε τέρατα.

Για τον Μούλις η μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία δεν είναι λιγότερο υπεύθυνη για τα εγκλήματα των καθεστώτων. Αν δεν μιλήσουμε για τις συλλογικές ευθύνες όσων ανέχτηκαν τη φρίκη, υποστηρίζει, θα έχουμε πάντα ανοιχτή την πόρτα σε άλλα παρόμοια εγκλήματα του μέλλοντος. Σε κάθε περίπτωση η Ιστορία είναι άτεγκτη, δεν ενδιαφέρεται για τα ατομικά δράματα, σε κάθε της στροφή δεν υπάρχουν αθώοι και ένοχοι, όλοι είναι αθώοι και ταυτόχρονα ένοχοι. Για τον Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ ιστορική πηγή δεν είναι μόνο ό,τι βρίσκεται στα ράφια, αλλά και ό,τι κρύβεται στο πίσω μέρος του μυαλού μας.

Οι συγγραφείς εκφράζουν τις σύγχρονες πολιτικές τους ανησυχίες αλλά και πολλές διαπιστώσεις σε σχέση με το παρελθόν. Ο Ζοζέ Σαραμάγκου παραμένει πιστός στην φράση του Γκράμσι πως πρέπει να είμαστε απαισιόδοξοι στη λογική μας και αισιόδοξοι στη βούλησή μας· άλλωστε οι τελευταίες του λέξεις στο blog του ήταν ένα «Ευχαριστώ, Μανκέλ», που απευθυνόταν στον μόνο διάσημο συγγραφέα που μπήκε στα «πλοία της ειρήνης» για να σπάσουν το ισραηλινό εμπάργκο της Γάζας. Κατά τη γνώμη του η ελευθερία λόγου δεν αρκεί όταν περνάμε σε μια περίοδο όλο και πιο αυταρχικών δημοκρατιών· μπροστά δε στην παγκοσμιοποίηση, που είναι ο φασισμός της εποχής μας, χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τους όρους που χρησιμοποιούμε και να ξαναδούμε τι σημαίνουν διεθνισμός και ελευθερία.

Σύμφωνα με τον Κάρλος Φουέντες, η εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν επιτρέπει τις ένοπλες επαναστάσεις με την κλασική έννοια του όρου. Αν δεν καταφέρει η Δημοκρατία να προσφέρει φαγητό, μόρφωση και στέγαση στα εκατομμύρια των μη προνομιούχων τότε οι κατακτημένοι δημοκρατικοί θεσμοί θα κινδυνεύσουν. Στο ίδιος μήκος κύματος ο Ίνγκο Σούλτσε δίνει έμφαση στα οικονομικά θέματα και τις σχέσεις ιδιοκτησίας καθώς εκεί κρίνεται η ελευθερία μας, έννοια ανύπαρκτη όταν δεν υπάρχει κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη. Ο Τζον Λε Καρέ είναι απογοητευμένος που χάθηκε το τρένο όταν τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος και εξοργισμένος με τις ΗΠΑ που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς πολέμους, αλλά και τους Βρετανούς που γίνονται σκλάβοι της εξωτερικής της πολιτικής. Για τον Άμος Όζ το βασικό πρόβλημα του 21ου αιώνα θα είναι ο φανατισμός· το γεγονός ότι είμαστε συνεχώς και απόλυτα πεπεισμένοι ότι οφείλουμε να αλλάξουμε τον άλλον:. «Ο φανατικός είναι πάντα αλτρουιστής: θέλει να σε αλλάξει, ακόμα κι αν εσύ δεν το θέλεις. Κι αν δεν σε σώσει, σε σκοτώνει για το καλό σου. Ο συμβιβασμός είναι ζωή. Το αντίθετο του συμβιβασμού είναι ο φανατισμός και ο θάνατος».

Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει τα πολιτικά δεδομένα; Όταν ο Λιόσα αναρωτήθηκε, όπως φανταζόταν πως κάνουν ακόμα πολλοί νέοι του Τρίτου Κόσμου, αν, από ηθική και πολιτική άποψη, είναι σωστό να αφιερώνεις τη ζωή σου στη συγγραφή, ειδικά όταν προέρχεσαι από χώρα με τόσα άλυτα προβλήματα, εμπνεύστηκε από τον Σαρτρ που έλεγε πως ναι, πως άξιζε τον κόπο, διότι η λογοτεχνία ήταν μια μορφή δράσης, διότι οι ίδιες οι λέξεις είναι πράξεις. Ο Εντσενμπέργκερ, αντίθετα, υποστηρίζει πως δεν πρέπει να υπερτιμούμε το ρόλο της λογοτεχνίας: «Αν θέλω να καταπολεμήσω, για παράδειγμα, την πείνα στον πλανήτη, ένα ποίημα δεν είναι το πιο κατάλληλο μέσο. Η λογοτεχνία και η ποίηση είναι, κατά κάποιον τρόπο, αυτόνομες, δεν υπάρχουν για να εκπληρώνουν κάποιο πολιτικό ή κοινωνικό πρόγραμμα. Οι ρίζες της λογοτεχνίας έχουν σχέση με αυτά που έχει ανάγκη ο άνθρωπος, και σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που είναι πιο διασκεδαστικά, πιο ωραία και πιο αστεία από την πολιτική».

Ο Βάλζερ είναι βέβαιος πως ο ναζισμός αποτελεί οριστικό παρελθόν και πως δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να ξαναγίνει κάτι παρόμοιο: «Θεωρώ γελοίο, επειδή κάποιοι μισότρελοι ή δυστυχισμένοι νεαροί τρέχουν δεξιά κι αριστερά με τις σβάστικες στον ώμο, να πιστεύουμε ότι θα επαναληφθεί κάτι που συνέβη κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες». Η Ναντίν Γκόρντιμερ τονίζει πως οι Έλληνες της Νοτίου Αφρικής δεν έδειξαν την παραμικρή ευαισθησία σε όσα συνέβαιναν στην μεγάλη πλειονότητα του λαού της και δεν ύψωσαν ποτέ φωνή διαμαρτυρίας, αλλά αντίθετα επιθυμούσαν την διατήρηση του καθεστώτος ανισότητας και ανελευθερίας. Ο Νικολό Αμανίτι διαπιστώνει ότι όλα όσα έμαθε από μικρός ως κακά πράγματα, την ανηθικότητα, την γελοιότητα, την χυδαιότητα, τώρα πια θεωρούνται συνηθισμένα και νόμιμα και ηθικά και δεν εκπλήσσουν πλέον κανέναν.

Ο Χρυσοστομίδης αφηγείται περίτεχνα και το περιθώριο των συνομιλιών: τις εντυπώσεις του από την υποδοχή, την επικοινωνία, την περιποίηση, τις απαιτήσεις τους αλλά και το σαλόνι τους, το γραφείο τους, την περιοχή όπου ζουν , με την ζωντανή γραφή μιας λογοτεχνίας ταξιδιωτικής– ταξιδιωτικής όμως όχι μόνο όσον αφορά τις γειτονιές των συγγραφέων και τους καθημερινούς τόπους της έμπνευσης, της δημιουργίας και της προσωπικής τους μυθολογίας. Επιπρόσθετα, καθώς διαθέτει την απαραίτητη γνώση του έργου τους, η συζήτηση επεκτείνεται σε ιδέες που πηγάζουν από συγκεκριμένα βιβλία κι έτσι ο αναγνώστης αποκτά έναν δεύτερο, ειδικότερο οδηγό ανάγνωσης. Οι υπόλοιποι συγγραφείς: Μωρίς Αττιά, Γκαμάλ Αλ Γιτάνι, Αντρέα Καμιλέρι, Ντάνιελ Κέλμαν, Χανίφ Κιουρέισι, Κλαούντιο Μάγκρις, Βλαντίμιρ Μακάνιν, Ιάν ΜακΓιούαν, Νόρμαν Μανέα, Ορχάν Παμούκ, Τζορτζ Πελεκάνος, Σέρχιο Πιτόλ, Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Π.Ντ. Τζέιμς, Ντάριο Φο, Γιασμίνα Χάνρα και Άλαν Χόλινγκχερστ.

Δεν είναι λίγες οι φορές οι συγγραφείς εκφράζονται με αυτοσαρκασμό για το έργο και την εποχή τους, όπως ο Άμος Όζ, που παραδέχεται πως όταν γράφει τα βιβλία του ο νους του πηγαίνει καμιά φορά στους ανθρώπους που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί: «Σκέφτομαι ποια άραγε γνώμη θα έχουν για μας, αν τύχει να μας διαβάσουν. Αν θα μας αγαπήσουν ή αν θα μας αντιμετωπίσουν ως τους απόλυτους ηλίθιους». Ή παραδέχονται με συγκινητική ειλικρίνεια τους λόγους που τους ωθούν στη γραφή, όπως ο Ταμπούκι: «Ίσως περισσότερο η αίσθηση ότι η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ αρκετή. Είναι η διάθεση να πλάσεις μια άλλη πραγματικότητα. Είναι ότι η ίδια η ζωή δεν είναι αρκετή για τους συγγραφείς. Γράφουμε κυρίως επειδή η ζωή δεν μας αρκεί».

Πλήρης τίτλος: Οι κεραίες της εποχής μου. Ταξιδεύοντας με 33 διάσημους συγγραφείς σ’ ένα δωμάτιο, εκδ. Καστανιώτη, 2012, σελ. 589.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 31 (Φθινόπωρο 2012).

Στις εικόνες: John Banville, Antonio Tabucchi, Paul Auster, Javier Cercas, Harry Mulisch, José Saramagu, Hans Markus Enzersberger, Martin Walser, Niccolò Amaniti, Amos Oz.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 100. Μαρία Γιαγιάννου

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα των δυο βιβλίων σας;

Η θύρα του «Ταξιδιώτη του Άλλοτε» (εκδ. Κάκτος, 2006) είναι ελαφριά σαν σεντόνι. Εύκολα κανείς την παραμερίζει, εισέρχεται και εξέρχεται. Πρόκειται για μια συλλογή έμμετρων διηγημάτων, όπου ανασυνθέτω τρεις λαϊκούς θρύλους της ελληνικής προφορικής παράδοσης. Κατάλληλο για τους λυρικούς βουκόλους και τους λάτρεις της δημοτικής στιχοπλοκίας.

Η θύρα της «Μελανίππης» (εκδ. Σμίλη, 2012) είναι μάλλον από ξύλο μαύρης πεύκης, ήτοι πρόκειται για πόρτα στιλπνή και βαριά, την οποία επιπλέον πρέπει να κρούσεις από μέσα προς τα έξω για να ανοίξει. Στο μικρό αυτό μυθιστόρημα, η ηρωίδα ζει έγκλειστη εξαιτίας μιας καταλυτικής σωματικής δυσμορφίας, η οποία δεν της επιτρέπει να ρισκάρει την πλήρη ορατότητα. Διακυβεύεται η ανθρωπινότητά της. Το βιβλίο είναι κατάλληλο για γλωσσολάγνους και για όσους αποφεύγουν το φτηνό φως όσο και τη μόδα του σκοταδισμού.

Γράφετε πεζογραφία και θέατρο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δυο; Πότε επιλέγετε το ένα αντί του άλλου;

Είμαι και στα δύο άπειρη (μακάρι και με τις δύο έννοιες). Ναι, θα ήθελα να πετύχω μια καλή ισορροπία, που να μου επιτρέπει να χρησιμοποιώ το ένα προς όφελος του άλλου (π.χ. με μια οικονομημένη ένθεση προφορικότητας στην πεζογραφία και ποίησης στον θεατρικό λόγο) και προς όφελος ενός απαιτητικού κοινού. Ίσως το θέατρο να είναι μια δυσκολότερη υπόθεση, όχι απαραιτήτως από συνθετικής άποψης, αλλά από πρακτικής, όπως κάθε ομαδική δουλειά. Επίσης μια (γοητευτική) δυσκολία είναι ότι η συγγραφή θεάτρου σε τοποθετεί ένα βήμα μπροστά μέσα στον Χρόνο. Το θεατρικό Παρόν δεν είναι η στιγμή που γράφεις, αλλά η στιγμή της παράστασης. Τώρα, τα κίνητρα της επιλογής μεταξύ των ειδών είναι διαφορετικά. Θέατρο γράφω όταν θέλω να «παίξω»˙ με τοποθετεί νοερά στη σκηνή, μου ανοίγει δρόμους επισφαλούς μα σπαρταριστής επικοινωνίας με τον φανταστικό ακροατή, και (να πω την αμαρτία μου) μου δίνει την ευκαιρία να γράφω ατακαριστούς διαλόγους. Μια καλή ατάκα είναι τρομερό πράγμα όταν ειπωθεί σωστά. Η πεζογραφία πάλι είναι άλλο πράγμα˙ στον παράλληλο κόσμο όπου είμαι σαλιγκάρι, είναι το σπίτι μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μολονότι μάλλον έχω μόλις απαντήσει, πρέπει να παραδεχτώ ότι ο πιο πηγαίος μου τρόπος συγγραφής είναι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος. Όχι όμως και ο αγαπημένος μου. Κάποιες ιδέες χρειάζονται μεγαλύτερη ελευθερία, χώρο και χρόνο. Στην πραγματικότητα, πάντως, κάτω από κάθε πεζή μου φράση διαισθάνομαι μια καταπιεσμένη ρίμα.

Παγιδεύω τις ιδέες σε όποιο μέρος είναι εύκαιρο. Συνήθως στο σημειωματάριό μου, σε ποστ-ιτ, καμιά φορά τις ηχογραφώ στο κινητό. Όσες ιδέες αποσπαστούν αλώβητες απ’ την παγίδα, μπορεί να γίνουν οτιδήποτε: διήγημα, ποίημα, μονόπρακτο, δοκίμιο, φιλί. Μπορεί και να μείνουν ιδέες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Καμιά σπουδαία τελετουργία. Γράφω κι επιστρέφω διαρκώς σε όσα έγραψα από τον πρωϊνό καφέ μέχρι το απογευματινό τσάι. Δεν δουλεύω βράδυ. Όχι, δεν μπορώ να ακούσω μουσική όσο γράφω ή διαβάζω. Το προσπάθησα, αλλά παλεύω διπλά να μείνω συγκεντρωμένη και καταλήγω να την αντιπαθώ. Δεν έχω καλλιεργημένη μουσική παιδεία, όμως η ιδιοσυγκρασία μου και οι περιστάσεις με έχουν κάνει να αγαπήσω το φλαμένκο, τα blues και την Μαρία Κάλλας. Απολαμβάνω επίσης τον Χατζιδάκι και τα ρεμπέτικα. Με χαλαρώνει η κλασική τζαζ και η σόουλ. Συγκινούμαι εξίσου με τις χρωματιστές ταραντέλες και με τον γκρίζο κύριο Μέρτενς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των γραπτών σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Μελανίππη. Κάποιο βράδυ ένιωσα μια μικρή αγωνία, μια σταλιά από εκείνο που φαντάζομαι ότι ένιωθε ο Ουίλλιαμ Μπλέικ όταν επισκέπτονταν άγγελοι το περβάζι του παραθύρου του και τον ενέπλεκαν σε οραματικές συγκινήσεις. Η Μελανίππη ήρθε στο τότε μικρό μου πατάρι και φάνταζε πολύ μεγάλη και τρομερή. Νομίζω ότι πάντα θα με ακολουθεί.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μια εποχή πήγαινα κάθε Παρασκευή στις 14:30 σε ένα συγκεκριμένο καφέ στο Γκάζι (μετά την τότε βασική δουλειά μου), έτρωγα τη σούπα της ημέρας και έγραφα ένα μονόπρακτο. Ανεξαρτήτως καλλιτεχνικού αποτελέσματος ήμουν πολύ ικανοποιημένη με αυτή τη μικρή ρουτίνα.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μμμμ… σε ανάκατη σειρά: Χένρι Τζέημς, “the Master”. Ο Ντοστογιέφσκι. Ανέκαθεν και ες αεί. Ο Σαίξπηρ. Για την απλότητα και το βάθος του. Η Άντζελα Κάρτερ. Αισθησιακή, στοχευμένη, με χιούμορ. Ο Τσέχοφ. Τα είπε όλα, αυτός ο βαρύ-γλυκός. Ο Πίντερ, λιτός και παιχνιδιάρης. Ο Ζενέ. Σκοτώνει. Ο Σκαρίμπας. «Μείνε ημιόχις/ημιναινές/- κράτα ημιπόζα/ Έσω ημίβλεπτος/ ημιαν-φάς/ και -τότε- τέλεια/ η φήμη θάρτει σου/ σαν μια Κυρία/ ημιμιμόζα/ λίγον τι κρύα/ και λίγον μπλάβη/ από τα γέλια…». Μην ξεχάσω τον Καρούζο μας.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ουδείς μπορεί να αναμετρηθεί με τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι. Ωστόσο, πρώτη μου αγάπη είναι τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες. «Το στρίψιμο της βίδας» του Τζέημς είναι ένα υπαινικτικό αριστούργημα. «Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν είναι ένα σιχαμένο αριστούργημα. Το «Moderato Cantabile» της Ντυράς, μια μελαγχολική σονάτα. Αγαπώ πολύ το «Duende» του Λόρκα, γιατί μου έδωσε αυτή την υπέροχη λέξη.  Ο «Θωμάς ο Σκοτεινός» του Μπλανσό, ένας αγώνας ελεύθερης κολύμβησης στον Υπαρξισμό. «Ο ρινόκερος» συμπυκνώνει τη σοφία και το χιούμορ του Ιονέσκο. «Το σόλο του Φίγκαρο» του Σκαρίμπα κάποτε με μάγεψε. Ο «Πλους αεροστάτου» του Εμπειρίκου, μια πάλη ψυχανάλυσης και αισθησιασμού. Με την «Κασσάνδρα και το λύκο» της Καραπάνου ζήλεψα˙ πρόκειται για ένα χαριτωμένο φονικό και δεν διαπράττει εύκολα κανείς κάτι τέτοιο. Θα αναφέρω και το βιβλίο φιλοσοφίας των μέσων «Το σύμπαν των τεχνικών εικόνων» του Βίλεμ Φλούσερ που θεώρησα αποκαλυπτικό όσον αφορά στο πέρασμά μας σε μια ψηφιακή μορφή συνείδησης. Αγαπώ φετιχιστικά και διάφορα βιβλιαράκια τσέπης με συλλογές έργων τέχνης. Επίσης, το πορτοκαλί βιβλίο «Παραμύθια του Λαού μας» απ’ όπου μου διάβαζε ιστορίες ο πατέρας μου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Τα κυκλικά ερείπια» του Μπόρχες. Το «Ουίλιαμ Ουίλσον» του Πόε. «Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ» του Τσβάιχ. Η «Grande Malade» της Τζούνα Μπαρνς. «Η νύφη του τίγρη» της Άντζελα Κάρτερ. «Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο» του Όσκαρ Ουάιλντ. «Η καταδυομένη Αφροδίτη» του Νάσου Θεοφίλου. Οπωσδήποτε και άλλα που τώρα μου διαφεύγουν.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Φυσικά. Ευτυχώς είναι πολλοί. Θα αναφέρω το βιβλίο που διάβασα πιο πρόσφατα. Ο «Αέρας Αύγουστος» του Κώστα Κουτσουρέλη (των εκδόσεων Περισπωμένη) είναι μια θεσπέσια ποιητική συλλογή˙ κάθε στίχος είναι μια διαπεραστική ριπή κομψότητας και χαρμολύπης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο πρίγκιπας Μίσκιν. Ο Ντοστογιέφσκι γέννησε έναν ήρωα που αντιπροσωπεύει το απόλυτο καλό. Το κακό (ακριβώς λόγω της προφανέστερης γοητείας του) είναι τρομερά κοινό. Βέβαια, πιθανότερο είναι να βρούμε τον Άνθρωπο (όταν διερευνά τα όριά του) εκεί που ο Μίσκιν συναντάει τον Μαλντορόρ. Βέβαια εκείνο το πεδίο θα ήταν τόσο αιματηρό, ώστε συνήθως οι άνθρωποι προτιμούμε να πλατσουρίζουμε σε έλη κοινοτοπίας. Επίσης, η Νόρα του Ίψεν κατάφερε να βγει απ’ το κουκλόσπιτο της συνήθειας, γι’ αυτό την θαυμάζω απεριόριστα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τα βιβλία μου. [Γέλια] Λοιπόν, όχι, δεν έχω καμία τέτοια προσδοκία. Είμαι υπεύθυνη για την οργάνωση και την επιμέλεια πολιτιστικών εκδηλώσεων σε ένα χαριτωμένο καφεθέατρο και όπου αλλού με εμπιστεύονται και με εμπνέουν.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας;

Σπούδασα επικοινωνία και ΜΜΕ, πολιτιστική διαχείριση και στο ενδιάμεσο φιλοσοφία τέχνης (για ένα διδακτορικό που εγκαταλείφθηκε). Κάποιες νύξεις θεωρίας των μέσων και της αισθητικής που βρίσκει κανείς στη «Μελανίππη» (μα είναι πολύ νωρίς ακόμα για να προβλέψω την τροπή που θα πάρει το παιχνίδι των επιδράσεων στο μέλλον), νομίζω προέρχεται από τις σπουδές. Από την άλλη, όποιο ενδιαφέρον μου σχετίζεται με την τέχνη, την αισθητική και τα ζητήματα του οπτικού πολιτισμού, μάλλον έχει τις ρίζες του στο οικογενειακό περιβάλλον.

Ασχολείστε και με την επιμέλεια εκθέσεων. Περί τίνος πρόκειται;

Η πείρα μου στο να παρακολουθώ στησίματα και επιμέλειες εκθέσεων είναι πολύ μεγαλύτερη από το να τις οργανώνω η ίδια. Είναι μια απαιτητική δουλειά που αποσκοπεί στην γοητευτική προβολή του εικαστικού έργου και το άνοιγμα εκείνου του δρόμου που προσφέρεται στον θεατή, ώστε να περάσει σε ένα νέο σύμπαν. Αδρά, επιμέλεια σημαίνει: επιλογή των καλλιτεχνών και του θέματος (σε κάποιες περιπτώσεις), θεωρητικός ιστός, γενικός τίτλος, κείμενα και τον άθλο του στησίματος. Για ορισμένους υπερμοντέρνους επιμελητές σημαίνει να επιλέγουν εκθέματα εκ των οποίων το κάθε ένα λειτουργεί ως ένα λειψό γράμμα της αμφαβήτου, σύμφωνο ή φωνήεν, που μόνο του δεν λέει τίποτα αλλά μαζί με τα άλλα φτιάχνει τη φράση που έχει ο επιμελητής στο μυαλό του. Κλασική περίπτωση βλάβης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το Κουκούτσι, για την συνολικά ποιοτική του παρουσία και ο Μανδραγόρας, διότι είναι ίσως το μόνο λογοτεχνικό περιοδικό που ενδιαφέρεται τόσο για τα εικαστικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Μια αναπάντεχη δυσλεξία με έκανε εκεί που λέτε «να γράψετε μια μονογραφία» να διαβάσω «να πράξετε μια μονομαχία». Υποθέτω όμως ότι πάνω-κάτω είναι το ίδιο. Αυτή η ερώτηση παραμένει δύσκολη [λέει και πάει να βάλει καφέ, επιστρέφει, ανάβει τσιγάρο, σκέφτεται να πει τη Μαρία Κάλλας, αλλάζει γνώμη… έχει ήδη συν-γράψει ένα θεατρικό με την Αλεξάνδρα Κ*]. Ίσως να έγραφα για την αισθητική θεωρία του Χένρι Τζέημς ή για τον ανθρωπιστή Αντόν Τσέχοφ. Ίσως πάλι μια μονογραφία για το Νάσο Θεοφίλου, που λείπει από τα ελληνικά γράμματα. Ωστόσο, αν δεν είχαν όλα πολλαπλώς γραφτεί, μάλλον θα προτιμούσα κάποιον μεγάλο ζωγράφο του μοντερνισμού. Προτιμώ να αναλύω την εικόνα απ’ ότι τον λόγο. Σκέφτομαι ότι πριν πολλά χρόνια σ’ αυτή την ερώτηση θα απαντούσα χωρίς δεύτερη σκέψη τη Μέριλιν Μονρόε. Εξακολουθεί να με δελεάζει. Τα ευάλωτα idols έχουν πολύπλευρο ενδιαφέρον. Ίσως πάλι να έγραφα για τον Μάικλ Τζάκσον. Με ενδιαφέρει η ψυχοπαθολογία του, η σχέση του με τα μίντια, το σύνδρομο του Πήτερ Παν και το γεγονός ότι ήταν ένας ανατριχιαστικά καλός χορευτής. [Θεέ μου, πόσο μεταμοντέρνα απάντηση]

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Η τελευταία ταινία που μου άρεσε ήταν «Το λιμάνι της Χάβρης» του Καουρισμάκι. Το κίτρινο φουστάνι με τα λουλουδάκια, η τρυφερότητα του ήρωα, ο βαρύς λιμανίσιος αέρας. Πριν από τη Χάβρη, ενθουσιάστηκα με «Το δέρμα που κατοικώ» του Αλμοδόβαρ. Έγραψα και κάτι σχετικό. Τι τέλειο σοκ, τι ανελέητη κιτς πληθώρα. Τρελαίνομαι με τα αλμοδοβαρικά κόλπα. Θέατρο; Ναι, φυσικά παρακολουθώ. Και τα πειραματικά και τα σίγουρα. Ο Βογιατζής είναι δάσκαλος και τον παρακολουθώ πάντα. Το «Ύστατο Σήμερα» του Μπάρκερ που ανέβασε πρόπερσι μου άρεσε περισσότερο από το περσινό «Θερμοκήπιο» του Πίντερ. Επίσης το «Αλάρμ» του Τερζόπουλου ήταν συγκλονιστικό. Στην παράσταση εκείνη ενσωμάτωσε ήχο, εικαστικά ευρήματα και θεατρικό λόγο σε ένα ερέθισμα υψηλής αισθητικής. Πιο πολύ όμως με εμπνέει ο σύγχρονος χορός. Πέρσι στο φεστιβάλ Αθηνών ήρθε ξανά η Μαγκί Μαρέν… σύνθετες μετα-χορογραφίες και τρελά ταμπλώ βιβάν. Δεν σταματάς να επεξεργάζεσαι.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Την «Άντα» του Ναμπόκοφ και κυριολεκτικά διαβάζω σταγονομετρικά τις τελευταίες εβδομήντα σελίδες, μη μου τελειώσει. Ο συναισθητικός μάγος της λογοτεχνίας έγραψε. Ο έρωτας νικά.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω ένα ποίημα με πρόσκαιρο τίτλο «Μελέτη χωροχρόνου και πλάγιου ίππου» και ξανακοιτάζω το θεατρικό μου «Εκτός Εαυτού» μήπως το ανεβάσω το χειμώνα.

Τι περιλαμβάνει το ιστολόγιό σας; Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι;

Η «Γραπτομηχανή» περιλαμβάνει κυρίως αναλύσεις πολιτισμικών φαινομένων και ζητημάτων του οπτικού πολιτισμού (αναδημοσιευμένα δοκίμια), με αφορμή εικαστικές εκθέσεις, κινηματογραφικές ταινίες και βιβλία, κάποια χρονογραφήματα, καθώς επίσης και πληροφορίες για το μικρό έργο μου.

Το Διαδίκτυο είναι μια διαβολεμένα χρήσιμη μηχανή. Φοβάμαι ότι η τεχνητή εξασφάλιση του παρελθόντος και η εύκολη άντληση πληροφοριών (από αυτή τη δεξαμενή μνήμης που επεκτείνεται και καταλαμβάνει σταδιακά το υπέδαφος της αναλογικής επικράτειας του κόσμου, την οποία τροφοδοτεί ακατάπαυστα) είναι αντιστρόφως ανάλογη με την δίψα για βαθιά γνώση.

Το φέισμπουκ είναι η νέα Εκκλησία του Δήμου (και του δήμιου, αν λάβεις υπόψιν σου τις εικονικές κατραπακιές που αλληλοκαταφέρνουν οι άσπονδοι «friends»). Μεγάλη εξάρτηση οι μηχανές. Έχει πλάκα να παρακολουθείς τον εαυτό σου να διαφθείρεται. Είναι ανάμικτο είδος τα σόσιαλ μίντια. Καλό και κακό όπως και ο χρήστης τους. Μας έχει βάλει όλους να παράγουμε σκέψεις μόνο και μόνο για να τις μοιραστούμε, μας οδηγεί να στενεύουμε (αλλά και ορίζουμε) την ταυτότητά μας. Συγκεκριμένα το φέισμπουκ, κατά τη γνώμη μου, είναι το πιο ενδιαφέρον μέσο ενημέρωσης. Σου λένε τα νέα οι άνθρωποι που έχεις επιλέξει. Δεν πιστεύω ωστόσο πως το Διαδίκτυο είναι τόσο δημοκρατικό όσο πολλοί ισχυρίζονται.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Όχι συστηματικά. Όταν το κάνω, κάθε μέσο με εξυπηρετεί.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

ΚΤΕΛ Αθήνα-Τρίπολη/ Βιβλίο «Λολίτα»/ Εγώ δεκαεφτά ετών, ένας σαραντάρης με την κόρη του (;), περίπου δέκα ετών, με πλευρίζουν και προσπαθούν να με δελεάσουν να πάω μαζί τους στην Αυστραλία. Ευτυχώς ο Ναμπόκοφ ήταν αρκετά ισχυρό αντικίνητρο. Και η ορεινή Αρκαδία επίσης.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ανυπερθέτως [λέει ματαιόδοξα. Σύντομα μετανιώνει με αίσθημα πανικού.] Δηλαδή δεν θα μπορούσα να διαβάσω ή να γράψω τίποτα κατά τη διάρκεια της αιώνιας νιότης μου; Δηλαδή το αιωνίως αρυτίδωτο μέτωπό μου δεν θα ταρασσόταν ποτέ από «έναν έρωτα του Σουάν»; Ό,τι θα κατέβαινε στο μυαλό μου θα έμενε για πάντα εκεί ή θα εξανεμιζόταν προφορικά; [Το ενδεχόμενο τώρα τής φαίνεται φριχτό] Λοιπόν, ας πούμε ότι δέχομαι τη συναλλαγή αφού περάσω τα εξήντα, αφού γράψω ένα παγκόσμιο αριστούργημα και αφού διαβάσω και τους εφτά τόμους του Προυστ. Γίνεται;

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Η αυθεντική χαρά.

Στις εικόνες, εμπνευστές και συνοδοιπόροι: Fiodor Dostoevsky, Henry James, Γιάννης Σκαρίμπας, Harold Pinter, Angela Carter, Jean Genet, Anton Chekhov, Κάτοικος Δέρματος, Vladimir Nabokov, Νίκος Καρούζος, Ξύλινο Αλογάκι.