Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 105. Γιώργος Μπαρουξής

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Είναι περίπου η σχέση του ηθοποιού με τον ρόλο του. Ο μεταφραστής καλείται «να μπει στο πετσί του συγγραφέα» και να απαντήσει στο ερώτημα: Αν ο συγγραφέας ήταν Έλληνας, πώς θα έλεγε το ίδιο πράγμα στα ελληνικά;

Υπό αυτή την οπτική, το «σενάριο» που πρέπει να αποδώσει ο μεταφραστής (το πρωτότυπο κείμενο) αποτελεί ένα οικοδόμημα νοημάτων (στα δοκίμια) ή νοημάτων-συμβάντων-συναισθημάτων-βιωμάτων (στην πεζογραφία και την ποίηση) φτιαγμένο με «δομικά υλικά» (λέξεις-εκφράσεις) μιας άλλης γλώσσας και κουλτούρας. Και ο μεταφραστής καλείται να χτίσει με τα δομικά υλικά της δικής του γλώσσας και κουλτούρας ένα οικοδόμημα που να προσεγγίζει στο μέγιστο δυνατό το πρωτότυπο. Αυτό μπορεί να ενέχει διάφορους βαθμούς δυσκολίας, καθώς οι γλώσσες διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τους τρόπους, την διεξοδικότητα και την έκταση με την οποία καλύπτουν διάφορους τομείς και πτυχές της ζωής.

Η δυσκολία έρχεται όταν ένας «δομικός λίθος» της γλώσσας ή της κουλτούρας του συγγραφέα δεν υπάρχει στη γλώσσα του μεταφραστή, ο οποίος τότε καλείται να μπαλώσει την «τρύπα» σε εκείνο το σημείο με «δομικούς λίθους» της δικής του γλώσσας και κουλτούρας, και να καλύψει το κενό χωρίς να φαίνονται «ραφές» στις οποίες μπορεί να «σκαλώσει» ο αναγνώστης νιώθοντας ότι σπάει η ροή (seamlessly που λένε και οι αγγλόφωνοι.) Υπό αυτή την οπτική, της αναπαραγωγής ή μεταφοράς ενός λεκτικού-νοηματικού-βιωματικού οικοδομήματος από μια γλώσσα σε μια άλλη, ο μεταφραστής λειτουργεί ως νόμιμος αντιγραφέας έργων τέχνης (για την πεζογραφία και την ποίηση) ή «έργων σκέψης» (για τα δοκίμια).

Σε αυτή την προσπάθεια, εκείνο που πρέπει να κάνει ουσιαστικά είναι να αφήσει το κείμενο να τον οδηγήσει. Είναι μια διεργασία που θυμίζει λίγο το λεγόμενο «τσάνελινγκ». Κι αυτός είναι ένας άλλος τρόπος για να περιγράψουμε τη σχέση του μεταφραστή με τον συγγραφέα. Ο μεταφραστής κάνει τσάνελινγκ τον συγγραφέα (ή τις σκέψεις του συγγραφέα που εκφράζονται από το βιβλίο αν προτιμάτε), με τη διαφορά ότι «επικοινωνεί με το πνεύμα του συγγραφέα» όχι ως μέντιουμ αλλά μέσω του κειμένου. :-)

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αν πρέπει να ξεχωρίσω μία μετάφραση από όλες ως την πιο δύσκολη, θα ήταν τα κεφάλαια ενός πανεπιστημιακού εγχειριδίου που αφορούσαν το έργο του Αλτουσέρ και του Φουκό. Πάντως, κάθε βιβλίο μπορεί να έχει τη δυσκολία του, στην απόδοση του ύφους, στην πυκνότητα της γραφής, στην έρευνα που χρειάζεται, κλπ.

Το βασικό όμως είναι να σου κάνει καλή παρέα, έστω κι αν σε δυσκολεύει. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Κάθεσαι το πρωί να δουλέψεις, και ουσιαστικά για αυτές τις 8, 10 ή και παραπάνω ώρες σου κάνει παρέα ένας άνθρωπος που σου εξηγεί τις σκέψεις του ή σου αφηγείται την ιστορία του, κι εσύ τον ακούς, τον καταλαβαίνεις, και γράφεις ταυτόχρονα, σαν διαμεσολαβητής που αφηγείσαι κι εσύ με τη σειρά σου αυτές τις σκέψεις και τις ιστορίες σε ένα άλλο κοινό.

Έτσι, καλή παρέα μού έχουν κάνει οι συνήθεις ύποπτοι που έχουν περάσει κατά καιρούς από τα χέρια μου. Χωρίς συγκεκριμένη σειρά, Τομ Ρόμπινς, Ντέιβιντ Λοτζ, Τ.Ρ.Ρ. Τόλκιν, Γουίλιαμ Γκίμπσον, Στίβεν Κινγκ, Ρόμπερτ Άντον Γουίλσον (της τριλογίας Ιλουμινάτους), Βίκραμ Τσάντρα, Ρουθ Ρέντελ, Τζον Λε Καρέ, Άρθουρ Κλαρκ, Τζέιμς Κλάβελ. Και προφανώς οι κλασικοί που είχα την τύχη να μεταφράσω (έστω και σε διηγήματά τους), Τζέιν Όστεν, Τσαρλς Ντίκενς, σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, Ναθάνιελ Χόθορν, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Όσκαρ Ουάιλντ, Ουάσινγκτον Ίρβινγκ, Τζακ Λόντον, Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον, Ρούντιαρντ Κίπλινγκ.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Είναι πολλά. Για να αναφέρω μερικά, Αγριεμένοι Ανάπηροι, Θεραπεία, Αναγνώριση Προτύπων, Αϋπνία, Ιλουμινάτους, Υφαντόκοσμος, Κόκκινο Χώμα και Ραγδαία Βροχή, κλπ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν νομίζω ότι ο μεταφραστής αδικείται. Το έργο του είναι σημαντικό και συχνά δύσκολο, αλλά ο κύριος δημιουργός είναι ο συγγραφέας. Όσο πιο απαρατήρητη περνά η παρουσία του μεταφραστή στο κείμενο τόσο καλύτερα έχει κάνει τη δουλειά του. Μπορούν να του αποδοθούν εύσημα, αλλά αναγκαστικά θα είναι διαφορετικής τάξης μεγέθους από εκείνα του συγγραφέα.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε;

Πάντα σε ακολουθούν οι ήρωες ενός καλού βιβλίου. Όχι απλώς οι ήρωες αλλά ολόκληρο το βιβλίο, ο κόσμος του, η πλοκή του, τα όσα ξύπνησε μέσα σου. Αυτό όμως συμβαίνει γενικότερα σε όποιον διαβάζει ένα καλό βιβλίο και όχι μόνο στον μεταφραστή του, έστω και αν ο μεταφραστής εμβαθύνει περισσότερο και γνωρίζει το βιβλίο στο πρωτότυπο, ενώ ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή μόνο με τη μετάφρασή του.

Πώς βιοπορίζεστε;

Αποκλειστικά από τη μετάφραση.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής;

Ο πειρασμός υπάρχει πάντα αλλά δεν έχω ενδώσει ακόμη, κυρίως λόγω έλλειψης χρόνου.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Η χαρά του μεταφραστή. Κάποτε τρέχαμε στις βιβλιοθήκες και τα βγάζαμε πέρα με την Μπριτάνικα, την Υδρία και το τετράτομο αγγλοελληνικό λεξικό των Εκδόσεων Οδυσσεύς. Σήμερα έχουμε απείρως περισσότερες πληροφορίες στη διάθεσή μας χωρίς να βγούμε από το γραφείο μας.

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 30 (καλοκαίρι 2012)

Φάκελος: πατέρες και γιοι

Η Δημοκρατία δεν είναι κάτι που μπορεί να εξαχθεί, όπως η Κόκα Κόλα. Πρέπει να δημιουργηθεί εκ των ενόντων, σύμφωνα με την κουλτούρα, τις συνθήκες κάθε χώρας… λέει ο Κάρλος Φουέντες, αναφερόμενος στον ισχυρισμό της Βορειοαμερικανικής Διοίκησης μετά το φιάσκο των υποτιθέμενων όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ ότι πρωταρχικός στόχος είναι η προώθηση της δημοκρατίας. Και αναρωτιέται ο συνεντευξιαζόμενος συγγραφέας: πώς και δεν ενδιαφέρθηκαν για την προώθηση της δημοκρατίας στο γειτονικό Μεξικό αφήνοντάς το για 75 χρόνια με μονοκομματικό σύστημα; Κατα τα άλλα, επιμένει, «οι ΗΠΑ δεν θα είχαν να φάνε, δεν θα χαν πρωινό δίχως τους μεξικανούς εργάτες».

Ο φάκελος του τεύχους περιλαμβάνει πατερικά και υιικά πεζογραφήματα από τους Gustavo Escanlar, Oscar Hijuelos, Γιάννη Ευσταθιάδη, Γιώργο Ρούβαλη, Ηρώ Νικοπούλου, Κωνσταντίνο Μπούρα, Γιώργο Χουλιαρά, Ξενοφώντα Μπρουντζάκη και ποίηση από τους Maram Al – Masri, Γιώργο Μπλάνα, Σάρα Θηλυκού και Μιχάλη Παπανικολάου. Εκτός αφιερώματος στα διηγήματα οι Ηλίας Κουτσούκος, Κώστας Αλεξόπουλος, Νικόλας Τζερμαδιανός, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Διονύσης Καλαμβρέζος, Κυριάκος Χαλκόπουλος, Νίκος Ξένιος, Αλίνα Συμεωνάκη,  Ελίνα Τραϊφόρου, Liliana Pedroza κ.ά. Ο Christopher Hitchens στις «Ομιλούσες κεφαλές» του αναμειγνύει Ηράκλειτο, Leonard Cohen, Καλλίμαχο, W.H. Auden, Nelly Sachs και στα Γράμματα, η Νίκη Μαραγκούαπό την Αίγυπτο και ο  Γιάννης Πολύζος από τη Νέα Υόρκη.

Μια παλαιότερη συνέντευξη του Κορνήλιου Καστοριάδη μοιάζει να αφορά ακριβώς την σημερινή συγκυρία. Ο Καστοριάδης αναφερόμενος μεταξύ άλλων στα χαρακτηριστικά της μετεπαναστατικής εμφυλιακής ελληνικής διαμάχης παρατηρεί πως η νομιμοφροσύνη και η αλληλεγγύη έχουν τοπικό ή τοπικιστικό χαρακτήρα, συχνά ισχυρότερο από τον εθνικό και τις πολιτικές κατατάξεις και διαιρέσεις να είναι κυρίως σχετικές με τα πρόσωπα των «αρχηγών» και όχι με ιδέες ή με προγράμματα, ούτε καν με «ταξικά» συμφέροντα, και διαπιστώνει: Στην Ελλάδα, μέχρι και σήμερα, το κράτος εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο του ντοβλετιού, δηλαδή μιας αρχής ξένης και μακρινής, απέναντι στην οποία είμαστε ραγιάδες και όχι πολίτες…

… ενώ εν συνεχεία αναρωτιέται: Γιατί οι Έλληνες που σκοτώνονταν εννέα χρόνια για να απελευθερωθούν από τους Τούρκους θέλησαν αμέσως μετά ένα βασιλιά; Και γιατί, αφού έδιωξαν τον Όθωνα, έφεραν τον Γεώργιο; Και γιατί μετά ζητούσαν «ελιά, ελιά και Κώτσο βασιλιά;». Η παραδοσιακή «αριστερή» άποψη, συνεχίζει ο Κ.Κ., υποστηρίζει πως όλα τα επέβαλαν η Δεξιά, οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση. Μπορούμε όμως να πούμε ότι όλα αυτά τα επέβαλαν ερήμην του ελληνικού λαού; Πως εκείνος δεν καταλάβαινε τι έκανε, δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν; Σε μια τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο. Εάν ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, τότε ας του ορίσουμε έναν κηδεμόνα. Σας θυμίζει κάτι; Μας θυμίζει κάτι;

Σε ένα άλλο εκτεταμένο πολιτικό κείμενο, γραμμένο αυτή τη φορά ακριβώς τη στιγμή της τραγικής μας κατάστασης, ο Νάνος Βαλαωρίτης αναφέρεται στην ψυχολογία του φτωχού και κατατρεγμένου έθνους που ποτέ δεν έσβησε από τον μέσο Έλληνα, ακόμα και από την πολιτική και πνευματική ελίτ και επικεντρώνεται στην υποσυνείδητη γερμανική μνησικακία εναντίον της Ελλάδας, με στοιχεία λαϊκίστικου φανατισμού και με ομοιότητες με το λιντσάρισμα, καθώς στις πλάτες ενός λάθους φορτώνονται και άλλα αναρίθμητα κρύβοντας με αυτό τον τρόπο τα δικά τους λάθη.

Στις πίσω σελίδες και διαβάζω για την τακτοποίηση του αρχείου του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν από την χήρα του, Ναταλία Ντιμιτρίεβνα, που έμεινε δίπλα του ως σύζυγος, πρώτη αναγνώστρια των έργων του, επιμελήτρια, μαγείρισσα, οδηγός, ερευνήτρια για χάρη του και σύνδεσμος ανάμεσα σ’ εκείνον και τον κόσμο. Το αρχείο περιέχει τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα, από τον σταυρό που φορούσε όταν ήταν παιδί έως το πλήρες χειρόγραφο του Αρχιπελάγους Γκουλάγκ, το οποίο φίλοι του είχαν θαμμένο επί είκοσι χρόνια κάπου στην Εσθονία, μακριά από τα χέρια της KGB. Συγκινημένη η Ναταλία μας συγκινεί: Το να βλέπω την οδοντόβουρτσά του και όλα του τα πράγματα μου προκαλεί ένα επώδυνο συναίσθημα. Ωστόσο ζω, κυρίως, αυτή την ευτυχία συγκυρία, έχοντας την αίσθηση ότι ζω ακόμη με τον σύζυγό μου μέχρι το τέλος της ζωής μου.

Για να ελαφρώσουν τις συνωστισμένες ομοσπονδιακές φυλακές της χώρας, οι βραζιλιάνικες αρχές προτείνουν στους φυλακισμένους την ανάγνωση: για κάθε βιβλίο που θα διαβάζουν κερδίζουν τέσσερις μέρες, με ανώτατο όριο 12 βιβλία το χρόνο. Θα πρόκειται βέβαια για βιβλία κλασικά ή φιλοσοφικά ή επιστημονικά κι έτσι συνολικά θα μπορούν να κερδίζουν ενάμιση μήνα για κάθε χρόνο έκτισης ποινής… διαβάζω στην τελευταία σελίδα του τεύχους και σκέφτομαι πόσες εφαρμογές θα άξιζε να είχε εδώ αυτή η ιδέα. Μετράω, μετράω… … και συμφωνώ απόλυτα μ’ ένα ακόμα σημείωμα της πίσω αυλής: Η Πάτι Σμιθ δεν το βάζει κάτω. Η βετεράνα τραγουδοποιός, συνθέτης, ποιήτρια, ακτιβίστρια και γιαγιά του πανκ, στα 66 της κυκλοφορεί τον πρώτο της εδώ και 8 χρόνια δίσκο με 12 ποιητικά τραγούδια. […] και κρατά ψηλά τη σημαία της αμφισβήτησης. Όχι σαν κάτι άλλους συνομηλίκους τους που το ’ριξαν στον δήθεν ασκητισμό – μοναχισμό και τη νιρβάνα του ψευδοευδαιμονισμού. Λέγε με Λέοναρντ Κοέν ή Μπομπ Ντίλαν...

Στις εικόνες: Φουέντες και Βαλαωρίτης στη νεότητά τους, Σολτζενίτσιν και Ναταλία κι ένα μέρος όπου σίγουρα οι αποφυλακισθέντες της Βραζιλίας θα είναι ευπρόσδεκτοι.