Ένεκεν, τεύχος 30 (Οκτώβριος – Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2013)

έΝΕΚΕΝΤώρα έχουν στρατόπεδα για παιδιά που οι γονείς τους το έσκασαν, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που βγάζουν αφρούς από το στόμα και βαράνε κλωτσιές στον αέρα, στρατόπεδα για τους ανθρώπους με μεγάλο κεφάλι και για ανθρώπους με μικρό κεφάλι· στρατόπεδα για τους ανθρώπους που δεν έχουν τρόπο να συντηρηθούν, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που τους έδιωξαν από τη χώρα, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που ζουν στους υπονόμους, στρατόπεδα για τα κορίτσια του δρόμου, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που δεν ξέρουν πόσο κάνει δύο και δύο, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που ξεχνάνε τα χαρτιά τους στο σπίτι, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που ζούνε στα βουνά και ανατινάζουνε γεφύρια τις νύχτες. Ίσως τελικά αρκεί και με το παραπάνω να είσαι έξω από τα στρατόπεδα, έξω από όλα τα στρατόπεδα ταυτόχρονα. Ίσως από μόνο του αυτό είναι για την ώρα μεγάλος άθλος. Πόσοι άνθρωποι έχουν μείνει που να μην είναι κλεισμένοι πίσω από τα σύρματα ή που να μη φυλάνε σκοπιά στην πύλη;

1984-george-orwell… έγραφε ο Τζ. Μ. Κουτσί στο βιβλίο του Βίος και Πολιτεία του Μάικλ Γ και το απόσπασμα έχει ιδιαίτερη θέση σε ένα ενδιαφέρον μέλετημα για τον Χώρο και τη Φύση στο έργο του συγκεκριμένου συγγραφέα, ιδίως όπως εμφανίζονται στα έργα του Θέρος, Ημερολόγιο μιας κακής χρονιάς, Η παιδική ηλικία του Ιησού και στο προαναφερθέν [Μαρία Λιλιμπάκη – Σπουροπούλου]. Από την ουτοπία στη δυστοπία μας κινεί άλλο εκτενές και εξαιρετικά ενδιαφέρον εικοσασέλιδο εστιάζοντας η ανατροπή των αξιών του Διαφωτισμού μέσα από το 1984 (1949) και Όρυξ και Κρέικ (2003), των Τ. Όργουελ και Μ. Άτγουντ αντίστοιχα. Το κείμενο εδώ εκκινεί από τις πρώιμες ουτοπικές απεικονίσεις των Francis Bacon και Henry Neville και τις περί ουτοπίας απόψεις των Ernst Bloch, Walter Benjamin και καταλήγει στην δυστοπική τους μετάλλαξη στα δυο λογοτεχνικά έργα αλλά και γενικότερα στον χώρο της θεωρίας και των ιδεών [Δημήτρης Μανούκας].

koetzeeΓυναίκες, που σας είδα σ’ ένα τραίνο/τη στιγμή που κινούσε γι’ άλλα μέρη/γυναίκες που σας είδα σ’ άλλου χέρι/με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο/γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε/στο κενό μ’ ένα βλέμμα ξεχασμένο/η από ένα πλοίο σαλπαρισμένο/μ’ ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:/να ξέρατε με πόση νοσταλγία, /στα δειλινά τα βροχερά και κρύα, /σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου./γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα/απ’ τη ζωή μου μέσα – και που τώρα/κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

…έγραφε στης Περαστικές ο Κώστας Ουράνης, ένα ποίημα που η Αγγελική Δημουλή εντάσσει στη δική της μελέτη για το ποιητικό «εγώ» ως επινόηση στους νεορομαντικούς ποιητές. Η ερευνήτρια εδώ μέσα από την ποίηση του Ν. Λαπαθιώτη, του Κ. Ουράνη, του Ζ. Παπαντωνίου, του Α. Μελαχρινού, του Α. Μπάρα, του Τ. Άγρα, του Ρ. Φιλύρα, του Γ. Σκαρίμπα, του Κ. Καρυωτάκη και άλλων νεορομαντικών και μετασυμβολιστών ποιητών του Μεσοπολέμου, εστιάζοντας ιδιαίτερα στα ποιητικά υποκείμενα του περιπλανώμενου περιπατητή και του παλιάτσου.

La morOryxCrake5t subite. Ο αιφνίδιος θάνατος. Είναι και το όνομα μιας παλιάς μπυραρίας στις Βρυξέλλες. Σε μια γωνία, σ’ ένα από τα σκοτεινά και παγερά στενά του κέντρου της πόλης. Πριν τον κατακλυσμό των γραφειοκρατών και των τουριστών στον Αιφνίδιο Θάνατο σύχναζαν οι ποιητές. Στον τοίχο με τις αναμνήσεις η ασπρόμαυρη φωτογραφία του μεγάλου Ζακ μ’ εκείνο το σπαρακτικό χαμόγελο. Ο Ζακ Μπρελ δεν πέθανε από αιφνίδιο θάνατο. Γνώρισε τη μακρόσυρτη και βασανιστική εκδοχή του καρκίνου που ξεφτιλίζει την ανθρώπινη ύπαρξη μέχρι να τη λιώσει ολάκερη. Kαι βέβαια πάλεψε. Όχι ότι δεν τον πήρε το παράπονο. «Γιατί σε μένα, γιατί τώρα;» έγραψε σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά του τραγούδια. Μετά πήγε να πεθάνει στην κόλαση. Στα εξωτικά νησιά των Marquises, στη γαλάζια τρύπα του Ειρηνικού. Εκεί όπου είχε καταφύγει ένας άλλος ποιητής, που παράτησε στα πικρά χώματα των Παλαιών Χωρών, τη δουλεία του χρηματιστή, τα έξι του παιδιά και τη Δανέζα σύζυγο, αναζητώντας τον έρωτα και την ομορφιά…

jacques-brel-by-PatrickJuanγράφει στο εισαγωγικό του σημείωμα το εκδότης του περιοδικού και των φερώνυμων εκδόσεων Γιώργος Γιαννόπουλος, συνδέοντας τους Μπρελ και Γκωγκεν με τους αποδράστες των Βούρλων και τα χέρια που σήμερα κινούν την Ιστορία. Το τεύχος συμπληρώνεται με διηγήματα, ποίηση, εκτενείς κριτικές βιβλίων, δοκίμια, μελέτες, συνομιλίες και άλλα. Τα πλήρη περιεχόμενα εδώ, από το ιστολόγιο του περιοδικού. [242 σελ.]

Στις εικόνες:  J. M. Koetzee, Jacques Brel.

Λευκάδιος Χερν – Κείμενα από την Ιαπωνία [Ανθολογία]

Και ξ1αφνικά, γεννιέται μέσα μου μια μοναδική αίσθηση καθώς στέκομαι εκεί μπροστά στην παράξενα σκαλισμένη πύλη· αίσθηση ονείρου και αμφιβολίας. Μου φαίνεται ότι τα σκαλοπάτια και η πύλη με τα κύματα των δράκων της, ο γαλάζιος ουρανός που σαν τεράστια καμάρα σκεπάζει την πόλη, η φαντασματική ομορφιά του Φούτζι, μα κι ο ίσκιος μου που πέφτει επάνω στους γκρίζους τοίχους πρόκειται να χαθούν τώρα. Γιατί όμως αυτό το συναίσθημα; Γιατί χωρίς καμιά αμφιβολία, αυτές οι μορφές μπροστά στα μάτια μου – οι σκαλισμένες στέγες, οι κουλουριασμένοι δράκοι, οι κινέζικες παραξενιές στο σκάλισμα – δε μου φαίνονται κάτι καινούργιο αλλά κάτι που ονειρεύτηκα κάποτε. Η θέα τους πρέπει να ξαναζωντάνεψε ξεχασμένες μνήμες εικονογραφημένων βιβλίων…[σ. 246]

 …αν η επαναφορά μνημών που έζησε ή εικόνων που φαντάστηκε από άλλους πολιτισμούς υπήρξε για τον Λευκάδιο Χερν  [Γιακούμο Κοϊζούμι] μια επιθυμητή εμπειρία, η ζωή εντός τους υπήρξε αναμφίβολα μια βαθύτερη επιθυμία. Έφυγε κι εκείνος από την γερασμένη ήπειρο και περιπλανήθηκε από την Κεντρική Ασία ως την Άπω Ανατολή, αναζητώντας, όπως και οι Π. Λοτί, Ρ. Κίπλινγκ, Β. Σεγκαλέν και τόσοι άλλοι, το Χαμένο Κέντρο. Αλλά με μια μεγάλη διαφορά: εκείνος έζησε σώματι ψυχή τε και σώματι εντός του.

1_ Η 67σέλιδη εισαγωγή του μεταφραστή αποτελεί ένα πολύτιμο διαπιστευτήριο για την είσοδο στον λογοτεχνικό κόσμο αλλά και τον ψυχισμό του ιδιαίτερου αυτού συγγραφέα. Η ιστορία της ζωής του αποτελεί από μόνη της επαρκές μυθιστόρημα – η γέννηση στις Δυτικές Ινδίες από ιρλανδική οικογένεια, ο τρόπος που χώρισε βίαια από την μητέρα του, που βρέθηκε στο σπίτι της αυστηρής θείας του στην Ιρλανδία οριστικά μόνος, στην βαριά ατμόσφαιρα ενός καταθλιπτικού σπιτιού, το κλείδωμα του πεντάχρονου τότε Χερν στο κατασκότεινο δωμάτιό του, που του γέννησε τον υπερβολικό φόβο για τα φαντάσματα, το καταφύγιο που βρήκε στην μεγάλη βιβλιοθήκη του σπιτιού.

Στα δεκαέξι του έμεινε μονόφθαλμος, με προβληματική την όραση και στο μάτι που του απέμεινε και αυτή η δεύτερη μεγάλη τραγωδία της ζωής του τον έκλεισε οριστικά στον εαυτό του. Αργότερα η θεία του έχασε την περιουσία της και ο Χερν με δυσκολία μάζεψε χρήματα και αναχώρησε για την Νέα Υόρκη, όπου εργάστηκε σε διάφορες δουλειές ενώ συχνά κοιμόταν στο δρόμο. Στο Τσιντσινάτι έχασε την εργασία του όταν παντρεύτηκε μια νεαρή μιγάδα, με την οποία συζούσε σε εποχή που επικρατούσε ο φυλετικός διαχωρισμός, ενώ στη Νέα Ορλεάνη ο πειρασμός της αυτοκτονίας τον έφερε δυο τρεις φορές σε μια ψηλή γέφυρα απάνω απ’ το ποτάμι. Η ελπίδα όμως, όπως έγραψε σε μια Genji_emaki_YOKOBUEεπιστολή, ότι υπάρχει κάτι που αξίζει α βρεις τις λέξεις να το πεις, του έδινε κάθε φορά τη δύναμη να γυρίσει στο σπίτι. Ακριβώς αυτή η αίσθηση πως η ζωή που θα άξιζε μπορεί να βρίσκεται αλλού και άλλοτε τον έκανε να γράψει: Δε θα ’πρεπε να είχα γεννηθεί ετούτον τον αιώνα, στα όνειρά μου ζω παντοτινά σε άλλες εποχές, σε άλλες πίστεις, σε άλλες ηθικές.

Η Τύχη του έφερε στο δρόμο του τον άγγλο τυπογράφο Γουώτκιν που του στάθηκε πατρικά και τον έφερε σε επαφή με τη γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία ενώ τα ασιατικά περίπτερα του προσέλκυσαν την  προσοχή στην Παγκόσμια Βιομηχανική Έκθεση του 1884 σε σημείο να του γράψει: Φτάνει κάποτε μια μέρα που νιώθεις ότι για να ζήσεις οφείλεις ν’ αποφασίσεις – όποιο κι αν είναι έπειτα το αποτέλεσμα – να τινάξεις για πάντα απ’ τα παπούτσια σου τη γνώριμη σκόνη του τόπου. Ακολούθησαν δυο χρόνια στην Μαρτινίκα και η αναχώρηση από το Βανκούβερ με το πλοίο Αβυσσηνία για τη Γιοκοχάμα· η Ιαπωνία θα γινόταν εις το εξής ο κόσμος του.

Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα σαν το οριστικάkwaidan_18 =  Butterflies διαμορφωμένο άτομο, τη σταθερή προσωπικότητα. Υπάρχει μόνο η φαντασματική παρουσία, το ένα φάντασμα διαδέχεται το προηγούμενο, σαν το ένα κύμα πίσω από το άλλο στη Στοιχειωμένη Θάλασσα της Γέννησης και του Θανάτου. [σ. 61]

Ο Χερν δεν αντιμετώπισε την χώρα με τη γνωστή δυτική έπαρση και το ορθολογικό ή χρησιμοθηρικό πνεύμα αλλά με απεριόριστο σεβασμό και αγάπη. Οι συνθήκες ζωής και πάλι δεν ήταν εύκολες: ο βαρύς χειμώνας της βορειοανατολικής επικράτειας που σαρωνόταν από τους ανέμους της Σιβηρίας, το παγωμένο ξύλινο σπιτάκι, η χυδαιότητα της άσχημης Νέας Ιαπωνίας, όλα έμοιαζαν εμπόδια στην ψυχική του ηρεμία. Όμως και πάλι χάρη στην επιμονή του οργάνωσε τη νέα του ζωή, άρχισε να εργάζεται ως καθηγητής σε κολλέγιο και αργότερα σε πανεπιστήμιο, έφτιαξε οικογένεια και αφοσιώθηκε στη γραφή.

5_Ο παραδοσιακός ιαπωνικός πολιτισμός υπήρξε το βασικό αντικείμενο των γραπτών του, παράλληλα με τη γενικότερη πνευματική απόρριψη του δυτικού κόσμου. Η παντελής έλλειψη ατομικότητας που χαρακτήριζε τον πνεύμα της Ιαπωνίας ακριβώς τον αποθάρρυνε από την συγγραφή μυθιστορήματος, εφόσον έκρινε πως δεν μπορεί να υπάρξει μυθιστόρημα σε μια κοινωνία όπου η ίδια η έννοια του ατόμου είναι κάτι άγνωστο και ασυμβίβαστο με τις θεμελιώδεις ηθικές και θρησκευτικές της πεποιθήσεις της· κάθε απόπειρα μυθιστορηματικής απόδοσης της πραγματικότητας της Άπω Ανατολής θα αποτελούσε καθαρό εξωτισμό.

Στο μυαλό του Ιάπωνα το ιδεόγραμμα είναι ζωντανή εικόνα: ζει, μιλάει, χειρονομεί. Όλος ο χώρος του ιαπωνικού δρόμου πλημμυρίζει από αυτούς τους ζωντανούς χαρακτήρες· μορφές που κλαίνε στα μάτια των περαστικών, λέξεις που χαμογελούν ή μορφάζουν σαν πρόσωπα. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράδοξο, ακριβώς λόγω αυτής της παράξενα προσωπικής, έμψυχης, εσωτεριστικής πλευράς της ιαπωνικής γραφής, που υπάρχουν θαυμάσιοι μύθοι γύρω από την καλλιγραφία. [σ. 46]

hearn_1Ο ανθολόγος επέλεξε τα κείμενα με τέτοιο τρόπο ώστε να καλυφθούν όλες οι πτυχές του συγγραφικού έργου: από παράδοξες ιστορίες από την μεσαιωνική Ιαπωνία μέχρι δοκίμια για την ιαπωνική εμπειρία. Ιστορίες με βρυκόλακες, φαντάσματα, πολέμαρχους αλλά και διάφορους θρύλους εναλλάσσονται με προσωπικές εμπειρίες και εντυπώσεις, όπως για την μαγευτική μορφή των τελετών που διέπουν και την παραμικρή εκδήλωση της ιαπωνικής ζωής. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο Χερν διασκευάζει παλιούς μύθους, όπως στον Θρύλο του Κουασίν Κότζι που ενέπνευσε και μια νουβέλα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Στη δική του απόδοση ο διασωθείς ήρωας είναι κάποιος που μπορεί και μιλάει για τη ζωγραφική με τη σιγουριά εκείνη που σου επιτρέπει μια άλλη έστω μύηση στη Μεγάλη Τέχνη· την Τέχνη εκείνη δηλαδή που καταργεί τα όρια πραγματικότητας και εικόνας, που μπορεί να παρουσιάζεται στους θεατής της κάθε φορά κι αλλιώτικη ανάλογα με το τίμημα που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν. «Οι μεγάλοι πίνακες», θα πει  Κουασίν Κότζι, «διαθέτουν την προσωπική τους θέληση. Μπορεί να μην αποδεχτούν να απαρνηθούν το δημιουργό ή το νόμιμο κάτοχό τους». [σ. 67]

3Η ιστορία της Κιμίκο αποτελεί μια περίτεχνη ψυχογραφία της γιαπωνέζας και του απροσπέλαστου των ψυχικών της θαλάμων. Στο δοκιμιακό Ένας συντηρητικός ο συγγραφέας επιλέγει να μιλήσει για την Ανατολή μέσα από την εμπειρία ενός Ιάπωνα που περιπλανήθηκε στη Δύση και καταφέρεται με οργή κατά του προσηλυτισμού των ιεραποστόλων, αυτής της αιχμής της δυτικής επιθετικότητας. Όπως έγραψε κάποτε στον Γουώτκιν, Όσο κι αν ξέρω ότι δεν είμαι μεγαλοφυία, ελπίζω πάντα να υπηρετήσω κάποια μέρα τη λογοτεχνία, να προσφέρω κι εγώ έναν μικρό κόκκο ομορφιάς στο πελώριο οικοδόμημά της.

Εκδ. Ινδικτος, 2008 [Γ΄ έκδοση], εισαγωγή – μετάφραση: Σωτήρης Χαλικιάς, σελ. 381. Εκτός από την εκτενή και πληρέστατη εισαγωγή περιλαμβάνονται 60 σημειώσεις και βιβλιογραφία με το έργο του Λευκάδιου Χερν, μεταθανάτιες εκδόσεις, μεταφράσεις από τα Γαλλικά, μεταθανάτιες συλλογές μεταφράσεων από τα Γαλλικά, διασκευές από τα Ιαπωνικά, βασική βιβλιογραφία για τον συγγραφέα και ελληνικά δημοσιεύματα για τον συγγραφέα.