Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ – Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες

1Στα βάθη των ανθρώπινων αντιφάσεων

Αν υπήρχε όντως ένα επέκεινα, αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη σκαιότητα. Γιατί να θυμάται μια ψυχή όλη την αθλιότητα της ύπαρξής της; Γιατί είναι τόσο υπέροχο η ψυχή του πατέρα μου να συνεχίσει να ζει και να θυμάται πώς ακριβώς σούφρωσε τα λεφτά ο συνεργάτης του, πώς καταστράφηκε το σπίτι του από πυρκαγιά, πώς η αδερφή μου η Μίρελε πέθανε στη γέννα, και ύστερα τα γκέτο, τα στρατόπεδα και τους φούρνους των Ναζί. Αν στη φύση υπάρχει έστω και η παραμικρή δικαιοσύνη, βρίσκεται στην εξάλειψη του πνεύματος όταν το σώμα σαπίζει. Δεν μπορώ να κατανοήσω πώς γίνεται κανείς να σκέφτεται διαφορετικά [σ. 128].

Τα λόγια της Φρέιντλ, πρώην μαθήτριας και κρυφού έρωτα του αφηγητή, που επιστρέφει στο Τελ Αβίβ το 1955 ως καταξιωμένος γίντις συγγραφέας και επιχειρεί να ξανασυνδεθεί με την παλαιά του ζωή, είναι ενδεικτικά της εσωτερικής μεταστροφής της σύγχρονης εβραϊκής ψυχής. Κατά την μεσονύκτια περιπλάνηση στην πόλη με το αυτοκίνητό της, ο χρόνιος ανεκπλήρωτος έρωτάς τους τ2ίθεται σε δεύτερη μοίρα και αμφότεροι αναζητούν απαντήσεις απέναντι στην πεζή, απογοητευμένη τους ζωή. Απογοητευμένη από τα κιμπούτς «που έχουν όλα τα λάθη του κομμουνισμού και του καπιταλισμού μαζί», τον γάμο της, καθώς «δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος απ’ το να αγαπιέσαι από ένα βλάκα» και την κόρη της, που ακολουθεί τυφλά έναν μέντορα, η Φρέιντλ υποστηρίζει ότι, μετά από όλα όσα συνέβησαν στους Εβραίους, «πρέπει να είναι κανείς εντελώς ηλίθιος για να πιστεύει στο Θεό και σ’ όλα αυτά τα φληναφήματα. Άλλωστε, η πίστη σε έναν ελεήμονα Θεό αποτελεί τη χειρότερη προδοσία προς τα θύματα. Δεν χρειάζεται να’ σαι ψυχολόγος για να καταλάβεις τι ακριβώς αναπληρώνει μια τέτοια πίστη». Η παράλληλη οδική και ψυχική περιπλάνηση καταλήγει στο μονόδρομο τέρμα των κιμπούτς όπου βιώνεται η έσχατη οικογενειακή απογοήτευση («Ο μέντορας»).

3Αυτή είναι μία από τις γοητείες του Σίνγκερ: την ίδια στιγμή που αποθεώνει μια ακλόνητη βεβαιότητα (θρησκευτική, πολιτισμική, προσωπική) την επόμενη την αποκαθηλώνει, γυμνώνοντας με κυνισμό τις έκθετες πλευρές της. Τόσο στα μυθιστορήματα (ιδίως στα «Σκιές στον ποταμό Χάντσον» και «Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία») όσο και στα διηγήματα, κυρίως τα εκτενή, οικοδομεί έναν κόσμο όπου η εβραϊκότητα συνυπάρχει με την αμφισβήτησή της, η θρησκευτικότητα με τον σαρκασμό της, ο ερωτισμός με την ενοχική απομόνωση, η αδηφαγία του πνεύματος με την δίψα του σώματος. Οι χαρακτήρες του την μία στιγμή ανταλλάσουν ερεθιστικότατους διαλόγους για τα πιο βαθειά θέματα και την επόμενη διολισθαίνουν σε ποταπές συμπεριφορές ή αναλώνονται σε χαμερπείς σκέψεις. Ακόμα κι όταν ο εκφραστής των αντιφάσεων δεν είναι ο ίδιος ο αφηγητής αλλά κάποιος συνομιλητής του, ο πρώτος παραδέχεται πως μοιράζεται τις ίδιες βασανιστικές αβεβαιότητες.

4Ένας μέρος των ιστοριών του συγγραφέα αντλεί από το ανεξάντλητο απόθεμα του προγονικού πολιτισμού, επιστρέφοντας σε βάθος χρόνου και σε περίκλειστες επαρχίες. Αλλά τα πιο ενδιαφέροντα διηγήματά του είναι εκείνα που αφορούν τους σύγχρονούς του εβραίους, κατά την νέα τους ζωή στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις. Μια απολαυστική ενδεικτική ιστορία είναι «η καφετερία», ένα στέκι στο άνω Μπρόντγουεϊ όπου συχνάζει ένας γίντις συγγραφέας, μια τυπική αφηγηματική περσόνα του Σίνγκερ. Σε αυτό τον τόπο, που συχνά παρομοιάζει με το γειτονικό γραφείο τελετών, «είδος καφετερίας και αυτό, όπου παίρνει κανείς μια ευλογία στα γρήγορα ή ένα καντίς στο δρόμο του προς την αιωνιότητα», γνωρίζει την Εσθήρ, μια γυναίκα που έχει επιστρέψει από την καταστροφή, «εύθυμη και πάλι». Ανάμεσα στις εξομολογήσεις της για τους χαμένους της άντρες, θύματα των χιτλερικών και των σταλινικών ετών, η ισχυριζόμενη αναγνώστριά του, αποκαλύπτει την τρομερή της εμπειρία: μια νύχτα είδε στην κλειστή καφετερία τον Χίτλερ με τους στρατηγούς του.

6Ο ακροατής της δεν εκπλήσσεται: για εκείνον πρόκειται για μια επιστροφή στο χρόνο. Το παρελθόν δεν έχει χαθεί. Μια εικόνα απ’ τα παλιά παραμένει παρούσα κάπου μέσα στην τέταρτη διάσταση και έφτασε σ’ εσένα ακριβώς εκείνη τη στιγμή, την καθησυχάζει. Πράγματι, σε γραφές ανάμεσα στο όνειρο και το γκροτέσκο αλλά και την απατηλότητα του πνευματισμού και των σύγχρονων ψυχολογικών ρευμάτων, μπορεί όντως ο Χίτλερ να βρεθεί στο Μπρόντγουεϊ. Διόλου τυχαία, άλλωστε, η καφετερία την επόμενη ημέρα βρίσκεται καμένη. Αν ο χρόνος και ο χώρος δεν είναι παρά μορφές αντίληψης, όπως θεωρεί ο Καντ, και η ποιότητα, η ποσότητα, η αιτιότητα είναι απλώς κατηγορίες της σκέψης, γιατί να μη συσκέπτεται ο Χίτλερ με τους Ναζί του σε μια καφετέρια στο Μπρόντγουεϊ; Η Εσθήρ δεν ακουγόταν τρελή. Είχε δει ένα κομμάτι πραγματικότητας, που η ουράνια λογοκρισία απαγορεύει κατά κανόνα. Είχε προλάβει να δει φευγαλέα πίσω από το παραπέτασμα των φαινομένων. [σ. 119 – 120]

7Με τις σχετικά σύντομες, κοφτές αλλά ταυτόχρονα περιεκτικές φράσεις του ο Σίνγκερ εισάγει τον αναγνώστη όχι μόνο στην ευρύτερη επιφάνεια του κόσμου των χαρακτήρων αλλά και στα βάθη της εκάστοτε ιστορίας του. Με τον ίδιο απολαυστικό τρόπο χειρίζεται την ταπεινότητά τους και τις ασήμαντες ανθρώπινες εμμονές.«Η κοκέτα» αφορά την ιστορία μιας γυναίκας που ενδιαφέρεται σε τέτοιο βαθμό για την εμφάνισή της ώστε να γίνει χριστιανή, για να ταφεί με τα ρούχα που επιθυμεί και όχι με το απλό εβραϊκό σάβανο. Ο «Σλόιμελε» αποτελεί μια τυπική περίπτωση αποτυχημένου (θεατρικός επιχειρηματίας χωρίς θέατρο, κατακτητής γυναικών που τον εγκαταλείπουν άμεσα, οραματιστής σχεδίων που δεν πραγματοποιούνται ποτέ) που συναντιέται σε διάφορα μέρη με τον αφηγητή, που είναι ένας εξίσου αποτυχημένος συγγραφέας – με την διαφορά ότι το γνωρίζει.

8Κωμικοτραγικοί ή σοφοί, διαβολικοί ή αγνοί, αφελείς ή κυνικοί, οι χαρακτήρες των είκοσι ενός διηγημάτων αφορίζουν τους ηλίθιους που διαθέτουν «μια μυστηριώδη δύναμη, βαθιά ριζωμένη στο αρχέγονο χάος», τα παιδιά που δεν είναι παρά τυχαία γονιμοποιημένα ωάρια, την γονεϊκή αγάπη που δεν είναι παρά ένα τυφλό ένστικτο, τον σύγχρονο Εβραίο «που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον αντισημιτισμό, που υποστηρίζει την επανάσταση και ταυτόχρονα θέλει δικό του κάθε προνόμιο του καπιταλισμού, που προσπαθεί να καταστρέψει τον εθνικισμό στους άλλους, αλλά ο ίδιος καυχιέται ότι ανήκει στον Περιούσιο Λαό». Χαρακτήρες που αδυνατούν ακόμα και να κοιμηθούν στον τόπο όπου βαραίνει η Ιστορία, που δεν γνωρίζουν σε τι μπορούν πια να ορκιστούν και που θέλουν να γράψουν αλλά αναρωτιούνται ποιος χρειάζεται τις ιστορίες τους. Αναμφισβήτητα εμείς, που τις διαβάζουμε μέχρι σήμερα.

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. από τα αγ5γλικά: Βασίλης Αμανατίδης, σελ. 371, με τρισέλιδο χρονολόγιο του συγγραφέα.

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 102 – 103 [Ιούλιος – Δεκέμβριος 2013, κυκλοφ. 4 Μαρτίου 2014].

Nicholas Murray – Κάφκα

 0Ο χωρομέτρης της αγωνίας

Όταν ήταν πια ξεκάθαρο μες στον οργανισμό μου ότι το γράψιμο είναι η πλέον αποδοτική κατεύθυνση της φύσης μου, τα πάντα άρχισαν να συνωστίζονται προς τα κει κι αφήσανε να στέκουνε κενές όλες οι ικανότητες που κατευθύνονταν στις χαρές της γενετήσιας ορμής, της βρώσης, της πόσης, του φιλοσοφικού στοχασμού, της μουσικής πρωτίστως. Άρχισα ν’ απισχαίνομαι προς όλες αυτές τις κατευθύνσεις. Αυτό ήταν απαραίτητο, επειδή οι δυνάμεις μου στο σύνολό τους ήσαν τόσο λιγοστές, ώστε μόνο συγκεντρωμένες μπορούσαν να υπηρετήσουν κάπως τον σκοπό του γραψίματος . [σ. 147]

Ο συγγραφέας που στο έργο επισκόπησε με αγωνία το όριο μεταξύ ατομικής και κοινωνικής εμπειρίας γεννήθηκε σε μια θνήσκουσα αυτοκρατορία, την γλώσσα της οποίας ως Γερμανός της Πράγας χρησιμοποίησε ως όχημα της συγγραφικής του τέχνης, ενώ την ίδια στιγμή έζησε τη γέννηση της νέας Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας προτού βυθιστεί στην ναζιστική και στην σταλινική τυραννία. Ο Κάφκα αντιμετωπίστηκε ανάλογα με την οπτική γωνία και ιδεολογική σκοπιά του καθενός: αλληγοριστής θρησκευτικών θεμάτων, συγγρα1φέας του υπαρξισμού και του παραλόγου κ.ο.κ. Υπήρξε όμως και συνεχίζει να είναι ένα διαφυγόν υποκείμενο, μια άπιαστη λογοτεχνική προσωπικότητα.

Στην περίπτωσή του συνηθίζουμε να βλέπουμε μόνο την μία πλευρά και να αγνοούμε πλήρως την άλλη· είναι περισσότερο γνωστός ως μια νευρασθενική καρικατούρα που μόνιμα υποφέρει και όχι ως ένας ζωντανός άνθρωπος με φίλους, μέλος σ’ έναν ενεργό κύκλο αξιόλογων συγγραφέων και διανοούμενων, έστω κι αν τα μείζονα μυθιστορήματά του παρέμειναν αδημοσίευτα όσο ζούσε· τον φανταζόμαστε δε κυρίως να βασανίζεται από προσωπικούς φόβους και μοναχικά άγχη, αγνοώντας πως, παράλληλα μ’ εκείνα, αγαπήθηκε από όλους όσοι ήλθαν σε επαφή μαζί του αλλά και πόσο χαιρόταν την συντροφιά των γυναικών, για τις οποίες ήταν και ιδιαίτερα ελκυστικός.

6 - franz-kafka-by-pietro-spicaΤα πρώτα κεφάλαια της βιογραφίας παρουσιάζουν με ανάγλυφο και λεπτομερή τρόπο αφενός το οικογενειακό περιβάλλον – μήτρα απ’ όπου προήλθε η βαθειά του αμφιθυμία απέναντί στην οικογένειά του αλλά και η τρομακτική κλειστοφοβία του Γκρέγκορ Σάμσα της Μεταμόρφωσης και αφετέρου το περιβάλλον της Βοημίας και της Πράγας ειδικότερα, που έβριθαν από πολιτικές και εθνικές εντάσεις. Χωρίς να είναι ένας ιδεολογικός ή προγραμματικός συγγραφέας, o Κάφκα είχε πάντα οξυμένη πολιτική συνείδηση, μια συμπάθεια για τον αδύναμο και μια δυσπιστία απέναντι στον ισχυρό. Η βιογράφηση των σχολικών του χρόνων έχει ανάλογο ενδιαφέρον, ιδίως όσον αφορά τις αναγνώσεις και τους προβληματισμούς του – για παράδειγμα ήδη από το Γυμνάσιο ήταν φανατικός αναγνώστης κοινωνιολογικών περιοδικών και μηνιαίων επιθεωρήσεων της διανόησης, μια συνήθεια που διατήρησε σε όλο τον βίο του.

Η σχέση με τον πατέρα του, στα μάτια του οποίου – και κατ’ επέκταση ενώπιον όλου του κόσμου – ένοιωθε σωματικά κατώτερος, υπήρξε, ως γνωστόν, βαθύτατα καθοριστική. Είναι χαρακτηριστική μια από τις πρώιμες σχετικές εγγραφές του: Εσύ αποκτούσες για μένα την αινιγματικότητα που έχουν όλοι οι τύραννοι που το δίκιο τους εδράζεται στο πρόσωπό τους και όχι στη σκέψη. Ο πατέρας 5 - der schloss comicsταυτίζεται με παντοδύναμο κριτή που χρησιμοποιεί μια σειρά ανάλογων λεκτικών μέσων για την διαπαιδαγώγηση: ειρωνεία, καγχασμός, απειλές αλλά και αυτοκατηγορίες.

Ο Κάφκα δεν απώλεσε ποτέ την πεποίθησή του ότι σύνολη η πορεία της ζωής του αποφασίστηκε μέσα στα πνιγηρά δωμάτια του πατρικού του σπιτιού – για τον λόγο αυτό η διασύνδεση μεταξύ του παιδικού του κόσμου και της ώριμης μυθοπλασίας του δεν πρέπει να υποτιμηθεί, καθώς εντοπίζεται μια εντυπωσιακή αναλογία θεμάτων στη ζωή και την τέχνη του. Ακόμα κι αν συγχωρήσουμε έναν βαθμό υπερβολής ή παράνοιας, τα μυθοπλαστικά δημιουργήματα του Κάφκα διέπονται συχνά από ένα σύστημα σκέψης και αντίληψης ανάλογο με τον εφιαλτικό κόσμο του φόβου, της αβεβαιότητας και της ενοχής που περιγράφει στην επιστολή προς τον πατέρα του. Η σύγκρουσή τους καθόρισε και τον ίδιο τον σκληρό τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας δεν έπαυσε να κρίνει τον εαυτό του αλλά και τους άλλους.

7Κάποια βιβλία επενεργούν σαν κλειδί για άγνωστες αίθουσες του δικού μας πύργου έγραφε σε μια επιστολή του το 1903. Η γραφή ήταν για τον Κάφκα ένα ουσιώδες μέσο επίγνωσης του εαυτού του. Είναι καλό όταν μπορεί κανείς να κρυφτεί από τον εαυτό του θαμμένος μες στις λέξεις, αλλά ακόμα καλύτερο είναι όταν μπορεί να στολιστεί και να πλουμιστεί με λέξεις, μέχρι να γίνει ένας άνθρωπος, όπως το επιθυμεί μες στην καρδιά μου. [σ. 84]. Παρέμεινε φανατικός αναγνώστης επιστολών και βιογραφιών συγγραφέων, ενίοτε προτιμώντας τα αντί των ίδιων των έργων τους, στοιχείο άλλωστε που ενισχύει την βάση για να αντιμετωπίζονται οι δικοί του τόμοι επιστολών και ημερολογίων «ως έργα γραμμένα με την ευμήχανη πληρότητα έργων τέχνης». Παράλληλα διάβαζε ιδιαίτερα το λογοτεχνικό του είδωλο Χάινριχ φον Κλάιστ.

3Κατά την υπαλληλική του σταδιοδρομία γνώρισε τον αδηφάγο κόσμο της γραφειοκρατίας, ασκήθηκε στην «παθητική ανθεκτικότητα», έζησε ως υπεύθυνος βιομηχανικών ατυχημάτων τις ταλαιπωρίες και τους τραυματισμούς των εργατών και άντλησε μεγάλος μέρος της γνώσης του για τον κόσμο αλλά και των σκεπτικιστικών  και πεσιμιστικών ιδεών από την εμπειρία του στο γραφείο. Ο εμβαπτισμός του στο δημοσιοϋπαλληλικό χαρτοβασίλειο του ενέπνευσε τους γραφειοκρατούμενους εφιάλτες της Δίκης. Ήταν θέμα χρόνου η συστολή και η μοναχικότητά του να μεταμορφωθούν σ’ εκείνη την τρομερή, υπαρξιακή μοναξιά και στον ψυχικό σπαραγμό της αγωνίας με τα οποία η ώριμη γραφή του αντιμετώπισε τον κόσμο. Την ίδια στιγμή η σχολαστική προσέγγιση της τροφής τον οδηγούσε στην χορτοφαγία.

8Η διαρκής αποτυχία του να εναρμονισθεί με τον κόσμο, γράφει ο Murray [σ. 301], να συμφιλιωθεί με την εργασία του, να εξασφαλίσει μια σωστή έγγαμη σχέση, να βρει (παρ’ όλα εκείνα τα σανατόρια, τις δίαιτες, τις γυμναστικές ασκήσεις γυμνός στο ανοιχτό παράθυρο, τις κωπηλασίες και το κολύμπι) καλή υγεία […] και ανανέωση ενός σώματος, με το οποίο δεν ένιωθε ποτέ άνετα, του φαινόταν ότι δεν οφειλόταν σε δικό του σφάλμα. Και τέλος, το γράψιμο, το οποίο θεωρούσε μοναδικό μέσο διαφυγής, μοναδικό μέσο πλήρωσης, μοναδικό σκοπό της ζωής του, δεν τον λύτρωνε πάντα από ένα αίσθημα αποτυχίας και ενοχής. Στο τέλος της ζωής του μάλιστα ζήτησε να καταστραφεί το έργο του, έτσι ώστε να μην απομείνει τίποτα από τις ατελέσφορες απόπειρές του, να ζήσει μέσω της γραφής σε αρμονία με τον κόσμο.

9Σε ένα χωρίο του ημερολογίου του ο Κάφκα δηλώνει ότι η αϋπνία του προέρχεται από μια έντονη επίγνωση αυτού που διακυβευόταν στο γράψιμό του, αυτού για το οποίο ήταn ικανός, φθάνει μόνο να μπορούσε να το φέρει εις πέρας: Πιστεύω ότι η αϋπνία αυτή έρχεται μόνο και μόνο επειδή γράφω. Διότι όσο λίγο κι όσο άσχημα κι αν γράφω, γίνομαι πάντως ευαίσθητος μ’ αυτούς τους μικρούς κλονισμούς, νιώθω ιδιαίτερα κατά το βράδυ κι ακόμη περισσότερο το πρωί την έλευση, τη μεγάλη πιθανότητα σπουδαίων καταστάσεων να με ανοίγουνε, που θα μπορούσανε να με κάμουν ικανό για τα πάντα και μ’ όλο τον θόρυβο που έχω μέσα μου και που δεν έχω χρόνο να τον ορίσω δε βρίσκω ύστερα καμία ησυχία. [σ. 130 – 131]

2Η έρευνα του Murray είναι πλήρης και εξαντλητική. Εκθέτει, σχολιάζει και αναλύει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία που μπορούν να συγκροτήσουν μια πλήρη βιογραφία. Είναι γνωστό ότι η άρνηση του Μαξ Μπροντ να εκτελέσει την τελευταία επιθυμία του Κάφκα να καταστραφεί σύνολο το ανέκδοτο έργο του, πρόσφερε στον κόσμο τα τρία μείζονα μυθιστορήματα, μεγάλο μέρος των συντομότερων μυθοπλαστικών έργων του, τις επιστολές και τα ημερολόγια. Ο βιογράφος βυθίζεται αύτανδρος στον αρχειακό κόσμο των καφκικών γραπτών. Παρουσιάζει με εμβρίθεια τα έργα του συγγραφέα αλλά και τις σχέσεις του με τις γυναίκες της ζωής του, εφόσον άλλωστε επρόκειτο για επιστολιμιαίες ερωτικές σχέσεις που ενέπνευσαν αμέτρητα γραπτά. Διόλου τυχαία επιλέγει να τιτλοφορήσει τρία από τα τέσσερα κεφάλαια του τόμου με τα ονόματά τους: Φελίτσε, Μιλένα, Ντόρα.

5Η πιθανή ευτυχία βαίνει όλο και περισσότερο προς το απίθανο, διάγω ένα τρομερό υποκατάστατο ζωής [σ. 140]

Εκδ. Ίνδικτος, 2005, μτφ. Ξενοφών Κομνηνός – Αλέξανδρος Κυπριώτης, σελ. 522

Περιλαμβάνονται: πρόλογος του συγγραφέα στην ελληνική έκδοση, σημείωμα των μεταφραστών, βιβλιογραφία χωρισμένη στις κατηγορίες A. Franz Kafka, B. Σχετικά με τον Φραντς Κάφκα, Γ. Ενδεικτική βιβλιογραφία του Φραντς Κάφκα στα ελληνικά, Δ. Διαδικτυακοί τόποι για τον Φραντς Κάφκα. Ακόμα: χρονολόγιο Κάφκα, ευρετήριο ονομάτων και έργων και 106 μαυρόασπρες φωτογραφίες, με επεξηγηματικές λεζάντες, κατανεμημένες σε γυαλιστερά ένθετα. [Nicholas Murray – Kafka, 2004]