Γιώργος Παλούμπης – ΠΑΚΜΑΝ

Καλλιτεχνικός Οργανισμός Coyot
Θέατρο Χώρα – Σκηνή Μικρή Χώρα

Κόκκινοι και Πράσινοι στο Πέναλτυ, επαρχιακά ζεϊμπέκικα και τσιφτετέλια στο Επείγον, φυλακισμένοι και έμποροι ναρκωτικών στο Νο 44…και η ανελέητη (ενίοτε και σπαρταριστή) θεατρογράφηση του σήμερα από τον Γιώργο Παλούμπη (που έχει σκηνοθετήσει από Σέπαρντ και Πίντερ ως Τερζάκη και Κεχαΐδη) συνεχίζεται. Τώρα το στόχαστρο διευρύνεται ακόμα περισσότερο: σειρά έχουν οι 30, 30+. To ΠΑΚΜΑΝ γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε αποκλειστικά στη διάρκεια των προβών, εφόσον ο συγγραφέας ακολούθησε την προσωπική του μέθοδο: έγραψε μόνο την αρχή, κι άφησε τους ηθοποιούς να πάνε προς τη συνέχεια και το τέλος αυτοσχεδιάζοντας. Όμως ήταν ακριβώς οι αντιδράσεις του καθενός με βάση τα προβλήματα και τις παθογένειες της ζωής τους που έβγαλαν το έργο.

Παρακολουθούμε στη σκηνή ταυτόχρονα τρία διαμερίσματα, όχι μόνο σε χωριστές πράξεις αλλά και ταυτόχρονα, εύρημα ομολογουμένως εξαιρετικά ενδιαφέρον, καθώς τα τεκταινόμενα στο ένα μπορεί να συμπληρώνουν ή να αντιτίθενται με του άλλου, ακόμα κι όταν τα πρόσωπα συνδιαλέγονται τηλεφωνικώς ή απλώς υπάρχουν, δείχνοντας παραλληλίες και χάσματα. Στο πρώτο σπίτι το ζεύγος είναι λαμπερό και αξιοζήλευτο, μόνο που το κινητό τους αποτελεί πλέον προέκταση του χεριού, οι διαφορές στην περί ζωής άποψη ανεβαίνουν αργά στην επιφάνεια, και η αίγλη του free attitude που τους καλύπτει σιγά σιγά διατρυπάται από τα καθοριστικά μυστικά που κρύβει ο ένας απ’ τον άλλον. Άλλοι δυο άνθρωποι πηγαινοέρχονται στο διαμέρισμα: η αδελφή της γυναίκας κι ένας φίλος του άντρα, υποτιθέμενα ιδιόρρυθμοι, αλλά όχι περισσότερο χαμένοι από το φωτεινό ζεύγος, που τους βλέπει ως πρόχειρο πεδίο πειραματισμού εφόσον έχουν επιλέξει το μοντέλο της μοναξιάς. Παραδόξως όταν μιλάνε οι «περίεργοι», αποστομώνονται «οι κανονικοί».

Εδώ έχουμε ένα έργο που δεν είναι έργο, αλλά η πραγματικότητα. Ο θεατής δεν σκέφτεται ούτε στιγμή πως παρακολουθεί γραμμένο κείμενο – μάλλον του έχει ανοιχτεί ένα παράθυρο στα 3 σπίτια. Μιλάμε για τον πλέον άμεσο ρεαλισμό και καθώς όλα αυτά συμβαίνουν τώρα, τα στόματα περνάνε όλες οι έννοιες του κυριολεκτικού σήμερα: απολύσεις, επαγγελματικοί ανταγωνισμοί, Χαρδαβέλλας, μεσημεριανάδικα, πιστωτικές, δόσεις, facebook. Ήχοι κινητών, κοινωνικές υποχρεώσεις, άγχος κι ο καθένας με το κρυφό του κόλλημα. Πώς άραγε είναι ο «κανονικός άνθρωπος»; Να το ψάξουμε στο Google. Παραδόξως τόσο άμεσα παροντικά έργα αποτελούν την εξαίρεση κι όχι τον κανόνα στη σύγχρονη ελληνική θεατρογραφία.

Ο νεοέλλην τριαντάρης (plus) υποτιμά το παρόν, βλέπει το μέλλον σα μαύρη τρύπα, θέλει να ξεχάσει το παρελθόν, συνεπώς πού βρίσκεται η ζωή του και πού πατάει; Σε μια αενάως επαναληπτική φάση όπου όλοι ζουν τα ίδια αλλά τους χωρίζουν χάη; «Όλες οι (πολυάριθμες ομολογουμένως) συνταρακτικές ιστορίες σήμερα είναι μάλλον οι εξαιρέσεις σε μια επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα όπου τα πάντα τρέχουν χωρίς να έχουν καμιά ιδιαίτερη σημασία» γράφει ο δημιουργός στο πρόγραμμα της παράστασης. Όταν βγουν στην επιφάνεια οι επιθυμίες του καθενός, οι ασυμβατότητες είναι απόλυτες. Κι όχι μόνο: «η πραγματικότητα του καθένα είναι εντελώς διαφορετική από του διπλανού του. Ως εκ τούτου οι πραγματικότητες όλων μας διαρκώς συγκρούονται με των υπόλοιπων. Είναι αναπόφευκτο».

Ιδού το διάγραμμα της φθίνουσας αριθμητικής: 4 άνθρωποι, 3 διαμερίσματα, 2 οπτικές, 1 σύμπτωση – και 0 συνεννόηση. Άραγε ποια είναι τα δικά μας και τα δικά σας ΠΑΚΜΑΝ που τρώνε αργά αλλά σίγουρα την καθημερινή μας ζωή;

Κείμενο – σκηνοθ.: Γιώργος Παλούμπης, Σκην.-κοστ.: Λουκία Μινέτου, φωτ.: Βασίλης Κλωτσοτήρας. Παίζουν: Mάνος Κανναβός, Θάνος Αλεξίου, Εκάβη Ντούμα, Ειρήνη Μαργαρίτη. / Τετ. – Σαβ.: 21.00, Κυρ. 19.00/ 87΄/Αμοργού 18-20, Κυψέλη/www.choratheater.gr, http://www.coyot.gr.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Μάριος Χάκκας – Άπαντα

Τελικά όλα και κάπου ανήκω, δικός μου δεν μπόρεσα να υπάρξω ποτέ.

1931 – 1972. Παιδί σε μονόχωρο προσφυγικό πλινθόκτιστο στην Καισαριανή, εθελοντής περίθαλψης στη Γυάρο του 50, δραστήριο μέλος αριστερών ομάδων της Καισαριανής και του Βύρωνα, σύλληψη το 1954 και τετραετής φυλάκιση σε Καλαμάτα και Αίγινα, στρατιωτική θητεία στα κατώτατα (ως μουλαράς), πλασιέ πλαστικών ειδών, εκτύπωση με δικά του έξοδα των πρώτων του συλλογών (ποιήματα και διηγήματα), μετακόμιση στον Βύρωνα, κριτική στάση απέναντι στο Κόμμα και ρήξη, καρκίνος από το 1969, ταξίδια στην Ευρώπη σαν κρυφτό απ’ τον θάνατο, το νοσοκομείο σαν δεύτερη φυλακή, ήττα στην άγρια του μάχη το 1972. Η έκδοση περιλαμβάνει οτιδήποτε έγραψε: διηγήματα (από τις συλλογές Τυφεκιοφόρος του εχθρού, Ο μπιντές, Το κοινόβιο), ποιήματα, (τρία) θεατρικά μονόπρακτα, μέρος από τα «κατάλοιπά» του (δημοσιευμένα στο περιοδικό Αντί).

Το τίμημα της επιλογής και της ιδεολογίας ήταν αμείλικτο και το αποδέχτηκε πλήρως. Μόνο που ο Χάκκας υπήρξε κριτής και κριτικός ακόμα κι εκείνης – κι αυτή είναι η μεγαλύτερη μοναξιά. Δεν μάσησε να βρίσκεται απέναντι σε όλους. Στην φυλακή διπλά φυλακισμένος καθότι απομονωμένος ως αιρετικός ακόμα κι από τους συγκρατούμενος και συναγωνιστές «με εντολή της καθοδήγησης». Στην κοινωνία απέναντι στον Νέο Μικροαστισμό και τον Θλιβερό Καταναλωτισμό. Στον εαυτό του, αγωνιζόμενος να παραμείνει συνεπής στις αρχές του, χωρίς να παραπετάξει την ατομικότητά του. Να πάψεις να μοιρολογείς, να βγεις πάνω από το μάταιο, να το υποτάξεις./Να μην πληγεί ο άνθρωπος από μια γελοία ασθένεια που λέγεται απογοήτευση.

Η ασθένεια τον βρίσκει στη μέση των κειμένων του Μπιντέ κι εκεί γίνεται η μεγάλη στροφή: από τον ρεαλισμό χυμάει σε γραφή πρωτοπρόσωπη, επιθετική, απροκάλυπτη, χύμα, εξομολογητική, σχεδόν λαχανιαστή, άναρχη και αναρχική, αφαιρετική, υπαρξιακή, σουρεαλιστική. Άλλωστε το γράψιμο ήταν «το μόνο όπλο που του μένει απέναντι στον θάνατο. Μια γραφή – παράταση που μπορεί να του κερδίσει χρόνο ζωής» έγραψε ο Παύλος Α. Ζάννας. Θυμωμένη που δεν έχει κι άλλο χρόνο να γράψει κι άλλα βιβλία, να πηδήξει κι άλλες γυναίκες.

Το Κοινόβιο κυκλοφόρησε την επομένη του θανάτου του – η Νανά Καλιανέση του Κέδρου σπίνταρε την έκδοση, του πήγαινε εξώφυλλα και διορθώσεις, με μάσκα του οξυγόνου εκείνος έμαθε τηλεφωνικά την έκδοση, δεν πρόλαβε να το δει. Είχε όμως ήδη κάνει λογοτεχνία τον θάνατο (του), είχε μιλήσει με το σώμα του, ακόμα και με την ασθένειά του: Το ξέρω, δε γλιτώνω με τίποτα. Όχι που λένε να σταματήσω το κάπνισμα, μια λεπτομέρεια στις δυνάμεις που με σπρώχνουν προς το χαμό. Ανέκαθεν κάτι με πήγαινε στο χειρότερο, και τώρα που φούντωσε πια το κακό, δεν είναι να γίνω, στο κάτω κάτω δε θέλω να γίνω καλά, ας πούμε πως μ’ αρέσει το στήθος μου να βράζει τσουκάλι, ένα γατάκι που τονθορύζει στην αγκαλιά μου, μια συντροφιά μέσα στη νύχτα κι όταν ξυπνάω με παραστέκει.

Όταν το μέλλον στενεύει, το παρόν διευρύνεται –τώρα θα γίνουν όλα. Αυτός ο άνθρωπος επιτάχυνε τις γραφές του, για να ξανακερδίσει τον χαμένο χρόνο της φυλακής και του στρατού πρώτα, να προλάβει το θάνατο μετά. Κουρασμένος, πανικόβλητος και καταταλαιπωρημένος αλλά διαυγής όσο ποτέ πνευματικά, συνέχισε να ανεβαίνει με την γυναίκα του στον Υμηττό και στη Μονή Αστερίου, κουβαλώντας την πολυθρόνα του, για να βλέπει και να γράφει… Από δω πάνω έχω μια τέτοια οπτική γωνία της ζωής, που έρχονται και με κατακλύζουν φράσεις πανέτοιμες, νοήματα αστραφτερά, κι αυτό διαρκεί για καιρό, μέρες, μήνες σε οργασμό, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να γράφω, χαλούν τα πλήκτρα της μηχανής, φθείρεται η ταινία, τελειώνει το χαρτί κι εγώ ακόμα δεν έχω αρχίσει, δεν έχω πει ούτε το ένα εκατοστό από κείνα που στριμώχνονται μέσα μου.

Μένω με την ονειρική επιθυμία του προς το τέλος: Να στήσουμε ένα ιδιόρρυθμο κοινόβιο…Πάντως εγώ, απ’ όσο ξέρω και οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα…Να το έχουν υπόψη τους όσοι θα οικοδομήσουν στο μέλλον κοινόβια, έστω και στο φεγγάρι, τους αρχηγούς απ’ το ποδάρι σαβουρντιστούς μες τον κρατήρα…Εμείς μπορεί να μην καταφέραμε μεγάλα πράγματα στη ζωή μας, όμως γεμίσαμε φίλους…Από κει και η σκέψη για το κοινόβιο: Να μαζευτούμε για να χορτάσει ο ένας τον άλλον.

Εκδ. Κέδρος, 1978, 4η έκδ. συμπληρωμένη 2008, με εικόνες του Τάκη Σιδέρη και χρονολόγιο, 628 σελ.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ. Αφιερωματικό τεύχος του Διαβάζω εδώ.