E. M. Cioran – Ο πειρασμός του υπάρχειν

Οι διαταραχές, οι ντροπές, οι φρίκες, από τις οποίες θέλουν να μας απαλλάξουν οι θρησκευτικές ή λαϊκές θεραπευτικές, συνιστούν κληροδότημα, που με κανένα τίμημα δεν θα έπρεπε ν’ αφήσουμε να μας το αποστερήσουν. Πρέπει ν’ αντιστεκόμαστε στους θεραπευτές μας, και να διαφυλάσσουμε τις δυστυχίες και τις αμαρτίες μας. Το εξομολογητήριο: βιασμός των συνειδήσεων…Κι αυτός ο άλλος βιασμός: η ψυχολογική ανάλυση! Εκλαϊκευμένο, εκπορνευμένο, το εξομολογητήριο θα εγκατασταθεί οσονούπω στις γωνιές των δρόμων: εκτός από κάποιους δολοφόνους, όλος ο κόσμος φιλοδοξεί να έχει ψυχή δημόσια, ψυχή – αφίσα. (σ. 97). Οι δικαιολογίες που επικαλούνται οι άνθρωποι για να προσδώσουν νόημα στην ύπαρξή τους κατέτρωγε τη σκέψη του Εμίλ Μιχάι Σιοράν (1911-1995) ήδη από το πρώτο του έργο, Στα κορυφές της απελπισίας (Aux cimes du désespoir, 1934).

Γεννημένος στο Ρασινάρι των Ρουμανικών Καρπαθίων (υπό αυστροουγγρική κατοχή) ο Σιοράν άρχισε πολύ νέος να διαβάζει Νίτσε, Σοπενχάουερ, Ντοστογιέφκσι, Λίχντεμπεργκ, Σπένγκλερ, Ταγκόρ, Φλωμπέρ, Μπαλζάκ, κι αργότερα Χέγκελ, Καντ, Κίργκεγκωρ, άρα νωρίς να εισέρχεται στις αβύσσους της σκέψης και του λόγου. Στα είκοσί του περιπλανιόταν σαν φάντασμα στους δρόμους από τις κρίσεις αϋπνίας που κρατούσαν βδομάδες, κι όταν κάποτε σωριάστηκε μπροστά στη μητέρα του αναφωνώντας Δεν μπορώ άλλο, έλαβε την απάντηση Αν το’ ξερα θα’ χα κάνει έκτρωση. Η φράση λειτούργησε απελευθερωτικά: είμαστε καρποί του τυχαίου και δεν υπάρχει τίποτα απολύτως να καταλάβουμε.

Επηρεασμένος από τον μεταφυσικό μαζοχισμό του Όσκαρ Κοκόσκα και συχνά γοητευμένος από ακραίες ιδεολογικές θέσεις, αισθανόταν εκτός τόπου μέσα στη χώρα του και εκπατρίστηκε οριστικά και αμετάκλητα στο Παρισινό Καρτιέ Λατέν. Εκεί έζησε μια ζωή μόνιμης απραξίας και γραφής στα γαλλικά (από το 1947, μετά την απαγόρευση των βιβλίων του από το νέο κομμουνιστικό κράτος της Ρουμανίας). Γευμάτιζε  για χρόνια στη Φοιτητική Εστία και αρνιόταν κάθε είδους δημόσια εμφάνιση ή τιμητική διάκριση, με εξαίρεση την ιδιότητα του επίτιμου μέλους της Ένωσης Ρουμάνων Συγγραφέων μετά την πτώση του Τσαουσέσκου.

Αντί των μεγάλων φιλοσοφικών συστημάτων προτίμησε τον αφορισμό, όπως οι στοχαστές του 18ου αιώνα, αναφερόμενος συχνά στον ρώσο στοχαστή Λέον Σεστόφ (που τοποθέτησε την απελπισία στην καρδιά κάθε αληθινού φιλοσοφικού στοχασμού) και στους Κυνικούς, στον Αντισθένη και στον Διογένη της Σινώπης. Η αντιφιλοσοφία του ήταν ακριβώς η απόρριψη της Φιλοσοφίας, της Ιδεολογίας, ακόμα και της Δράσης και η κατάφαση της άρνησης και της ματαιότητας. Κάθε βεβαιότητα αποτελεί αυταπάτη, ένα παραμύθι που βολεύει τον καθένα για να ισορροπήσει τα ανισόρροπα.

Η «οριακή κατάσταση» της εξορίας, αυτό το «σχολείο ιλίγγου»  απασχόλησε μόνιμα την σκέψη του: Λανθασμένα σχηματίζουμε για τον εξόριστο την εικόνα κάποιου που καταθέτει τα όπλα, αποσύρεται και περνάει στην αφάνεια, υπομένοντας καρτερικά τις αθλιότητές του, το γεγονός ότι αποτελεί φύρα. […] Διακρίνω, μάλιστα, μια σχέση ανάμεσα στη δυστυχία και τη μεγαλομανία. Εκείνος έχει χάσει τα πάντα, διατηρεί ως τελευταία προσφυγή την ελπίδα της δόξας, ή του λογοτεχνικού σκανδάλου. […] Θα δοκιμάσει σε άλλο ιδίωμα; Δεν θα του είναι εύκολο ν’ απαρνηθεί τις λέξεις όπου σέρνεται το παρελθόν του. Όποιος αρνείται τη γλώσσα του, για να υιοθετήσει μιαν άλλη, αλλάζει ταυτότητα, ακόμα και απογοητεύσεις. Ηρωικά προδότης, έρχεται σε ρήξη με τις αναμνήσεις του, και μέχρι ενός σημείου, με τον εαυτό του. («Πλεονεκτήματα της εξορίας»).

Στην «Επιστολή για κάποια αδιέξοδα» μονολογεί για τους ατέλειωτους χαμένους και κατεστραμμένους από το ταλέντο τους, καταλήγοντας στον λογοτέχνη, έναν αδιάκριτο που «υποτιμά τις αθλιότητές του, τις κοινολογεί, τις αναμασά: η αναισχυντία – επίδειξη οπισθοβουλιών – είναι ο κανόνας του· προσφέρεται». Η συγγραφή βιβλίων για τον Σιοράν δεν είναι άσχετη από το προπατορικό αμάρτημα: είναι η απώλεια μιας αθωότητας, η επανάληψη της πτώσης μας. Η δημοσίευση των ελλειμμάτων μας για να διασκεδάσουμε τους άλλους, μοιάζει βαρβαρότητα, βεβήλωση, σπίλος. Όμως την ίδια στιγμή παραδέχεται: Ψίχα ενστίκτου, ωστόσο, μ’ εξαναγκάζουν να γραπωθώ από τις λέξεις. Η σιωπή είναι αβάσταχτη: πόση δύναμη χρειάζεται για να κατοικοεδρεύσεις στην ακριβολογία του Ανείπωτου! Πιο εύκολο είναι ν’ απαρνηθείς τον άρτο, παρά τον λόγο. Δυστυχώς, ο λόγος ολισθαίνει στη λογοδιάρροια, στη λογοτεχνία.

Άλλοτε μοιάζει να αναπολεί απολεσθείσες αισθήσεις άλλων εποχών. Τους βοσκούς των Καρπαθίων και τους ζητιάνους της Ισπανίας, που δεν ένιωθαν την ανάγκη να επινοήσουν τη ζωή τους: υπήρχαν, πράγμα που ούτε κατά διάνοια δεν συμβαίνει στον πολιτισμένο. Τους αλλοτινούς καλλιτέχνες, που έφτιαχναν το έργο τους χωρίς να το πολυσκέφτονται και χωρίς να περιβάλλονται από θεωρίες και παρατηρήσεις περί της μεθόδου. Πλάι στο σημερινό «δημιουργό» εκείνοι του παρελθόντος μοιάζουν άρρωστοι από υγεία: δεν είχαν γίνει αναιμικοί από τη φιλοσοφία, όπως οι σημερινοί. Δεν είναι πια το έργο που υπολογίζεται αλλά το σχόλιο που προηγείται του έργου ή το διαδέχεται. Το «ψυχολογικό αισθητήριο» μας έχει μεταμορφώσει σε θεατές των εαυτών μας («Πέραν του μυθιστορήματος»). Μήπως εδώ προϋπάρχει «μεταμοντέρνα» σκέψη;

Κι αν κάποτε ο Κουρασμένος Σκεπτικιστής μπορεί να ξεκουράζεται στις λέξεις, την επόμενη στιγμή εκείνες τον προδίδουν. Ποιος θα συντάξει ένα λεξικό των φωνημάτων κατά εποχές, μιαν απογραφή των φιλοσοφικών ρευμάτων; Το εγχείρημα θα μας έδειχνε ότι ένα σύστημα πάσχει από την ορολογία του, φθείρεται από τη μορφή του. Τον τάδε στοχαστή που θα μπορούσε ακόμα να μας ενδιαφέρει, αρνιόμαστε να τον διαβάσουμε, επειδή είναι αδύνατον να υποφέρουμε τη λεκτική συσκευασία με την οποία επενδύονται οι ιδέες του. …Οι διδαχές πεθαίνουν απ’ αυτό που τους είχε εξασφαλίσει την επιτυχία: το ύφος. Για ν’ αναβιώσουν πρέπει να τις ξανασκεφτούμε με τη δική μας διάλεκτο.

Ούτε η ίδια η ψυχή δεν μένει αλώβητη! Η σημερινή της κατάσταση είναι θλιβερή, το τέλος της δεδομένο, ενώ είχε αρχίσει καλά: όλες οι αρχαίες διδασκαλίες, σφραγισμένες από τον μυστικισμό, στηρίζονταν σ’ αυτήν. Αλλά σήμερα ποιος νοιάζεται γι’ αυτήν εκτός από τα τραγούδια που την αναφέρουν και τις μελωδίες που την υποφέρουν; Ο λόγος δεν την ανέχεται πια: έχοντας περιβληθεί πάμπολλες σημασίες και χρήσεις, έχει μαραθεί, υπομονευθεί, εξευτελιστεί. Ο κύριός της, ο ψυχολόγος, την αποτελείωσε («Λύσσα και εγκαρτέρηση»).

Η συλλογή συμπληρώνεται με κείμενα για τον καταρρέοντα δυτικό κόσμο («Περί ενός ασθμαίνοντος πολιτισμού»), την βολικότητα του πεπρωμένου («Μικρή θεωρία της μοίρας»), την εβραϊκή ιδιαιτερότητα («Ένας λαός μοναχικών»), την αδυναμία της έκφρασης του μυστικισμού («Το εμπόριο των μυστικών») κ.ά. Ακόμα κι όταν οι ρήσεις του Σιοράν μοιάζουν ανερμάτιστες, ακόμα κι αν συχνά σου μεταδίδεται η εντύπωση πως μπορεί να λέει οτιδήποτε θέλει μόνο και μόνο για να αρνηθεί ή να κατεδαφίσει, όσο κι αν κάποτε μοιάζει να χτίζει οποιοδήποτε συλλογισμό χωρίς την παραμικρή ανάγκη απόδειξης (στοιχείο άλλωστε κάθε αφορισμού), ακόμα και τότε ο λόγος του παραμένει γοητευτικός κι ακαταμάχητος, ελκυστής της σκέψης μας μέσα στον απολαυστικό λεκτικό του λαβύρινθο και σε φράσεις που μοιάζουν τρομακτικά αληθινές.

Ο συγγραφέας, αυτή είναι η λειτουργία του, λέει πάντοτε περισσότερα απ’ όσα έχει να πει: διαστέλλει τη σκέψη του και τη συγκαλύπτει με λέξεις. Από ένα έργο απομένουν μονάχα δυο ή τρεις στιγμές: αστραπές σε κυκεώνα. Κάθε λέξη είναι μια παραπανίσια λέξη. (σ. 100)

Ο άνθρωπος των γραμμάτων μειώνεται με κάθε λέξη που γράφει. (σ. 67)

Εκδ. Scripta, 2007, [Σειρά Πολιτισμική Θεωρία – Κριτική], μτφ. Δημήτρης Δημητριάδης, 236 σελ., με εξασέλιδο επίμετρο του μεταφραστή (La tentation d’ exister, 1956).

Στην τελευταία φωτογραφία: το σπίτι όπου γεννήθηκε (Ρασινάρι).

Εντευκτήριο, τεύχος 93 (Απρίλιος – Ιούνιος 2011)

Εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί: Του κορμιού τα πάθη (1)

Διάπλατα και δια παντός ανοιγμένη σε ερμηνείες, η φράση του Αποστόλου Παύλου  στην Προς Κορινθίους Β´ επιστολή του τιτλοδοτεί το πρώτο μέρος ενός αφιερώματος όπου πεζογράφοι και ποιητές αφήνονται μόνοι να πλεύσουν εντός των εκδοχών, των σημασιών και των δυνατοτήτων της· όπου σκόλοψ ερμηνεύεται ως σώμα επίμηκες εις οξύ απολήγον, ιδίως πάσσαλος, παλούκι, μεταφ. πάθησις, νόσος. Αντιλαμβάνεστε πως το λιβιδικό αυτό τεύχος διεγείρει σώμα και ψυχή.

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης (Το ζεϊμπέκικο της Μαρίας) ιδανικά διηγηματογραφεί για άλλη μια φορά τον εντός επαρχιακού περιβάλλοντος διασπασμένο ερωτισμό. Ο απρόθυμος αφηγητής παρευρίσκεται σε μια συνάντηση παλαιών συμμαθητών στη Νικήσιανη (από χρόνια «ζόρικα και ηλίθια») μόνο και μόνο για την πιθανότητα να έρθει και η Μαρία Π., που ήταν σαν κόρη χίπιδων που την έδωσαν για υιοθεσία σε μια ελληνική αγροτική οικογένεια, που στα μάτια και στα λόγια της διέκρινε μόνιμα μια αγωνία για κάτι που περίμενε, για κάτι που θα της άλλαζε τη ζωή.-  Ανταριασμένη σαν το Παγγαίο του Νοέμβρη.

Καθώς οι συζητήσεις βαλτώνουν σ’ ένα παρόν όπου ο καθένας έχει τραβήξει έναν τόσο προσωπικό και διαφορετικό δρόμο ώστε να μπερδεύονται λόγια, φράσεις και πιθανές παγίδες (νομίζω σε είχα δει μια φορά στον Βαρδάρη να βγαίνεις από ένα σινεμά), η δε βραδιά εξελίσσεται σε ελληνικό γλέντι διαρκείας όπου θα έπρεπε ή να τραγουδάς ή να χτυπάς παλαμάκια, η ποθητή, έστω και με παράταιρη εμφάνιση και εξωφρενική παρουσία, εξακολουθεί να τον προσελκύει, ιδίως στον προσωπικό της χορό και σε μεθύσι «με όσα απόσταξε μέσα της». Η απόσταξη όμως δε σταματά εκεί, παρά γίνεται αφαίμαξη, αφαίρεση…

Τρεις αξεδιάλυτα μπλεγμένες ιστορίες συμπλέουν στα Ιαματικά Λουτρά Εφταλούς του Κώστα Καβανόζη, με τον αφηγητή να αφήνεται στα πλυστήρια χέρια της Εύας ένα βράδυ που δεν θα την αναζητούσε ο σύντροφός της και στις παράλληλες διηγήσεις ηλικιών μικρότατων έως γηραιών, ισότιμα ερωτικότατων, ενώ στις πρώτες, τις ολάνθιστες κι έκθετες απέναντι σε ερωτοπαθείς παλίρροιες, αφοσιώνει τα κείμενά του ο Γιώργος Μαρκόπουλος (Παρενοχλήσεις), με την γλυκεία και την σκληρή όψη τους να αναλογούν μια προς δυο. Ο Θωμάς Κοροβίνης (Επιστολή του λευκού αρχιευνούχου προς τον Σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, τον Νομοθέτη) μας παραδίδει ωσάν πηγή σπανία και αποκαλυπτική την σπαρακτική (και αιμοβόρα) παράκληση ενός αρχιευνούχου να λάβει πίσω τον ματαιωμένο του ανδρισμό. Κυριολεκτικά…

Η ηρωίδα της Μαρίας Κουγιουμτζή, στερημένη από το περιβάλλον ταπείνωσης και υποταγής όπου έμαθε να ζει, ξεσπά σε οτιδήποτε ζωντανό και ζων σε μια ζωή που εκεί που νομίζεις πως ξέρεις πού βαδίζεις, στα γυρνά τα μέσα έξω. Γιατί δεν είσαι εσύ ο σκοπός, είναι αυτή. Η υποκρίτρια. Πιάνεται απ’ τα σκέλια του θανάτου για να κρατηθεί. Το ήξερε πως έπρεπε να μας σκοτώνει γα να συνεχίσει να ζει. Μα δεν της αρκεί αυτό, τρελαίνεται να μας βασανίζει πρώτα (Μακάρι να μην του έμοιαζες, με έμπνευση από παλαιότερο διήγημα του Τάσου Καλούτσα – βλ. εδώ).

Όταν μια γυναίκα «μεγάλη» (σχετικά με τον ήρωα) μπορεί να είναι (για τον ήρωα, για όλους μας) ποθητότατη, ιδίως δε όταν το σώμα προδίδει μια ήρεμη δεχτικότητα, μια ζεστή προσμονή, τότε η συνύπαρξή τους σε τόπο ειδυλλιακό και στη ρέμβη του πουθενά, μπορεί να τους απομακρύνει από τη σιωπή του θλιβερού του διαμερίσματος, με έγνοιες που χτικιάζουν τον αστραφτερό ορίζοντα μπροστά τους.  Κι όταν εκείνη και εκείνος μαζί με την φίλη του χαθούν σ’ έναν ακανόνιστο κύκλο αθυροστομίας και ευωχίας, αν αποφύγουν τον κίνδυνο να μην τρομάξουν τόσο γρήγορα από τη μικρή τους αναπάντεχη ευτυχία, ο καθένας με τον δικό του τρόπο – τρόμο τότε το αιφνίδιο αεράκι και ο παραλληλισμός των κολπίσκων με την τρυφηλή σαγήνη ρωμαϊκής θέρμης μπορούν να μετουσιώσουν την ενδιάμεση γυναίκα σε Ρωμαία ερώμενη (Άρης Μαραγκόπουλος, Κι οι τρεις).

Στην πρώτη σελίδα του αφιερώματος η χειρόγραφη μετάφραση ενός ποιήματος του Βερλαίν από τον Γιάννη Βαρβέρη, αποσταλμένη στο «Εντευκτήριο» λίγες μέρες πριν την απόδρασή του, σαφώς και «ευλογεί» το όλο εγχείρημα, που θα έχει αλφαβητική συνέχεια στο επόμενο τεύχος. Έτεροι δοκιμαστές και δοκιμαζόμενοι: Δημήτρης Αθηνάκης, Γιώργος Βέλτσος, Νίκος Αδάμ Βουδούρης, Γιοβάννα, Κατερίνα Δασκαλάκη, Άκης Δήμου, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Μαίρη Κιτροέφ, Χρίστος Κυθρεώτης, Μάνος Λουκάκης,  Κωνσταντίνος Ματσούκας, Αλεξάνδρα Μέξη, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Γιάννα Μπούκοβα, Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης, Θανάσης Θ. Νιάρχος και Δημήτρης Νόλλας. Με ποίηση από τον Πωλ Ελυάρ και πεζογραφία από τους Χουάν Εδουάρδο Θούνιγα και Χινές Κουτίγιας. Ακόμα, τρία συμπληρώματα στον αφιερωματικό φάκελο του Πάνου Θασίτη (τεύχος 90, βλ. εδώ), θεατρικά σημειώματα, το φωτογραφικό πορτφόλιο του Άρι Γεωργίου «Homo Erectus», η γνωστή ύλη. Η ανάγνωση δε σταματά ούτε στην κρεβατοκάμαρα: εκεί μας περιμένουν πάντα τα Βιβλία στο κομοδίνο του Γιώργου Κορδομενίδη.

Και ξανασκέφτομαι, τους τόσους ανομολόγητους έρωτες και ερωτισμούς, πόσο τους πλησιάζουν οι φράσεις του αποσπάσματος από μελλοντικό μυθιστόρημα του Παναγιώτη Κουσαθανά (΄Ο,τι ξαστόχησαν οι άλλοι): Πνίγεται η έσω φωνή μας στη βοή και την αντάρα κι η άλλη σκόνη, η γκρίζα που λέει την τελευταία λέξη πέφτει ολοένα πέφτει μέσα στον μύλο πάνω στον κόσμο πρωίμεσημέριβράδυ δεν τη βλέπουμε δεν την ακούμε κατακάθεται αθόρυβη αόρατη κόκκο-τον-κόκκο. Όταν τη δούμε είναι αργά θα να χει σαβανώσει τη ζωή μας αλλά ούτε και τότε έχει σημασία αφού ο μύλος δε σταματά ν’ αλέθει το άσπρο αλεύρι μαζί και την γκρίζα σκόνη…

Το αφιέρωμα κοσμεί ζωγραφική των John Kirby, Gustav Klimt, Ξενοφώντα Μπήτσικα, Jean Antoine Watteau, Γιάννη Τσαρούχη, Δήμητρας Καμαράκη, Amedeo Modigliani, Γιάννη Μόραλη, Νίκης Καραγάτση, Μάρθας Χριστοφόγλου, Γιώργου Ρόρρη, Διαμαντή Διαμαντόπουλου, Αλέξη Βερούκα, Egon Schiele, Michael Leonard, Giorgio de Chirico, Jenny Saville, Jimmie Durham, Kevin Sinnott, Damien Hirst, Paul Burke – Gayla Chandler, Χρήστου Θ. Μποκόρου. Εμείς επιλέξαμε έργα των Γιώργου Ρόρρη, Edvard Munch και Bertrand Eberhard.

Τεύχος επικίνδυνο για τους επιρρεπείς σε πνευματικούς και σαρκικούς ερεθισμούς.