Maps – Turning the mind (Mute, 2009)

 

Κάποιος ιστολόγος χαρακτήρισε το Turning the mind ως τον καλύτερο ποπ δίσκο για την ψυχική κατάπτωση από την εποχή του Soul Mining των The The (1983) και ο ευφημισμός αναπαράχθηκε εις την αιωνιότητα του διαδικτύου (χωρίς να βρούμε τον γεννήτορα), αν και μεταξύ μας ποτέ δεν πήρα χαμπάρι πως το SM ήταν τέτοιας κατηγορίας. Άλλος χρησιμοποίησε τον λεξοδέτη των Spacemen 3 “Taking drugs to make music to take drugs” to για να αναστενάξει μερικούς υπαινιγμούς. Άλλωστε ολόκληρος ο δίσκος, από τον τίτλο ως τους στίχους ορισμένων τραγουδιών αναφέρεται στους διάφορους μηχανισμούς μεταβολής της εγκεφαλικής λειτουργίας, κυρίως τους τεχνητούς, με μια παράλληλη εμμονή σε εξίσου φαρμακερούς χωρισμούς. Κρατάμε δηλαδή ως τώρα τις λέξεις κατάρρευση, φαρμακολογία.

Οκ, τώρα μπορούμε να τις πετάξουμε. Αν η ναρκωτικο – θετημένη κατάθλιψη εμπνέει για τέτοιες συνθέσεις και τόσο ανεβαστικά τραγούδια, τότε τι να την κάνεις την χαρά (του άλλου); Ο James Chapman εκ Northampton, το πρόσωπο πίσω από τους χάρτες, έχει μεταβεί από το κιθαριστικό shoegaze του πρώτου δίσκου (We can create, 2007) σε αμιγώς ηλεκτρονικά πεδία, μαγνητικά και μαγευτικά. Λες και οποιοδήποτε συναίσθημα, έξαψη, έκλαμψη μετατρέπεται σε καταπληκτική κατά-πληκτρική σύνθεση. Τα συνθεσάιζερ λάμπουν παντού εδώ μέσα, οι μελωδίες είναι αστραφτερές και μελωμένες.

Η συνθετική ποπ απελευθερώνεται όταν καταφέρνει να απαγκιστρωθεί από Depeche Mode, New Order και Pet Shop Boys ή έστω να κλέψει τα καλύτερα του καθενός αποφεύγοντας άγονες μιμήσεις. Με σύγχρονα συμφραζόμενα, εδώ έχουμε παράλληλες συνδέσεις με τους ύστερους M83 (και ο Anthony Gonzalez άλλωστε παράτησε τους κιθαρισμούς για χάρη της ηλεκτρονικής ποπ) και τους Cut Copy, που έβαλαν σε πολλούς τα γυαλιά πέρσι με το In Ghost Colours. Ο J.C. έχει δηλώσει και φαν των Spiritualized και των Flaming Lips και στα live διασκευάζει το Leave Them All Behind των Ride. Το παλμαρέ συμπληρώθηκε, μένει η ταχυδακτυλουργία.

Όταν αστράφτει το συνθετικό (και με τις 2 έννοιες) ταλέντο του Champam τότε το χαρμάνι είναι χάρμα: I dream of crystal, Chameleon, Without you. Συχνά τα πλήκτρα μοιάζουν πινέλα που βάφουν με διαφορετικά χρώματα τα διάφορα στρώματα των κομματιών. Οι βρετανόφιλοι παπουτσοκοιταχτές die happy die smiling. Το Chameleon αγγίζει τα μαγνητικά πεδία των The Magnetic Fields. To Love will come ξεφεύγει, συνοψίζοντας την ηλεκτρονική χορευτικότητα από τις εκστατικές φάρμες και πίστες των 90ς στον Field. Στις πιο αδύναμες στιγμές, το Papercuts ακούγεται σαν από ξεχασμένο 80ς ραδιόφωνο, το Let go of the fear ντισκεύει μονότονα. Τα υπόλοιπα ξεχωρίζουν πανεύκολα από τον απέραντο ωκεανό των σημερινών τραγικά βαρετών κυκλοφοριών του είδους.

Εξαιρετικό δειγματολόγιο μοντέλων ηλεκτρονικής ποπ σύνθεσης για σεμινάριο. Valium in the sunshine (τίτλος ενός τραγουδιού εδώ) όνομα και πράμα.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Τομ Στόπαρντ – Αυτό θα το δούμε

Ομάδα 90ο C [Θέατρο Βικτώρια]

Εδώ το Θέατρο θα κοροϊδέψει το Θέατρο και θα διασκεδάσει μαζί του λίγο πριν το κατασπαράξει. Εδώ θα κουρελιαστούν όλοι οι εμπλεκόμενοι του είδους, απ’ τους μεγαλορρήμονες ηθοποιούς ως τους υπερβάλλοντες σκηνοθέτες και φυσικά τους κενολόγους κριτικούς. Εδώ θα πατηθούν τα κουρασμένα έργα και τα βλακώδη χάπι εντ!

Δυο θεατρικοί κριτικοί παρακολουθούν μια Αγκαθακριστική Ποντικοπαγίδα, εκφράζοντας την ανία τους για την παράσταση (ή μήπως για την ίδια τους τη δουλειά, ή μήπως για την ίδια τους τη ζωή;). Η μεταμοντέρνα εκδοχή της όχι απλά δεν ξεφεύγει από τα κλισέ της κλασικής (αγγλικής) αστυνομικής ιστορίας και της θεατρικής ψευδαίσθησης αλλά και φτάνει στο άλλο άκρο της υπερβολής και της γελοιότητας. Μόνο που το νευρικό Μπεκετικό δίδυμο θα βρεθεί κι αυτό άθελά του στο κέντρο της σκηνής, εφόσον κι αυτό αποτελεί κομμάτι του παιχνιδιού,  και θα υποστεί τις συνέπειες που του αναλογούν.

Η συγγραφική διάνοια του τσεχικής καταγωγής αλλά πολιτικογραφημένου Βρετανού Τόμ Στόπαρντ, που οι περισσότεροι τον πρωτογνωρίσαμε κινηματογραφικώς (Μπραζίλ, Ο Ρόζενκραντς και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί, Ερωτευμένος Σαίξπηρ) βρίσκεται στα ύψη της.  Με στοιχεία Μόντυ Πάιθονς (στους οποίους κάποτε υπήρξε για λίγο γραφιάς), με ανελέητη παρώδηση Agatha Christie and Arthur Conan Doyle (που μη ξεχνάμε ομίχλωσαν για δεκαετίες τα βρετανικά λογοτεχνικά κλίματα) και αλλεπάλληλες φαρσικές σκηνές συντρίβει κάθε σοβαρότητα που ισχυριζόταν πως διαθέτει η θεατρική βιομηχανία.

Είναι σχεδόν σοκαριστικό πως οι ανάγκες που κραύγαζε το έργο, γραμμένο και πρωτοπαιγμένο στα 60ς, παραμένουν ίδιες και σήμερα. Η επιθυμία για κάτι νέο, διαφορετικό, μη τετριμμένο στα θεάματα. Οι καταπιεσμένες επιθυμίες των «δεύτερων» να βγουν για λίγο στην επιφάνεια ή να αντικαταστήσουν τους «πρώτους» (κάποια στιγμή οι κριτικοί ονειρεύονται ένα αιματηρό κοινωνικό πραξικόπημα όλων των βοηθών, αναπληρωτών, αντικαταστατών και δευτερότοκων, όλου του πάγκου εν γένει). Οι κοινωνικές και φυσικά ερωτικές σχέσεις κριτικών και κρινομένων, με αμοιβαία οφέλη.

Η διασκευαστική και (περι)παικτική άποψη της ομάδας 90ο C (που μας είχε δώσει σε παρόμοια ύφη το φερώνυμο έργο, την Φαλακρή Τραγουδίστρια και τη θεατρική διασκευή του Σπιρτόκουτου) σε κρατάει με ανοιχτό στόμα και μάτια, από την απρόσμενη έναρξη ως τις κωμι-γκροτέσκες χορογραφήσεις. Σ’ ένα τριεπίπεδο σκηνικό, με συνεχώς μεταβαλλόμενους πίνακες (και με τηλεκοντρόλ αν χρειαστεί), περιβαλλοντικές ακροβασίες και ποπ άρτ επιχρωματώσεις, οι ηθοποιοί κάνουν τα πάντα στη σκηνή, τα τραγούδια που γράφηκαν επί τούτου είναι υπέροχα. Η σκηνοθεσία του Κομνηνού έχει συνεχή απρόβλεπτα και υπερδιασκεδαστικά ευρήματα, η μουσική γράφει δυνατά, οι γκριμάτσες γίνονται όλο και εξπρεσιονιστικότερες, το παράλογο γίνεται λογικό.

Σ’ αυτό το «θέατρο μέσα στο θέατρο», ο Τέταρτος Τοίχος μεταξύ θεατών και σκηνής καταρρέει, οι ρόλοι αντιστρέφονται, οι ηθοποιοί θα καθίσουν για λίγο στην καρέκλα του κριτικού, ο ντετέκτιβ φτάνει τελευταίος απ’ όλους και είναι βλαξ, εσύ δεν είσαι λιγότερο ένοχος από τους άλλους, το πτώμα είναι σε κοινή θέα εξαρχής αλλά δεν το βλέπει κανείς, το πτώμα είναι αδιαίρετο, το πτώμα πάντα θα ζει όπως θα τραγουδηθεί δικαίως απ’ όλα τα πρόσωπα – εξτραβαγκάντσες μαζί.

[Tom Stoppard, The real inspector hound]

Παίζουν: Μαρίνα Βρόντη, Μελέτης Γεωργιάδης, Στέλιος Γούτης, Μαριάννα Λαμπίρη, Δημήτρης Ντάσκας, Μανώλης Σκιαδάς, Χαρά Τσιώλη. Ελεύθερη απόδοση / σκηνοθεσία: Δημήτρης Κομνηνός, σκην. – κοστ. Γιώργος Λυντζέρης, πρωτότ. μουσική & video design: Ανδρέας Τρούσσας, επιμ. κίνησης: Πάνος Μεταξόπουλος, φωτ.: Αντώνης Παναγιωτόπουλος, βοηθ. σκην.: Αντωνία Αλεξανδρίδη, φωνητ.: Βασιλική Ρόρρη, Νεκτάριος Γεωργιάδης. / Θέατρο Βικτώρια, Μαγνησίας 5 & 3ης Σεπτεμβρίου 119, τηλ. 82 33 125, Πα–Σα–Δευτ 21.15, Κυρ. 19.00/ http://www.theatrovictoria.gr

 Πρώτη δημοσίευση: εδώ.