Αναστάσης Βιστωνίτης – Λογοτεχνική γεωγραφία. Τόποι, πόλεις, άνθρωποι

Να πιστεύετε τους ποιητές της νεότερης εποχής μόνο όταν οι ίδιοι πιστεύουν στα ψέματά τους, σαν αυτόν τον δύσθυμο αρλεκίνο, τον αστρολόγο ανύπαρκτων αστερισμών, που έζησε και πέθανε μέσα στα γραπτά του, φοβερίζοντας τους ήρωες που ο ίδιος δημιούργησε ότι θα τους πάρει μαζί του στον τάφο (σ. 183, Λισαβόνα. Από τον Πεσόα στον Καμόενς).

Εισιτήριο: Στην λογοτεχνική αυτή γεωγραφία συγκεντρώνονται κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο Βήμα (2004 – 2005). Ο συγγραφέας ήδη από την εισαγωγή μας κάνει φανερό σε ποιο είδος ταξιδιώτη ανήκει: του αρέσει να αφήνεται στην σύμπτωση, στην περιπέτεια του τυχαίου, δεν χρησιμοποιεί χάρτες ή οδηγούς, δεν προγραμματίζει τίποτα. Με αυτή την κίνηση από τον πραγματικό στον επινοημένο κόσμο και αντίστροφα επικεντρώνει στην αδιόρατη αλλά πλέον γοητευτική πλευρά των πόλεων: εκείνη των συγγραφέων και των έργων τους. Αν ο περιπατητής, ο πλάνης, αυτός που περνάει άσκοπα και αθόρυβα μέσα από τον αδιόρατο ιστό της πόλης, είναι εκείνος που μπορεί να οικειοποιηθεί τη λεπτομέρεια και το αφανές, τότε ο Βιστωνίτης γίνεται ο ιδανικότερος ξεναγός μας σε αυτή την πρωτότυπη χάρτινη περιπλάνηση.

Χαρτογράφηση: Πόλεις των συγγραφέων – σπλάχνων τους: το Βερολίνο του Μπρεχτ και του Ντέμπλιν, το Άμστερνταμ των Μούλις και Νοότεμποομ, το Παρίσι του Καμί και του Σαρτρ, το Λονδίνο της Γουλφ και του Ντίκενς, η Βαρσοβία του Σίνγκερ και του Λεμ, η Ρίγα του Αϊζεστάιν και του Μπερλίν, η Βιένη του Μπέρχαρντ και του Χάντκε, η Λισαβόνα του Πεσόα και του Καμόενς, η Κωνσταντινούπολη του Γιασάρ Κεμάλ, η Ζυρίχη του Ντίρενματ και του Μαξ Φρις, η Τεργέστη του Σβέβο και του Μάγκρις, η Βουδαπέστη του Λούκατς, η Ρώμη της Μοράντε, του Μοράβια και του Παζολίνι, το Βελιγράδι του Πάβιτς, το Μεξικό του Οκτάβιο Πας, το Όσλο του Χάμσουν, η Μόσχα του Τσέχοφ, η Πράγα του Κάφκα, του Χράμπαλ και του Κούντερα.

Αλλά και πόλεις των συγγραφέων – επισκεπτών τους: η Μαδρίτη του Κέσλερ, του Μαλρό, του Χεμινγουέι και του Όργουελ, το Σικάγο του Μπέλοου και του Ντράιζερ, η Βαρκελώνη του Γκαρσία Μάρκες και του Βάργκας Λιόσα, το Κάιρο του Γκρέιβς, η Βενετία του Μπρόντσκι και του Ώντεν, το Κογιοακάν του Τρότσκι και του Βικτόρ Σερζ, το Μεξικό του Κάλας και του Μάλκολμ Λόουρι, η Νέα Ορλεάνη του Φώκνερ και του Καπότε. Και, τέλος, πόλεις των κινημάτων: η Βαρκελώνη του μοντερνισμού και των πειραμάτων, η Ζυρίχη του νταντά και του Καμπαρέ Βολτέρ. Κι ακόμη, Δουβλίνο και Πάδοβα, Μόναχο και Βίλνιους, Κέιπ Τάουν και Μπαλί, Σίδνεϊ και Κογιοακάν, Πεκίνο και Γάνδη. Πόλεις μήτρες και πόλεις καταφύγια. Και η Πετρούπολη δεν ανήκει μόνο στον Ντοστογιέφσκι και στον Μπλοκ αλλά και στους κυνηγημένους Μαντελστάμ, Αχμάτοβα, Μπρόντσκι.

Γοητεία: Με τα μάτια του Βιστωνίτη βλέπω τις πλατείες της Λουμπλιάνα όπου δεσπόζουν όχι αγάλματα πολιτικών και στρατηγών αλλά ποιητών και πεζογράφων. Τον ακολουθώ καθώς αναζητά στην Τεργέστη τα εννιά σπίτι όπου έζησε κι εμπνεύστηκε τον Οδυσσέα ο Τζόις, καθόμαστε στο καφέ όπου σχεδόν ζούσε ο Σνίτσλερ και ψάχνουμε ματαίως στην Βοϊβοντίνα τα ίχνη των τόπων και των ανθρώπων που περιγράφει ο Ντανίλο Κις. Βιώνουμε την απόλυτη ησυχία ένα βράδυ στο Ελσίνκι, που αντιστρέφοντας τον Μπρόντσκι, θα έλεγες πως μπορούσες να ακούσεις τον ήχο ενός κουταλιού που πέφτει στην Πετρούπολη. Κι ένα βράδυ στο Κίεβο του 1983 αναζητούμε το σπίτι του Μπουλγκάκοφ, ο ταξιτζής μας αφήνει σε άλλο σημείο (δεν κατάλαβε ή έκανε πως δεν κατάλαβε) και κάποια στιγμή πίσω από τα βαριά κτίσματα και τις αφώτιστες εκκλησίες βλέπουμε σκηνές από τη ζωή του συγγραφέα. Ειδικά εκείνο το τηλεφώνημα που του έκανε νύχτα, όπως το συνήθιζε, ο Στάλιν απορώντας, δήθεν, για ποιο λόγο δεν κυκλοφορούν τα βιβλία του. Και καταφεύγουμε στο αλλοτινό άντρο ρομαντικών και κατασκόπων που λεγόταν Οδησσός, εκεί από όπου ξεκίνησε ο Καντίνσκι και ο Τρότσκι, εκεί όπου έζησαν ο Μπούνιν, ο Μπάμπελ, ο Κατάγιεφ.

Εικόνες, εικόνες… Ο Τόμας Μαν ξοδεύει ατέλειωτες ώρες στα νοσοκομεία του Μονάχου μελετώντας ακτινογραφίες φθισικών, για να είναι απόλυτα ακριβής στις συγκλονιστικές περιγραφές των ασθενών του Μαγικού βουνού. Ο Μίκα Βάλταρι επιστρέφει στο Ελσίνκι γράφοντας ανάμεσα σε νοσηλείες κατάθλιψης αμέτρητα ιστορικά μυθιστορήματα ως άλλοθι για να μιλήσει για τον εαυτό του και την κρίση της Ευρώπης. Ο Τολστόι γράφει επί δέκα χρόνια σε ένα χαμηλό τραπεζάκι με μικροσκοπική καρέκλα στην Γιασνάγια Παλιάνα το Πόλεμος και Ειρήνη, προτού ζήσει σαν πληβείος τα τελευταία χρόνια της ζωής του και πεθάνει από πνευμονία λόγω βαριάς νεροποντής σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Η πνευματικά καθυστερημένη κόρη του Τζέιμς Τζόις αναρωτιέται, λίγο μετά την ταφή του πατέρα της «Τι κάνει ο ανόητος κάτω από το χώμα; Πότε θα αποφασίσει να βγει από εκεί μέσα;». Νεαροί μαύροι και Πορτορικανοί τα μεσημέρια πουλούν κοκαΐνη έξω από τη Γουόλ Στρητ στους εξουθενωμένους γιάπηδες του χρηματιστηρίου, στο κατά Ντον Ντελίλο σηματολόγιο του μεγάλου κοιμητηρίου που το λέμε 20ό αιώνα, τη Νέα Υόρκη.

Γκράφιτι: Τα τραύματα μιας εποχής καταντούν κουτσομπολιά του επόμενου αιώνα. // Πάνω στους τόπους και πάνω στα βιβλία και τα κείμενα βρίσκεται χαραγμένο το οικόσημο της φαντασίας. // Η ιστορία της εποχής μας γράφεται με σφαίρες (Τσου Εν Λάι). // Δεν υπάρχει χειρότερη εξορία από το σπίτι σου (Ούμπα Θάντο Μιτσιμκούλο) // Ο χρόνος μεταβάλλει τον τρόμο σε στατιστική.// Η ιστορία της αποικιοκρατίας γράφεται στα μπαρ των μεγάλων ξενοδοχείων (γκαρσόνι του μπαρ των συγγραφέων στη Σιγκαπούρη).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Κομοτηνή, 1952. Ποιητής, πεζογράφος (Φάσματα φθοράς (αφηγήματα), Πεκίνο (Το ρόδο και ο λωτός), Η κοίτη του χρόνου (Τόποι, πόλεις, άνθρωποι), Το τρένο της λογοτεχνίας), δοκιμιογράφος (Η κρίση και η καταστολή, Οι σημαίες του αναχρονισμού, Ex libris), μεταφραστής, κριτικός λογοτεχνίας, αρθρογράφος και γραφιτέχνης. Πολιτικός συντάκτης και αρχισυντάκτης της καθημερινής ελληνοαμερικανικής εφημερίδας Πρωινή στη Νέα Υόρκη (1983-1988).

Αποσπάσματα:
Η φοβερότερη λέξη για το τίποτα είναι ισπανική: nada. Σαν μαύρη τρύπα στο διάστημα. Την είπε ο Γκόγια, λες και αποκάλυπτε το όνομα του δαίμονά του, πέρασε στην κεντρική Ευρώπη, έγινε ο εφιάλτης πρώτα του Κάφκα κι έπειτα του Μπροχ, κι έριξε τον Πάουλ Τσέλαν στο σκοτάδι του Σηκουάνα το 1970, την ημέρα των γενεθλίων του Χίτλερ. Να η εποχή των δολοφόνων χωρίς τον Ρεμπό. Nada. (σ. 180)

Αν «το λίκνο αιωρείται πάνω από την άβυσσο, τότε, όπως γράφει ο Μπρόντσκι στο Χρονικό μιας μετονομασμένης πόλης, «όταν σκέφτεσαι την Πετρούπολη, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το φανταστικό από το πραγματικό». Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση μιλάει ο αυτοεξόριστος, όμως η χειρότερη μορφή εξορίας είναι εκείνη που εκατό χρόνια νωρίτερα με παγερή απελπισία όρισε ο Γκόγκολ: εξορία σημαίνει να είσαι ξενος στην ίδια σου τη χώρα…
Αν δεν έχεις δει την Πετρούπολη, δύσκολα αντιλαμβάνεσαι το ρόλο που παίζει η τοπογραφία στα μυθιστορήματα του Ντοστογέφσκι. Μόλις όμως κάνεις την πρώτη βόλτα στη λεωφόρο Νιέφσκι, ο Κιρίλοφ, ο Σταβρόγκιν, ο Ρασκόλνικοφ, ο Μαρμελαντόφ, όλοι οι ήρωες εκείνου του επιληπτικού άρχοντα και οργισμένου πληβείου, που τη μια στιγμή γονάτιζε συντετριμμένος μπροστά στα εικονίσματα και την αμέσως επόμενη ακουμπούσε στη ρουλέτα τα χρήματα που κέρδισε γράφοντας με φρενήρεις ρυθμούς τα αριστουργήματά του, περνούν από δίπλα σου ή κρύβονται στην είσοδο ενός απόμερου κτιρίου, για να μοιράσουν σε ίσα μερίδια το περιεχόμενο μιας μπουκάλας βότκα που μόλις αγόρασαν ρεφενέ… (σ. 53-54).

Επίγραμμα: Ο Βιστωνίτης ελπίζει ο αναγνώστης να έχει την ευχέρεια να συμπληρώσει ή να προεκτείνει τον δικό του περίπλου κατά βούληση, ακόμα και να τον αλλάξει. Πραγματικά, ο καθένας μας μπορεί και αξίζει να φτιάξει μια δική του, παρόμοια βίβλο γεωγραφίας, αυτής της «κατεξοχήν περιοχής της μνήμης». Αυτό το πολύτιμο τομάκι, που χωράει σε μια τσέπη, γίνεται το ιδανικότερο διαβατήριο – εγχειρίδιο για να μάθουμε να βλέπουμε ταξιδεύοντας. Εδώ το μότο του Πολ Μοράν ταιριάζει όσο ποτέ: Όλες αυτές οι Λάικα, οι Τσάις – δεν έχουν πια μάτια οι άνθρωποι;

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2007, σ. 256. Περιλαμβάνεται το ποίημά του Adagio (από την συλλογή Ο ήλιος στην τάφρο).

Πρώτη δημοσίευση εδώ. Στις φωτογραφίες: Ντανίλο Κις, Τόμας Μαν, Γιόζεφ Μπρόντσκι (Λένινγκραντ, 1964) και ο συγγραφέας.

Ρις Χιούζ – Νέα Παγκόσμια Ιστορία της Ατιμίας

Αν κάποιες από τις φουσκωμένες ιστορίες που λέγονται γι’ αυτόν είναι αληθινές, τότε ήταν αρκετά πλούσιος για να αγοράσει κάθε ιστορικό της ατιμίας…

Προσωπικό ημερολόγιο: Η Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (Historia universal de la infamia) (1935) αποτελεί ένα από τα απολαυστικότερα βιβλία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Το διάβασα πριν αρκετά χρόνια και με στοίχειωσαν καιρό οι απίστευτες ιστορίες που μαεστρικά ενορχήστρωνε ο καλλιγράφος συγγραφέας του. Επρόκειτο για επτά κείμενα αρχικώς δημοσιευμένα σε εφημερίδα της εποχής που λογοτεχνούσαν τη ζωή και τις αδιανόητες πράξεις επτά σπανίων ατίμων. Το βιβλίο εκείνο συμπληρωνόταν με ένα κλασικό διήγημα του συγγραφέα συν οκτώ μικρότερα κομμάτια που αποδίδονταν είτε ψεύτικα σε υπαρκτούς συγγραφείς, είτε ορθά σε ανύπαρκτους, σύμφωνα με την προσφιλή τακτική του ΧΛΜ να μας δουλεύει κανονικώς και με την πένα.

Πλοκή: 71 χρόνια μετά, ο Rhys Hughes διατυπώνει την επιθυμία του, να ψυχαγωγήσει, όπως λέει, το φάντασμα του Μπόρχες περισσότερο από ποτέ. Επιλέγει άλλους 7 διαβόητους «τελευταίους» της κοινωνίας και τους εικονογραφεί με άψογη λογοτεχνικότητα. Ταυτόχρονα, αντικαθρεφτίζοντας το βιβλίο εκείνο προσθέτει μια παρωδία του διηγήματος και άλλα οκτώ κομμάτια ακριβώς στο κλίμα και το πνεύμα του. Αν τον είχα μπροστά μου θα τον ρωτούσα πώς φαντάζεται να αντιδρούσε ο ίδιος ο Μπόρχες σε αυτόν τον φόρο τιμής. Με πρόλαβε μια πορτογαλική εφημερίδα και της απάντησε: υποψιάζομαι δεν θα τον ενέκρινε. Αλλά εφόσον, προσθέτει, ο ίδιος στο «διήγημά» του Η Βιβλιοθήκη της Βαβέλ προεικάζει κάθε νοητό κείμενο, θεωρεί πως έχει ήδη συνεργαστεί με κάθε συγγραφέα που αποπειράται να τον μιμηθεί.

Οι Έλληνες αναγνώστες της εν λόγω έκδοσης είμαστε προνομιούχοι για 2 πρόσθετους λόγους: α) Μεταφραστής ανέλαβε ο Αχιλλέας Κυριακίδης, κατεξοχήν μπορχεσιανός μεταφραστής και επιδέξιος χειριστής γλωσσών και γλωσσών. Ο Α.Κ. στον πρόλογό του παραδέχεται ευθέως πόσο τον ταλαιπώρησε η γραφή του συγγραφέα, πόσο χάρηκε που τουλάχιστον δεν είναι ανύπαρκτος συγγραφέας (εδώ που φτάσαμε…) και πως φρόντισε να τον βρει προσωπικά ώστε να βγει τούτο το αποτέλεσμα, προς δόξα του ιλίγγου που χαρίζει καμιά φορά η λογοτεχνία.

β) Ο συγγραφέας δηλώνει στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εισαγωγή πως η αγάπη του για τον ίδιο τον Μπόρχες τον οδήγησε στις επιρροές του μεγάλου Αργεντινού, συνεπώς στα βάθη ελληνικών γραμματειών και ομηρικών ηπείρων. Μας διαβεβαιώνει: Δεν υπάρχει καμία άλλη γλώσσα στην οποία ήθελα περισσότερο να μεταφραστώ. Και έμπρακτα το αποδεικνύει, γράφοντας ένα κομμάτι εδώ αποκλειστικά για εμάς, το Σχήματα αεί Κρήτες.

Ήρωες: Σκλάβοι του κινδύνου και της μανίας, ακραιφνείς θρησκευόμενοι που σφάζουν ανθρώπους, πιστεύοντας πως εφόσον εκείνοι αδυνατούσαν να προστατευτούν, αυτό σήμαινε πως ήταν αδύναμοι κι είχαν κακό κάρμα (άρα με το θάνατό τους βελτίωναν τη θέση τους στην κοσμική κλίμακα!). Ιερείς του Βόρνεο που είναι τόσο πλούσιοι, ώστε ο παράδεισος στον οποίο πίστευαν, ήταν ένας τόπος σκληρής φτώχειας και επίμοχθης εργασίας. Σιαμαίοι που κάποτε γίνονται θύματα μιας αμοιβαίας ληστείας (!). Μέγιστοι άτιμοι που ποτέ δεν αφήνουν τις αντιφάσεις και τις αδυνατότητες να τους προβληματίσουν και άλλοι που πρέπει διαρκώς να φυλάσσουν τα νώτα τους: Μετά το ηλιοβασίλεμα, κάτι φανάρια στερεωμένα σε μακριά κοντάρια που τα κρατούσαν άνθρωποι ανεβασμένοι σε ξυλοπόδαρα, τρεμόπαιζαν πάνω στα στάσιμα νερά. Τον έψαχναν κυνηγοί επικηρυγμένων. Μέσα σ’ ένα μήνα, είχε μαζέψει τόσα φαναράκια, που θα μπορούσε ν’ ανοίξει μαγαζί.

Γραφιστικά: Ο συγγραφέας σε βάζει στην κάθε ιστορία αργά και βασανιστικά. Με διακεκριμένες μεταξύ τους παραγράφους, με εισαγωγή στο «έγκλημα» του καθενός, με αναφορές στους καλύτερους του είδους. Το τιμώμενο πρόσωπο μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και στο μέσο του κομματιού. Άλλο γοητευτικό στοιχείο στη γραφή του είναι πως εκεί που μέσα σε 2 παραγράφους σε βάζει σε μια θαυμαστή ατμόσφαιρα, αμέσως μετά την ανασκευάζει αμέσως. Θα ξεκινήσει παραπλανητικά υπερτονίζοντας κλισέ και τετριμμένα ή με συναρπαστικές περιγραφές που απλά δεν θα ισχύουν, εφόσον θα τις διαλύσει λίγο μετά λέγοντας: Η αλήθεια είναι πιο ήπια και πιο πειστική. (!)

Γοητεία: Αν μία εκ των τεχνών του λόγου είναι να σε κάνει να συμπάσχεις με τον οποιονδήποτε ήρωά του, τότε εδώ συμπαρασυρόμαστε στο πλευρό των καθαρμάτων. Κυρίως ένοιωσα να συμπάσχω με τον διαβόητο ληστή των ταξιδιωτών, που του δόθηκε Βασιλική Χάρις υπό τον όρο να γράψει μια διατριβή με συμβουλές προς τους ταξιδιώτες πώς ν’ αποφεύγουν να ληστεύονται στο δρόμο… Το βιβλίο έκανε καλές πωλήσεις… Είμαι μαζί τους ακόμα κι όταν παραφρονούν, όπως ο Τέρπιν, που συνελήφθη με την κατηγορία ότι είχε κλέψει μια πέρδικα κι είχε προσπαθήσει να βράσει πάνω της μια κατσαρόλα… Κοιμήθηκε καθ’ όλη σχεδόν την εκτέλεση, κι όταν ξύπνησε ίσα που πρόλαβε να πηδήξει απ’ το ικρίωμα για να σπάσει το σβέρκο του και ν’ αποφύγει τον αργό στραγγαλισμό. …Τον άκουγαν να ροχαλίζει δυνατά καθώς ο όχλος τον τραβούσε από τα πόδια για να επισπεύσει το τέλος του. Είχε ξανακοιμηθεί. Συγχρόνως ταξιδεύουμε σε τόπους που ορισμένες φορές έχεις την εντύπωση πως οι ίδιοι βλασταίνουν τέτοιες παράνομες φυσιογνωμίες. Από τους σάπιους δρόμους της Μογγολίας μέχρι τα χαμηλά σπίτια του Μαρακαΐμπο κι από τους φοβερούς ορίζοντες της τυραννισμένης Παραγουάης σε βασίλεια του Θιβέτ που δωροδοκούν εξερευνητές και χαρτογράφους για να παραμείνουν μυστικά και άλλες βρόμικες πόλεις όπου το βασικότερο εξάρτημα καθημερινής ένδυσης είναι ένας σιδερένιος λοστός. Ο θαυμαστός κόσμος των μούτρων δεν έχει τελειωμό. Ο Hughes πραγματοποιεί το δύσκολο: συνδιαλέγεται ως ισάξιος συνομιλητής με το φάντασμα της επιρροής του. Τρία από τα Borgesiana του Hughes, Η πόλη των σκαρδαμυγμών (στην οποία ακόμα και η πιο τέλεια ελεγχόμενη κατάσταση μπορεί να διαλυθεί με έναν τυχαίο σκαρδαμυγμό της Ιστορίας), το αριστουργηματικό Βαθμοί Συνάφειας και το ασύλληπτο Ο Μινώταυρος στην Παμπλόνα θα στοιχημάτιζα πως είναι του μεγάλου Αργεντινού!

Απόσπασμα: Πριν προλάβουν οι ληστές να του ζητήσουν χρήματα, αυτός προσφέρθηκε ν’ αγοράσει τα όπλα με τα οποία τον σημάδευαν στο κεφάλι. Εκείνοι, εκτιμώντας την ευστροφία του, δέχτηκαν… Καθώς περιδιάβαζε τους δρόμους ψάχνοντας για ξενοδοχείο, έπεσε πάνω του ένας μεθυσμένος που είχε βγει τρεκλίζοντας από ένα μπαρ, κι έκανε κάτι ακατανόητα σχόλια αποδοκιμασίας για το μούσι του. Ο Μπάζιλ τον αγνόησε και συνέχισε να περπατάει αλλά, εκείνο το ίδιο βράδυ, τρεις άνδρες μπήκαν απ’ το παράθυρο του ξενοδοχείου του και τον απείλησαν με πιστόλια. Τους είχε προσλάβει ο μεθυσμένος για να σκοτώσουν τον ξένο με την ενοχλητική τριχοφυΐα. Ο ψύχραιμος Μπάζιλ τους επισήμανε πως εφτά δολάρια δια του τρία δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο, και προσφέρθηκε να τους πληρώσει εκατό φορές παραπάνω αν αλληλοσκοτώνονταν. Το δωμάτιο αντήχησε με πυροβολισμούς. Το επόμενο πρωί ο Μπάζιλ συνάντησε τυχαία τον μεθυσμένο και τον κέρασε ένα ποτό ως ένδειξη απειλής, καλής θέλησης ή θράσους. Μέχρι να επιστρέψει στο ξενοδοχείο, η καμαριέρα είχε καθαρίσει το πηχτό αίμα, είχε εξαφανίσει τα πτώματα και είχε καλύψει τις τρύπες απ’ τις σφαίρες στους τοίχους με πίνακες ζωγραφικής της κακιάς ώρας. (σ. 72-73)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Cardiff Ουαλίας (1966). Άλλα έργα του: Worming the Harpy, Eyeliliad, The Smell of Telescopes, Stories from a Lost Anthology, Nowhere Near Milkwood, At the Molehills of Madness. Διακρίνω ανελέητη παρώδηση τίτλων και έργων.

Συντεταγμένες: New Universal History of Infamy, 2006. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2007. Μτφ.: Αχιλλέας Κυριακίδης. Με εντελώς απαραίτητες σημειώσεις του μεταφραστή. Τελευταίο σχόλιο για συγγραφέα και μεταφραστή: Εξοχότατο, εξοχότατοι.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.