Ρις Χιούζ – Νέα Παγκόσμια Ιστορία της Ατιμίας

Αν κάποιες από τις φουσκωμένες ιστορίες που λέγονται γι’ αυτόν είναι αληθινές, τότε ήταν αρκετά πλούσιος για να αγοράσει κάθε ιστορικό της ατιμίας…

Προσωπικό ημερολόγιο: Η Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (Historia universal de la infamia) (1935) αποτελεί ένα από τα απολαυστικότερα βιβλία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Το διάβασα πριν αρκετά χρόνια και με στοίχειωσαν καιρό οι απίστευτες ιστορίες που μαεστρικά ενορχήστρωνε ο καλλιγράφος συγγραφέας του. Επρόκειτο για επτά κείμενα αρχικώς δημοσιευμένα σε εφημερίδα της εποχής που λογοτεχνούσαν τη ζωή και τις αδιανόητες πράξεις επτά σπανίων ατίμων. Το βιβλίο εκείνο συμπληρωνόταν με ένα κλασικό διήγημα του συγγραφέα συν οκτώ μικρότερα κομμάτια που αποδίδονταν είτε ψεύτικα σε υπαρκτούς συγγραφείς, είτε ορθά σε ανύπαρκτους, σύμφωνα με την προσφιλή τακτική του ΧΛΜ να μας δουλεύει κανονικώς και με την πένα.

Πλοκή: 71 χρόνια μετά, ο Rhys Hughes διατυπώνει την επιθυμία του, να ψυχαγωγήσει, όπως λέει, το φάντασμα του Μπόρχες περισσότερο από ποτέ. Επιλέγει άλλους 7 διαβόητους «τελευταίους» της κοινωνίας και τους εικονογραφεί με άψογη λογοτεχνικότητα. Ταυτόχρονα, αντικαθρεφτίζοντας το βιβλίο εκείνο προσθέτει μια παρωδία του διηγήματος και άλλα οκτώ κομμάτια ακριβώς στο κλίμα και το πνεύμα του. Αν τον είχα μπροστά μου θα τον ρωτούσα πώς φαντάζεται να αντιδρούσε ο ίδιος ο Μπόρχες σε αυτόν τον φόρο τιμής. Με πρόλαβε μια πορτογαλική εφημερίδα και της απάντησε: υποψιάζομαι δεν θα τον ενέκρινε. Αλλά εφόσον, προσθέτει, ο ίδιος στο «διήγημά» του Η Βιβλιοθήκη της Βαβέλ προεικάζει κάθε νοητό κείμενο, θεωρεί πως έχει ήδη συνεργαστεί με κάθε συγγραφέα που αποπειράται να τον μιμηθεί.

Οι Έλληνες αναγνώστες της εν λόγω έκδοσης είμαστε προνομιούχοι για 2 πρόσθετους λόγους: α) Μεταφραστής ανέλαβε ο Αχιλλέας Κυριακίδης, κατεξοχήν μπορχεσιανός μεταφραστής και επιδέξιος χειριστής γλωσσών και γλωσσών. Ο Α.Κ. στον πρόλογό του παραδέχεται ευθέως πόσο τον ταλαιπώρησε η γραφή του συγγραφέα, πόσο χάρηκε που τουλάχιστον δεν είναι ανύπαρκτος συγγραφέας (εδώ που φτάσαμε…) και πως φρόντισε να τον βρει προσωπικά ώστε να βγει τούτο το αποτέλεσμα, προς δόξα του ιλίγγου που χαρίζει καμιά φορά η λογοτεχνία.

β) Ο συγγραφέας δηλώνει στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εισαγωγή πως η αγάπη του για τον ίδιο τον Μπόρχες τον οδήγησε στις επιρροές του μεγάλου Αργεντινού, συνεπώς στα βάθη ελληνικών γραμματειών και ομηρικών ηπείρων. Μας διαβεβαιώνει: Δεν υπάρχει καμία άλλη γλώσσα στην οποία ήθελα περισσότερο να μεταφραστώ. Και έμπρακτα το αποδεικνύει, γράφοντας ένα κομμάτι εδώ αποκλειστικά για εμάς, το Σχήματα αεί Κρήτες.

Ήρωες: Σκλάβοι του κινδύνου και της μανίας, ακραιφνείς θρησκευόμενοι που σφάζουν ανθρώπους, πιστεύοντας πως εφόσον εκείνοι αδυνατούσαν να προστατευτούν, αυτό σήμαινε πως ήταν αδύναμοι κι είχαν κακό κάρμα (άρα με το θάνατό τους βελτίωναν τη θέση τους στην κοσμική κλίμακα!). Ιερείς του Βόρνεο που είναι τόσο πλούσιοι, ώστε ο παράδεισος στον οποίο πίστευαν, ήταν ένας τόπος σκληρής φτώχειας και επίμοχθης εργασίας. Σιαμαίοι που κάποτε γίνονται θύματα μιας αμοιβαίας ληστείας (!). Μέγιστοι άτιμοι που ποτέ δεν αφήνουν τις αντιφάσεις και τις αδυνατότητες να τους προβληματίσουν και άλλοι που πρέπει διαρκώς να φυλάσσουν τα νώτα τους: Μετά το ηλιοβασίλεμα, κάτι φανάρια στερεωμένα σε μακριά κοντάρια που τα κρατούσαν άνθρωποι ανεβασμένοι σε ξυλοπόδαρα, τρεμόπαιζαν πάνω στα στάσιμα νερά. Τον έψαχναν κυνηγοί επικηρυγμένων. Μέσα σ’ ένα μήνα, είχε μαζέψει τόσα φαναράκια, που θα μπορούσε ν’ ανοίξει μαγαζί.

Γραφιστικά: Ο συγγραφέας σε βάζει στην κάθε ιστορία αργά και βασανιστικά. Με διακεκριμένες μεταξύ τους παραγράφους, με εισαγωγή στο «έγκλημα» του καθενός, με αναφορές στους καλύτερους του είδους. Το τιμώμενο πρόσωπο μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και στο μέσο του κομματιού. Άλλο γοητευτικό στοιχείο στη γραφή του είναι πως εκεί που μέσα σε 2 παραγράφους σε βάζει σε μια θαυμαστή ατμόσφαιρα, αμέσως μετά την ανασκευάζει αμέσως. Θα ξεκινήσει παραπλανητικά υπερτονίζοντας κλισέ και τετριμμένα ή με συναρπαστικές περιγραφές που απλά δεν θα ισχύουν, εφόσον θα τις διαλύσει λίγο μετά λέγοντας: Η αλήθεια είναι πιο ήπια και πιο πειστική. (!)

Γοητεία: Αν μία εκ των τεχνών του λόγου είναι να σε κάνει να συμπάσχεις με τον οποιονδήποτε ήρωά του, τότε εδώ συμπαρασυρόμαστε στο πλευρό των καθαρμάτων. Κυρίως ένοιωσα να συμπάσχω με τον διαβόητο ληστή των ταξιδιωτών, που του δόθηκε Βασιλική Χάρις υπό τον όρο να γράψει μια διατριβή με συμβουλές προς τους ταξιδιώτες πώς ν’ αποφεύγουν να ληστεύονται στο δρόμο… Το βιβλίο έκανε καλές πωλήσεις… Είμαι μαζί τους ακόμα κι όταν παραφρονούν, όπως ο Τέρπιν, που συνελήφθη με την κατηγορία ότι είχε κλέψει μια πέρδικα κι είχε προσπαθήσει να βράσει πάνω της μια κατσαρόλα… Κοιμήθηκε καθ’ όλη σχεδόν την εκτέλεση, κι όταν ξύπνησε ίσα που πρόλαβε να πηδήξει απ’ το ικρίωμα για να σπάσει το σβέρκο του και ν’ αποφύγει τον αργό στραγγαλισμό. …Τον άκουγαν να ροχαλίζει δυνατά καθώς ο όχλος τον τραβούσε από τα πόδια για να επισπεύσει το τέλος του. Είχε ξανακοιμηθεί. Συγχρόνως ταξιδεύουμε σε τόπους που ορισμένες φορές έχεις την εντύπωση πως οι ίδιοι βλασταίνουν τέτοιες παράνομες φυσιογνωμίες. Από τους σάπιους δρόμους της Μογγολίας μέχρι τα χαμηλά σπίτια του Μαρακαΐμπο κι από τους φοβερούς ορίζοντες της τυραννισμένης Παραγουάης σε βασίλεια του Θιβέτ που δωροδοκούν εξερευνητές και χαρτογράφους για να παραμείνουν μυστικά και άλλες βρόμικες πόλεις όπου το βασικότερο εξάρτημα καθημερινής ένδυσης είναι ένας σιδερένιος λοστός. Ο θαυμαστός κόσμος των μούτρων δεν έχει τελειωμό. Ο Hughes πραγματοποιεί το δύσκολο: συνδιαλέγεται ως ισάξιος συνομιλητής με το φάντασμα της επιρροής του. Τρία από τα Borgesiana του Hughes, Η πόλη των σκαρδαμυγμών (στην οποία ακόμα και η πιο τέλεια ελεγχόμενη κατάσταση μπορεί να διαλυθεί με έναν τυχαίο σκαρδαμυγμό της Ιστορίας), το αριστουργηματικό Βαθμοί Συνάφειας και το ασύλληπτο Ο Μινώταυρος στην Παμπλόνα θα στοιχημάτιζα πως είναι του μεγάλου Αργεντινού!

Απόσπασμα: Πριν προλάβουν οι ληστές να του ζητήσουν χρήματα, αυτός προσφέρθηκε ν’ αγοράσει τα όπλα με τα οποία τον σημάδευαν στο κεφάλι. Εκείνοι, εκτιμώντας την ευστροφία του, δέχτηκαν… Καθώς περιδιάβαζε τους δρόμους ψάχνοντας για ξενοδοχείο, έπεσε πάνω του ένας μεθυσμένος που είχε βγει τρεκλίζοντας από ένα μπαρ, κι έκανε κάτι ακατανόητα σχόλια αποδοκιμασίας για το μούσι του. Ο Μπάζιλ τον αγνόησε και συνέχισε να περπατάει αλλά, εκείνο το ίδιο βράδυ, τρεις άνδρες μπήκαν απ’ το παράθυρο του ξενοδοχείου του και τον απείλησαν με πιστόλια. Τους είχε προσλάβει ο μεθυσμένος για να σκοτώσουν τον ξένο με την ενοχλητική τριχοφυΐα. Ο ψύχραιμος Μπάζιλ τους επισήμανε πως εφτά δολάρια δια του τρία δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο, και προσφέρθηκε να τους πληρώσει εκατό φορές παραπάνω αν αλληλοσκοτώνονταν. Το δωμάτιο αντήχησε με πυροβολισμούς. Το επόμενο πρωί ο Μπάζιλ συνάντησε τυχαία τον μεθυσμένο και τον κέρασε ένα ποτό ως ένδειξη απειλής, καλής θέλησης ή θράσους. Μέχρι να επιστρέψει στο ξενοδοχείο, η καμαριέρα είχε καθαρίσει το πηχτό αίμα, είχε εξαφανίσει τα πτώματα και είχε καλύψει τις τρύπες απ’ τις σφαίρες στους τοίχους με πίνακες ζωγραφικής της κακιάς ώρας. (σ. 72-73)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Cardiff Ουαλίας (1966). Άλλα έργα του: Worming the Harpy, Eyeliliad, The Smell of Telescopes, Stories from a Lost Anthology, Nowhere Near Milkwood, At the Molehills of Madness. Διακρίνω ανελέητη παρώδηση τίτλων και έργων.

Συντεταγμένες: New Universal History of Infamy, 2006. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2007. Μτφ.: Αχιλλέας Κυριακίδης. Με εντελώς απαραίτητες σημειώσεις του μεταφραστή. Τελευταίο σχόλιο για συγγραφέα και μεταφραστή: Εξοχότατο, εξοχότατοι.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

Γιάσπερ Φορντ – Η υπόθεση Τζέιν Έιρ

Ο ψυχρός αέρας άρχιζε να ζεσταίνει όσο το μονοπάτι εξαφανιζόταν – το άλογο, ο αναβάτης, η νεαρή γυναίκα και ο σκύλος επέστρεφαν στις σελίδες του βιβλίου απ’ όπου είχαν ξεπηδήσει. (σ. 90)
Ευσεβείς πόθοι: Θα σας άρεσε να μπορούσατε να εισχωρήσετε στις σελίδες κάποιου αγαπημένου σας λογοτεχνικού έργου; Να συνομιλήσετε με τους ήρωες ή ακόμα και να αρπάξετε κάποιον από αυτούς για λίγο στο δικό σας κόσμο; Να αλλάξετε την πλοκή ή και να συμμετάσχετε σε αυτήν; Θα το ξανασκεφτόσασταν αν υπήρχε ο άμεσος κίνδυνος να παγιδευτείτε για πάντα στις σελίδες του; Δεν είναι εξαιρετικά πρωτότυπη ιδέα για μυθιστόρημα; Και σε ποιο λογοτεχνικό είδος θα το κατατάσσαμε;

Πλοκή: Η υπόθεση Τζέιν Έιρ είναι το πρώτο στη σειρά μυθιστορημάτων με ηρωίδα την αξιότιμη ντετέκτιβ Επόμενη Πέμπτη. Εκείνη ζει σε μια εποχή όπου οι κλωνοποιήσεις κατοικίδιων είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς, η Ουαλία ανήκει στη Σοβιετική Δημοκρατία κι ένας Ρωσοβρετανικός πόλεμος διαρκεί παραπάνω από έναν αιώνα. Οι θρησκευτικοί πόλεμοι, από την άλλη, έχουν εκλείψει χάρη στην ύπαρξη της Παγκόσμιας Κοινής Θεότητας, ενός μίγματος από όλες τις θρησκείες. Και μετά αρχίζουν τα ωραία: σε αυτόν τον κόσμο βασιλεύει η λογοτεχνία και τα κάθε είδους κείμενα αποτελούν το θέμα καθημερινών συζητήσεων και αντεγκλήσεων. Φανταστείτε δηλαδή μια πραγματικότητα όπου κάθε κλασικό έργο αποτελεί κομμάτι της μαζικής κουλτούρας κι όπου οι άνθρωποι φιλονικούν π.χ. σχετικά με την πατρότητα των έργων του Σαίξπηρ, χωρισμένοι σε Σαιξπηρικούς, Νέους Μαρλόβιους και Μπεϊκόνιους!

Την ίδια στιγμή αλλεπάλληλα θεατρικά έργα παρακολουθούνται από ενθουσιώδες κοινό που συμμετέχει διαδραστικά και εορτάζονται επέτειοι για τη νομιμοποίηση του σουρεαλισμού, ενώ οι Ραφαηλίτες ετοιμάζουν την επόμενή τους κίνηση. Παράλληλα, συνηθίζεται το φαινόμενο να υιοθετούνται ονόματα συγγραφέων και ηρώων και να έχουμε περιστατικά σε παμπ όπου ο θύτης, το θύμα, ο μάρτυρας, ο ιδιοκτήτης, ο αστυφύλακας και ο δικαστής ονομάζονταν όλοι Άλφρεντ Τένυσον… (σ. 133). Όπως είναι φυσικό, ακόμα και αυτός ο εναλλακτικός κόσμος θα έχει τους παράνομους και τους «κακούς» του. Σωστά τους μαντέψατε: είναι οι λογοκλόποι, οι πλαστογράφοι λογοτεχνικών κειμένων, οι κλέφτες των πρωτοτύπων, οι εξπρεσιονιστές (απαγορευμένοι εκ νόμου).

Χρονο/τοπογραφικό: 1985. Αν στην πορεία σας διαφύγει, θυμηθείτε το σημαδιακό έτος του Orwell + 1. Λονδίνο, Σουίντον, επαρχιακά αεροδρόμια με αυτόματα μηχανήματα που με το κατάλληλο κέρμα απαγγέλουν Σαίξπηρ, το εγκαταλειμμένο καφέ «Κοράκι» της οδού Μοργκ.

Ηρωίδα/ήρωες: Εδώ λοιπόν εισέρχεται η ηρωίδα μας: η Επόμενη Πέμπτη του ειδικού τμήματος λογοτεχνικών ντετέκτιβ SO-27, μια ικανή εξιχνιάστρια λογοτεχνικών εγκλημάτωνκαι ένα καταμορφωμένο μοναχικό κορίτσι που συνδυάζει ρομαντισμό και θάρρος. Διακριτικός βοηθός της ο Θείος Mycroft, ένας μεταμοντέρνος Κύρος Γρανάζης με εξωφρενικές εφευρέσεις, η κυριότερη από τις οποίες είναι η Πύλη Πρόζας: μια πόρτα μέσω της οποίας μπορείς να μπαινοβγαίνεις σε όποιο βιβλίο θες ή τραβάς όποιον θέλεις έξω από αυτό!

Ενσαρκωτής της παρανομίας είναι ο πρώην καθηγητής λογοτεχνίας Αχέρων Άδης (πιθανώς ένα σχόλιο για το μορφωτικό επίπεδο των μελλοντικών τρομοκρατών;). Ο Α.Α. έχει ήδη σκοτώσει, ο άθλιος, τον κύριο Quaverley, δευτερεύοντα χαρακτήρα του Martin Chuzzlewit του Charles Dickens και ετοιμάζεται να απαγάγει την Τζέιν Εϊρ εισχωρώντας στο πρωτότυπο της Σάρλοτ Μπροντέ και εξαφανίζοντάς την από κάθε αντίτυπο. Όπως καταλαβαίνετε, δεν κινδυνεύει απλώς η διαχρονική δεσποινίς αλλά και η ίδια η κλασική λογοτεχνία.

Γύρω τους κινούνται ελάσσονες χαρακτήρες: άτυχοι εφευρέτες που φτιάχνοντας μηχάνημα που χρησιμοποιεί ασπράδια αυγών γίνονται κατά λάθος μαρέγκα. Χρονοφύλακες που ξεφορτώνονται εξήντα χρόνια σε λιγότερο από ένα λεπτό. Αναγνώστες του περιοδικού Νέα Κλωνοποίηση. Συνταγματάρχες που υποστηρίζουν τη σύγκρουση γιατί μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να τα βγάλουν πέρα με την καταστροφή (τη δική τους;). Βιομηχανίες όπλων με ονόματα Γολιάθ. Και κάποιοι που ψάχνουν το κοριτσάκι της σελίδας 148 κάποιου βιβλίου.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Ο κύριος Γιάσπερ Φόρντ (Λονδίνο, 1961) εκτός από έμπειρος τεχνικός στην κινηματογραφική βιομηχανία υπήρξε και υπόδειγμα πείσματος και υπομονής: μόλις ο 77ος εκδότης δέχτηκε να τυπώσει το εξωφρενικό του χειρόγραφο – οι υπόλοιποι το απέρριπταν ασυζητητί. Τώρα θα χαζεύουν από μακριά τις συνέχειες του project αλλά και τις παρενέργειες του πρώτου λογο/τεχνήματος του Φόρντ: στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει πιστούς συζητητές με προτάσεις για τις νέες περιπέτειες της Πέμπτης, αναγνώστες που χρησιμοποιούν ορολογίες του βιβλίου, καταλόγους επεξηγήσεων ανά κεφάλαιο, ειδικές ιστοσελίδες με συμβουλές για το δεύτερο στρώμα ανάγνωσης. Η Επόμενη Πέμπτη έχει γίνει πλέον λατρευτή περσόν με προσωπική ιστοσελίδα (http://www.thursdaynext.com/) και φαν.

Γοητεία: Στο πρώτο μέρος τις εντυπώσεις κερδίζουν οι εμφανίσεις των χαρακτήρων και οι υπόλοιπες εφευρέσεις του θείου: μια μέθοδος που στέλνει πίτσα μέσω φαξ, ένα μολύβι με ενσωματωμένο ορθογραφικό έλεγχο, ο αυτόματος χρωματιστής αυτοκινήτων, το καρμπολεξικό (όπου ένα καρμπόν αρκεί για πολλαπλές μεταφράσεις ενός κειμένου) και η αμφιβληστροειδής οθόνη με την οποία μπορείς να μεταμορφώσεις το περιβάλλον σου σε διάφορες χαλαρωτικές εικόνες. Μόλις χτυπήσει το τηλέφωνο ή εμφανιστεί το αφεντικό σου, ανοίγεις τα μάτια και επιστρέφεις στον πραγματικό κόσμο. Είναι στο δεύτερο μέρος όμως που απογειώνεται η πλοκή. Εκεί ο Φορντ υποστηρίζει το δύσκολο εύρημά του αποθεώνοντας τη διακειμενικότητα και πλουτίζοντας συνεχώς το κείμενο με αλλεπάλληλες αναφορές σε χαρακτήρες, έργα και τοποθεσίες κλασικών έργων. Από αυτήν την άποψη ένοιωσα αρχικά πώς θα ήταν το ιδανικό να έχω διαβάσει ορισμένα από αυτά και σίγουρα την Τζέιν Έιρ. Όμως η ανάγνωση με καθησύχασε έγκαιρα: δε χρειάζεται να έχεις την παραμικρή ιδέα γι’ αυτά, εφόσον οι απαραίτητες πληροφορίες πλέουν μέσα στην αφήγηση και στις σημειώσεις της μεταφράστριας. Έτσι (όπως σωστά έγραψε η Λίνα Πανταλέων στην κριτική της στο τελευταίο Εντευκτήριο) ο συγγραφέας κατορθώνει να εισαγάγει την κλασική λογοτεχνία στη σύγχρονη πεζογραφία με τρόπο διασκεδαστικό αλλά και να παρουσιάσει την ανάγνωση ως περιπέτεια και υπόθεση των πολλών!

Γραφιστικά: Ο Φορντ παίζει στα δάχτυλά του ή μάλλον στα πληκτρολόγιά του κάθε γνωστή τεχνική του αστυνομικού μυθιστορήματος, της επιστημονικής φαντασίας και του κινηματογράφου και τις εκ-μετα-μοντερνίζει όλες μαζί. Έχοντας στο ράφι των επιρροών του κάθε είδους λογοτεχνία, εκλεκτές ραδιοφωνικές εκπομπές, τηλεοπτικές σειρές του ’70 και κινηματογραφικές σκηνές φτιάχνει μια ιστορία γεμάτη ευρήματα, «μαύρο» παραλογισμό και έξυπνο ως κραυγαλέο χιούμορ. Ο Lewis Carroll γράφει ιστορίες που σκέφτηκε ο Ιούλιος Βερν, ο Douglas Adams κάνει φάρσα στους άγγλους κλασικούς κι οι Monty Pythons δοκιμάζουν μια pop science fiction. Ένα φιλολογικό (προς θεού, όχι φιλοσοφικό!) θρίλερ.

Συντεταγμένες: Jasper Fforde, The Eyre Affair, 2001. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2007, μτφ. Αγγελική Παπαδοπούλου. Με σημειώσεις και επίμετρο της μεταφράστριας. Υπερ-ψυχαγωγικό λογο-τέχνη- κό κλωνο-ποίημα.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.