Αρχείο για Φεβρουαρίου 2008



13
Φεβ.
08

Gnac – The arrival of the fog (LTM, 2007)

Κάθε δίσκος των Gnac είναι γλυκόπιοτος, υπέροχα μελωδικός και, για να αρχίσω με το πρώτο κλισέ, εγκληματικά άγνωστος. Αυτό το προσωπικό σχήμα του Mark Tranmer φτιάχνει εδώ και οκτώ χρόνια και πέντε δίσκους μια μουσική που οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν απλώς … instrumental. Για να δούμε, εμείς θα καταφέρουμε να την αιχμαλωτίσουμε στα δίχτυα των λέξεων; Τι δεδομένα έχουμε;
Ένα όνομα που εμπνεύστηκαν από μια ιστορία από το Μαρκοβάλντο του μεγάλου Ιταλού παραμυθά Ίταλο Καλβίνο. Ένας δημιουργός που αποτελεί ήδη το ένα μισό των Montgolfier Brothers, μαζί με τον Roger Quigley (κοινώς, δύο ονόματα που αποτελούν τον ορισμό της low profile dream pop). Ένας καλλιτέχνης που κυκλοφορεί τους δίσκους του σε διαφορετικές εταιρίες, με βάση τις εκλεκτικές συγγένειες που νοιώθει να τον συνδέουν: το ντεμπούτο Friend Sleeping (1999) στην Vespertine (παραμένει το αγαπημένο μου), το Sevens την ίδια χρονιά στη Rocket Girl (συλλογή με τα πρώτα του επτάιντσα και πρόσθετο υλικό), το Biscuit Barrel Fashion στην Poptones (2001), το Twelve Sidelong Glances (2006) στην Darla, πρώιμα σίνγκλ στην Earworm κ.λπ.
Ας προχωρήσουμε στο δεύτερο κλισέ: η μουσική των Gnac είναι αμιγώς κινηματογραφική, με τη θετικότερη δυνατή έννοια που μπορείτε να φανταστείτε. Επένδυσε τηλεοπτικά προγράμματα όπως κάποια Omnibus (με τον David Hockney να συζητά τη χρήση τεχνικής φακών στη ζωγραφική του ή ένα αφιέρωμα στον κατασκοπογράφο John Le Carre), «δηλώνει» πως θέλει να συνοδεύσει αναγνώσεις αστυνομικών μυθιστορημάτων (με τίτλους όπως Armchair Thriller – ίσως γι’ αυτό τη χαρακτηρίζουν murder mystery music…) και μοιάζει σαφώς επηρεασμένη από μεγάλους μαιτρ του ευρωπαϊκού κινηματογραφικού ήχου, όπως o Michel Legrand, o George Delerue (κυρίως δηλαδή εκπρόσωποι του γαλλικού ήχου των 60ς – 70ς) αλλά και o John Barry.
Αυτός ο εκλεπτυσμένος αλλά και τόσο εκλεκτικός ήχος μου θυμίζει κάτι παραπάνω: τη μουσική που έβγαζαν εταιρίες όπως η Crammed και η Les Disques du Crepuscule. Άραγε έχει ακούσει εκείνες τις κυκλοφορίες; Μια συνέντευξή του με εξέπληξε ευχάριστα: όχι απλώς τις γνώριζε αλλά και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις μουσικές του κατευθύνσεις. Πρώτα ήρθε σε επαφή με το The Missionary των Josef Κ και κατόπιν με τα δύο άγνωστα κομμάτια των Durutti Column που υπήρχαν στο compilation From Brussels With Love, με το οποία συμπτωματικώς ασχοληθήκαμε στο πρόσφατο αφιέρωμά μας στις συλλογές! Εκεί ανακαλύπτει και τους Wim Mertens, Antena, Michael Nyman και Harold Budd και μπαίνει στον κόσμο τους. Χρόνια αργότερα θα καλούσε τον καλλιτέχνη των εξωφύλλων της Crepuscule, Benoit Hennebert, να φιλοτεχνήσει τις κυκλοφορίες του.
Με αυτά ακριβώς τα δύο κλειδιά ανοίγουν οι Gnac το δικό τους music box για να φτιάξουν βινιέτες που συνδυάζουν το ρομαντισμό με την electronica, το easy listening με τον πειραματισμό, τον Satie με τον Vini Reilly, την κλασική παράδοση με την ηλεκτρονική. Μπορούν τη μία στιγμή να ακούγονται σαν Morricone (Bright days in winter), σαν Eno (Winter blanket), σαν Steven Brown (Vetchinsky backdrop), μένοντας πιστοί στον ήχο της Vespertine (από τη μαγική συλλογή της οποίας An Evening in the Company of the Vespertine (1997) τους πρωτογνώρισα) και στο δικό τους προσωπικότατο ύφος (όπως το πανέμορφο Nautical Episodes). Όμως οι εκπλήξεις από τον Μ.Τ. συνεχίζονται… Μαθαίνω πως μεταξύ 1989 και 1990 συμμετείχε στις ζωντανές εμφανίσεις των St. Christopher, μάλλον του πιο ιδιαίτερου γκρουπ της Sarah Records! Σήμερα δεν του αρκούν τα δύο ιδιαίτερα σχήματά του και δοκιμάζει περαιτέρω συνεργασίες, όπως εκείνη με τον Ian Masters των Pale Saints, αλλά και ακόμα μοναχικότερες πορείες, όπως το σόλο Scoop of Ice-Cream Moon (2004) στην Kooky.
Και πώς διάλεξε αυτό το αγνώστου προφοράς όνομα; Για να διασκεδάζει με τις διάφορες φωνητικές εκδοχές από τον καθένα μας. Εμείς όμως που κρυφοκοιτάξαμε την ιστορία του Καλβίνο (που με τη σειρά του μας κοιτάζει εδώ μέσα από το παράθυρο) διαπιστώσαμε πως ο ήρωάς της εργάζεται σε ένα εργοστάσιο κονιάκ… Νιακ λοιπόν.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=14469
13
Φεβ.
08

M83: Προτού η αυγή μας θεραπεύσει

Για μένα που η electronica αποτελεί τη μόνη πια περιπετειώδη περιπλάνηση στους ήχους, δεν υπάρχει ιδανικότερο εξωτερικό μέρος για παρόμοιες ακροάσεις από τις διαδρομές στον υπόγειο μετρόδρομο. Κι έτσι οι 3 δίσκοι και κάτι υπολείμματα των M83 αποτελούν μόνιμη συνοδεία μου στην υποτιθέμενη πόλη κάτω από την πόλη. Τα τεχνητά φώτα αποτελούνιδανικό περίβλημα για την ακρόασή τους, η αίσθηση του ταχύτατου κυλίσματος στις ράγες ολοκληρώνει την ρευστή αίσθηση από τα ηλεκτρονικά τους όργανα, η ηχητική τους παραζάλη
δένει με το δικό μου υποτασικό παραπάτημα στις πλατφόρμες. Στην περσινή λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς είχα βάλει χωρίς δεύτερη σκέψη το «Before the dawn heals us». Μαζί με όσους τους είχαμε σημειωμένους πρώτη πρώτη σελίδα στο electronica σημειωματάριό μας, οποίοι τρέξαμε να το κατεβάσουμε 3 μήνες πριν τη λήξη του έτους, καθώς οι συνθέσεις είχαν ήδη διασκορπιστεί στο ψηφιακό σύμπαν. Τελικά ο δίσκος επίσημα κυκλοφόρησε αρχές του 2005, πράγμα που με βολεύει, γιατί θέλω να στολίσει και τη φετινή μου λίστα. Αairινοι κι αυτοί, Γάλλοι κι αυτοί, ντουέτο κι αυτοί (Nicolas Fromageau, Anthony Gonzalez), οι M83 φτιάχτηκαν το 2001 στην Αντίμπ.

M83 (S/T) (2001)

1. Last Saturday, 2. Night, 3. At The Party, 4. Kelly, 5. Sitting, 6. Facing That, 7. Violet Tree, 8. Staring At Me, 9. I Am Getting Closer, 10. She Stands Up, 11. Caressness, 12. Slowly, 13. My Face, 14. I’m Happy She Said

Τώρα μπορώ να πάψω να θεωρώ τους Autechre το πιο ολοκληρωμένο αμιγώς ηλεκτρονικό σχήμα. Μπορώ να σταματήσω να ψάχνω διαμάντια μέσα στους δίσκους των Boards of Canada ή να επιστρέφω στους αστρικούς πειραματισμούς των Τangerine Dream. Τέρμα οι χρονοβόρες αναζητήσεις θερμών μελωδημάτων στις αλλεπάλληλες κυκλοφορίες της Morr, τέρμα οι εικασίες για το πώς πως θα ήταν οι δίσκοι των Notwist χωρίς φωνή. Και δε θα φορτώνω τις ποπ προσδοκίες μου στους οποιουσδήποτε Air. Όπως σε κάθε άρτιο ηλεκτρονικό δίσκο, κάθε κομμάτι των M83 είναι αδύνατο να δεχτεί φωνή και λόγια γιατί λέει από μόνο τους όσα χρειάζονται.

Ο ομώνυμος δίσκος τους εκτός από το ότι φαίνεται να γνωρίζει όλα τα προαναφερθέντα, εκπέμπει μία εκπληκτικά απλή μέσα στην πολυπλοκότητά της έμπνευση. Τα περίτεχνα και δαιδαλώδη στραφταλίσματα των πλήκτρων στα Night και Staring at me θυμίζουν την περσινή εκπληκτική keyboard συνεργασία των B. Fleischmann Herbert Weixelbaum στην Morr (και γενικότερα τις δουλειές του πρώτου). H παιχνιδιάρικη digital έκσταση του Sitting με αυτές τις απότομες διακοπές (που θα αποτελεί στάνταρ τέχνασμά τους εις το εξής), οι διακριτικές ωδές τιμής στους παρεξηγημένους ηλεκτρονικάδες των τελών των 70ς και δη στον σερ Giorgio Moroder (Facing That) και τον μεσιέ Jean Michel Jarre (Ι’m getting closer), η μουσική μαγεία του κορυφαίου Caresses, η βιντεοσινεματική μελοδραματικότητα του Ι’m happy, she said, όλα σε αφήνουν με την πολυπόθητη αίσθηση πληρότητας.

Dead Cities, Red Seas & Lost Ghosts (2003)

1. Birds, 2. Unrecorded, 3. Run Into Flowers, 4. In Church, 5. America, 6. On A White Lake, 7. Noise, 8. Be Wild, 9. Cyborg, 10. 0078h, 11. Gone, 12. Beauties Can Die

Κάπως έτσι ήταν και είναι ο κόσμος (τους) τα πρώτα χρόνια της χιλιετίας μας. Πόλεις νεκρές, κόκκινες θάλασσες (αίμα, κάποια περιβαλλοντική αναταραχή ή ένα από τα συνήθη οράματα του κυρίου Μπάροουζ;) και αναρίθμητα άφαντα φαντάσματα που μας κυνηγούν ή κυνηγιούνται από τον καθένα μας. Ένα από τα καταιγιστικότερα keyboard albums. Τα πλήκτρα τους ντρονάρουν και αντηχούν, κτίζουν παχύρευστους τοίχους, ζωγραφίζουν πάνω τους πολύχρωμα γκράφιτι ή κοφτές φράσεις, βαθιές μονοχρωμίες και ολόλαμπες διχρωμίες, χιλιάδες εικόνες. Η α λα Sweet Hereafter εικόνα τους εξωφύλλου παραπλανεί με την ψυχρή ακινησία της: αυτή η φιλόδοξη σινεματική μπαρόκ υπερηλεκτρονική μουσική μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στους συνθετητές αλλά δε χρειάζεται τίποτα άλλο γιατί απλούστατα δε χωράει, κανένα άλλο όργανο στην ομορφιά της. Νοιώθω πως μια lead φωνή θα διέσπαγε αυτό το αύταρκες σύμπαν.

Η ιδανικότερη 4άδα για να αποπλανηθείτε είναι : το 0078H που σε ταξιδεύει σε συνονόματο συρμό με επιβάτες τα πρόσωπα στα οποία καθημερινά βυθίζεις σα ναρκωμένος το βλέμμα σου, το Noise, η έξαρση του οποίου αποδίδει επιτέλους τον κακόπαθο όρο σε ταιριαστή επένδυση, η η σχεδόν τεχνο ροκ πανδαισία του On a white lake near a green mountain και το αδιαφιλονίκητο Run into flowers, όπου όλοι εμείς οι αφοσιωμένοι post-rockers απολαμβάνουμε το είδος άνευ κιθάρας! Σημειωτέον, η κυκλοφορία του ως single/ΕP περιλαμβάνει 3 εντελώς διαφορετικές έως και αγνώριστες remix εκτελέσεις, μα όλες ιδιαίτερα όμορφες – περίεργο.

Before the Dawn Heals Us (2005)
1. Moonchild, 2. Don’t Save Us Fom The Fames, 3. In The Cold I’m Standing, 4. Farewell / Goodbye, 5. Fields, Shorelines And Hunters, 6. *, 7. I Guess I’m Foating, 8. Teen Angst, 9. Can’t Stop, 10. Safe, 11. Let Men Burn Stars, 12. Car Chase Terror!, 13. Slight Night Shivern, 14. A Guitar And A Heart, 15. Lower Your Eyelids To Die With The Sun

Mε την α λα Blade Runner μεγαλουπολική εικόνα στο εξώφυλλο με τα ψηλά, ηλεκτροφωτισμένα κτίρια του εξώφυλλου το πιάσαμε το υπονοούμενο: κάθε κομμάτι κι ένα ηχητικό κρεσέντο, κάθε προσθήκη ακουστικών οργάνων γίνεται στο πολλαπλάσιο, κάθε κιθαριστικό τοίχος υψώνεται το ίδιο ψηλά με τα πιο εκκωφαντικά ηλεκτρονικά εφφέ. Περισσότερο από πριν, το ανθρώπινο στοιχείο ρέει παλλόμενο και σε αφθονία. Τα drums είναι live και η κιθάρα θερίζει με το αφιονισμένο Bloody Valentine δρεπάνι της, που κόβει φέτες τις παγωμένες ριπές στυλ Sigur Ros. H παραπάνω αλλαγή είναι φανερή, καθότι οι δύο φίλοι χωρίζουν καλλιτεχνικά. Ο Fromageau αποχωρεί προς σόλο κατεύθυνση κι ο Gonzales συνεχίζει με το όνομα, αλλά η στροφή είναι καθοριστική.
Τέρμα οι χαμηλές αιθέριες πτήσεις των προηγούμενων δίσκων, τώρα ανεβοκατεβαίνεις σαν να είσαι στο σφυρί του λούνα παρκ. Εδώ όλα γίνονται ένα αδιαπέραστο σύνολο : η Floyddική οχλαγωγή, η Hawkwindική χαολογία, η πρώιμη Mobyική ηλεκτρολογία, η Mogwaiνή post rock εντροπία. Τα πλήκτρα ακούγονται καταιγιστικά, λες και παίζονται από αεικίνητα δάχτυλα. Αλλεπάλληλα στρώματα κήμπορντς έβαλαν σε πειρασμό ορισμένους να ξαναβγάλουν από τα συρτάρια όρους όπως shoegaze analog ή digital ecstasy. Ακούστε μόνο το ξεκίνημα και το τελείωμα και θα καταλάβετε για τι πράγμα μιλάμε.
Στο ενδιάμεσο συμβαίνουν πολλά και άξια αποκρυπτογράφησης. Ο δίσκος δεν κλείνει με το «Farewell/Goodbye (με τον Ben από τους Cyann & Ben και την Lisa Papineau από τους Big Sir στα φωνητικά) που είναι το μελοδραματικότερο, πλέον μελίρρυτο τραγούδι που ακούσαμε τα τελευταία χρόνια από electronica δίσκο, ένα κομμάτι που οι Air δε νομίζω να γράψουν. Το Teen Angst στέλνει για μεροκάματο κάθε «indie» κιθαριστικό σχήμα. Η (ηθοποιός) Kate Moran που μας προτρέπει στο ξεκίνημα raise your arms the highest they can, so the whole universe will glow, αργότερα ξανακούγεται στο μόνο παράταιρο κομμάτι εδώ : στο κινηματογραφικό της παραλήρημα του Car Chase Terror. Ομολογουμένως μεταδίδει κυριολεκτικό τρόμο αλλά προσωπικά μου χαλάει το δόσιμό μου στο σερί άκουσμα του δίσκου. Επίσης, έλεος πια με τα διάφορα γεμίσματα με τις φωνές παιδιών ή άλλους σκόρπιους τελεβιζιονικούς ήχους. Όχι άλλες τηλεοπτικές εικόνες!

Συνεπώς, μη μας σώσετε από τις φλόγες**

Ταιριαστά αναγνώσματα:
Don Dellilo, Λευκός Θόρυβος [White Noise], εκδ. Εστία
Philip Dick, Τώρα Περίμενε Το Χτες [Now Wait Last Year], εκδ. Λυχνάρι
Νίκος Βλαντής/Παύλος Μπαλτάς -Επόμενη Στάση – Χαμένες λεωφόροι. εκδ. Futura

* Ο τίτλος του τρίτου δίσκου τους ταιριάζει στην περίπτωση μου, καθώς δεν τον άκουσα ποτέ με το φως της ημέρας. Κι αυτό από το οποίο θα με «θεραπεύσει» η αυγή είναι η ηλεκτρονική παραζάλη στην οποία με βουτάνε αλλά και το αδιάσπαστο ταίριασμα της electronica με την περιπλάνηση σε σκοτάδι και στα τεχνητά του φώτα. Μήπως έχω φτάσει σε ανίατο σημείο αποκλειστικής ακρόασης τέτοιων δίσκων κάθε νύχτα;

** Το «Don’t Save Us From the Flames» διακόπτει τον σαρκαστικό αποκαλυψιακό του λόγο για μία φράση από τον J.G. Ballard : «A piece of brain in my hair/ (and) the wheels are melting

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/Stili.asp?id=28597
12
Φεβ.
08

Flotation Toy Warning – Bluffer’s guide to the flight deck (Pointy, 2005)

ftr.jpg

 Αν αυτό το Λονδρέζικο κουιντέτο έβγαζε σε δημοπρασία τις συνθέσεις του προτού τις κυκλοφορήσει, οι Flaming Lips και οι Μercury Rev θα ορμούσαν σε δύο ο καθένας. Οι FΤW διαφέρουν από τους παραπάνω συνήθεις ύποπτους επίρροους στα φωνητικά, σαν ένας Ray Davies σε καταστολή, που ψάχνει να βρει την έμπνευση την ώρα που τραγουδά (και τη βρίσκει) κάνει παζλ με τις συλλαβές (και τη βρίσκει), πάει να ευθυγραμμιστεί με την μπαλάντα που τραγουδάει (και τη χάνει). Μετά έρχονται οι απρόβλεπτες μεταλλαγές του αγαπητού μου Van Dyke Parks, η χρήση περίεργων ήχων σ’ ένα ποπ κομμάτι που έκαναν οι United States of America τότε, οι μπαρόκ ερμηνείες του Walker και του Stapleton, το πέπλο του Brian Eno, μαζί με την ποιοτική συνθετική στόφα των Sparklehorse και το υπόγειο παιχνιδιάρισμα των Grandaddy . Αυτή μάλιστα, είναι avant-pop, με την έννοια ότι υπονομεύει την μελωδία με παράξενους ήχους και εισάγει πειραματισμούς όπου και όποτε θέλει χωρίς να διαστρέφει την υπέρτατη μελωδικότητά της.

Δεν θα αντιγράψω τις γοητευτικές τους ιστορίες που μπορείτε να διαβάσετε στο homepage τους σχετικά με το όνομά τους – κάτι σαν αυτοσχέδιο μουσικό παιχνίδι που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι ενός μακρινού τόπου για να αλληλοειδοποιούνται για επερχόμενα φαινόμενα. Όμως αυτό το σχήμα φτιάχτηκε από πραγματικά ξεχωριστούς ανθρώπους. Από τον Donald Dusky που ήταν πιλότος σε δοκιμές πτητικών μηχανών και τον Don LeCannes, δημιουργό πρωτότυπων μουσικών οργάνων, που γνωρίστηκαν στο Italian Institute For Innovation της Βενετίας στην παρουσίαση μιας εφεύρεσης του τελευταίου. Ακολούθησε επιτόπια συσπείρωση άλλων εφευρετών, του Magnesi Rich (που συστήθηκε ως Chinese wind shapes translator) και των συνεργατών του Benedict L. Maidsaver και Victoria W.Vest, όλοι με ενδιαφέρον για τις σπάνιες πεταλούδες και την αστροφωνία.

flotation_toy_warning_006.jpg

Το αρχικό τους σχέδιο («ένα σάουντρακ φτιαγμένο εξολοκλήρου από άγνωστα μέχρι τώρα όργανα») ήταν φυσικό να βυθιστεί ήδη από το λιμάνι, αλλά η μουσική ομάδα είχε φτιαχτεί, βγάζοντας σύντομα δύο EP με τέσσερα κομμάτια το 2002 και με ήχο ίδιο με τον σημερινό. Το «Bluffer’s Guide to the Flight Deck» κυκλοφόρησε μεταξύ 2004 και 2005 αλλά η Pointy (Ladybag Transistor, Clientele, Cathead, Color Filter) πιθανώς δεν διέδωσε το λαβράκι της όσο θα άξιζε, οπότε ξαναβρήκε ενάμισι χρόνο μετά σε ευρύτερη κλίμακα, από την αμερικάνικη Misra, οπότε και πρόλαβα να τους βάλω στην λίστα με τα περσινά καλύτερα.

Στη θεματολογία μάλλον μοιράζονται τις ίδιες εμμονές με τους φίλτατους μου και προφανώς και δικούς τους Decemberists. Που σημαίνει ελεγείες για ελάσσονες βίους, αποτυχημένους εξερευνητές, πρώιμες τεχνολογικές εφευρέσεις, αρκτικά ταξίδια στο πουθενά. Αυτή η μουσική μοιάζει να περιμένει όλους τους αποτυχημένους των παραπάνω σχεδίων να τους καραμελώσει με την φαινομενική της πίκρα αλλά και να τους γλυκάνει με τις μελωδίες που στρώνονται η μία μετά την άλλη.

flotation_p51.jpg 

Ο δίσκος έχει μόλις 10 κομμάτια που όμως πλησιάζουν την ανώτατη χωρητικότητα (72 λεπτά). Τα μισά κρατούν σε μήκος, πράγμα απολαυστικό, αλλά θα μπορούσαν να είναι και θαυμάσια τρίλεπτα. Τα άλλα μισά είναι όντως θαυμάσια τρίλεπτα αλλά το είδος που κάλλιστα θα χαιρόσουν και στον τριπλάσιο χρόνο. Και μάλλον δεν είναι σύμπτωση το ότι η μοιρασιά είναι σχεδόν ακριβοδίκαιη. Αλλά ο δίσκος απογειώνεται όσο προχωρεί, ειδικά στα τέσσερα τελευταία κομμάτια. Ακόμα κι ένας ελάσσων κινηματογραφικός ήρωας έχει θέση εδώ: Ο υπομονετικός πλαστογράφος της Μεγάλης Απόδρασης, ο αναπάντεχος σατανικός χαρακτήρας του Omen, ο κύριος Donald Pleasance είναι εδώ. Ποτέ δεν είναι αργά για έναν φόρο τιμής, και τι φόρο: ένα συναρπαστικό εννιάλεπτο κομμάτι από ένα σαγηνευτικό κουιντέτο από έναν έξοχο δίσκο.

flotationtoywarning.co.uk

11
Φεβ.
08

Περιοδικό Πόρφυρας

Φυλλάδιο 122, «Τεύχος για τον Ευγένιο Αρανίτση» (Ιανουάριος – Μάρτιος 2007)

Τα αφιερώματα του Πόρφυρα είναι γνωστά. Εξαντλούν το θέμα τους με ένα χορταστικό, περιεκτικό, πολυπρισματικό και, κυρίως, ψυχαγωγικό τρόπο. Εδώ σειρά έχει ο «πλέον πρωτότυπος σύγχρονος Έλληνας συγγραφέας και μανιώδης δοκιμαστής λογοτεχνικών ειδών», αυτός που μας προτρέπει «σε μια ποιητική αντίληψη του κοινού συμβάντος» (όπως γράφει η Κατερίνα Σχινά), με ένα έργο γεμάτο από «ενδιαφέρον για την εξαιρετική λεπτομέρεια, γι’ αυτό που, αν έλειπε, η ζωή θα ήταν αφόρητα μονότονη και καταθλιπτική» (όπως γράφει η Έρση Σωτηροπούλου).

Βιογραφικός άξονας, έργα, κριτικογραφία (επιλογή από κάθε κριτική, από τη θετικότερη ως την πλέον αρνητική – σπάνιο δείγμα αντικειμενικής παρουσίασης), αποσπάσματα από συνεντεύξεις και συζητήσεις, μια επιλογή από τις επιστολές που έχει ανταλλάξει ο ίδιος με οποιονδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς, φωτογραφίες των πάντων, όλα έχουν θέση σε αυτό το άλμπουμ ζωής που εξαντλήθηκε και ανατυπώθηκε.

Οι Γιώργος Κοροπούλης, Δημήτρης Καλοκύρης, Ιγνάτης Χουβαρδάς, Θεοδόσης Πυλαρινός, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Τζίνα Καλογήρου, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Χάρης Μεγαλυνός και πολλοί άλλοι στην ουσία εδώ τον «εκδικούνται» με τα όπλα του: σειρά τους να τον αποκωδικοποιήσουν, αποδομήσουν, αναλύσουν, διαλύσουν, υμνήσουν, αποκαθηλώσουν και τα ρήματα δεν τελειώνουν. Συνδέουν τη συγγραφική του τέχνη με τη φωτογραφική και τη ζωγραφική τέχνη, υμνούν το κορυφαίο ποίημα Orphan Drugs, χαρτογραφούν την παλιά πόλη της Κέρκυρας ανιχνεύοντας τόπους των προτάσεών του, φτιάχνουν αφηγήματα με τους ήρωές του, τον χειρουργούν με υποκειμενική ακρίβεια. Καλά να πάθει, έτσι όπως έστρωσε, θα κοιμηθεί.

Ο γνωστός ιδιότροπος δοκιμ(ι)αστής Κωστής Παπαγιώργης έγραψε κάποτε: Αν έγραφα μυθιστόρημα σίγουρα θα έκλεβα κάποια μυστικά από το γράψιμο της Ζατέλη, του Τατσόπουλου και της Αφρικής του Αρανίτση.

Φυλλάδιο 125 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2007)

Στο τελευταίο τεύχος, ο Πόρφυρας επιστρέφει στη συνηθισμένη του μορφή, γεμάτο εξειδικευμένα μεν, εξαιρετικά ενδιαφέροντα δε κείμενα. Γιατί είναι πάντα γοητευτική η ανίχνευση υπόγειων ή μη λογοτεχνικών συγγενειών (όπως κάνουμε κι εμείς εδώ στα μουσικά), πόσο μάλλον όταν αφορούν λογοτέχνες που διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε. Έτσι, για παράδειγμα, ποιος να το φανταζόταν πως η πεζογραφία του Πεντζίκη απηχεί κάποιον παλαιότερο κλασικό ποιητή, πως ένα έργο του Χειμωνά συνομιλεί με Φρόιντ και Λακάν, πως οι μεταφράσεις του Ροΐδη βρίθουν από αφάνταστα λογοπαίγνια; Το τελευταίο κείμενο μάλιστα υπογράφεται από τον Σταύρο Κρητιώτη, αυτόν τον άγνωστο και ουδέποτε εμφανιζόμενο συγγραφέα που κυκλοφόρησε ένα από τα πολύ γερά μυθιστορήματα της περσινής χρονιάς, εξ ολοκλήρου δημιουργημένο-κλεμμένο από άλλα κείμενα…

Υπάρχουν ακόμα κείμενα για τη συνάντηση του Ν. Καζαντζάκη με τον Δανό ποιητή και συναξαριστή Johanes Joergensen, όμορφα σημειώματα για το Στην Απαγορευμένη Πόλη του Γιώργου Βέη, για την ποίηση του Τόλη Νικηφόρου αλλά και τους Αντονιόνι, Μπέργκμαν και Σωτήρη Καψάσκη (που δε συνδέονται μόνο λόγω της συγχρονισμένης τους φυγής αλλά μέσω της συνύπαρξής τους και σε κινηματογραφικές αίθουσες), ποιήματα, μικρές ιστορίες, βιβλιοκρισίες κ.ά. Το μουσικό κομμάτι εδώ μονοπωλούν οι Ελληνίδες συνθέτριες και η συνεισφορά τους στη λόγια μουσική εδώ και στο εξωτερικό.

Αν έπρεπε να διαλέξω τα δύο πιο ενδιαφέροντα κείμενα εδώ, το πρώτο είναι αυτό που αφορά το εκδιδόμενο στη Θεσσαλονίκη του ’70 περιοδικό Ausblicke, όπου κατέθεταν πένες όπως ο Ελίας Κανέττι, ο Μαξ Φρις, ο Τόμας Μπέρνχαρντ, ο Πέτερ Χάντκε, ο Γκύντερ Γκρας αλλά και οι Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Χρονάς, Γιάννης Πάνου, Αντώνης Σουρούνης, Γιώργος Μανιώτης, Μίμης Σουλώτης και πρωτοδημοσιεύτηκαν γνωστά πεζογραφήματα των Ταχτσή, Βαλτινού και Δημητριάδη. Το δεύτερο είναι το μονόπρακτο της Ελένης Μερκενίδου, Αξιότιμε κύριε Χάρντυ… Στις είκοσι σκηνές του συνομιλούν σε μερικούς συγκλονιστικούς διαλόγους η Βερενίκη, αναγνώστρια του Τόμας Χάρντυ, που γράφει και απαντά στα γράμματά του, υποδυόμενη και την Έλλα, την ηρωίδα της νουβέλας Μια ευφάνταστη γυναίκα και ο ίδιος ο Χάρντυ, ως συγγραφέας, ως αποδέκτης των επιστολών της αλλά και ως Ρόμπερτ Τρούι, ήρωας της συγκεκριμένης νουβέλας. Αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά τις απεριόριστες δυνατότητες του παιχνιδιού που λέγεται λογοτεχνία. Ο Πόρφυρας εκδίδεται στην Κέρκυρα από το 1980 και κυκλοφορεί κάθε τρεις μήνες.

Στοιχεία επικοινωνίας: dimKonidaris@yahoo.gr, ΤΘ 206, 49100 Κέρκυρα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14664
11
Φεβ.
08

Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 78

(«1987-2007, 20 χρόνια Εντευκτήριο»)

Τότε και μόνο τότε το περιοδικό δικαιώνει την περιοδικότητά του και εκμεταλλεύεται πλήρως την περίοδό του αφού συνευρίσκεται ακριβώς «στις μέρες του». Έτσι η μήτρα του δεν πάει στράφι, δεν μένει στα αζήτητα, δεν αραχνιάζει, δεν την τρώει το «ράφι», δεν είναι αγάμητη και γεροντοκόρη, την έχουν «πηδήξει», έχει γαμηθεί, από παρθένα (δηλαδή απρόσληπτη) έχει γίνει γυναίκα (έχει προσληφθεί), έχει περάσει από πολλά κρεβάτια, πολλά προσκέφαλα την έχουν δίπλα τους, τακτική σύνευνος και αναμενόμενα παλλακίδα, ερωμένη επί πληρωμή αλλά «που δεν το κάνει για τα λεφτά» αν και ξοδεύεται για να εκδοθεί, πάντα με το αζημίωτο αφού είναι πάντα «σπιτωμένη»: ένα σώμα για δημόσια χρήση, απαραίτητο αλλά όχι αναντικατάστατο – η πιάτσα, κυρίως κάποιες μέρες του μήνα, παρουσιάζει συνωστισμό, ακόμη και άγριους διαπληκτισμούς. (Δημήτρης Δημητριάδης, Περιοδικώς, από το παρόν τεύχος).

Όσοι έχουν περάσει από οποιοδήποτε πόστο κάποιου εξίσου αγνού περιοδικού ήδη θα χαμογελούν…

Το Εντευκτήριο αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το ομορφότερο λογοτεχνικό περιοδικό που ξεφύλλισα ποτέ. Οι αναρίθμητοι εκλεκτοί συνεργάτες (ορισμένοι από τους οποίους δεν σταμάτησαν ποτέ να στέλνουν τις συνεργασίες τους μέχρι σήμερα), η αίσθηση πως εδώ καταλήγουν ορισμένα τα πιο φρέσκα και ενδιαφέροντα λογοτεχνικά κείμενα, αλλά και η βιβλιότροπη εμφάνισή του, το ποιοτικό μυρωδάτο φύλο, το στήσιμο των σελίδων, όλα συνοδηγούν στην ξεχωριστή του φυσιογνωμία.

Φέτος έκλεισαν είκοσι χρόνια από το πρώτο τεύχος, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1987, φακελώθηκε στο γραφείο του εκδότη του Γιώργου Κορδομενίδη στην … τράπεζα και, λίγο αργότερα, θα έβρισκε την υπόγεια στέγη του – χώρο και για τις ποικίλες εκδηλώσεις του αλλά και τις καρτέλες των συνδρομητών που άρχισε να αποκτά. Πώς σκέφτηκε να γιορτάσει ο δημιουργός του την συμπλήρωση της εικοσαετίας; Ζητώντας τη συμμετοχή πολλών από τους πιστούς και τακτικούς συνεργάτες …, προτείνοντάς τους ως θέμα την επέτειο, τον χρόνο που περνάει, τη μνήμη. Άλλοι «πειθάρχησαν» στην πρόταση αυτή, άλλοι όχι. Eξυπακούεται ότι όλα τα κείμενα που έφτασαν δημοσιεύονται: δεν υποδεικνύει κανείς τι δώρο θα του κάνουν στη γιορτή του!

Η ανταπόκριση ήταν σημαντική, όχι μόνο από την άποψη της πληθώρας των κειμένων που συγκεντρώθηκαν, αλλά και επειδή δημιουργήθηκε ένα άτυπο – πρωτότυπο αφιέρωμα στην έννοια της επετείου. Για άλλη μια φορά, αριστοτέχνες εκπρόσωποι γενεών και ειδών τιμούν και τιμούνται εντευκτηριακώς με νέα ανέκδοτα κείμενα. Οι Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Σοφία Νικολαϊδου, Δημήτρης Νόλλας, Κώστας Μαυρουδής, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Μανόλης Ξεξάκης, Σάκης Σερέφας, Έρση Σωτηροπούλου, Τάσος Χατζητάτσης, Γιαν Χένρικ Σβαν και πολλοί άλλοι προσφέρουν τις ιστορίες τους, οι Βασίλης Αμανατίδης, Νόρα Αναγνωστάκη, Γιάννης Βαρβέρης, Μιχάλης Γκανάς, Αλέξανδρος Ίσαρης, Κάρολος Τσίζεκ κ.ά. τα ποιήματά τους, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος μια σπάνια εξομολόγηση, οι Μισέλ Φάις και Χρήστος Χρυσόπουλος κειμενογραφούν δίπλα σε φωτογραφίες – ο δεύτερος φτιάχνει την ιστορία του με βάση φωτογραφίες που βρήκε στα σκουπίδια, δίνοντάς τους μια δεύτερη, ίσως καλύτερη ζωή.

Ξεχώρισα, καθαρά υποκειμενικά, τέσσερα κείμενα που συμπτωματικά υπογράφουν ισάριθμοί αγαπημένοι σύγχρονοι συγγραφείς: Ο Άρης Μαραγκόπουλος στην Επιστροφή των πολεμιστών δίνει σε τέσσερις μεστές σελίδες την εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία δύο «φίλων» μέσα στο σύγχρονο χάος. Ο Διαμαντής Αξιώτης στην Ιδιωτική ευχαρίστηση αποδίδει έναν σκοτεινό χαρακτήρα με μια απίστευτα ακραία ερωτική φαντασίωση. Ο Δημήτρης Μίγγας στην Κοπροκτονία προβαίνει σε μια χαρισματική αντιστροφή της Οδυσσειακής Μνηστηροκτονίας – πάει ο Άργος! Ο Πάνος Θεοδωρίδης στον Ανάδρομο Ερμή αντιμιλά: Ποιος φυσικός νόμος επιβάλει εορτασμούς ανά χρονολογίες που είναι ακριβώς διαιρετές δια του δέκα ή του εκατό ή του χίλια; Ποια η μείζων αξιακή σημασία του 50, και για ποιον ακριβώς λόγο το 47 δεν είναι μια εξίσου αξιόλογη αρίθμηση για επέτειο; Να σας πω γιατί αισθάνομαι έτσι. Τρεις χιλιάδες χρόνια γραμματολογίας (μπορεί και πέντε, μπορεί και έξι), κι όμως σήμερα απείρως περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν την έκφραση «ανάδρομος Ερμής» παρά τη λέξη «στωικός». Γι’ αυτό.

Δεν λείπουν οι καθιερωμένες στήλες: το Καπνιστήριο (αφιερωμένο στην καταγραφή της εικοσαετίας «στην κουζίνα του Εντευκτηρίου» – εδώ κι αν καθρεφτίζεται ολόκληρη η πορεία ενός περιοδικού που στηρίζεται αποκλειστικά στο πάθος του δημιουργού του), το Απουσιολόγιο (αντίο αγαπημένοι Τηλέμαχε Αλαβέρα και Γιώργο Κάτο), τα «Βιβλία στο κομοδίνο», οι βιβλιοκριτικές και όπως πάντα, όλα τα γραπτά στολίζονται από σχέδια και ζωγραφήματα καλλιτεχνών αλλά και το καθιερωμένο φωτογραφικό ένθετο Camera Obscura, αυτή τη φορά με φωτογραφίες της Ιωάννας Ράλλη και θέμα τους ηλικιακώς μεγάλους φίλους μας.

Κυκλοφορία τεύχους: Οκτώβριος 2007 [Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2007], 272 σελ.

Ηλεκτρονικές επικοινωνίες: entefktirio.blogspot.com (με σημειώσεις, σχόλια για συγγραφείς και βιβλία και ντοκουμέντα από το αρχείο του περιοδικού) και entefktirio@translatio.gr

Προτείνω επόμενο επετειακό αφιέρωμα του περιοδικού στα 37, 48 ή 66 χρόνια, για να μη μας μαλώσει ο κύριος Θεοδωρίδης…

11
Φεβ.
08

Miracle Fortress – Five roses (Secret City, 2007)

– Ποιοι είστε πάλι εσείς; Μας πέσατε όλοι μαζί φέτος, όσοι μοιάζετε να βγαίνετε από το γευστικότερο ζαχαροπλαστείο ήχων αλλά είναι αδύνατο να βάλει κανείς ταμπέλες στο βάζο σας. Το δικό σας χαρμάνι περιέχει τα αγνότερα υλικά post rock, ψυχεδέλειας, ποπ και πειραματισμών και ευφραίνει εγκέφαλο και πνεύμονες με τρόπο απερίγραπτο. Υποθέτω είστε χτίστες της Χώρας των Θαυμάτων, εφόσον αυτό το wall of sound σας έχει καλειδοσκόπια αντί για τούβλα, όπως το εξώφυλλό σας (αν και φτωχό σε χρώματα). Σίγουρα είστε τουλάχιστον πέντε άτομα. Τόσα όργανα και τόσες ιδέες μάλλον μυρίζουν πολυσυλλεκτικότητα. Ποιος γράφει αυτές τις ξέχειλες από συνθετικό ταλέντο ραψωδίες;

Είστε φοβεροί πλάστες ποπ εδεσμάτων της βιομηχανίας Brian Wilson και της μπισκοτοποιίας Paul McCartney, όπως τα τόσο ακαταμάχητα Maybe Lately, Beach Baby, Hold Your Secrets to Your Heart, αγνά ψυχεδελίζοντα ποπάκια που γαργαλάτε με όλα αυτά τα υπονομευτικά σύνθια. Και τι να πω για το ουράνιο This Thing About You; Από την άλλη, μάς πετάτε πολυπλοκότερες συνταγές μέσα στα απεριόριστα όρια του synthy post-rock των Καναδών συναδέλφων σας Caribou και Bell Orchestre και βάζετε κόκκινα γυαλιά στους Animal Collective. Αυτό το Blasphemy π.χ. μετά το δεύτερο λεπτό και εντέκατο δευτερόλεπτο μάς ανεβάζει σε αλεξίπτωτο και μας πετάει στους αιθέρες. Οι ίδιοι πάλι χειρίζεστε άψογα τα μαγειρικά εργαλεία της 70ς Power pop στα Have You Seen in Your Dreams και Next Train, μας παραπλανάτε με την κιθαριστική εισαγωγή του Whirrs και κάνετε σπονδή στο φωνητικό Brian Eno στο Little Trees, προτού ξαναπάτε στα overdubbed φωνητικά σας.

Φτιάξατε έναν από τους μαγικότερους δίσκους του 2007, σίγουρα τον πιο λουλουδάτο. Τι συμβολίζουν τα 5 τριαντάφυλλα του τίτλου; Μήπως τα 5 φοβερά τρακ που ξεχώρισαν; Ή το πεντάστερο Poetaster;

-Φίλε ψυχραιμία. Δεν είμαστε έξι, το Οχυρό του Θαύματος κατοικείται αποκλειστικά από εμένα, τον Graham Van Pelt. Έκανα τα πάντα, από τη σύνθεση και το παίξιμο των οργάνων ως την παραγωγή και τη μίξη. Όλο και κάποια βοήθεια προσφέρουν στα λάιβ οι Jordan Robson-Cramer (Sunset Rubdown), Jessie Stein (SS Cardiac) και Adam Waito (Telefauna).
Κατάγομαι από το Stratford, Ontario, μετακόμισα στο Montreal το 2004, βγήκα σόλο ως Hidden in Buildings και έγινα ένας από τους τρεις Think About Life, με τους οποίους παίξαμε ωραία πράγματα και βγήκαμε στη γύρα μαζί με Wolf Parade και Art Brut το 2005, προτού κυκλοφορήσουμε το ομώνυμο ντεμπούτο μας στην Alien8 το 2006. Με το φίλο καλλιτέχνη Jack Dylan ίδρυσα χώρους όπως το Electric Tractor και το Friendship Cove, που αποτέλεσε χώρο για εκθέσεις, ηχογραφήσεις, συναυλίες, σπίτι και κολεκτιβικές εξορμήσεις. Εκεί γίνομαι Miracle Fortress , φτιάχνω ένα 5άρι ep, το Watery Grave, άνοιξα για Love Is All, Vic Chestnut και τους συντοπίτες Sunset Rubdown και Islands.

 

Έχω δηλώσει πως αλλάζω τα στυλ μου σε μηνιαία βάση και πως το έχω σχεδόν σαν κανόνα. Υποψιάζομαι πως ο επόμενος δίσκος μου θα είναι δραματικά διαφορετικός. Το εννοώ. Είσαι πάντα τόσο υπερβολικός; Ή συγκινήθηκες επειδή διασκευάσαμε το Hanky Panky Νohow του John Cale; Τα τριαντάφυλλα του τίτλου δε συμβολίζουν τίποτα – είναι απλώς ένα εργοστάσιο αλευριού με μια μεγάλη νέον πινακίδα δίπλα στο Friendship Cove. Όσο για το εξώφυλλο που κορόιδεψες, είναι εμπνευσμένο από τα παπλώματα του πατρικού μου σπιτιού όπου μεγάλωσα. Σε περίμενα πιο ρομαντικό.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cd.asp?id=14491
11
Φεβ.
08

Συχνά ονειρεύομαι τραίνα, τιτλοφορούσε έναν δίσκο του ο ευγενής Άγγλος δανδής Robyn Hitchcock. Συλλέγοντας ανάλογες εικόνες, κατέληξα στην πιο ταξιδοφόρα. Κι εγώ συχνά ονειρεύομαι πως διαβάζω σε τραίνα, Robyn.

blue-trains.jpg




Φεβρουαρίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
2526272829  

Blog Stats

  • 1.028.351 hits

Αρχείο