Λάκης Παπαστάθης – Η ήσυχη και άλλα διηγήματα

Στις έξι μπήκε στο Αττικόν, όχι για να δει ταινία, αλλά για να κλάψει με την ησυχία της στη σκοτεινή αίθουσα. (σ. 63)
Ήρωες: Δύο αλληλοποθούμενοι φίλοι που δεν τολμούν να χαλάσουν τη φιλία τους για τον έρωτα. Ένας αστικός περιπατητής που βρίσκεται μεταξύ οδού Ευριπίδου και κοιλάδας του Νείλου. Κάποιος που μάζευε μεταχειρισμένα ματογυάλια και τα έστελνε στο Μπαγκλαντές. Ένας ρακοσυλλέκτης που πιστεύει στην αξία των πεταμένων πραγμάτων. Ένας εξοδούχος φαντάρος που πρέπει να εκφράσει τον ερωτισμό του μέσα σε ένα 6ωρο. Κάποιοι που συνδύασαν αναπόφευκτα την πολιτική με την ερωτική δράση, άλλοι που θέλουν να ξαναβγούν στους δρόμους αλλά ποιος να τους ξεσηκώσει. Ορισμένοι που τα πάνε καλύτερα με τους νεκρούς και βρίσκουν γαλήνη ανάβοντας τα καντήλια τους. Δυο εραστές στρωματσάδα σε ένα σκοτεινό θάλαμο, προτού θυσιάσουν το προσωπικό τους πάθος στο συλλογικό.
Θυμάμαι μια παλιά φράση του Κωνσταντίνου Λυμπερόπουλου (τι απέγινε αυτή η ψυχή;) από έναν παλιό Ήχο: Όσοι από εμάς έχουμε πενθήσει μερικούς οριακούς χωρισμούς…. Αυτή η φράση, καρφωμένη στο μυαλό μου για καιρό, ξαναβγήκε στην επιφάνειά του διαβάζοντας την Ήσυχη. Υπάρχει μια ανάλογη αίσθηση εδώ αλλά με δύο διαφορές. Αρχικά, εδώ δεν υπάρχει πένθος ή κάποια ακραία συναισθηματική αντίδραση αλλά μια ήρεμη ή γλυκόπικρη ή και φιλοσοφημένη αποδοχή του αναπότρεπτου των πραγμάτων, όσο δυσάρεστα κι αν είναι. Όλοι παραμένουν ο εαυτός τους – δεν κάνουν την παραμικρή υποχώρηση ούτε και υπέρβαση. Δεν την έκαναν τόσα χρόνια, τώρα θα την κάνουν; Ύστερα, οι χωρισμοί εδώ δεν είναι απλώς ερωτικοί αλλά διαζύγια με οτιδήποτε κάποτε αγαπήσαμε: νεότητα, ιδεολογία, φίλος, συνήθειες, όνειρο, παρέες, το σπίτι που μεγαλώσαμε, η ιδέα που μας ξεσήκωσε.
Φάκελος φιλοξενούμενου: Βόλος, 1943. Σπουδαγμένος κινηματογραφιστής, σκηνοθέτης (Τον καιρό των Ελλήνων (1981), Θεόφιλος (1987), Το μόνον της ζωής του ταξείδιον (2001) και της «μικρής» Γράμματα από την Αμερική (1972)). Ντοκιμαντερίστας, βασικός συνεργάτης του τηλεοπτικού Παρασκηνίου. Διηγηματογράφος για 2η φορά (προηγήθηκε το 2002 Η νυχτερίδα πέταξε, από τις ίδιες εκδόσεις), κινηματογραφο-γράφος, με ολόδικό του βιβλίο (Όταν ο Δαμιανός γύριζε την Ευδοκία) ή με συμμετοχές σε συλλογικές εκδόσεις (για τον Δήμο Θέο, τον Κώστα Σφήκα και τον Λευτέρη Ξανθόπουλο). Ερασιτέχνης αρχειοθέτης παλαιών περιοδικών (δεν είναι σχήμα λόγου, κυριολεκτώ).
Γοητεία: Δεν ξέρω κατά πόσο με επηρεάζει η γνωστή ιδιότητα του Λ.Π. και διακρίνω παντού επιρροές και εκλεκτές συγγένειες με την «παλιά του τέχνη κόσκινο». Η τέχνη των εικόνων (του) βρίσκεται παντού, τόσο σε κινηματογραφικούς όρους, τεχνικές και ονόματα, όσο και στο ίδιο το μολύβι της γραφής του: ξεκινάει με τη σκηνογράφηση ενός σημαίνοντος χώρου, συνεχίζει με την επιλογή κάποιας οριακής στιγμής της ζωής τους, τη συνδέει με χρονικά πισωγυρίσματα. Εστιάζει στο χαρακτήρα, αδιαφορώντας για την πλοκή, πράγμα φυσικό μέσα στα ασφυκτικά όρια των ολιγοσέλιδων διηγημάτων. Από την άλλη, ταινίες των Φριτς Λανγκ, Λουκίνο Βισκόντι, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και Καρλ Ντράγερ βρίσκουν θέση στις ιστορίες, κάποιες από τις οποίες διαδραματίζονται μέσα στις κινηματογραφικές αίθουσες ή στο δωματιάκι προβολής. Εκεί θα χρειαστεί ο μηχανικός μια παρέα να μοιραστεί την αγαπημένη του ταινία, εκεί άλλοι πρωταγωνιστές της καθημερινότητας θα σκηνοθετήσουν τις αντιδράσεις τους.
Γραφιστικά: Λόγος γυμνός, χωρίς στολίδια και φιοριτούρες, προτάσεις μικρές, σα να μας τα διηγείται προφορικά ένας καλός μας φίλος. Προσωπικά δεν έχω νοιώσει από φετινό διάβασμα μεγαλύτερη φόρτιση από τη λίστα οκτώ ευτυχισμένων αναμνήσεων-σκηνών ενός συντρόφου που χάνεται. Είναι αξιοθαύμαστος ο απογυμνωμένος τρόπος συμπύκνωσης μιας τέτοιας ιδέας (Όταν έφυγε για πάντα).
Αποσπάσματα: Η ζωή μου είναι σαν κακοκομμένη ταινία, σκέφτηκε. Χωρίς να το θέλει έρχονταν στο μυαλό του μόνο οι κομμένες σκηνές, σαν κάποιος να τις έκλεψε από την καμπίνα του μηχανικού προβολής και να τις πρόβαλλε. (σ. 74)
Στις αναμνήσεις του δεν περιλαμβάνονται οι σεξουαλικές στιγμές, παρ’όλο που τώρα την ήθελε πιο πολύ από ποτέ. Έδιωχνε τα φλας που φώτιζαν τους σπασμούς της ή τις συσπάσεις στο πρόσωπο και το λαιμό. Σαν τους παλιούς άντρες, που θεωρούσαν πως δεν ήταν αξιοπρεπές να μιλάνε σε άλλους για τα σεξουαλικά τους ή σαν τις ασπρόμαυρες ταινίες του μεσοπολέμου, που όταν το ζευγάρι αρπαζόταν ερωτικά στο κρεβάτι, η εικόνα έσβηνε. (σ. 77)
Σ’ όλη του τη ζωή έτρωγε το φαγητό του οργανωμένα, συλλογικά. Από φυλακή σε φυλακή, από εξορία σε εξορία κι από εκεί σχεδόν κατευθείαν στο Γηροκομείο! (σ. 91)
Εικόνες, εικόνες… Στους θερινούς κινηματογράφους ακούγονται σαν σύγχρονη υπόκρουση στην ταινία οι θόρυβοι από τις μισάνοιχτες μπαλκονόπορτες των πολυκατοικιών. Ο Μπερνστάιν διευθύνει την Ενάτη του Μπετόβεν στα σύνορα του Ανατολικού με το Δυτικό Βερολίνο, με μουσικούς και από τις δύο μεριές, την ώρα που γκρεμίζεται το τείχος. Κάποιος περπατάει στους έρημους, μόλις φωτισμένους διαδρόμους ενός γηροκομείου. Κι εσύ συνεχώς έχεις την αίσθηση πως διαβάζεις «πραγματικότητα» κι όχι μυθιστορία και πως, όπως λέει ένας ακόμα ήρωας εδώ, περπατάμε στον παράδεισο χωρίς να ‘χουμε πεθάνει!
Συντεταγμένες: 27 διηγήματα, εκδόσεις Νεφέλη, 2005, σελ.150.
Πρώτη δημοσίευση σε : http://www.mic.gr/books.asp?id=14856

Βλάντιμιρ Κάμινερ – Ρώσικη ντίσκο

Πλοκή: Η φήμη κυκλοφόρησε στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1990: Ο Χόνεκερ δέχεται Εβραίους από τη Σοβιετική Ένωση, ένα είδος επανόρθωσης για το ότι η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας ουδέποτε είχε συμμετάσχει στις γερμανικές αποζημιώσεις προς το Ισραήλ. Σύμφωνα με την επίσημη ανατολικογερμανική προπαγάνδα, βλέπεις, ανεξαιρέτως οι πάλαι ποτέ ναζί ζούσαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας…Δεν άργησε να βουίξει ο κόσμος· όλοι ήταν ενήμεροι – όλοι, πλην ίσως του ίδιου του Χόνεκερ…Νέοι καιροί είχαν ανατείλει. Το να είσαι Εβραίος ισοδυναμούσε πια με κάρτα ελευθέρας εισόδου για τον απέραντο κόσμο, με πρόσκληση για μια καινούργια αρχή.
Κι έτσι αρχίζει η περιπέτεια του Βλάντιμιρ. Μαζί με τον αγαπημένο του φίλο Μίσα παίρνουν το τρένο για Βερολίνο – βλέπετε, τον καιρό εκείνο οι Ρώσοι πραματευτές που είχαν βγει στη γύρα ήταν ακόμα λιγοστοί, κι έτσι το μισό τρένο ήταν γεμάτο από ρομαντικούς, σαν κι εμάς, που κυνηγούσαν την περιπέτεια. Συνταξιδεύουν με ένα γέρο καθηγητή που είχε κάνει τις μετρήσεις του εξωτερικού μεταλλικού περιβλήματος των ρωσικών Σπούτνικ και δεν είχε μείνει άνθρωπος που να μην του το ’χει πει και προλαβαίνουν να πιούν τη βότκα μάρκας Έχε Γειά. Βέβαια το μόνο ενθύμιο που μπόρεσαν να πάρουν από την Ρωσία (μια χλωμή μπάμπουσκα σε ένα φέρετρο) χάνεται μυστηριωδώς αλλά δεν πειράζει, μια νέα ζωή τους περιμένει και περιλαμβάνει, κυριολεκτικά, τα πάντα.
Τοπογραφικό: Η λίστα των τόπων διαμονής και διανυκτέρευσης των μεταναστών είναι συνήθως διψήφια. Πρώτα συγκεντρώνονται σε ένα κτίριο που χρησιμοποιούσε Στάζι ως κέντρο αναψυχής και αργότερα μοιράζονται, ο ένας στο κέντρο φιλοξενίας αλλοδαπών μαζί με βιετναμέζους κι ο δεύτερος σ’ ένα πρώην ανατολικογερμανικό στρατόπεδο μαζί με τσιγγάνους. Κάποτε φτάνουν στο Πρενστλάουερ Μπεργκ, μια περιοχή γεμάτη σπίτια που είχαν μείνει άδεια καθώς οι ντόπιοι έφευγαν σωρηδόν προς τη Δύση – ένας παράδεισος για τον μετανάστη! Ο κολλητός του επιλέγει ένα σπίτι χωρίς τουαλέτα αλλά με το ξακουστό RFT ανατολικογερμανικό στερεοφωνικό. Έτσι πραγματοποιείται το πρώτο βασικό μεταναστευτικό όνειρο: είκοσι πέντε ολόκληρα τετραγωνικά όλα δικά σου. Οι περισσότεροι νέοι ένοικοι του P.B. (που σύντομα το οργανωμένο γερμανικό κράτος τους επιτρέπει να κατοικούν στα διαμερίσματα έναντι μικρού ενοικίου!) είναι εικαστικοί καλλιτέχνες, μουσικοί ή ποιητές που ο Βλάντιμιρ ήδη γνώριζε από τη Μόσχα: αιωνίως μεταξύ σφυριού και δρεπανιού, λίγο κουρελήδες τώρα πια. Συναντιούνται στις κουζίνες του ενός ή του άλλου και λένε τις ανεξάντλητες ιστορίες τους.

Γοητεία: Υποκλίνομαι στις ζωτικές δυνάμεις του συγγραφέα. Με την έννοια ότι, όχι απλώς πολέμησε καθημερινά ώστε να φτιάξει μια ολοκαίνουργια ζωή σε δύσκολες συνθήκες, αλλά και μετέτρεψε την περιπέτεια της ζωής του σε γραφή. Ξεκίνησε με ελάχιστα υπάρχοντα, χωρίς να γνωρίζει ούτε λέξη από γερμανικά και έφτασε να επιβιώνει κάνοντας κάθε δημιουργική δουλειά που του άρεσε: γράψιμο σε εφημερίδες (όπου και μια στήλη με αξιοπερίεργα συμβάντα της Βερολινέζικης καθημερινότητας αλλά και εξιστόρηση της καθημερινότητας ενός μετανάστη στην ενοποιούμενη Γερμανία), αναγνώσεις βιβλίων, ραδιόφωνο.

Από την άλλη, δε μπορώ να μην αναγνωρίσω τον ίδιο τον ρόλο της πόλης του Βερολίνου και του οργανωμένου τουλάχιστο στον τομέα αυτό γερμανικού κράτους (χαρακτηριστική η περίπτωση του γραφείου που τον ρωτούσε τι θα του άρεσε να κάνει ως επάγγελμα). Αυτή η πόλη αποδεικνύεται εντελώς φιλική προς τον χρήστη: ακόμα και ο πατέρας του, κουρασμένος να καραδοκεί οπλισμένος μες το σπίτι του επίδοξους ληστές στην παρακμιακή Μόσχα, εντάχτηκε αμέσως στους Εκρηκτικούς Μπουρδολόγους, ένα καμπαρέ όπου άτομα τρίτης ηλικίας σχολιάζουν σε δικές τους παραστάσεις την πολιτική και την κοινωνική επικαιρότητα!

Όμως τα προβλήματα ενός μετανάστη δεν έχουν τελειωμό και ο συγγραφέας τα εξιστορεί με πικρό χιούμορ και χαμογελαστή διάθεση. Όταν θέλει να κατακεραυνώσει, το κάνει με τις πιο φωτεινές λέξεις. Στο τέλος ξέρει πως ναι μεν τα κατάφερε, αλλά συνεχώς θα βρίσκει μπροστά του νέες σουρεαλιστικές καταστάσεις. Μαζί με τους ημέτερούς του αγωνίζονται να «εξευρωπαϊστούν», να επιβιώσουν στήνοντας απίστευτες επιχειρήσεις, αναζητούν σεξουαλικές ή γαμήλιες συντρόφους (όπως ο πρώην σημαιοφόρος του ρωσικού στρατού που βάζει αγγελία «Χαδιάρης αρκούδος ζητά χαδιάρικο ποντικάκι») και αφορμές να γιορτάζουν οτιδήποτε. Και η δυσκολότερη απόφαση είναι αν θα πολιτογραφηθεί ή όχι Γερμανός.

Γραφιστικά: Το βιβλίο χωρίζεται σε πενήντα μικρά, τρισέλιδα ή τετρασέλιδα κεφάλαια. Το καθένα έχει το δικό του θέμα, κι όλα συναποτελούν τις ψηφίδες της νέας ζωής του Βλάντιμιρ. Γραμμένα με εύκολη και κουβεντιαστή αλλά καθόλου πρόχειρη γλώσσα διαβάζονται μονορούφι, όπως ακούς τις περιπέτειες και τις αστείες ιστορίες ενός αγαπημένου φίλου.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Μόσχα, 1967. Ηχολήπτης σε θέατρο και ραδιόφωνο, σπουδές δραματουργίας στη Μόσχα, μετανάστευση στο Ανατολικό Βερολίνο, όπως αναφέραμε, το 1990. Σήμερα ένας από τους πιο πλέον δημοφιλείς συγγραφείς της νέας γενιάς της ρώσικης και γερμανικής λογοτεχνίας. Ανάμεσα στα 12 βιβλία του (η Ρώσικη Ντίσκο ήταν το πρώτο) αξίζει να αναφερθούν τα Military music, ένας χιουμοριστικός επιτάφιος για την παλαιά Σοβιετική Ένωση, Legends and misconceptions of the 20th century: There was no sex in Socialism και I am not a Berliner: A travel guide for lazy tourists – τα δύο τελευταία με ευνόητο περιεχόμενο… Σήμερα έχει δική του ραδιοφωνική εκπομπή (Ο κόσμος του Βλάντιμιρ), τηλεοπτικό χρόνο, δικό του dance club και εξακολουθεί να ζει στο Prenzlauer Berg με την οικογένειά του. Θα τους ήθελα για γείτονες!

Μουσική: Και ποια είναι η Ρώσικη Ντίσκο; Το αποκορύφωμα των δραστηριοτήτων του Kaminer, που μαζί με τον Ουκρανό συνεργάτη του Yury Gurdzhi οργάνωσαν μαζί μια βραδιά στο Kaffee Burger για να γιορτάσουν την επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης με polka punk, klezmer ska και balalaika rock. Οι αρχικές βραδιές δεν πήγαιναν πάντα καλά και το μυστήριο ποτό Πούσκιν – Λάιτ δεν καταναλωνόταν, εφόσον οι περισσότεροι Ρώσοι τηρούσαν την παράδοση: έφερναν τα ποτά τους μαζί. Όμως με τον καιρό η εκδήλωση έγινε εβδομαδιαία και ιδιαίτερα αγαπητή στους κατοίκους της πόλης (πόσο μάλλον στους Ρώσους μετανάστες) και σήμερα έχει μόνιμη στέγη και κυκλοφορίες δίσκων όπως το Russendisko: Hits (2003), με συμμετοχές σχημάτων μεταναστευμένων στην Αμερική (Red Elvises ‘s Cosmonaut Petrov) ή το Άμστερνταμ αλλά κι όσων έμεινα πίσω, ονόματα όπως St Petersburg Ska-Jazz Review, διασκευές Kraftwerk (The Robots) και άλλα απερίγραπτα.

Αποσπάσματα:
Κάποια μέρα ιδιοκτήτης του σπιτιού εξαφανίστηκε κι άφησε τις γυναίκες μόνες. Το μπορντέλο έκλεισε. Μες την απόγνωσή της η Ντιάνα τηλεφώνησε στους δύο και μοναδικούς τακτικούς πελάτες της: πρώτα στο μάνατζερ ενός βερολινέζικου κλαμπ και μετά στον τεχνικό εξαερισμού… Αυτή τη φορά αποδέχτηκε την πρόταση γάμου. Ο τεχνικός εξαερισμού πήρε για μια βδομάδα αναρρωτική άδεια καθώς κι ένα δάνειο ύψους 5.000 μάρκων από τη Noris Bank. Στη συνέχεια, πήγαν μαζί στη Λευκορωσία, στο Γκοτσίκι, για να παντρευτούν. Εκεί ο Φρανκ ήρθε απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή αντιμέτωπος με τα άγρια λευκορωσικά έθιμα. Από το σταθμό ακόμα τους έκλεψαν τις αποσκευές τους. Οι παράνυφες κατηγόρησαν την Ντιάνα για εσχάτη προδοσία και της μαύρισαν το μάτι. Αλλά κι ο Φρανκ δέχτηκε επίθεση από κάτι ντόπιους, για πατριωτικούς επίσης λόγους. Μετά όμως έγιναν όλοι καλοί φίλοι. Ο γάμος έγινε στη μεγαλύτερη αίθουσα του χωριού, στο γυμναστήριο του δημοτικού σχολείο. Ο Φράνκ αγόρασε πέντε κιβώτια βότκα για τους άντρες και πέντε κιβώτια πορτό για τις γυναίκες. Το γλέντι κράτησε δύο μέρες και θα κράταγε κι άλλο, αν δε τα χάλαγε όλα ο πατέρας της Ντιάνας. Μεθυσμένος από την πολλή χαρά και τη βότκα πήγε να πάρει ένα μπανάκι στον ποταμό Γκοτσίκι – και δεν ξαναγύρισε… Χωρίς να το πολυκαταλάβουν, ο γάμος κατέληξε σε κηδεία. (σ. 62-63)

Και ιδού πόσο καλά γνωρίζει η Γερμανία να πουλάει την Ιστορία της:
Είδαμε όλα όσα έχει να επιδείξει η πολιτιστική πρωτεύουσα [Βαϊμάρη]: τα φρεσκοβαμμένα παραπήγματα και τους αναστηλωμένους φούρνους του Μπούχενβαλντ, τα είκοσι ένα σκονισμένα φέρετρα του Σίλερ και του Γκαίτε, τα οποία και έβλεπες έναντι 10 μάρκων, όπως επίσης και τα διάφορα σπίτια τους. Και επιπλέον, την προσωπική συλλογή έργων τέχνης του Χίτλερ, το αρχείο Νίτσε αλλά και το Μουσείο Μελισσοκομίας καθώς και μια επετειακή έκθεση για το κυνηγοσκυλο της Θουριγγίας. Πήχτρα ο τόπος από τουρίστες. Κάθε κεντράκι και «αίθουσα Γκαίτε», κάθε WC και αναμνηστική ταμπελίτσα. (σ. 101-102)

Επισκεπτήρια: www.russentext.de/kaminer, http://www.russendisko.de/.

Συντεταγμένες: Wladimir Kaminer, Russendisko, 2000. Στα ελληνικά: εκδόσεις Κέδρος, 2006, σελ. 184. Μετάφραση: Σοφία Μιχαηλίδου, Βασιλική Τραχάνη

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14810